ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1366/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1366/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1366/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1366 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1366/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Σπανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 3-2-2014 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2015 εν μέρει οριστική και 415/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...". Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη" μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1677/2024, ΑΠ 1338/2023).
Με την κρινόμενη από 20-4-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 25/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με τον αρ. του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 4.2.2020 και, επομένως, η προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης άρχισε στις 5.2.2020, δηλαδή την επομένη της εκδόσεως της προσβαλλομένης και θα συμπληρωνόταν στις 5.2.2022, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 31.5.2022. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε να τρέχει από τις 6.4.2021, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 31.5.2022, αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, συνυπολογιζομένων των 10 επί πλέον ημερών, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας. Κατόπιν αυτών πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2023, ΑΠ 420/2023, ΑΠ 171/2022, ΑΠ 1507/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης Ο. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-4-2022 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 835/2025, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1320/2023, Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1320/2023, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018). Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1320/2023, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020). Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον, οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση, μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη, δεν σημαίνει, κατ' ανάγκη, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή, επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 του Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1320/2023, Α.Π. 398/2020, Α.Π. 684/2020, Α.Π. 142/2019). Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Α.Π. 466/2020, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 599/2018, Α.Π. 1572/2018, Α.Π. 441/2017, Α.Π. 158/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ.25/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Μ., οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ακολούθως αναφορικά με τον τραυματισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και τις συνέπειες στην κατάσταση της υγείας της και τις αγωγικές αξιώσεις της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ'άρθρο 932 Α.Κ. και χρηματικής παροχής κατ'άρθρο 931 Α.Κ, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων,ανελέγκτως τα εξής: "....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος τραυματίστηκε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) Α. Τ., η οποία συνεπέβαινε στην υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του Ν. Ζ. Η ενάγουσα μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη βαθύ θλαστικό τραύμα μαλακών μορίων στην περιοχή του οπίσθιου ποδός (ΠΔΚ ΑΡ) με απογαντοποίηση των μαλακών μορίων και συνθλιπτική κάκωση μαλακών μορίων στην πρόσθια επιφάνεια του κάτω πέρατος της αριστερής κνήμης. Η ενάγουσα έλαβε αντιβιοτική αγωγή, έγιναν τακτικές αλλαγές και περιποίηση του τραύματος και τοποθετήθηκε γύψινος κνημοποδικός νάρθηκας. Παρέμεινε νοσηλευόμενη επί έντεκα ημέρες και εξήλθε στις ....2007 με οδηγίες από τους θεράποντες ιατρούς την αποφυγή της φορτίσεως του αριστερού της σκέλους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 εβδομάδων, συνεστήθη δε επανεξέταση της στα τακτικά ορθοπεδικά ιατρεία, προκειμένου να ελεγχθεί η επούλωση του τραύματος και η λειτουργικότητα του σκέλους της, επειδή κατά την έξοδο της από το νοσοκομείο διαπιστώθηκε εξελισσόμενη νέκρωση του δέρματος στην πρόσθια επιφάνεια του κάτω πέρατος της κνήμης και φυσαλίδες στην οπίσθια επιφάνεια της ποδοκνημικής [ΠΔΚ]. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση από αυτήν τρίτου προσώπου για χρονικό διάστημα 6 μηνών, ενώ, συνεστήθη στην ενάγουσα αποχή από την εργασία της για χρονικό διάστημα ενός μηνός και (βλ. σχετ. τις από ....2007 ιατρικές βεβαιώσεις των ορθοπεδικών ιατρών Π. Κ. και Ζ. Χ.). Ακολούθως, στις 8-10-207 η ενάγουσα εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, επειδή έπασχε από νεκρωτική βλάβη δέρματος πρόσθιας επιφάνειας κάτω πέρατος αριστερής κνήμης. Εκεί, υπεβλήθη σε χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωμάτων και επιμελή έκπλυση του τραύματος και παρέμεινε νοσηλευόμενη έως την 15.10.2007, οπότε και εξήλθε με οδηγίες για επανεξέταση την 17.10.2007 και βάδιση χωρίς φόρτιση (βλ. σχετ. την ιατρική έκθεση ορθοπεδικού ιατρού Θ. Κ., αναπληρωτή καθηγητή της πανεπιστημιακής ορθοπεδικής κλινικής του ανωτέρω νοσοκομειακού ιδρύματος), συνεστήθη δε στην ενάγουσα αποχή από την εργασία της για χρονικό διάστημα 30 ημερών (βλ. από 16.10.2007 βεβαίωση του ιδίου ως άνω ιατρού). Εξαιτίας της φύσεως του τραυματισμού της, η ενάγουσα υπεβλήθη σε πολλαπλές επεμβάσεις μαλακών μορίων και κατόπιν παρουσίασε σημαντική δυσκαμψία ΑΡ ποδοκνημικής (ΠΔΚ), οπότε της συνεστήθη φυσιοθεραπευτική αγωγή (βλ. σχετ. τις από ....2007 και ....2007 βεβαιώσεις ιατρού Κ.). Στην συνέχεια, έπειτα από ιατρική εξέταση την 8.01.2008, η ενάγουσα υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία, όπου διαπιστώθηκε εκτεταμένο οίδημα μαλακών μορίων της περιοχής της ποδοκνημικής αρθρώσεως και του άκρου ποδός. Για την αντιμετώπιση του τραυματισμού της, στις 1.2.2008 η ενάγουσα εξετάσθηκε στο Νοσοκομείο Αφροδίσιων και Δερματικών Νόσων Θεσσαλονίκης και της δόθηκαν οδηγίες για την λήψη αντιβιοτικής αγωγής. Λόγω της μη ορθής βαδίσεως, η οποία ήταν απόρροια της αποφυγής της φορτίσεως του αριστερού της σκέλους, η ενάγουσα παρουσίασε πόνους στη μέση. Κατά την ιατρική εξέταση της στις 4.2.2008 διαπιστώθηκε χαμηλή οσφυαλγία και ισχιαλγία δεξιά, πιθανή δισκική νόσος 05-11 και αντιαλγική σκολίωση. Έτσι συνεστήθη στην ενάγουσα κλινοστατισμός και συντηρητική φαρμακευτική αγωγή. Στις 6.3.2008 η ενάγουσα υπεβλήθη σε τρίπλεξ αρτηριών κάτω άκρων και τρίπλεξ φλεβών κάτω άκρων, οπότε διαπιστώθηκε φλεβική ανεπάρκεια της μείζονος σαφηνούς φλέβας αριστερά (4 sec) καθ' όλο της το μήκος, την σαφηνομοιριαΐα συμβολή και τους επιφανειακούς έσω οπίσθιους κιρσούς της στην κνήμη, καθώς και οριακού βαθμού φλεβική ανεπάρκεια της τάξης του lsec και στη δεξιά μείζονα ασφηνή φλέβα (βλ. σχετ. την από 6.3.2008 εξέταση τρίπλεξ). Εξαιτίας του επώδυνου περιορισμού της κινητικότητος της (ΑΡ) ποδοκνημικής και των περιφερικότερων αυτής αρθρώσεων, η ενάγουσα υπεβλήθη σε ειδική φυσιοθεραπευτική αγωγή σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης με την χρήση ειδικών μηχανημάτων, κατά την ιατρική εξέταση της δε την 7.3.2008 κρίθηκε αναγκαία η συνέχιση της ίδιας θεραπείας για τουλάχιστον 50 συνεδρίες και συνεστήθη η επανεξέτασή της (βλ. σχετ. την από ....2008 ιατρική βεβαίωση επίκουρου καθηγητή ορθοπεδικής ΠΑΓΝΗ Π. Κ.). Στην συνέχεια η ενάγουσα υπεβλήθη στις 29.10.2008 σε έγχρωμο DOPPLER υπερηχογράφημα φλεβών κάτω άκρων και διαπιστώθηκαν τα εξής : "αριστερό σκέλος: σημαντικού βαθμού ανεπάρκεια στη σαφηνομηριαία συμβολή, σημαντικού βαθμού ανεπάρκεια