ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1364/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1364/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1364/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1364 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Αργυριάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Ειδικού Εκκαθαριστή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ") και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3690/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16382/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26.7.2023 και με αρ. κατ. 16311/1354/26.7.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 16382/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3690/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ..., ... και ....2025, ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Ν. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 26.7.2023 με αριθμ. καταθ. 16311/1354/26.7.2023 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν από 1.9.2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.3.2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ), στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (29.12.2022), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Στην υπό έρευνα υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών άσκησε την από 3.12.2013 με αριθμ. έκθ. κατάθ. ....2013 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος Α.Ε." και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθών η αίτηση, ζήτησε την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των μη ενεγγύων πιστωτών του, με βάση το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010, και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 3690/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16382/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος (5.12.2013) αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η, συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020). Τέλος, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο ήδη αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ., παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, ενώ στην πραγματικότητα, η περί δόλου ένσταση, που πρότειναν, η δεύτερη καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη, "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", ατομικά και ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" ειδικού διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", είναι απαράδεκτη ως αόριστη, παρά ταύτα δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 3690/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτηση για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη καθ' ης πιστώτρια και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι αυτός "τυγχάνει συνταξιούχος ΙΚΑ με μηνιαία σύνταξη ύψους 1.300 € περίπου. Δηλώνει δε άγαμος, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούσε να προσδοκά σε οικονομική ενίσχυση από τη σύζυγό του, στοιχείο που όφειλε να λάβει υπόψιν του στον οικονομικό τα. προγραμματισμό. Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω γεγονότα, ....επεδίωξε και ανέλαβε οφειλές από δάνεια και πιστωτικές κάρτες από διάφορα πιστωτικά ιδρύματα, συνολικού ύψους 152.326,60 € και συγκεκριμένα ανέλαβε οφειλές προερχόμενες από δύο (2) στεγαστικά δάνεια, δύο (2) καταναλωτικά δάνεια και από πέντε (5) πιστωτικές κάρτες, χωρίς να έχει εκτιμήσει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στην πληρωμή τους, αναλαμβάνοντας έτσι χρέη σαφώς ανώτερα των οικονομικών του δυνατοτήτων. Το αμέσως προαναφερόμενο γεγονός, ιδρύει βάσιμες υπόνοιες ότι ο αιτών - αντίδικος, εξ αρχής γνώριζε ή αποδεχόταν πως θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να ανταπεξέλθει με συνέπεια στις επίδικες δανειακές του υποχρεώσεις, εν τούτοις επέλεξε την ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών, αποδεχόμενος εξ αρχής το ενδεχόμενο της μη πληρωμής τους. Το συμπέρασμα εξάλλου αυτό, προκύπτει αβίαστα και από συσχέτιση των ποσών που αντιστοιχούν στο 10% της τελευταίων ενήμερων δόσεων των επίδικων οφειλών του. Έτσι, προκειμένου ο αιτών να είναι συνεπής προς όλους τους πιστωτές του, θα έπρεπε κάθε μήνα να καταβάλει προς αυτούς συνολική δόση ύψους 1.,873,33 €, ποσό δυσθεώρητο για κάποιον ασφαλισμένο του ΙΚΑ. Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα υψηλό συνολικά ποσό μηνιαίας δόσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε εξ αρχής να καλυφθεί από τις οικονομικές δυνατότητες του αντιδίκου μας, τις οποίες και ήταν σαφές ότι εξ αρχής υπερέβαινε". Στην κατ' έφεση δίκη η ίδια καθ' ης, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, επανέφερε με τις προτάσεις της την ένσταση με το ανωτέρω περιεχόμενο. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα: α) αναφέρεται το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, (δύο στεγαστικά δάνεια, δύο καταναλωτικά δάνεια και πέντε πιστωτικές κάρτες) που ο αιτών - αναιρεσείων έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα β) συνάγεται από το περιεχόμενο των προτάσεων κατ' εκτίμηση (έστω και κατά προσέγγιση) ο χρόνος λήψης των δανείων (το έτος 1998 έλαβε ενυπόθηκο δάνειο ποσού 15.000.000 δραχμών ή 44.020,54, ευρώ και το έτος 2007 δεύτερο ενυπόθηκο δάνειο ποσού 96.000 ευρώ κλπ.), γ) αναφέρονται οι οικονομικές δυνατότητες αυτού, (μηνιαία σύνταξη 1.300 ευρώ) και η συνολική μηνιαία δόση των δανειακών υποχρεώσεών του (1.873,33 ευρώ) και δ) αναφέρεται ότι ο αιτών, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - οφειλέτη. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών, γεννηθείς στις 18-03-1943, είναι άγαμος και χωρίς τέκνα. Έως το 2003 εργαζόταν ως υπάλληλος στην ΕΥΑΘ, οπότε συνταξιοδοτήθηκε με αποτέλεσμα οι μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του να ανέρχονται στο ποσό των 1.261,42 ευρώ. Από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και έντυπα φορολογικών δηλώσεων φυσικών προσώπων, τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το οικονομικό έτος 2009 (φορολογικό έτος 2008) ανήλθαν στο ποσό των 24.453,92 ευρώ, ενώ δήλωσε και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 3.739,20 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2010 (φορολογικό έτος 2009) στο ποσό των 25.779,92 ευρώ, ενώ δήλωσε και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 4.798,80 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 (φορολογικό έτος 2010) στο ποσό των 26.321,37 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 (φορολογικό έτος 2011) στο ποσό των 19.138,24 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 (φορολογικό έτος 2012) στο ποσό των 20.181,17 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 (φορολογικό έτος 2013) στο ποσό των 17.371,53 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 17.411,90 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 17.100,32 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2016 στο ποσό των 16.953,59 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2017 στο ποσό των 17.609,04 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2018 στο ποσό των 17.071,79 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2019 στο ποσό των 17.445,31 ευρώ και τέλος κατά το φορολογικό έτος 2020 στο ποσό των 17.066,13 ευρώ. Επιπλέον, είναι κύριος ενός διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου επί της οδού ..., εμβαδού 74,62 τ.μ., ενώ διαθέτει και βοηθητικό χώρο 10 τ.μ., το οποίο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, η δε αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 65.739,96 ευρώ (....), καθώς και ενός αυτοκινήτου εργοστασίου RENAULT τύπου ΜΕGΑΝΕ, με αριθμό κυκλοφορίας ..., κυβισμού 1390 κε, το οποίο απέκτησε το έτος 2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών έλαβε τα παρακάτω δάνεια, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα κατά πλάσμα του νόμου και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της κρινόμενης αίτησης, με εξαίρεση τις εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης: 1. Στο "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-2006 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, απορροφηθείσα από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "EUROBANK", το ποσό των 2.429,11 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 10-02-2016), 2. Στο "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, απορροφηθείσα από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "EUROBANK", το ποσό των 91.132,05 ευρώ, οφειλή που είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω αναφερόμενου διαμερίσματος. 3. Στο "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-1999 σύμβαση στεγαστικού δανείου, απορροφηθείσα από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία "EUROBANK", το ποσό των 39.393,27 ευρώ, οφειλή που είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω αναφερόμενου διαμερίσματος. 4. Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΕ" από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας στο ποσό των 8.073,75 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 11-12- 2015). 5. Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-2005 σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου το ποσό των 24.879,34 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 15-01-2016). 6. Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-1993 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 7.886,13 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 15-01-2016). 7) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ...-2009 σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1.388,48 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 15-01-2016). 8. Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 6.073,05 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 07-12-2015). Και 8. Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 6.038,82 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου, τόκων και εξόδων (έως 07-12-2015).
