Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1361 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1361/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ., 2) Δ. συζ. Α. Γ., κατοίκων ..., 3) Σ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Μ. Γ. του Σ. και με αντίκλητό του την Ε. Γ., κάτοικο ..., 4) Θ. Γ. του Σ., συζ. Ι. - Κ. Λ., κατοίκου ... και με αντίκλητό της την Ε. Γ., κάτοικο ..., 5) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 6) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2018 αγωγή των 1ου, 2ης, 4ης, 5ου και 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Μ. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1306/2019 μη οριστική και 262/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4122/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9499/1072/30-11-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4122/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 1-8-2022 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 30-11-2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι ενάγοντες Α. Γ. του Σ., Δ. συζ. Α. Γ., Θ. Γ. του Σ., Σ. Γ. του Α., Ε. Γ. του Σ. και Μ. Γ. του Σ.-ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και στη θέση του υπεισήλθε ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Σ. Γ. του Μ., ο οποίος συνέχισε την αρξαμένη στο όνομά του δίκη-, ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 10-7-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 77551/1483/2-8-2018) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσαν ότι, δυνάμει του από 23-6-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης εκμίσθωσαν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) Αιγάλεω, το περιγραφόμενο στην αγωγή πολυώροφο κτίριο, κείμενο στο Αιγάλεω Αττικής, της συγκυριότητάς τους, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, προκειμένου το ανωτέρω ίδρυμα να στεγάσει τα τοπικά ιατρεία του. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, με δυνατότητα τριετούς παράτασης, μετά δε την πάροδο του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, αυτή παρατάθηκε αναγκαστικά δυνάμει του ΠΔ 34/1995 μέχρι 5-9-2016 και συμφωνήθηκε η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 5.404,79 ευρώ. Ότι με το Ν. 4238/2014 το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου", ήδη αναιρεσείον, κατέστη καθολικός και ειδικός διάδοχος του ανωτέρω ιδρύματος στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης, καθόσον η ανωτέρω μονάδα υγείας υπήχθη σ' αυτό. Ότι με εξώδικη δήλωση που επέδωσε το εναγόμενο στους ενάγοντες στις 16-9-2015 κατήγγειλε τη μίσθωση και στις 8-1-2016 συναντήθηκαν με τους εκπροσώπους του εναγομένου για την παραλαβή των κλειδιών του μισθίου, πλην όμως δεν τα παρέλαβαν, καθώς δεν είχε συνταχθεί από το εναγόμενο το, σύμφωνα με τον 8ο όρο του μισθωτηρίου, πρωτόκολλο για την κατάσταση του μισθίου και διότι διαπίστωσαν φθορές στο μίσθιο, ενώ οι εκπρόσωποι του εναγομένου αρνήθηκαν να διαγραφεί η σχετική παράγραφος του πρακτικού παράδοσης- παραλαβής, ότι ουδεμία αξίωση διατηρούν από την κατάσταση του μισθίου. Ότι, ακολούθως, άσκησαν την από 9-6-2016 αγωγή τους κατά του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, λόγω καταγγελίας της μίσθωσης, για οφειλόμενα μισθώματα από 1-1-2015 έως 31-12-2015 και για αποζημίωση χρήσης από 1-1-2016 έως 30-11-2016, λόγω μη παράδοσης του μισθίου, το συνολικό ποσό των 133.217,35 ευρώ. Ότι, επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 748/2017 απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.121,96 ευρώ, εκκρεμούν δε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προς εκδίκαση αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης.
Περαιτέρω, εξέθεσαν, ότι τελικά στις 26-2-2018 παρέλαβαν το μίσθιο και ότι το εναγόμενο τους οφείλει, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2016 μέχρι 26-2-2018 ως αποζημίωση χρήσης δεκαπέντε (15) μηνών, το συνολικό ποσό των 81.071,85 ευρώ και ως αποζημίωση για φθορές στο μίσθιο που δεν προέρχονται από τη συνήθη χρήση το ποσό των 10.225,64 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά και ειδικότερα σε έκαστο εξ αυτών κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του στο μίσθιο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1306/2019 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής, κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η δίκη επί της από 9-6-2016 αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων και εν συνεχεία, μετ'επανάληψη της δίκης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 262/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά και συνολικά 81.071,85 ευρώ για αποζημίωση χρήσης και 4.811 ευρώ για αποζημίωση λόγω φθορών στο μίσθιο. Μετά από έφεση που άσκησε το ήδη αναιρεσείον κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 4122/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη (υπ'αριθμ. 