των βαλβίδων της μείζονος σαφηνούς στο τμήμα του μηρού και διάταση κλάδου, ο οποίος συνδέει τη μείζονα σαφηνή στο άνω τριτημόριο της κνήμης με την ελάσσονα σαφηνή φλέβα". Στις 30.10.2008 η ενάγουσα εξετάστηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης από τον ιατρό αγγειοχειρουργό Χ. Κ. και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματικό οίδημα άκρου ποδός και κνήμης, το οποίο επιτείνεται με μια μεγάλου βαθμού φλεβική ανεπάρκεια του επιπολής φλεβικού δικτύου (ΑΡ), για την αντιμετώπιση δε της κατάστασης της κρίθηκε αναγκαία η χρήση από την ενάγουσα ελαστικών καλτσών, η υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση με τη μορφή της σαφηνεκτομής, η υποβολή της σε φλεβογραφία για την εντόπιση επιπλοκής ή εν τω βάθει φλεβικής ανεπάρκειας και ραδιοισοτοπική λεμφαγγειογραφία για την ανίχνευση πιθανής λεμφικής αιτιολογίας (βλ. τις από 30-10-2008 ιατρικές γνωματεύσεις του ανωτέρω ιατρού). Σε επανεξέτασή της, μετά οκτάμηνο, από τον αναπληρωτή καθηγητή αγγειοχειρουργικής και διευθυντή αγγειοχειρουργικής κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας Α. Γ., διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα πάσχει από μετατραυματικό λεμφοίδημα κάτω άκρου και της συνεστήθη να βαδίζει, να φορά βλαστική κάλτσα, να μειώσει το σωματικό της βάρος, ενώ σε μεταγενέστερη εξέταση από τον ίδιο ως άνω ιατρό στις 18.08.2009 κρίθηκε απαραίτητη, λόγω επαναλαμβανόμενων φλεγμονών, η ελαστική επίδεση πολλαπλών στρωμάτων, η μάλαξη και η κινησιοθεραπεία και εντάχθηκε (η ενάγουσα) στο πρόγραμμα αποκαταστέσεως - μειώσεως του λεμφοιδήματος με ειδικό πρόγραμμα επίδεσης, μαλαξιοθεραπείας και φυσικοθεραπείας (βλ. τις από 18.08.2009 βεβαιώσεις ιδίου ως άνω ιατρού). Κατά την τακτική επανεξέταση της ενάγουσας στις 4-1-2010, ο ίδιος ως άνω ιατρός γνωμάτευσε για το μετατραυματικό λεμφοίδημα τα εξής: "πρόκειται για πάθηση, οι επιπτώσεις της οποίας μπορούν να μειωθούν με θεραπεία, αλλά, δεν μπορεί να θεραπευθεί πλήρως. Η ασθενής θα πρέπει να φορά μονίμως ελαστική κάλτσα, η οποία ανά τετράμηνο θα πρέπει να αλλάζει. Επίσης θα πρέπει χρονίως το μέλος να είναι καλώς προστατευμένο από πιθανό τραυματισμό ή λοίμωξη των μαλακών μορίων". Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εξ αιτίας του τραυματισμού της παρουσίασε μετατραυματικό εκτεταμένο λεμφοίδημα του (ΑΡ) κάτω άκρου της, πάθηση η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό της από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, καθώς παρουσιάσθηκε σαν μετατραυματική εξέλιξη αυτού σταδιακά και συνεχώς επιδεινούμενη[...] Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κρίθηκε ανίκανη για εργασία για το χρονικό διάστημα από 6-9-2007β έως 30-3-2008 [...]. Από τις άνω πραγματογνωμοσύνες, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 337 ΚΠολΔ),αλλά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, συμπεραίνεται ότι υφίσταται μόνιμη μερική αναπηρία στο κάτω αριστερό άκρο της ενάγουσας συνεπεία του τραυματισμού της, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσοστό του 30%. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι απόφοιτος της Σχολής Ενεργειακής και Περιβαλλοντικής Τεχνολογίας του ΤΕΙ Ηρακλείου, ήτοι Ενεργειακός Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός.[...] Περαιτέρω, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την κατά τα ανωτέρω έκταση και το είδος των τραυμάτων της ενάγουσας, το ψυχικό και σωματικό της άλγος και την ταλαιπωρία από τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο και τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη, τον βαθμό της αποκλειστικής υπαιτιότητος που βαρύνει τον υπαίτιο οδηγό (αμέλεια), σε συνδυασμό και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας που ενέχεται εγγυητικά, κρίνει ότι δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης το ποσό των 16.000 ευρώ.