Συνεπώς, το συνολικό ύψος της οφειλής του αιτούντος κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης ανερχόταν στο ποσό των 187.294 ευρώ. Από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και δη από τις βεβαιώσεις οφειλών των καθ' ων, όπου αναγράφεται το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης αυτών, αποδείχθηκε ότι η συνολική μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ανερχόταν στο ποσό των 1.873,30 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εκκαλούντος, καθίσταται σαφές ότι τα εισοδήματα του, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο τους, ποτέ δεν θα του επέτρεπαν να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του, τις οποίες προσδιόρισε στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο ποσό των 1.000 ευρώ και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του ότι η αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων οφείλεται στις συνεχείς μειώσεις της σύνταξής του. Ο ίδιος ο εκκαλών στις έγγραφες προτάσεις του αναφέρει ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης εκμίσθωνε το ανωτέρω διαμέρισμα κυριότητάς του έναντι μηνιαίου μισθώματος 530 ευρώ, ενώ ο ίδιος διέμενε σε μικρότερο και παλαιότερο διαμέρισμα με μηνιαίο μίσθωμα 330 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκερδαίνει μηνιαίως το επιπλέον ποσό των 200 ευρώ, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στις δανειακές του υποχρεώσεις. Ωστόσο, τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το οικονομικό έτος 2009 (φορολογικό έτος 2008), όπως προαναφέρθηκε, ανήλθαν στο ποσό των 24.453,92 ευρώ, ενώ δήλωσε και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 3.739,20 ευρώ, ήτοι ανήλθαν συνολικά σε 28.193,12 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 2.349,43 μηνιαίως, από το οποίο αν αφαιρεθεί το ποσό των 1.873,30 ευρώ, που αφορά στις δόσεις των δανειακών του υποχρεώσεων απομένει υπόλοιπο ύψους 476,13 ευρώ. Επιπλέον, το οικονομικό έτος 2010 (φορολογικό έτος 2009) τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν σε 25.779,92 ευρώ, ενώ δήλωσε και αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα 4.798,80 ευρώ, ήτοι ανήλθαν συνολικά σε 30.578,72 ευρώ και αν αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στα μισθώματα που κατέβαλε ετησίως ο εκκαλών ύψους 3.960 ευρώ (330 X 12) σε 26.618,72 ευρώ και μηνιαίως στο ποσό των 2.218,23, από το οποίο αν αφαιρεθεί το ποσό των 1.873,30 απομένει υπόλοιπο ύψους 344,93 ευρώ. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι τα έξοδά του ανέρχονται σε 1.000 ευρώ από το έτος 2103 λόγω αυξημένων ιατρικών δαπανών ενόψει και της ηλικίας του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το υπόλοιπο των εισοδημάτων του μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεών του προς τις πιστώτριες ανερχόταν ήδη από το φορολογικό έτος 2008 σε σημαντικά μικρότερα ποσά. Ωστόσο, παρά το ότι τα έσοδα του αιτούντος δεν του επέτρεπαν την αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων, αυτός ακόμη και το έτος 2009 προέβη στην ανάληψη και άλλης δανειακής υποχρέωσης με την έκδοση πιστωτικής κάρτας, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτό τα μηνιαία έξοδά του. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο εκκαλών ενήργησε δολίως, αφού με την εν γένει συμπεριφορά του συνέβαλε στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, καθόσον τα εισοδήματα του ακόμη και όταν κυμαίνονταν σε 2.400 ευρώ περίπου μηνιαίως, με βάση τα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία, δεν του επέτρεπαν την καταβολή των μηνιαίων δόσεων των οφειλών του, δεδομένου ότι η μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή τους ανερχόταν στο ποσό των 1.873,30 ευρώ, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων που έλαβε, μεγάλος αριθμός των οποίων αφορούν καταναλωτικά δάνεια και χρήση πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, της διάρκειας και της συχνότητας προσφυγής του στις τράπεζες, κρίνεται ότι ο δανεισμός του υπερβαίνει κατά πολύ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μέτρο του συνετού καταναλωτή. Ενόψει