262/2021) απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 4.811 ευρώ, ως αποζημίωση για φθορές και ζημίες στο μίσθιο, κράτησε και δίκασε την αγωγή αυτή, μόνον ως προς το άνω κεφάλαιο, το οποίο απέρριψε, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την πρωτόδικη απόφαση.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 224/2023). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή αυτών (πραγματικών περιστατικών) σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 777/2022, Α.Π. 505/2022). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 1053/2021). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Α.Π. 1342/2023, Α.Π. 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/2020, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 1112/2020).
Περαιτέρω, ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων",ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο π.δ/γμα 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης για προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή αλλά και της εθνικής οικονομίας και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικά τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμιση του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή και διαφορετικά εκείνων που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού, είναι δε, επικρατέστερες και εκείνων που ρυθμίζουν τις μισθώσεις με το π.δ/γμα 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ/τος 496/1974, ως ειδικότερες για τους ως άνω λόγους, αφού ρυθμίζουν τις υπαγόμενες σε αυτές μισθώσεις-εκμισθώσεις, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του μισθωτή-εκμισθωτή, λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη τους ειδικούς σκοπούς (προστασία της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος, όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας) που επιδιώκουν οι νόμοι που έχουν κωδικοποιηθεί με το π.δ/γμα 34/1995 και κατισχύουν, επί μη διαδικαστικών ζητημάτων, των διατάξεων που ρυθμίζουν εν γένει τις μισθώσεις των ΝΠΔΔ (Α.Π. 1226/2024, Α.Π. 206/2019, Α.Π. 885/2009, Α.Π. 1429/2000, Α.Π. 533/1992). Επαγγελματική χαρακτηρίζεται μία μίσθωση, με την οποία παραχωρείται η χρήση ακινήτου προκειμένου ο μισθωτής να ασκήσει σ' αυτό δραστηριότητα που προστατεύεται από το π.δ/γμα 34/1995 ανεξαρτήτως των αν αυτός (μισθωτής) έχει και την εμπορική ιδιότητα. Δύο είναι επομένως, τα στοιχεία που καθιστούν μία μίσθωση επαγγελματική και, συγκεκριμένα, το αντικείμενο της μίσθωσης να είναι ακίνητο και να ασκείται προστατευόμενη επαγγελματική δραστηριότητα στο μίσθιο. Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται και η λειτουργία ιατρείων, κλινικής και παντός είδους νοσηλευτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. 1 περ γ' του π.δ/τος 34/1995). Έτσι, στο πεδίο εφαρμογής των ειδικών προστατευτικών διατάξεων περί επαγγελματικών μισθώσεων υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση των ιατρείων του ΙΚΑ (Ολ.ΑΠ 24/1992, Α.Π. 885/2009, Α.Π. 1744/1992).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του Α.Κ., "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο ο μισθωτής, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του τελευταίου, γιατί η ευθύνη είναι αντικειμενική. Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 Α.Κ. καθιερώνεται ιδιόμορφη αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή για την παραβίαση της προβλεπόμενης από τη ρύθμιση του άρθρου 599 παρ. 1 Α.Κ. υποχρέωσης αυτού να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 329/2019). Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 599, 601, 297, 298 Α.Κ., ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 Α.Κ. (Α.Π. 1439/2021, Α.Π. 694/2020, Α.Π. 329/2019, Α.Π. 852/2018, Α.Π. 7/2010). Η θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση του εκμισθωτή προς αποζημίωση, η οποία γεννιέται από την επόμενη ημέρα της λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα της απόδοσης της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της σύμβασης μίσθωσης (Α.Π. 229/2012, Α.Π. 1815/2007). Επίσης, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (Α.Π. 640/2020, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 1331/2013, Α.Π. 1307/2013, Α.Π. 229/2012). Εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ., 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ., 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται, ενώ την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί ( Α.Π. 199/2017, Α.