Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1363 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Βαρή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENNIUM BANK ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "FBB - ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 7-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2368/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1236/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της 5ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1.2.2023 και με αρ. κατ. 2593/235/3.2.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1236/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2368/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην των ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες 1) "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE" 2) "ALPHΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" 3) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." 4) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" και 5) FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 1.2.2023 (αριθμ. καταθ. 2593/235/3.2.2023) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν από 21.4.2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.11.2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ), στην δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "ALPHΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες, αναγκαίες ομόδικοι των παρισταμένων πιστωτών, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (19.2.2021), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην υπό έρευνα υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 31.10.2013 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 19.000/31.10.2013 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE", "ALPHΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "Millenium Bank Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" και του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", με την οποία (αίτηση) επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών οι αιτήσεις, ζήτησε την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 2368/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1236/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως των ενδίκων αιτήσεων των αναιρεσειόντων 18.6.2014 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η, συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020).
Τέλος, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, ενώ αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 981/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ., παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, αν και στην πραγματικότητα, η περί δόλου ένσταση, που πρότεινε πρωτοδίκως, το πέμπτο των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο πιστωτικό ίδρυμα ("FBB ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.") είναι απαράδεκτη ως αόριστη, παρά ταύτα δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 2368/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτηση για υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πέμπτο των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο πιστωτικό ίδρυμα, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι αυτός "δημιούργησε τα ένδικα χρέη, συνολικού ύψους άνω των 171.395,55 €, δολίως, προβαίνοντας σε δυσανάλογο δανεισμό, αν και γνώριζε εξ αρχής και αποδεχόταν την αδυναμία κάλυψής των δανείων και εξυπηρέτησής χους συνολικά, έναν δανεισμό πολύ ανώτερο από αυτόν που του επέτρεπε το εισόδημά του υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή. ..., ο δανεισμός του αιτούντος ξεπερνά σήμερα το ποσό των 171.395,55 €, όπερ σημαίνει ότι οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλλει για να είναι ενήμερος ήταν πολύ υψηλές. Είναι ευνόητο λοιπόν ότι ο αιτών εξαρχής δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις..... οι ίδιοι ισχυρισμοί του αποδεικνύουν την δολιότητά του στο εγχείρημα ανάληψης των ένδικών δανείων..., ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι τα εισοδήματά του υπέστησαν συντριπτική συρρίκνωση, αυτά επ' ουδενί επαρκούσαν ούτως ή άλλως για την κάλυψη των υπέρογκων δανειακών του υποχρεώσεων, αντιθέτως προκύπτει αβίαστα ότι ο αντίδικος υπερχρεώθηκε από αποκλειστική του υπαιτιότητα.
Συνεπώς, η μόνιμη αδυναμία, στην κρινόμενη υπόθεση, υπήρξε εξ ορισμού από του χρόνου λήψης των δανείων και των πιστωτικών καρτών....". Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα αναφέρεται α)το συνολικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων, που ο αιτών - αναιρεσείων έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα β)ότι ήδη από την αρχή αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τον τραπεζικό δανεισμό του με βάση τις οικονομικές δυνατότητες αυτού και ότι ο αιτών, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - οφειλετών. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών - αιτών γεννηθείς το έτος 1976, είναι έγγαμος από το έτος 2011 με τη Μ. Β., με την οποία έχουν αποκτήσει ένα τέκνο το έτος 2011. Έχει όμως και άλλα δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο με τη Β. Κ., τα οποία γεννήθηκαν τα έτη 2006 και 2007 και στα οποία δίνει για τη διατροφή τους το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως. Εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ. Θ. - Κ. Σ. ΟΕ", με ομόρρυθμο μέλος τη μητέρα του και αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των 441,57 ευρώ, με βάση την από 9.5.2017 βεβαίωση της ως άνω εταιρείας, ενώ η σύζυγός του που εργάζεται στην ίδια εταιρεία, λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 750 ευρώ, σύμφωνα με την από 9.5.2017 βεβαίωση της εν λόγω εταιρείας. Ο εκκαλών - αιτών προσδιορίζει τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη της μη επιβάρυνσής του με δαπάνες ενοικίου, στο ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως. Διαθέτει την επικαρπία κατά ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος επί της οδού Ευτέρπης αριθμ. 20 στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, που αποτελεί την κύρια κατοικία του, εμβαδού 66,12 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, αντικειμενικής αξίας 26.778,60 ευρώ (.....), καθώς αρχικά δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και .../2002 συμβολαίων πώλησης και εξόφλησης τιμήματος αντίστοιχα της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Γ. - Β. απέκτησαν κατά ποσοστό 50% πλήρη κυριότητα αυτός και η πρώτη του σύζυγος, αλλά με τα υπ' αριθμ. ... και ....2011 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Α., και κατόπιν του διαζυγίου τους το έτος 2010, μεταβίβασαν την ψιλή κυριότητα στα τέκνα τους, ο δε εκκαλών - αιτών διατήρησε την επικαρπία σε ποσοστό 100%, με την προϋπόθεση να αποπληρώσει το στεγαστικό δάνειο που έλαβαν για την αγορά του σπιτιού. Επίσης, ο εκκαλών - αιτών έχει στην κυριότητά του κατά ποσοστό 50% ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., 2.793 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1995. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο εκκαλών - αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω δάνεια, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, εκτός από το εμπραγμάτως ασφαλισμένο δάνειο, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης (κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010). Ειδικότερα, οφείλει τα ακόλουθα ποσά: 1) Στην πρώτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 12.186,27 ευρώ, σύμφωνα με την από 27.6.2013 κατάσταση οφειλών β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας το ποσό των 30,04 ευρώ, σύμφωνα με την από 27.6.2013 κατάσταση οφειλών και συνολικά της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 12.216,31 ευρώ, 2) στη δεύτερη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση από την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας το ποσό των 8.393,28 ευρώ, σύμφωνα με την από 13.10.2013 κατάσταση οφειλών, 3) στην τρίτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1.455,60 ευρώ, σύμφωνα με την από 3.7.2013 κατάσταση οφειλών της Millenium Bank, καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η τρίτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 1.886,95 ευρώ, σύμφωνα με την από 20.8.2013 κατάσταση οφειλών, 4) στην τέταρτη εφεσίβλητη - καθής η αίτηση από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης το ποσό των 4.072,36 ευρώ, σύμφωνα με την από 27.6.2013 κατάσταση οφειλών και 5) στην πέμπτη εφεσίβλητη καθής η αίτηση από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 161.357,37 ευρώ κατά την 30.11.2015, αφού δεν προσκομίζεται κατάσταση οφειλών κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, δεδομένου ότι πρόκειται για εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση με προσημείωση υποθήκης επί της ως άνω κατοικίας. Επομένως, το σύνολο των οφειλών του εκκαλούντος - αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 189.381,87 ευρώ (12.216,31 + 8.393,28 + 1.455,60 + 1.886,95 + 4.072,36 + 161.357,37). Το 2002 που ο εκκαλών- αιτών έλαβε το στεγαστικό δάνειο με μηνιαία δόση περί τα 630 ευρώ, όπως κατέθεσε ο ίδιος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε ετήσια εισοδήματα 6.543,63 ευρώ και η τότε σύζυγός του 3.139,31 ευρώ, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2003, το έτος 2003, 7.668,36 ευρώ και η α' σύζυγος 2.983,10 ευρώ, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2004, το έτος 2004 8.437,59 ευρώ και η α' σύζυγος 3.192,29 ευρώ, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2005, το έτος 2005, 9.090,79 ευρώ και η α' σύζυγος μηδενικά εισοδήματα, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2006, το έτος 2006 9.864,87 ευρώ και η α' σύζυγος μηδενικά εισοδήματα, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2007, το έτος 2007, 10.552,09 ευρώ και η α' σύζυγος 3.696,95 ευρώ, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2008, το έτος 2008, 11.405,43 ευρώ και η α' σύζυγος μηδενικά εισοδήματα, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό του οικονομικού έτους 2009. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - αιτών με οικογενειακά ετήσια εισοδήματα της τάξης των 9.000 - 13.000 ευρώ μπορούσε να αποπληρώνει τη μηνιαία δανειακή δόση. Σύμφωνα με την ανωμοτί κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα προβλήματα άρχισαν το έτος 2009. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2010, ο εκκαλών - αιτών είχε ετήσια εισοδήματα ύψους 2.264,60 ευρώ. Την επόμενη χρονιά όμως, με εισοδήματα 3.630,32 ευρώ, σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2011, και ενώ δηλώνει αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, αγόρασε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, 1.796 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1995, έναντι τιμήματος 3.700 ευρώ. Το έτος 2011, που υπέβαλε κοινή φορολογική δήλωση με τη β' σύζυγό του για το οικονομικό έτος 2012, είχε τα εξής οικογενειακά εισοδήματα, 6.307,20 ευρώ ο ίδιος και 6.514.50 ευρώ η σύζυγος ενώ το έτος 2012 είχε ετήσια εισοδήματα 6.346,99 ευρώ ο ίδιος και 6.680,85 ευρώ η σύζυγος και το έτος 2013, 6.320,81 ευρώ ο ίδιος και 10.990,20 ευρώ η σύζυγος, σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά των αντίστοιχων οικονομικών ετών. Το έτος 2014, ο εκκαλών - αιτών είχε ετήσια εισοδήματα 6.356,26 ευρώ και η σύζυγος 11.516,84 ευρώ, σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση του φορολογικού έτους 2014, συνεπώς παρατηρείται αύξηση των οικογενειακών εισοδημάτων, τα οποία υπερβαίνουν αυτά των προγενέστερων ετών, κατά τα οποία ο εκκαλών - αιτών εξυπηρετούσε τις δανειακές δόσεις του. Και ενώ ο ίδιος ο εκκαλών - αιτών κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι έλαβε τα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, προκειμένου να αποπληρώνει τη δόση του στεγαστικού δανείου, από τα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι συνήψε σύμβαση πιστωτικής κάρτας με την Εμπορική Τράπεζα την 20.6.2002 και με τη NovaBank τη 10.1.2006, ενώ σύμβαση καταναλωτικού δανείου με τη Eurobank την 23.10.2006 και με την Πειραιώς την 21.7.2008, ήτοι πολύ πριν την εμφάνιση αδυναμίας πληρωμών. Από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - αιτών οδηγήθηκε σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του με δική του υπαιτιότητα, καθώς προκάλεσε την υπερχρέωσή του αποδεχόμενος το ενδεχόμενο ότι κάποια στιγμή δεν θα μπορεί να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις.......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2368/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, εξαιτίας του υπερδανεισμού του. Ειδικότερα, με πληρότητα αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι ο αιτών έλαβε από το έτος 2002 συνολικά επτά (7) πιστωτικά προϊόντα από πέντε (5) πιστωτικά ιδρύματα, και συγκεκριμένα ότι το έτος 2002 έλαβε το στεγαστικό δάνειο με μηνιαία δόση περί τα 630 ευρώ, ενώ εκείνος μεν είχε ετήσια εισοδήματα 6.543,63 ευρώ, η δε τότε σύζυγός του 3.139,31 ευρώ, ότι οι μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες του, καθ' όλα τα έτη του δανεισμού του, ανέρχονταν στα ποσά που αναλυτικά παρατίθενται στις ανωτέρω παραδοχές, και ότι δημιούργησε χρέη, κυρίως προς κάλυψη καταναλωτικών, στεγαστικών και επαγγελματικών αναγκών, που ανήλθαν, κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, σε 189.381,87 ευρώ, τις δε δόσεις των δανείων αυτός δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει ήδη κατά το χρόνο λήψης τους, αποδείχθηκε δηλαδή ότι ο αιτών προέβη σε αλόγιστο δανεισμό και τα ποσά των δανείων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν αποδείχθηκε ότι αναλώθηκαν σε αναγκαίες δαπάνες, που μπορούσαν να καλυφθούν με βάση τα εισοδήματά του, αλλά αντιθέτως, αναλώθηκαν για την εξασφάλιση ενός επιπέδου διαβιώσεως ανώτερου του επιτρεπόμενου από τα εισοδήματα του, βασιζόμενος στην αλλεπάλληλη χρηματοδότησή του εκ μέρους των τραπεζών.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (7.3.2023), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), πρόσφορους να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ή κατά το νόμο διαμόρφωσαν αυτό (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Με τον τρίτο και τον τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 και τον αρ. 5 (αντίστοιχα) του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, (αληθώς από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. β' του ΚΠολΔ), επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε ορθά υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από αυτόν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Ειδικότερα, υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του σε σχέση με: α) το διαζύγιο του με την πρώτη σύζυγο του το έτος 2009-2010 και την έκτοτε καταβολή διατροφής στις δύο ανήλικες κόρες του, ύψους 350 ευρώ μηνιαίως, β) την, εξαιτίας της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, αποχώρησή του από την πρώην οικογενειακή στέγη και την αναζήτηση εκ μέρους του νέας κατοικίας, γ) την κατά τον ίδιο χρόνο απόλυσή του και την επιστροφή του στην εργασία του μετά από ένα (1) έτος ανεργίας με πολύ χαμηλότερο μισθό σε σχέση με τα προηγούμενα εργασιακά έτη, δ) την αύξηση των οικογενειακών υποχρεώσεών του από το έτος 2011, οπότε ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο με τη νέα σύζυγο του, με συνέπεια την αύξηση των οικονομικών υποχρεώσεών του και ε) την εκτόξευση του ποσού της οφειλής του προς την FBbank το έτος 2013 στο ποσό των 143.728,25 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 23.623,95 ευρώ αφορούσε σε τόκους, την άρνηση της τράπεζας στο αίτημά του για εξωδικαστικό διακανονισμό του δανείου του και την άνοδο της ίδιας οφειλής του κατά το έτος 2015 στο ποσό των 161.357,37 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 42.153,07 ευρώ αφορούσε σε τόκους. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες ανωτέρω αιτιάσεις δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και επομένως δεν αποτελούν πράγμα, αλλά πρόκειται για αρνητικούς του δόλου του αιτιάσεις, οι οποίες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 606/2025).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2023 και με αρ. κατ. 2593/235/2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1236/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