Περαιτέρω, η μόνιμη μερική αναπηρία της ενάγουσας κρίνεται ότι έχει δυσμενή επίδραση στην προσωπική επαγγελματική και κοινωνική της εξέλιξη. Ειδικότερα, πριν από τον τραυματισμό της η ενάγουσα ήταν απόλυτα υγιής και έτοιμη να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Ο τραυματισμός της και η εξ αιτίας αυτού μόνιμη μερική αναπηρία προκάλεσε βίαιη και αναγκαστική αλλαγή στη ζωή της με αποτέλεσμα η δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων να είναι πιο δύσκολη, ενώ η ψυχολογική της επιβάρυνση θα είναι μόνιμη, αφού οι επιπτώσεις του τραυματισμού της είναι εμφανείς. Επίσης η οικονομική και η επαγγελματική εξέλιξη της ενάγουσας επηρεάζονται καθόσον οι εργοδότες είναι συνήθως πιο επιφυλακτικοί στην πρόσληψη υπαλλήλων που έχουν κάποιας μορφής αναπηρία ακόμη και αν από την αναπηρία δεν επηρεάζεται την παροχή των υπηρεσιών τους. Εφόσον, λοιπόν, η μόνιμη μερική αναπηρία της ενάγουσας επηρεάζει δυσμενώς την ατομική, επαγγελματική και κοινωνική της εξέλιξη, κρίνεται ότι η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, το ποσό των 8.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη 415/2016 οριστική απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης και το ποσό των 15.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση μεγαλύτερων ποσών (100.000 και 150.000 χιλιάδες ευρώ), αντιστοίχως, και να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγομένων με τον οποίο ζητείται η μείωση του επιδικασθέντος ποσού που αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης και η απόρριψη του κονδυλίου που αφορά την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο...". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, στο ποσό των 16.000 ευρώ και την πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του Α.Κ. στο ποσό των 8.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σ' αυτήν τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. και πρόσθετης αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.,με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προαναφερόμενη αιτιολογία στέρησε αυτήν νομίμου βάσεως και δη επαρκούς αιτιολογίας προσδιορίζοντας ότι η μόνιμη αναπηρία της από το ένδικο ατύχημα ανέρχεται στο ελάχιστο ποσοστό του 30%, ενώ διαφοροποιήθηκε αναιτιολογήτως από την διενεργηθείσα από 22-6-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ιατρού πραγματογνώμονα Χ. Ι., η οποία προσδιόρισε το ποσοστό αναπηρίας της σε 87%. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως κατά το παραπάνω σκέλος του, που πλήττει το συγκεκριμένο κεφάλαιο της αποφάσεως, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, υπό την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται η εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις (που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών) για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, κατά τα προαναφερόμενα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1203/2024,ΑΠ 1611/2024, ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη ( ΑΠ 1611/2024, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ. ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1203/2024,ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 123/2024,ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ. ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1320/2023, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1203/2024, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019).

Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων ( ΑΠ 1203/2024, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016).

Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι για τον προσδιορισμό του ποσοστού της αναπηρίας της, δεν έλαβε υπόψιν του τα προσκομισθέντα από την ίδια, μετ'επικλήσεως έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ότι το ποσοστό αναπηρίας της, λόγω του επίδικου ατυχήματος ανέρχεται σε ποσοστό 87% και ειδικότερα: 1. την υπό χρονολογία 02/05/2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Κ. Μ., Επίκουρου Καθηγητή της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΠΑ.Γ.Ν.Λ. 2. Το με χρονολογία 12-04-2019 τρίπλεξ φλεβών κάτω άκρων και αρτηριών κάτω άκρων, από τον ιατρό ακτινολόγο Γ. Κ. 3. Τη με χρονολογία 16-04-2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Χ. Ζ., Ορθοπεδικού- Επιμελητή Β Γενικού Νοσοκομείου Αγίου Νικολάου . 4. Τη με χρονολογία 22-04- 2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Α. Γ., Αν. Καθηγητή-Διευθυντή της Αγγειοχειρουργικής Κλινικής του ΠΑ.Γ.Ν.Λ. 5. Τη με χρονολογία 22-04-2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Α. Γ., Αν. Καθηγητή-Διευθυντή της Αγγειοχειρουργικής Κλινικής του ΠΑ.Γ.Ν.Λ. 6. Τη με χρονολογία 23-04-2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της Μ. Π., Επιμελήτριας Α', της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΠΑ.Γ.Ν.Λ. 7. Τη με χρονολογία 29-04-2017 βεβαίωση - γνωμάτευση ασθενούς, υπογεγραμμένη εκ του Τ. Ε., φυσικοθεραπευτή και υπευθύνου λεμφοιδημάτων του Κέντρου Βιοανάδραση, στην Αθήνα. 8. Το με χρονολογία 19-9-2016 έγγραφο του καθηγητή αγγειοχειρουργικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας Α. Γ. 9. Τη με χρονολογία 01-07-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Ι. 10. Τη με χρονολογία 22-2-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού αγγειοχειρούργου Χ. Ι., Επίκουρου Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης Διευθυντή Αγγειοχειρουργικής Κλινικής ΠΑΓΝΗ, η οποία υποβλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../2016 πρακτικό κατάθεσης πραγματογνωμοσύνης. 11. Το με χρονολογία 19-9-2016 έγγραφο του καθηγητή αγγειοχειρουργικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας Α. Γ. 12. Τη με χρονολογία 5-8-2012 ιατροδικαστική γνωμοδότηση της Ιατροδικαστού Ε. Ζ. 13. Τη με χρονολογία 19-9-2013 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση της Ψυχολόγου Ι. Τ. 14. Τη με χρονολογία 23-9-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της ιατρού Μ. Π., Επιμελήτριας Β' Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας 15. Τη με χρονολογία 14-10-2013 ιατρική βεβαίωση του Ασμ/χου (ΥΙ) Ψυχιάτρου, Η. Χ., Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας. 16. Τη με χρονολογία 11-3-2014 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού μου Α. Γ., Αγγειοχειρούργου, Δ/ντή Αγγειοχειρουργικής Κλινικής Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη εν μέρει οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, του ιδίου Δικαστηρίου και από όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπ'όψιν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται αναφορά παρακάτω, χωρίς, όμως να παραλειφθεί κανένα για την διάγνωση της παρούσας διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...". Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με το όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το ανωτέρω δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείουσας, ότι εάν είχαν ληφθεί υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, το δικαστήριο θα είχε οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη πρόβλεψη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1611/2024, (Α.Π. 220/2023, Α.Π. 1591/2022, Α.Π. 1538/2022, Α.Π. 1075/2022) και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος". Το διαφυγόν κέρδος, αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Απαιτείται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων"), και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 403/2025, ΑΠ 1092/2022,ΑΠ 486/2020, ΑΠ 960/2021,ΑΠ 1516/2018). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 403/2025, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 206/2020, ΑΠ 134/2019).

Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυόμενης αξιώσεως (ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση, πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας. Είναι διαφορετικό ζήτημα, αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 67/2017). Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 1208/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της ένδικης αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της, ως Ενεργειακός Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός, εξ αιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., καθόσον απαίτησε, ως προϋπόθεση για την ύπαρξη διαφυγόντων κερδών, τη συνδρομή περιστατικών που καθιστούν βέβαιη την εργασιακή απασχόλησή της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο της ένδικης αγωγής, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Προσέτι, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ( ήδη αναιρεσείουσα) είναι απόφοιτος της Σχολής Ενεργειακής και Περιβαλλοντικής Τεχνολογίας του τμήματος Μηχανολογίας του ΤΕΙ Ηρακλείου, ήτοι Ενεργειακός Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός. Κατόπιν συνεντεύξεως την 06.09.2007 είχε προσυμφωνήσει προφορικά να εργασθεί στην εταιρία με την επωνυμία ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΙΚΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ, με την ανωτέρω ιδιότητα, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η εργασία της ενάγουσας στην ανωτέρω εταιρία θα άρχιζε στις 12.09.2007, ο δε μηνιαίος μισθός της θα ανήρχετο στο ποσό των 1.785,70 ευρώ (ήτοι καθαρό ποσό 1.500 ευρώ και 285,70 ευρώ ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ). Συνεπεία του επίδικου τραυματισμού της δεν εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 12.09.2007 έως 30-3-2008. [...] Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω του επίδικου τραυματισμού της ξεκίνησε να εργάζεται στην ανωτέρω εταιρεία στις 15-9-2008 και ότι λόγω της καταστάσεως της υγείας της κρίθηκε αδύνατη η παρουσία της στα εργοτάξια της εταιρίας και η επίβλεψη των έργων της και ως εκ τούτου ο καταβαλλόμενος σε αυτή μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά το ποσό των 454,10 ευρώ με την αντίστοιχη ασφαλιστική εισφορά στο ΙΚΑ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού προσκομίζει την από 23.06.2009 βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας S. B. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν και με δεδομένο ότι η ενάγουσα κρίθηκε από τους αρμόδιους φορείς ανίκανη για εργασία έως την 30-3-2008, αυτή είχε την ικανότητα να εργαστεί στην ανωτέρω εταιρεία από 1-4-2008 και στο εξής, πράγμα που δεν έπραξε. Σημειώνεται ότι δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές του ΙΚΑ, από το οποίο να προκύπτει, η αδυναμία της να εργαστεί και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2008 έως και 31-1-2011, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εργάστηκε στην ανωτέρω εταιρεία. Κατά δεύτερον, η παροχή της εργασίας της στην εν λόγω εταιρεία με μειωμένο, μάλιστα, μισθό από 15-9-2008 και εφ' εξής προκύπτει μόνον από την ως άνω αναφερόμενη βεβαίωση του εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτήν ο χρόνος λήξης της εργασιακής της σχέσης, ούτε προσκομίζεται επίσημο έγγραφο από το λογιστήριο της εταιρείας από το οποίο να προκύπτουν οι αποδοχές της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα που αυτή ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε, ώστε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η, τυχόν, μείωση των αποδοχών της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 85/2015 εν μέρει οριστική του απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν ανίκανη για εργασία και το χρονικό διάστημα από 1-4-2008 έως και 31-1-2011 με μειωμένες αποδοχές από 15-9-2008 έως 31-1-2011 και επιδίκασε συνολικά το ποσό των 33.649,93 ευρώ έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως των εναγομένων. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία της βλάβης της υγείας της έχει καταστεί ανάπηρη και έχει πλέον μειωμένη ικανότητα προς εργασία, καθώς αδυνατεί να ασκεί επιστασία σε εργοτάξια, εξ αυτού δε του λόγου θα απωλέσει από την εργασία της το ποσό των 454,10 ευρώ μηνιαίως από την 01-03-2013 έως την 05-05-2045, οπότε και θα συνταξιοδοτηθεί, και συνολικώς εισοδήματα ποσού 175.282,60 ευρώ, τα οποία θα εισέπραττε από την εργασία της, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην από 22-2-2016 και με αριθμό καταθέσεως .../2016 πραγματογνωμοσύνη, που συνέταξε ο διορισθείς με την υπ' αριθ. .../1915 εν μέρει οριστική απόφαση Επίκουρος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και Διευθυντής της Αγγειοχειρουργικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ Χ. Ι., αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα συμπεράσματα: "Η ασθενής Α. Τ. πάσχει από χρόνιο λεμφοίδημα μετατραυματικής αιτιολογίας του αριστερού κάτω μέλους με αυξημένες διαστάσεις σε σχέση με το ετερόπλευρο σκέλος. Συγκεκριμένα παρατηρείται μια αύξηση της περιμέτρου του αριστερού κάτω μέλους κατά περίπου 5 εκατοστά, δηλαδή μια αύξηση της περιμέτρου του μέλους κατά 25% στο ύψος του σφυρού. Σημειώνεται ότι η ασθενής περιποιείται επιμελώς το πόδι της και φαίνεται ότι ακολουθεί τις ιατρικές οδηγίες με αποτέλεσμα το μέλος να βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Η αύξηση της περιμέτρου του αριστερού κάτω μέλους αποδίδεται σε μετατραυματικό λεμφοίδημα καθώς και παρουσία ουλώδους ιστού στο κατώτερο τμήμα της κνήμης και πέριξ της ποδοκνημικής άρθρωσης. Λόγω δε των πολλαπλών χειρουργικών καθαρισμών και επεμβάσεων στο αριστερό κάτω μέλος αλλά και από το λεμφοίδημα έχει περιοριστεί η κινητικότητα της προδοκνημικής άρθρωσης με αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωνση του λεμφοιδήματος, λόγω της μειωμένης λειτουργίας της μυοφλεβικής αντλίας της γαστροκνημίας. Το λεμφοίδημα θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη πάθηση. Η θεραπεία στοχεύει αρχικά στη μείωση του οιδήματος και ανακούφιση από τα συμπτώματα, ενώ στη συνέχεια στη διατήρηση του αποτελέσματος. Δεν αναμένεται να απαλλαχθεί ποτέ από την καθημερινή φροντίδα του μέλους από την ίδια και από το να φέρει ειδικά ελαστικά (ή άλλα) μέσα υποστήριξης του μέλους, όπως επίσης θα πρέπει να βρίσκεται υπό εξειδικευμένη παρακολούθηση ανά τακτά διαστήματα. Η σημερινή κατάσταση της υγείας της ασθενούς είναι επηρεασμένη, αφού - λόγω του εκτεταμένου χρόνιου λεμφοιδήματος περιορίζεται η δυνατότητα παρατεταμένης ορθοστασίας, λόγω επιδείνωσης του οιδήματος και εμφάνισης συμπτωμάτων, όπως άλγος και αίσθημα τάσης - πίεσης στο μέλος, παρά την τακτική και επιμελή εφαρμογή της ελαστικής υποστήριξης του μέλους. Η ασθενής πρέπει να φέρει ειδική ελαστική κάλτσα στο αριστερό κάτω μέλος, η οποία θα πρέπει να αντικαθίσταται ανά τακτά διαστήματα (4- 6 μήνες) αναλόγως τη χρήση και την απώλεια της ελαστικότητας της, αφού εάν χάσει την ελαστικότητα της δε λειτουργεί σωστά και επιδεινώνει το λεμφοίδημα. Στο Ηράκλειο Κρήτης δεν υπάρχει ειδικό κέντρο που να ασχολείται με το λεμφοίδημα, αν και υπάρχει η πρόθεση να αναπτυχθεί ο τομέας. Έμποροι ορθοπεδικών υλικών θα μπορούσαν να μεσολαβήσουν για την προμήθεια της ειδικής κάλτσας, η μέτρηση όμως των διαστάσεων του μέλους με λεμφοίδημα θα πρέπει να γίνεται από κάποιον με εμπειρία στις κάλτσες