Π. 1653/2014, Α.Π. 229/2012). Δεν υπάρχει, όμως, παρακράτηση, αν ο μισθωτής πρόσφερε πραγματικά και προσηκόντως το μίσθιο και ο εκμισθωτής αρνήθηκε να το παραλάβει, οπότε περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 599, 288, 349 και 351 Α.Κ. που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις, κατ' άρθρ. 44 του π.δ/τος 34/1995. Οικειοθελή παράδοση συνιστά και η παράδοση των κλειδιών του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή, οπότε, αν αυτός αρνηθεί να τα παραλάβει, περιέρχεται σε υπερημερία (Α.Π. 907/1996). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του Α.Κ., με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του δανειστή, σύμφωνα με την αρχή ότι η αποδοχή της παροχής αποτελεί, κατά κανόνα, δικαίωμα αυτού και όχι υποχρέωσή του, συνάγεται ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, καθώς και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή. Για την ύπαρξη υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του Α.Κ., δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, δηλαδή ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 710/2018, Α.Π. 877/2013). Πάντως, η μη πραγματική ή μη προσήκουσα προσφορά παροχής, όπως και η μερική εκπλήρωση αυτής (άρθρ. 316 Α.Κ.), δεν είναι ικανή να προκαλέσει υπερημερία του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, λόγω της συνδρομής των οποίων η άρνηση του εκμισθωτή να δεχθεί την παροχή αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' άρθρ. 288 Α.Κ., και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρ. 281 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 1668/2017). Πραγματική είναι η προσφορά, όταν η δήλωση του οφειλέτη πως είναι σε ετοιμότητα προς εκπλήρωση είναι έμπρακτη, δηλαδή γίνεται κατά τρόπο που να μην απομένει τίποτε άλλο παρά μόνο η αποδοχή της παροχής από το δανειστή, ενώ προσήκουσα προσφορά είναι αυτή που καλύπτει ό,τι ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη, δηλαδή αυτή που ανταποκρίνεται στην πράγματι οφειλόμενη παροχή (και όχι σε παροχή διαφορετική ή μικρότερη από εκείνη που πράγματι οφείλεται), στον κατάλληλο τόπο, κατ' άρθρ. 320 - 322 Α.Κ., και χρόνο, κατ' άρθρ. 323 - 324 ίδιου Κώδικα, είδος, ποιότητα, ποσότητα κ.λπ. (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 1123/2013, Α.Π. 105/2009), εκτός αν ο δανειστής συμφωνεί για τυχόν απόκλιση ή αν η απόκλιση είναι επουσιώδης, οπότε, όπως έχει προεκτεθεί, μπορεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να μην καθίσταται ελαττωματική και μη προσήκουσα η προσφερόμενη παροχή (Α.Π. 648/1996).Δικαιούχος της αποζημίωσης χρήσης του άρθρου 601 του Α.Κ. είναι ο εκμισθωτής του μισθίου.
Εξάλλου, ως συμφωνημένο μίσθωμα για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης νοείται αυτό, το οποίο οφειλόταν κατά το χρόνο στοιχειοθέτησης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης και όχι εκείνο που, κατά τη διάρκεια της παρακράτησης του μισθίου, θα προέκυπτε από τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή του ( Α.Π. 1653/2014, Α.Π. 1473/2003, Α.Π. 1248/2001), ενώ δεν υφίσταται εκ του νόμου δήλη ημέρα ως προς την καταβολή της αποζημίωσης χρήσης, ώστε με την παρέλευσή της να περιέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 1 Α.Κ., ο παρακρατών το μίσθιο σε υπερημερία οφειλέτη ως μισθωτής και να υποχρεούται κατόπιν τούτου στην καταβολή τόκων υπερημερίας (Α.Π. 1512/2000, Α.Π. 212/2000, Α.Π. 1594/1999, Α.Π. 565/1996). Επομένως, η αξίωση αυτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, συνεπώς, τοκοφόρα, εφόσον προηγηθεί όχληση του υποχρέου σε αποζημίωση, οπότε οφείλονται τόκοι κατά τα άρθρα 340 και 345 του Α.Κ. ή από την επίδοση της αγωγής, κατά το άρθρο 346 Α.Κ. (Α.Π. 1439/2021,Α.Π. 565/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι συνιδιοκτήτες μίας πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Αιγάλεω Αττικής και στη συμβολή των οδών ..., αριθμός ..., συνολικής μικτής επιφάνειας 916,27 τ.μ. και ωφέλιμης 834,40 τ.μ., που αποτελείται από ημιώροφο, α', β' και γ' άνω του ισογείου ορόφους. Ειδικότερα οι ενάγοντες έχουν τα ακόλουθα ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του συγκεκριμένου ακινήτου: 1) Ο Α. Γ. ποσοστό 11,152%, 2) η Δ. συζ. Α. Γ. ποσοστό 10,451%, 3) ο Σ. Γ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Μ. Γ. ποσοστό 16,027%, 4) Θ. Γ. του Σ. ποσοστό 32,052%, 5) ο Σ. Γ. του Α. ποσοστό 10,451% και 6) η Ε. Γ. του Σ. ποσοστό 19,867%. Κατόπιν διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, δυνάμει του από 23-06-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι ενάγοντες (καθώς και οι Σ. Γ. του Α. και η Ν. σύζυγος Σ. Γ., οι οποίοι απεβίωσαν και το μερίδιό τους περιήλθε εκ κληρονομιάς στην 6η ενάγουσα), ενώ, όπως ήδη προαναφέρθηκε μετά τη δήλωση της βίαιης διακοπής της δίκης ως προς το πρόσωπο του αρχικά τρίτου ενάγοντος Μ. Γ. του Σ., την παρούσα δίκη ως προς αυτόν συνεχίζει ο Σ. Γ. του Μ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του) εκμίσθωσαν στο ΙΚΑ Αιγάλεω το ανωτέρω ακίνητό τους, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση των υπηρεσιών του τοπικού υποκαταστήματος του ΙΚΑ. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα (9) έτη με έναρξη από την παραλαβή του οικήματος με δυνατότητα παράτασης μέχρι τρία (3) έτη με μονομερή δήλωση του μισθωτή, υποχρεωτική για τους εκμισθωτές, που θα γνωστοποιείται σε αυτούς με απλή έγγραφη δήλωση του ΙΚΑ. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 1.950.000 δραχμών, ήτοι 5.722,67, σταθερό για πρώτα δύο έτη και στη συνέχεια αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τον τιμάριθμο συν δύο ποσοστιαίες μονάδες. Μετά τη διενέργεια των συμφωνημένων εργασιών εκ μέρους των εκμισθωτών και με δαπάνες αυτών το μίσθιο παραδόθηκε στον εναγόμενο μισθωτή στις 06-09-2000 και έκτοτε άρχισε η διάρκεια της μίσθωσης. Ακολούθως με την υπ' αριθμόν ...-2010 απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ εγκρίθηκε η παράταση της μίσθωσης από τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δηλαδή από 05- 09-2009 έως 04-09-2012. Μετά την παρέλευση της 12ετίας από την έναρξη της μίσθωσης, δηλαδή την 05-09-2012, ο μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο και συμφώνησε με τους εκμισθωτές την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 5.404,79 ευρώ για τους επόμενους εννέα (9) μήνες δηλαδή έως τον Ιούνιο του 2013, προκαταβάλλοντας στους εκμισθωτές τα μισθώματα των μηνών αυτών. Από την 01-01-2017 ο μισθωτής υπήχθη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος αποτελεί καθολικό διάδοχό του, ενώ με τον Ν. 4238/2014 οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως και η υπό κρίση εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε).
Έτσι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ (ήδη αναιρεσείον), το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., υπεισήλθε στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης κατ' άρθρο 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014 με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυτά του αρχικού μισθωτή. Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι τις 05-09-2016 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 του ΠΔ 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 15, άρθρο 7 του Ν. 2741/1999. Το εναγόμενο με την από 14-09-2015 εξώδικη καταγγελία του, η οποία επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων στις 16-09-2015, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση μίσθωσης και δήλωσε ότι προβαίνει αζημίως στη μονομερή λύση της μίσθωσης, εν τούτοις όμως η καταγγελία της σύμβασης επέφερε τη λύση της μετά την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, ενώ το εναγόμενο όφειλε αποζημίωση ίση με ένα μηνιαίο μίσθωμα σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την από 14-09-2015 εξώδικη καταγγελία εκ μέρους του εναγόμενου, οι ενάγοντες επέδωσαν στις 07-10-2015 την από 23- 09-2015 εξώδικη απάντηση - δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία τους, με την οποία σε σχέση με την απόδοση το μίσθιου, ζήτησαν την τήρηση του 8ου όρου του από 23-06-2000 μισθωτηρίου, σύμφωνα με τον οποίο "Για την παραλαβή του μίσθιου καθώς και για την απόδοση αυτού μετά τη λήξη της μισθώσεως συντάσσεται από διμελή Επιτροπή από υπαλλήλους του Ιδρύματος Πρωτόκολλο για τη γενική ή ειδική κατάσταση του μίσθιου σε τρία (3) αντίτυπα, από τα οποία το ένα παίρνει ο εκμισθωτής, το δεύτερο κρατάει ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας και το τρίτο υποβάλλεται στη Διοίκηση ...." (βλ. την υπ' αριθμόν ...-2015 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Β.). Παράδοση όμως αντιτύπου του ανωτέρω πρωτοκόλλου στους εκμισθωτές δεν αποδείχθηκε, ενώ, όταν στις 08-01-2016 τρεις εκ των εναγόντων μαζί με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους προσήλθαν στο μίσθιο ακίνητο προκειμένου να το παραλάβουν, εκεί τους ζητήθηκε να υπογράψουν το από 08-01-2016 πρακτικό παράδοσης - παραλαβής κτιρίου, στο οποίο αναγραφόταν ότι οι εκμισθωτές " ....