των ανωτέρω, η κατάφαση της υποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης του εκκαλούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του αναιρεί την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και επομένως πρέπει, δεκτής γενομένης της ενστάσεως δολιότητας, που πρότεινε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΕ", ως ουσιαστικά βάσιμης, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι με την κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται το βάρος απόδειξης, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης. Ειδικότερα, το βάρος απόδειξης του δόλου του οφειλέτη φέρει ο δανειστής, ο οποίος βρίσκεται στη δυσχερή θέση να πρέπει να αποδείξει καταστάσεις του εσωτερικού κόσμου του οφειλέτη. Βέβαια οι δανειστές διευκολύνονται από την έμμεση ή "διά τεκμηρίων" απόδειξη και συγκεκριμένα από το ότι η εκ μέρους του οφειλέτη (αποδεικνυόμενη) γνώση της κρίσιμης περιουσιακής του κατάστασης παρέχει έμμεση απόδειξη της πρόθεσης του να βλάψει τους δανειστές του (...). Όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ στην εκούσια διαδικασία ισχύει απόλυτα η ελεύθερη απόδειξη και το δικαστήριο έχει την εξουσία να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3 και 339 του ΚΠολΔ περί δικαστικών τεκμηρίων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 του ΚΠολΔ τα δικαστικά τεκμήρια εντάσσονται παράλληλα προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν άμεση όσο και έμμεση απόδειξη. Η έμμεση απόδειξη είναι πρόσφορη για την απόδειξη γεγονότων του εσωτερικού κόσμου ή του ψυχικού βίου όπως ο δόλος, του οποίου η απόδειξη δεν είναι δυνατή παρά μόνο από εξωτερικές ανθρώπινες εκδηλώσεις (....).

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος ως ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ως άνω ένστασης δόλου, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως ουσία αβάσιμος.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3690/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εξαιτίας του υπερδανεισμού του. Ειδικότερα με πληρότητα αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι ο αιτών - αναιρεσείων α) έλαβε συνολικά εννέα (9) πιστωτικά προϊόντα από τέσσερα (4) πιστωτικά ιδρύματα, και συγκεκριμένα ανέλαβε οφειλές προερχόμενες από δύο (2) στεγαστικά δάνεια, δύο (2) καταναλωτικά δάνεια και από πέντε (5) πιστωτικές κάρτες, προς κάλυψη καταναλωτικών και στεγαστικών αναγκών, που ανήλθαν, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, στο ποσό των 187.294 ευρώ, β) ότι τις δόσεις των δανείων αδυνατούσε να εξοφλήσει, καθόσον τα ως άνω μηνιαία εισοδήματά του, καθ' όλα τα έτη του δανεισμού του, ανέρχονταν στα ποσά που αναλυτικά παρατίθενται στις ανωτέρω παραδοχές και οι μηνιαίες ανάγκες του, κατά τους ισχυρισμούς του σε 1.000 ευρώ από το έτος 2103, γ) ότι παρά το ότι τα έσοδά του δεν του επέτρεπαν την αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων, αυτός ακόμη και το έτος 2009 προέβη στην ανάληψη και άλλης δανειακής υποχρέωσης με την έκδοση πιστωτικής κάρτας, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτό τα μηνιαία έξοδά του, δ) ότι τα εισοδήματα του ακόμη και όταν κυμαίνονταν σε 2.400 ευρώ περίπου μηνιαίως, με βάση τα προσκομιζόμενα φορολογικά στοιχεία, δεν του επέτρεπαν την καταβολή των μηνιαίων δόσεων των οφειλών του, δεδομένου ότι η μηνιαία ενήμερη δόση για την αποπληρωμή τους ανερχόταν στο ποσό των 1.873,30 ευρώ, και ότι λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων που έλαβε, μεγάλος αριθμός των οποίων αφορούν καταναλωτικά δάνεια και χρήση πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, της διάρκειας και της συχνότητας προσφυγής του στις τράπεζες, κρίνεται ότι ο δανεισμός του υπερβαίνει κατά πολύ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μέτρο του συνετού καταναλωτή.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης. Τα αναφερόμενα στη συνέχεια του ιδίου λόγου αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.7.2023 και με αρ. κατ. 16311/1354/26.7.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16382/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή