Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1359 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1359/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Κ. συζύγου Ι. Λ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σωτήριο Περιβολαράκη και Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1)Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Μ. - Β. Χ. - Λ. του Α., κατοίκου ... και 3)Μ. - Δ. Χ. - Λ. του Α., κατοίκου ..., ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Α. Χ. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πουρνάρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Οι δεύτερη και τρίτη δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕ.ΤΑ HOLDINGS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία αυτοτελώς παρεμβαίνει υπέρ του αναιρεσιβλήτου, με το από 08-11-2021 δικόγραφο που κατατέθηκε στην Γραμματεία του πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, έλαβε αριθμό κατάθεσης 40/2021, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ψαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3873/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6993/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-02-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε η αναιρεσείουσα καθώς και η πρώτη των καθών η κλήση όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, την απόρριψη της υπ' αριθμ. κατάθεσης 40/2021 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη των αντιδίκων μερών στη δικαστική τους δαπάνη. Ο πληρεξούσιος της αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας, ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση, να απορριφθεί η από 10-02-2020 αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η καθ' ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση στην δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ'αριθ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-11-2022 κλήσης με δήλωση επανάληψης της βιαίως διακοπείσης δίκης λόγω θανάτου του αρχικώς αναιρεσίβλητου Α. Χ., με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11-12-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις εκ διαθήκης κληρονόμους του 2η και 3η των καθών η κλήση Μ. - Β. Χ. - Λ. και Μ. - Δ. Χ. - Λ.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-1-2025 λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν αυτές και συνεπώς, ενόψει του ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθ. 226 § 4 ΚΠολΔ), η υπόθεση θα δικαστεί παρά την απουσία τους (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση από 10-2-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 6993/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η από 30-11-2017 έφεση του ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως εναγομένου Α. Χ., εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε επί της ουσίας η από 24-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατ'αυτού και απορρίφθηκε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα ενάγουσα κατά του νικήσαντος εναγομένου, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 17-1-2020 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10-2-2020 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ).
Πριν τη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 13-12-2021 και συγκεκριμένα στις ...-2021, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Α. Χ., το θάνατο δε αυτού δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, οπότε επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, συνταγέντος προς τούτο του υπ'αριθ. 47/2021 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης. Με την από 24-11-2022 κλήση της η αναιρεσείουσα προκάλεσε την επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης με την επίδοση αυτής προς τους μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 291 § 1 ΚΠολΔ). Με την ως άνω κλήση η αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 11-12-2023, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος ο παρεμβαίνων σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 § 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση νοείται και αυτή του ειδικού διαδόχου (άρθ. 225 § 2 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "BE.TA HOLDINGS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ" ισχυριζόμενη ότι είναι ειδική διάδοχος των επιδίκων 11.736 (επι συνόλου 262.032) μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Β. και Β. Χ. ΑΕ" και το δ.