ουδεμία αξίωση έχουν ως προς την κατάσταση των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, την ηλεκτρολογική εγκατάσταση, την υδραυλική εγκατάσταση, το λεβητοστάσιο και τη δεξαμενή πετρελαίου" και ακολούθως να παραλάβουν τα κλειδιά του μίσθιου". Όμως οι ανωτέρω αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρακτικό, υποστηρίζοντας ότι διαπίστωσαν φθορές στο μίσθιο και ζήτησαν την απαλοιφή της ανωτέρω παραγράφου από το κείμενο, πλην όμως έλαβαν την απάντηση ότι αυτό γινόταν μόνο μετά την έγκριση της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου και έτσι αποχώρησαν, χωρίς να παραλάβουν το μίσθιο, το οποίο δεν προσφέρθηκε προς παράδοση προσηκόντως. Ακολούθως οι ενάγοντες απέστειλαν στο εναγόμενο την από 15-01-2016 επιστολή τους, με την οποία παραπονέθηκαν για τη μη προσήκουσα παράδοση του μίσθιου και ζήτησαν την επαναδιατύπωση του κειμένου του πρακτικού, προκειμένου να ακολουθήσει η παραλαβή των κλειδιών με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός τους. Το εναγόμενο με την υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2016 επιστολή του προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους των εναγόντων, που παραλήφθηκε από τους τελευταίους στις 26-01-2016, χωρίς να αναφερθεί καθόλου στο ζήτημα της παραίτησης ή μη των εκμισθωτών από τις αξιώσεις τους, τους δήλωσε, ότι μπορούν να παραλάβουν τα κλειδιά από το γραφείο της Υποδιοικήτριάς του, επί της οδού ... εργάσιμες ημέρες και ώρες. Ο πρώτος και πέμπτος των εναγόντων με την από 28-01-2016 εξώδικη απάντηση-δήλωση- πρόσκληση - διαμαρτυρία τους απάντησαν στην ανωτέρω επιστολή του εναγομένου, ότι δεν δέχονται να παραιτηθούν από οποιαδήποτε αξίωσή τους, που απορρέει από τη μίσθωση, την οποία παραίτηση επιχειρεί το εναγόμενο να τους επιβάλει, αρνούμενο άλλως να τους παραδώσει το μίσθιο ακίνητο και ζήτησαν την άμεση παράδοση του και την εξόφληση των οφειλόμενων μισθωμάτων, της αποζημίωσης χρήσης μέχρι την ημέρα παράδοσής του και την εξόφληση των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στο αίτημα των εναγόντων για την απαλοιφή της δήλωσης παραίτησής τους από το πρακτικό παράδοσης -παραλαβής το εναγόμενο δεν απάντησε μέχρις τις 30-11-2016, υποδηλώνοντας έτσι την άρνησή του να αποδεχθεί το αίτημα. Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμόν 6027/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι εφόσον το εναγόμενο πέραν του ότι δεν τήρησε τον 8° όρο του μισθωτηρίου για την παράδοση στους ενάγοντες πρωτοκόλλου, συνταχθέντος από διμελή Επιτροπή από υπαλλήλους αυτού για τη γενική ή ειδική κατάσταση του μίσθιου, επιπρόσθετα απαίτησε την απόδοση του μίσθιου υπό τον όρο να παραιτηθούν οι εκμισθωτές των προεκτεθέντων δικαιωμάτων τους, ενώ με την από 11-01-2016 επιστολή του κάλεσε αυτούς να παραλάβουν τα κλειδιά από τα γραφεία του στον Πειραιά, δεν προκύπτει δε προσήκουσα προσφορά του για απόδοση του μίσθιου και ως εκ τούτου έκρινε ότι το τελευταίο (εναγόμενο) όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες αποζημίωση χρήσης για το από 01-01-2016 έως 30-11-2016 χρονικό διάστημα, ανερχόμενο μηνιαίως στο ύψος του μισθώματος κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης, ποσού 5.404,79 ευρώ. Στη συνέχεια οι ενάγοντες απέστειλαν την από 27-07-2017 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 31-07-2017, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ...-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Π., με την οποία κάλεσαν το εναγόμενο, όπως εντός μηνός από την παραλαβή αυτής να προβεί στην παράδοση του μίσθιου, να τους παραδώσει τα κλειδιά και τη χρήση αυτού, να ορισθεί συγκεκριμένη ημέρα και ώρα παράδοσης, κατά την οποία σύμφωνα με τα οριζόμενα στη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης (άρθρο 8), θα συνταχθεί από διμελή Επιτροπή από υπαλλήλους του εναγόμενου πρωτόκολλο για τη γενική ή ειδική κατάσταση του κτιρίου, προκειμένου οι ενάγοντες να είναι σε θέση να επιθεωρήσουν με μηχανικό της επιλογής τους την κατάσταση αυτού και να παραλάβουν αυτό με επιφύλαξη για τις υπάρχουσες φθορές και ζημίες αυτού. Στη συνέχεια οι ενάγοντες απέστειλαν εκ νέου την από 17-10-2017 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 23-10-2017, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ...-2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α. I. Κ., με την οποία ενημέρωσαν το εναγόμενο ότι τους κοινοποιήθηκε η από 07-09-2017 εξώδικη όχληση- πρόσκληση από την υπηρεσία αναγκαστικών εισπράξεων της ΕΥΔΑΠ ότι υφίστανται βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ποσού 2.403 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων και τόκων και καλούσε αυτούς να προβούν μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση αυτής στην πληρωμή της ως άνω οφειλής, άλλως σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, θα επιδιώξουν την είσπραξη του ανωτέρω ποσού κατ' εφαρμογή του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) ή με κάθε άλλο νόμιμο μέσο και ότι θα επιβαρυνθούν τα έξοδα της διαδικασίας. Το εναγόμενο με την από 24-10-2017 εξώδικη απάντηση και πρόσκληση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...-2017, ...-2017, ...-2017, ...-2017 και ...-2017 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Γ., δήλωσε ότι από 11-01-2016 έχει καταγγελθεί μονομερώς η μίσθωση και ως εκ τούτου δεν οφείλει μισθώματα, ούτε οποιοδήποτε ποσό στην ΕΥΔΑΠ, ενώ τους κάλεσε εκ νέου να παραλάβουν τα κλειδιά του μίσθιου ακινήτου από τη 2η Υ.ΠΕ. Πειραιώς και Αιγαίου, οδός ..., αριθμός ... κατά τις εργάσιμες ώρες και ημέρες. Στη συνέχεια οι ενάγοντες με την από 07-11-2017 εξώδικη διαμαρτυρία - απάντηση - δήλωση και πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 16-11-2017, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ...-2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α. I. Κ., απάντησαν στο εναγόμενο ότι η προσήκουσα παραλαβή του κτιρίου δεν μπορεί να γίνει απλώς με την παραλαβή των κλειδιών από την υπηρεσία του εναγόμενου, αλλά με τη σύνταξη πρακτικού παράδοσης- παραλαβής μετά από έλεγχο του κτιρίου από την προβλεπόμενη στο μισθωτήριο επιτροπή και συνοδευόμενη από ρητή εκ μέρους τους επιφύλαξη λόγω των εκτεταμένων φθορών στο κτίριο και κάλεσαν το εναγόμενο να προβεί σε εξόφληση της οφειλής του προς την ΕΥΔΑΠ, που αφορά λογαριασμούς ύδρευσης κατά το χρόνο, που είναι στην κατοχή του ακινήτου, δηλαδή μέχρις ότου τους παραδοθούν νόμιμα τα κλειδιά του μίσθιου, δηλώνοντας ότι θα διεκδικήσουν εντόκως κάθε ποσό, που θα καταβάλουν στην ΕΥΔΑΠ για την οφειλή αυτού, καθώς και να τους παραδώσει προσηκόντως το κτίριο. Στη συνέχεια οι ενάγοντες απέστειλαν στο εναγόμενο την από 08-02-2018 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 09-02-2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ...-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Π., με την οποία δήλωσαν ότι προτίθενται για την υπεράσπιση της περιουσίας τους και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος τους να αναλάβουν τα κλειδιά του ακινήτου τους την Πέμπτη 22-02-2018 και περί ώρα 9.30 π.μ. από τα γραφεία του εναγομένου στην οδό ..., αριθμός ..., στον Πειραιά Αττικής και κάλεσαν το εναγόμενο να τους παραδώσει τα κλειδιά χωρίς να θέσει οποιοδήποτε όρο. Κατά την παραπάνω ημέρα και ώρα θα προσέλθει αντιπρόσωπός τους, συνοδεία νομικού παραστάτη, προκειμένου να παραλάβει τα κλειδιά του κτιρίου. Επίσης δήλωσαν ότι εφόσον τους παραδοθούν τα κλειδιά νόμιμα κατά τα ανωτέρω, θα προβούν στη φωτογραφική απεικόνιση του ακινήτου τους την ίδια ημέρα και ώρα με τους τεχνικούς συμβούλους τους και κάλεσαν το εναγόμενο να παρίσταται και αυτό μέσω των αρμοδίων οργάνων του, σε επόμενες δε ημέρες θα ακολουθήσουν οι ενέργειες αξιολόγησης της κατάστασης του κτιρίου και των εγκαταστάσεων, με την παράκληση να τους γνωστοποιήσει έγκαιρα και έγγραφα το ή τα πρόσωπα που θα εκπροσωπήσουν το εναγόμενο στη διαδικασία αυτή. Τελικά στις 26-02-2018 οι διάδικοι προέβησαν στην υπογραφή Πρωτοκόλλου Παράδοσης- Παραλαβής του μίσθιου κτιρίου με επιφύλαξη από την πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων Ελένη Κατσουλάκη για λογαριασμό αυτών και από τον Υποδιοικητή Ε. Κ. και τον Νομικό Σύμβουλο Σ. Σ. για λογαριασμό του Ν.Π.Δ.Δ. Σύμφωνα με το ως άνω Πρωτόκολλο η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέλαβε από τον ανωτέρω Υποδιοικητή και Νομικό Σύμβουλο τα κλειδιά του μίσθιου κτιρίου με τη μνεία ότι η παραλαβή των κλειδιών του ανωτέρω μίσθιου γίνεται με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός τους, που αφορά τις φθορές και βλάβες του μίσθιου εξαιτίας της μίσθωσης (σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 08-02-2018 εξώδικης δήλωσής τους), όσο και με την επιφύλαξη της από 09-06-2016 αγωγής τους (που αφορά οφειλόμενα μισθώματα), η οποία επρόκειτο να συζητηθεί στο Εφετείο Αθηνών στις 26-02-2019 και παντός νόμιμου δικαιώματος τους και ομοίως επιφυλάχθηκε και το εναγόμενο δια των εκπροσώπων του για κάθε νόμιμο δικαίωμά του. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι μέχρι την 26-02-2018 δεν υπήρξε προσήκουσα προσφορά του εναγομένου για απόδοση του μίσθιου και ως εκ τούτου το τελευταίο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 01-12-2017 έως 26-02-2018, ανερχόμενη μηνιαίως στο ύψος του μισθώματος κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης, ήτοι ποσού 5.404,79 ευρώ και συνολικού ποσού 81.071,85 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15 μήνες). Ειδικότερα το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας καθενός από αυτούς τα ακόλουθα ποσά ως αποζημίωση χρήσης για το ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι για 15 μήνες: 1) Στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 9.041,13 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15 μήνες = 81.071,85 ευρώ X 11,152% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού), 2) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 8.472,81 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15 μήνες = 81.071,85 ευρώ X 10,451% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτής), 3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 12.993,38 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15 μήνες=81.071,85 ευρώ X 16,027% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού, 4) στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 25.985,14 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15μήνες = 81.071,85 ευρώ X 32,052% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτής, 5) στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 8.472,81 ευρώ (5.404,79ευρώ X 15 μήνες = 81.071,85ευρώX 10,451% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτού και 6) στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 16.106,54 ευρώ (5.404,79 ευρώ X 15 μήνες= 81.071,85 ευρώ X 19,867% ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το εναγόμενο με το δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και των διατάξεων και τις διατάξεις περί δεδικασμένου, και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι μέχρι την 26-02-2018 δεν υπήρξε προσήκουσα προσφορά αυτού ως προς την απόδοση του μίσθιου και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στους ενάγοντες αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 01-12-2016 έως 28-02-2018 καθόσον η καθυστερημένη απόδοση του μίσθιου οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα. Ωστόσο το δεδικασμένο αφορά την απαίτηση των εναγόντων για καταβολή αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 01-12-2016 έως 30-11-2016 δεδομένου ότι, όπως έχει ήδη κριθεί, δεν υπήρξε προσήκουσα απόδοση του μίσθιου, ενώ για τις μεταγενέστερες αξιώσεις που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, δεν υφίσταται δεδικασμένο. Όμως σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και για το επίδικο χρονικό διάστημα η προσφορά του μίσθιου δεν ήταν προσήκουσα, αφού το εναγόμενο δεν προέβαινε στην τήρηση κατά την απόδοσή του μίσθιου της απαιτούμενης διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 8 του μισθωτηρίου ενώ σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα δεν υφίσταται υπαιτιότητα των εναγόντων ως προς την καθυστέρηση της απόδοσης του μίσθιου. Επομένως οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 10-5-2021 έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ, ήδη αναιρεσείοντος, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της με το οποίο υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες-εφεσίβλητους, ήδη αναιρεσίβλητους, αποζημίωση λόγω φθορών στο μίσθιο, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της που είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης σε καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 599 παρ. 1 και 601 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μετά τη λύση της επίδικης μίσθωσης με την από 14-9-2015 εξώδικη καταγγελία του μισθωτή Ν.Π.Δ.Δ., ήδη αναιρεσείοντος και μέχρι τις 26-2-2018, δεν υπήρξε προσήκουσα απόδοση του μισθίου ακινήτου στους εκμισθωτές, ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι ως εκ τούτου δεν κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την παραλαβή του, καθότι, κατά τις παραδοχές, δεν τηρήθηκε από το αναιρεσείον ο 8ος όρος του από 23-6-2000 μισθωτηρίου, σύμφωνα με τον οποίο " Για την παραλαβή του μισθίου καθώς και για την απόδοση αυτού μετά τη λήξη της μισθώσεως συντάσσεται από διμελή Επιτροπή από υπαλλήλους του Ιδρύματος Πρωτόκολλο για τη γενική ή ειδική κατάσταση του μισθίου σε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία το ένα παίρνει ο εκμισθωτής, το δεύτερο κρατάει ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας και το τρίτο υποβάλλεται στη Διοίκηση..." και δεν συντάχθηκε πρωτόκολλο παράδοσης, προσέτι, (κατά τα ωσαύτως δεκτά γενόμενα), το αναιρεσείον απαίτησε προκειμένου να τους αποδώσει το μίσθιο να παραιτηθούν οι εκμισθωτές από οποιαδήποτε αξίωσή τους για φθορές και βλάβες στο μίσθιο, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δέχεται ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, λόγω της μη προσήκουσας απόδοσης του μισθίου μέχρι τις 26-2-2018, οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-12-2017 έως 26-2-2018, ανερχόμενη μηνιαίως στο ύψος του μισθώματος κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης. Σε κάθε δε περίπτωση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου του 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, με αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, εκφέροντας τη δική του εκδοχή για την ανακρίβεια του πορίσματός του, με βάση τη διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τη διαφορετική αξιολόγηση αυτού και τα επιχειρήματα που αντλεί από αυτό, αιτιάσεις, όμως, που δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του. Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 387/2022, Α.Π. 1399/2019, Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 1951/2017, Α.Π. 841/2017).