τ. "CAP D'OR", άσκησε την από 8-11-2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπερ του αναιρεσιβλήτου με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επίδοση αυτού με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-10-2022 ότε ματαιώθηκε η συζήτησή της. Με την από 4-10-2023 κλήση της η προσθέτως παρεμβαίνουσα επανέφερε προς συζήτηση την πρόσθετη παρέμβασή της , η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 11-12-2023 μαζί με την αίτηση αναίρεσης και μετ'αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβασή, καθώς και η εν συνεχεία κλήση προς συζήτηση μετά από τη ματαίωση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως τόσο στην αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες μετ' επικλήσεως υπ'αριθμ. ....2021 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Β. Κ. όσο και στις ως άνω μοναδικές κληρονόμους του υπέρ' ου η παρέμβασή της όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες μετ' επικλήσεως υπ'αριθ. ....2023, ....2023, ....2023, ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Β. Κ., όσο και στον αρχικό διάδικο Α. Χ. όπως προκύπτει από την προσαγόμενη μετ' επικλήσεως υπ'αριθ. ....2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Β. Κ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (αρθ. 577 § 1 σε συνδ. με αρθ. 246 και 573 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 529 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία, "Στην κατ`έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων" εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, κατ`αρχήν, του επιτρεπτού της προσκομιδής νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την άνω διάταξη, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά απαραδέκτως, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 825/2014). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ`έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Ειδικότερα, η επίκληση από το διάδικο των ενόρκων βεβαιώσεων, αν προσκομίζονται πρώτη φορά στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1538/2022), οία νοείται και η προφορική τοιαύτη καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου (ΑΠ 392/2021). Τα νέα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται μέχρι την κατ`έφεση συζήτηση (ΑΠ 1186/2023), ενώ ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και ακολούθως με το Ν.4871/2021, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση, για την παραδεκτή επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων, ως νέων αποδεικτικών μέσων, στην κατ`έφεση δίκη, είναι να έχουν δοθεί αυτές νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης (ΑΠ 1538/2022), σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άνω άρθρων 421-424 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του και όταν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ`άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες, εκτός των άλλων, δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης σ` αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010). Ενόψει των ανωτέρω η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013), αν δε αυτή προσκομισθεί μετά τη συζήτηση με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις, είναι απαράδεκτη, εκτός αν αποδεικνύει ισχυρισμό που προβλήθηκε παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων, δηλαδή όταν αποδεικνύει ισχυρισμό ο οποίος αποσκοπεί να εξουδετερώσει ισχυρισμό του αντιδίκου που προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της συζήτησης (ΑΠ 935/2023). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι συντρέχει περίπτωση παραδεκτού λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίστηκαν με την προσθήκη των προτάσεων, διότι αυτές ελήφθησαν προς αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις (άρθ. 237 § 2 ΚΠολΔ ΑΠ 613/2018, ΑΠ 74/2017, ΑΠ 616/2015, ΑΠ 543/2014), αφού η κρίση του αυτή είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επίσης, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχεται η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαραδέκτου κάποιου αποδεικτικού στοιχείου (π.χ. ένορκης βεβαίωσης) ή αποδεικτικού ισχυρισμού π.χ. περί μη γνησιότητας εγγράφου κλπ.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 11 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπ'αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ. Χ.-Λ., η οποία προσκομίστηκε μετά την από 27-9-2018 προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, η οποία σε κανένα σημείο της δεν αναφέρεται στην αντίκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά αυτή αφορούσε αποκλειστικά ζητήματα που είχα τεθεί κατά την προδικασία από τους διαδίκους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση από 27-9-2018 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου Αθηνών, που νομίμως προσκομίζονται, προκύπτει ότι σ'αυτά έχουν καταχωρηθεί, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Οι πληρεξούσιοι του εκκαλούντος, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσαν ότι θα λάβουν την 2-10-2018, ημέρα Τρίτη και ώρα 09.30 π.μ. στο γραφείο της συμβολαιογράφου Α. Γ., ..., ισόγειο, ένορκη βεβαίωση της Μ. Χ. του Α., φοιτήτριας επι διδακτορικώ, κατοίκου ..., ..., προς αντίκρουση των ισχυρισμών της αντιδίκου, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης". Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, των υπ'αριθ. ...-2018, ...-2018 και ...-2018 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ., τις οποίες προσκομίζει ο εκκαλών και ελήφθησαν κατόπιν εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως της εφεσίβλητης (βλ. τις υπ'αριθ. ...-2018 και ...-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Ν. Χ., καθώς και την, περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, προφορική επ'ακροατηρίω κλήτευση της εφεσίβλητης), η τελευταία εκ των οποίων ελήφθη προς ανταπόδειξη των θεμάτων, που τέθηκαν κατά την επ'ακροατηρίω συζήτηση της εφέσεως, όχι, όμως, και της υπ'αριθ. ...-2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. - Ο. Κ., την οποία προσκομίζει ο εκκαλών και η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, εφόσον πριν τη λήψη της, δεν προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση της εφεσίβλητης, των υπ'αριθ. ..., ... και ...-2018 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Α. Α., τις οποίες προσκομίζει η εφεσίβλητη και ελήφθησαν, κατόπιν εμπρόθεσμης και νομοτύπου κλητεύσεως του εκκαλούντος (βλ. την υπ'αριθ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Π.), όχι, όμως, και των υπ'αριθ. .../2015, .../2015, .../2015 και .../2015 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει η εφεσίβλητη και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον πριν τη λήψη τους, δεν προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση του εκκαλούντος (...) αποδείχθηκαν, πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Ετσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την υπ'αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση ληφθείσα ενώπιον Συμβολαιογράφου, δεν υπέπεσε στην παράβαση των αριθ.11 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον στην μεν προφορική κλήτευση της εφεσίβλητης/αναιρεσείουσας, που περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθ. 422 ΚΠολΔ, αναφέρεται ρητά ότι η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση θα δοθεί προς αντίκρουση των ισχυρισμών της στο ακροατήριο του Εφετείου, το οποίο (Εφετείο) διαβεβαιώνει ότι αυτή πράγματι δόθηκε προς ανταπόδειξη των θεμάτων που τέθηκαν κατά την επ'ακροατηρίω συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως, αυτή δόθηκε παραδεκτώς και ορθά λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ το αν με τα όσα περιέχονται σ'αυτήν αντικρούονται πράγματι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ή όχι, είναι κρίση περί τα πράγματα που δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, ΑΠ 1188/2018, ΑΠ 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς.
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Το κατά τα ανωτέρω "διαγνωστικό σφάλμα" ή "σφάλμα ανάγνωσης", αντιδιαστέλλεται προς το "εκτιμητικό" ή "αξιολογικό", που ανάγεται στην εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχομένου (ή στην ερμηνεία) του εγγράφου και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 964/2013, ΑΠ 18/2009). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 593/2022, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015). Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015). Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 593/2022, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 7-6-2014 ιατρική βεβαίωση του ιατρού ηπατολόγου-γαστρεντερολόγου Α. Ν., πλην όμως κατέληξε σε αντιφατική αιτιολογία ως προς το αν υπήρξαν στοιχεία για την έλλειψη πνευματικής διαύγειας της αποβιωσάσης μητρός των αρχικών διαδίκων Β. Χ., παραμόρφωσε δε το περιεχόμενο της εν λόγω ιατρικής βεβαίωσης με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται σε αυτήν σχετικά με τη διάγνωση περί διαταραχής επικοινωνίας αυτής. Ότι η παραμόρφωση αυτή του εγγράφου, το οποίο προσκομίζει και το περιεχόμενο του οποίου κατά λέξη παραθέτει, άσκησε κρίσιμη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο αυτού σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες , αφού αφενός μεν δέχθηκε ως ισχυρή την ως άνω ιατρική βεβαίωση, αφετέρου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Β. Χ. κατά το χρόνο υπογραφής του κρίσιμου ιδιωτικού συμφωνητικού γονικής παροχής εν βρισκόταν σε κάποια διανοητική διαταραχή, ούσα σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους παρόντες αναιρετικούς λόγους μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ο εναγόμενος αδελφός της είναι τα μοναδικά τέκνα του Β. και της Β. Χ., οι οποίοι απεβίωσαν αντίστοιχα στις 9/6/2011 και 8/7/2014, καθώς και μοναδικοί μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Β. και Β. Χ. Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "CAP DOR", η οποία ιδρύθηκε από τους γονείς τους το έτος 1969. Η Β. Χ. αντιμετώπιζε χρόνια προβλήματα υγείας, ειδικά, δε, έπασχε από καρκίνο του ήπατος, συνεπεία του οποίου, στις 15/4/2014, παρουσίασε επεισόδιο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, σταδίου 2, όπως βεβαιώνεται από τη, με ημερομηνία 9/5/2017, βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της Β. Π., το οποίο αντιμετωπίστηκε με την, αναγραφόμενη στην ως άνω βεβαίωση, φαρμακευτική αγωγή. Δεν αποδείχθηκε, δε, ότι το ως άνω επεισόδιο της δημιούργησε νοητική έκπτωση ούτε και απώλεια της πνευματικής διαύγειας και συνείδησης της, ενώ μέχρι και τον θάνατο της στις 8/7/2014, δεν προέκυψε ότι υπέστη κάποιο νέο επεισόδιο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και δεν εισήχθη ούτε νοσηλεύτηκε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, σε κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό νοσοκομείο, γεγονός, που θα ήταν απαραίτητο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ηπατική εγκεφαλοπάθεια, αν αυτή είχε εξελιχθεί στο στάδιο 3 ή 4, όπου, πλέον, τα συμπτώματα απαιτούν την εισαγωγή του νοσούντος σε θεραπευτικό ίδρυμα (ΑΠ 727/2016 ΤΝΠ Νόμος, για τη φύση της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και τον τρόπο που αυτή επηρεάζει την δικαιοπρακτική ικανότητα του νοσούντος). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι, η από 7/6/2014 γνωμάτευση του γαστρεντερολόγου (και όχι νευρολόγου, ο οποίος είναι αρμόδιος για τη διάγνωση της νοητικής έκπτωσης) Α. Ν., στην οποία διαγιγνώσκεται ηπατική εγκεφαλοπάθεια στη Β. Χ., δεν περιγράφει, ρητά, έλλειψη πνευματικής διαύγειας της αποβιωσάσης ούτε και εισηγείται την εισαγωγή της σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων, ενώ η ιατρική βεβαίωση, που έδωσε ο ίδιος στις 3/2/2015, όπου σε συνέχεια της προηγούμενης ιατρικής του βεβαίωσης, το πρώτον αναφέρει αδυναμία επικοινωνίας της αποβιωσάσης, μη αντίδραση της σε λεκτικά ερεθίσματα και ημικωματώδους κατάστασης της, ενόψει και του καθυστερημένου χρόνου σύνταξης της, κρίνεται αναξιόπιστη. Επίσης, να σημειωθεί ότι, ουδέποτε συνταγογραφήθηκαν στην Β. Χ. ψυχοτρόπο φάρμακα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η, επικαλούμενη από την ενάγουσα, έκπτωση των ψυχικών και νοητικών λειτουργιών της, δεν κρίθηκε απαραίτητο να υποβληθεί σε ψυχιατρική ή νευρολογική εξέταση για να εκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας της και δεν υποβλήθηκε ποτέ σε μαγνητική τομογραφία ή εγκεφαλογράφημα για να αποτυπωθεί η πρόοδος της ασθένειας της ούτε σε μέτρηση αμμωνίας, η οποία αποτυπώνει την ύπαρξη ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, καθώς κάτι τέτοιο δεν κρίθηκε αναγκαίο από τους θεράποντες ιατρούς της. Άλλωστε η πνευματική διαύγεια της αποβιωσάσης, κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής του επίδικου συμφωνητικού, επιβεβαιώνεται και από την συμμετοχή της, στις 12/6/2014, στην έκτακτη Γ.Σ των μετόχων της εταιρείας "CAP DOR", που έγινε στο διαμέρισμα της θανούσας επί της οδού ..., ενώ να σημειωθεί, επίσης, ότι ουδέποτε η ενάγουσα υπέβαλε αίτημα υποβολής της αποβιωσάσης σε δικαστική συμπαράσταση. Τα ως άνω επιβεβαιώθηκαν τόσο από τον επ'ακροατηρίω μάρτυρα του εναγομένου, ιατροδικαστή Γ. Λ. όσο και από το σύνολο του λοιπού αποδεικτικού υλικού. Στην συνέχεια, η ίδια η αποβιώσασα επικοινώνησε στις αρχές Ιουνίου με το δικηγόρο Παναγιώτη Καμπερά και του έδωσε εντολή να ετοιμάσει το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης 11.736 μετοχών της εταιρείας "CAP D'OR", από την ίδια στον εναγόμενο υιό της, το οποίο και υπέγραψε στις 13/6/2014 έχοντας απόλυτη γνώση του περιεχομένου του εγγράφου, ενώ την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε από την ίδια και η υλική παράδοση των μετοχών στον εναγόμενο. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι, η Β. Χ., στο χρόνο υπογραφής του επίδικου συμφωνητικού, είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων της, ενώ δεν βρισκόταν σε κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, όντας αδιαμφισβήτητα σε θέση να αντιληφθεί του περιεχόμενο του ανωτέρου εγγράφου. Ομοίως αποδείχθηκε ότι, ο εκκαλών δεν προέβη σε καμία ψευδή παράσταση γεγονότων προς αυτήν, προκειμένου να προκαλέσει την απόφαση της να υπογράψει το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, την σύνταξη του οποίου, άλλωστε, η ίδια ζήτησε από τον δικηγόρο της Π. Κ. (...) . Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη η πρώτη σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της επίδικης γονικής παροχής άλλως επικουρικά διαπλαστική αγωγή ακυρωσίας της. Συνακόλουθα, απορριπτέα κρίνεται και η δεύτερη σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας επί των 150.140 ανώνυμων μετοχών της ως άνω εταιρείας "CAP DOR", δεδομένου ότι οι 11.736 εξ αυτών ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στον εκκαλούντα, ενώ για τις λοιπές δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο, η συγκυριότητα, κατά 50% εξ αδιαιρέτου, της ενάγουσας επ'αυτών. Τέλος, απορριπτέα κρίνεται και η σωρευόμενη αγωγή περί αδικοπραξίας του εναγομένου, αφού από τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν προέκυψε συμπεριφορά του εκκαλούντος, που να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη". Μετά ταύτα το Εφετείο , αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη ερήμην του εναγομένου εκδοθείσα οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε την από 24-11-2014 αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) Η Β. Χ. αντιμετώπιζε χρόνια προβλήματα υγείας, ειδικά, δε, έπασχε από καρκίνο του ήπατος, συνεπεία του οποίου, στις 15/4/2014 παρουσίασε επεισόδιο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, σταδίου 2, όπως βεβαιώνεται από τη, με ημερομηνία 9/5/2017, βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της Β. Π., το οποίο αντιμετωπίστηκε με την, αναγραφόμενη στην ως άνω βεβαίωση, φαρμακευτική αγωγή, β)Δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω επεισόδιο της δημιούργησε νοητική έκπτωση ούτε και απώλεια της πνευματικής διαύγειας και συνείδησής της, γ) μέχρι και τον θάνατό της στις 8/7/2014, δεν αποδείχθηκε ότι υπέστη αυτή κάποιο νέο επεισόδιο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και δεν εισήχθη ούτε νοσηλεύτηκε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, σε κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό νοσοκομείο, γεγονός, που θα ήταν απαραίτητο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ηπατική εγκεφαλοπάθεια, αν αυτή είχε εξελιχθεί στο στάδιο 3 ή 4, όπου, πλέον, τα συμπτώματα απαιτούν την εισαγωγή του νοσούντος σε θεραπευτικό ίδρυμα, ενώ ουδέποτε συνταγογραφήθηκαν στην Β. Χ. ψυχοτρόπα φάρμακα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η, επικαλούμενη από την ενάγουσα, έκπτωση των ψυχικών και νοητικών λειτουργιών της, ενώ δεν κρίθηκε απαραίτητο να υποβληθεί σε ψυχιατρική ή νευρολογική εξέταση για να εκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας της και δεν υποβλήθηκε ποτέ σε μαγνητική τομογραφία ή εγκεφαλογράφημα για να αποτυπωθεί η πρόοδος της ασθένειας της ούτε σε μέτρηση αμμωνίας, η οποία αποτυπώνει την ύπαρξη ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, καθώς κάτι τέτοιο δεν κρίθηκε αναγκαίο από τους θεράποντες ιατρούς της, δ) η από 7-6-2014 γνωμάτευση του γαστρεντερολόγου (και όχι νευρολόγου, ο οποίος είναι αρμόδιος ιατρός για τη διάγνωση της νοητικής έκπτωσης) Α. Ν., στην οποία διαγιγνώσκεται ηπατική εγκεφαλοπάθεια στη Β. Χ., δεν περιγράφει, ρητά, έλλειψη πνευματικής διαύγειας της αποβιωσάσης, ούτε και εισηγείται την εισαγωγή της σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων, ενώ η ιατρική βεβαίωση, που έδωσε ο ίδιος στις 3-2-2015, όπου σε συνέχεια της προηγούμενης ιατρικής του βεβαίωσης, το πρώτον αναφέρει αδυναμία επικοινωνίας της αποβιωσάσης, μη αντίδραση της σε λεκτικά ερεθίσματα και ημικωματώδους κατάστασης της, ενόψει και του καθυστερημένου χρόνου σύνταξης της, κρίνεται αναξιόπιστη και ε) η Β. Χ., στο χρόνο υπογραφής του επίδικου συμφωνητικού μεταβιβάσεως των μετοχών (13-6-2014), είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της, ενώ δεν βρισκόταν σε κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, όντας αδιαμφισβήτητα σε θέση να αντιληφθεί του περιεχόμενο του ανωτέρου εγγράφου, διέλαβε πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη δικαιοπρακτικής ικανότητος της Β. Χ. και ελεύθερης έκφρασης της βούλησής της κατά τον κρίσιμο χρόνο υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβιβάσεως των μετοχών στον αναιρεσίβλητο υιό της, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθ. 19 είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή ορθώς ανέγνωσε την από 7-6-2014 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ηπατολόγου-γαστρεντερολόγου Α. Ν. , όπου αναγράφεται ότι : "Η κα Χ. Β. πάσχει από ηπατοκυτταρικό καρκίνο επι εδάφους κίρρωσης ήπατος. Ως επιπλοκή των ανωτέρω, η ασθενής έχει αναπτύξει ασκίτη και ηπατική εγκεφαλοπάθεια (πτερυγοειδής τρόμος, υπνηλία και διαταραχή επικοινωνίας" και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι "η από 7/6/2014 γνωμάτευση του γαστρεντερολόγου(και όχι νευρολόγου, ο οποίος είναι αρμόδιος για την διάγνωση της νοητικής έκπτωσης) Α. Ν., στην οποία διαγιγνώσκεται ηπατική εγκεφαλοπάθεια στην Β. Χ. δεν περιγράφει, ρητά, έλλειψη πνευματικής διαύγειας της αποβιωσάσης ούτε και εισηγείται την εισαγωγή της σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων", βεβαιώνει δε ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην κρίσιμη ιατρική γνωμάτευση, την οποία συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο αυτού σκέλος εκ του αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ , συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 1864/2017). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 455/2014). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 1081/2019, ΑΠ 86/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο γι` αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται στο εν λόγω έγγραφο, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Συνεπώς, τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, προέρχονται από πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγιναν τα όσα βεβαιώνονται σε αυτά και το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει τη βεβαίωση αυτή, όχι, όμως και όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1152/2008).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ'του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 3-2-2015 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Α. Ν. με το σκεπτικό ότι αυτή είναι αναξιόπιστη, την υπ'αριθ. .../2018 έκθεση πρακτικών και απόφασης του Β'Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, όσον αφορά την ενώπιόν του ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Κ., καθώς και τα έγγραφα με αριθ. σχετ. 54, 58, 59, 60, 61-65, 67, 68, 69 που προσκόμισε, από τα οποία αποδεικνύονταν τα όσα αναλυτικά εκθέτει, τα οποία, αν ελάμβανε υπόψη του το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Όμως από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη της και εκτίμησε όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, εκτός των ρητώς αποκλειομένων ενόρκων βεβαιώσεων για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις για τη λήψη τους, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε. Η προβαλλόμενη δε με τον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).
Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια : α) από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν μετ' επικλήσεως από 6.6.2014 έγγραφο του Επιμελητηρίου Αργολίδος με αρ. πρωτ. ....2014, β) από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό ότι η Γενική Συνέλευση πραγματοποιήθηκε την 12.06.2014, χωρίς απόδειξη, χωρίς δηλαδή να υφίσταται σχετικό αποδεικτικό στοιχείο που να το επιβεβαιώνει και γ) από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων μη λαμβάνοντας υπόψη το εν λόγω δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη ανταπόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου. Οσον αφορά το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης, αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, όπως αναφέρθηκε και κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη της και εκτίμησε όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το προαναφερθέν και δεν το αγνόησε, δεχόμενο ανελέγκτως, ότι η ΓΣ έλαβε χώρα στις 12-6-2014. Επειδή ο λόγος από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην απόδειξη "πραγμάτων" δηλ. αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών , που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντέντασης (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 310/2017) και το πότε πραγματοποιήθηκε η ΓΣ δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με την παραπάνω έννοια αλλά πραγματικό γεγονός αντικείμενο αποδείξεως μη ελεγχόμενο αναιρετικά, ο λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Τέλος, όσον αφορά την αποδιδόμενη από τον αριθμό 12 πλημμέλεια, ο λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος καθόσον το παραπάνω έγγραφο του Επιμελητηρίου δεν αποτελεί, ως προς το ανωτέρω περιεχόμενο, που του αποδίδεται με τον ερευνώμενο λόγο, πλήρη απόδειξη, αφού το περιεχόμενο αυτό δεν αποτελεί γεγονός από εκείνα που έχουν γίνει ενώπιον του συντάκτη του, αλλά διαβιβαστικό του πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, κατά την αναιρεσείουσα, διαβιβαστικό του πρακτικού ΔΣ για πρόσκληση ΓΣ, κατά τις αναιρεσίβλητες (όπως αυτό πιστοποιείται με τη μεταγενέστερη από 17-9-2018 βεβαίωση του Επιμελητηρίο Αργολίδος), από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτικό θέμα, το εκτίμησε, ως προς το περιεχόμενό του που προαναφέρθηκε, ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ`είδος. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα τρία αυτού σκέλη. Πρέπει συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς υπερ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, που νίκησαν και κατέθεσαν προτάσεις με το σχετικό περί δικαστικής δαπάνης αίτημα (άρθ. 176, 182 § 1, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10-2-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 6993/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την από 8-11-2021 αυτοτελή υπερ των αναιρεσίβλητων πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Δέχεται την από 8-11-2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων και της υπερ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσας εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