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 2/2019, Α.Π. 8/2018, Α.Π. 6/2016). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 2/2019, Α.Π. 1120/2020, Α.Π. 1399/2019).
Εξάλλου, μετά τη λήξη της μίσθωσης, η άσκηση από τον εκμισθωτή του δικαιώματος προς απόδοση, από το λόγο αυτό, της χρήσης του μισθίου, δεν καθίσταται καταχρηστική από γεγονότα που αφορούν τη θέση και τη συμπεριφορά του εκμισθωτή μετά τη λήξη και κατ' ακολουθίαν τη λύση της μίσθωσης (Α.Π. 387/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των αντιδίκων του, την οποία προέβαλε το αναιρεσείον πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο. Αναφορικά με την προεκτεθείσα, από το άρθρο 281 του Α.Κ., ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, το Εφετείο, δέχθηκε ότι ''... Τέλος το εναγόμενο με τον τέταρτο λόγο έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες με την άσκηση της αγωγή τους με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 01-12-2016 έως 26-02-2018 προβαίνουν σε υπέρβαση των ορίων των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης, δεδομένου ότι από την 05-01-2016 έχουν επανειλημμένα κληθεί για την παραλαβή των κλειδιών τους, έχει δε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα για την αντισυμβατική συμπεριφορά τους καθώς εξακολουθούν και κατά το επίδικο διάστημα να αιτούνται αποζημίωση χρήσης για ένα μίσθιο που παραμένει κενό και αχρησιμοποίητο. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός πέραν του ότι είναι ανακριβής, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη δεν τον απέρριψε σιωπηρά, αλλά για το ότι δεν υπήρξε προσήκουσα προσφορά αυτού για απόδοση του μίσθιου μέχρι την υπογραφή του ως άνω πρωτοκόλλου, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει νόμιμη ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η μη ανταπόκριση των εναγόντων στις ως άνω προτάσεις του εναγόμενου, δεν συνιστά πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι από την προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων δημιουργήθηκε μία πραγματική κατάσταση από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η ικανοποίηση των εναγόντων θα επιφέρει δυσμενείς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, ώστε για την αποτροπή αυτών να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν επικαλείται ότι η ως άνω συμπεριφορά των εναγόντων δημιούργησε την καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων - εκμισθωτών. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) του εναγομένου, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος και ο τέταρτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...''. Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, καθόσον, πράγματι, η προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, υπό τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι "...αξιώνουν: α) ως αποζημίωση χρήσης από 1-12-2016 έως και 28-2-2018 κι ενώ τους έχουν προσφερθεί τα κλειδιά και η χρήση του μισθίου από 5-1-2016, έχουν επανειλημμένως κληθεί για την παραλαβή των κλειδιών τους και έχουμε επίσης επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί για την αντισυμβατική συμπεριφορά τους, παρά ταύτα εξακολουθούν και κατά το επίδικο διάστημα, να ζητούν και επιδιώκουν να λαμβάνουν χρήματα από το δημόσιο, ως δήθεν αποζημίωση χρήσεως για ένα κενό και αχρησιμοποίητο κτίριο με διάφορες προσχηματικές, αναληθείς και έωλες δικαιολογίες, β) για φθορές και μεταβολές, που ακόμη κι εάν θεωρηθούν ως αληθείς, συνιστούν φθορές και μεταβολές, εντός της συνήθους και συμφωνημένης χρήσης, που απαλλάσσουν το μισθωτή...", ήταν μη νόμιμη και άρα απορριπτέα, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 A.K., αφού αποτελούσαν ισχυρισμούς αρνητικούς του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσίβλητων. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1 και 191 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη δίκη, το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική παράσταση του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Α.Π. 1321/2022, Α.Π. 589/2015, Α.Π. 294/2014, Α.Π. 1362/2013). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ. παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, ως Ν.Π.Δ.Δ., κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4122/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