λεμφοιδήματος. Η έλλειψη εμπειρίας στον τομέα αντιμετώπισης του λεμφοιδήματος, στην περιοχή της Κρήτης, καθιστά αμφίβολο αν οι μετρήσεις θα γίνουν σωστά και αν το προμηθευόμενο υλικό θα αποδώσει το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα, το οποίο σχετίζεται άμεσα με τις ορθές μετρήσεις του μέλους. Σε περίπτωση δε μειωμένης αποτελεσματικότητας της κάλτσας το λεμφοίδημα θα υποτροπιάσει. Το κόστος της ειδικής αυτής κάλτσας προσδιορίζεται σε 200-350 ευρώ. Η χρήση αντλίας συμπίεσης- αποσυμφόρησης του λεμφοιδήματος είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος, η δε ασθενής οφείλει να προμηθευτεί αντλία συμπίεσης - αποσυμφόρησης του λεμφοιδήματος και να τη χρησιμοποιεί ανάλογα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού της. Το κόστος διακυμαίνεται, αναλόγως των εξαρτημάτων που χρειάζονται και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς. Με βάση το ενιαίο πίνακα ποσοστού αναπηρίας (ΦΕΚ 1506 Β 4.5.2012 σελ. 23466-23467, αριθμός πάθησης 2.5 "Χειρουργικές παθήσεις λεμφαγγείων"), η ενάγουσα βρίσκεται στο τρίτο - επίπεδο βαρύτητας, στο οποίο το ποσοστό αναπηρίας κυμαίνεται από 40-67%. Η παθούσα δικαιολογεί το μέγιστο ποσοστό αναπηρίας, στο οποίο θα μπορούσε να προστεθεί και ένα ποσοστό 10% λόγω του περιορισμού της κινητικότητας της ποδοκνημικής άρθρωσης (αριθμός πάθησης 4.3.19 "Δυσκαμψία της ποδοκνημικής ή του ταρσού"). Είναι σαφές ότι η παρούσα κατάσταση της υγείας της ασθενούς ασκεί επιρροή στην επαγγελματική, οικονομική και οικογενειακή και κοινωνική ζωή της αφού περιορίζονται όλες οι δραστηριότητες της. Ο περιορισμός αυτός αναμένεται να είναι μόνιμος, αφού παρά την οποιαδήποτε θεραπεία, δεν αναμένεται να απαλλαχθεί από το λεμφοίδημα αλλά να μειωθεί και να διατηρηθεί σε μια ανεκτή κατάσταση. Πέραν της δυσμορφίας, επισημαίνεται και η δυσφορία που αναμένεται να αισθάνεται όταν θα παραμένει όρθια ή καθιστή και αρχίζουν να επιδεινώνονται τα συμπτώματα. Λόγω του εκτεταμένου χρόνιου λεμφοιδήματος περιορίζεται η δυνατότητα παρατεταμένης ορθοστασίας ή παραμονής σε καθιστική θέση, αφού, παρά την τακτική εφαρμογή της ελαστικής υποστήριξης του μέλους, επιδεινώνεται το λεμφοίδημα και εμφανίζονται συμπτώματα άλγους, αισθήματος τάσης - πίεσης και "καύσης" στο μέλος. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε εργασία σε όρθια ή καθιστική θέση (με τα πόδια σε κρεμάμενη θέση) αναμένεται να επιδεινώσει το λεμφοίδημα. Οι δραστηριότητες της ως ενεργειακού μηχανολόγου, είτε με εργασία γραφείου είτε ως επιβλέπουσα έργου σε εξωτερικό χώρο, αναμένεται να επηρεαστούν, καθώς η απόδοση της θα είναι μειωμένη, καθώς θα πρέπει να κάνει συχνά και μεγάλα διαλείμματα θέτοντας το πόδι της σε ανάρροπη θέση, ώστε να υποχωρούν τα συμπτώματα. Θα πρέπει επιπλέον να είναι ιδιαίτερα προσεκτική σε μικροτραυματισμούς στο παθόν μέλος, διότι οποιοδήποτε τραύμα δύναται να επιδεινώσει το λεμφοίδημα. Μπορεί να εργαστεί σε θέσεις που δεν έχουν απαιτήσεις για παρατεταμένη ορθοστασία ή παραμονή με κρεμάμενα τα κάτω άκρα επί ώρα. Ως συμπέρασμα των ανωτέρω η ενάγουσα είναι μερικώς ανίκανη προς εργασία και πάσχει από μια ασθένεια που θεωρείται μόνιμη και η οποία θα παρουσιάζει περιόδους εξάρσεων και υφέσεων". Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται εν μέρει και από την από 01.07.2016 προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του Αγγειοχειρουργού Ι. Κ. Ο ιατρός αυτός συμπεραίνει ότι η ενάγουσα πάσχει από μετατραυματικό λεμφοίδημα, το οποίο αποτελεί μια χρόνια κατάσταση, ότι η ασθενής θα πρέπει να φέρει ειδική κάλτσα, στην οποία θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις και να αντικαθίσταται κάθε 6 μήνες και ότι η αντλία συμπίεσης - αποσυμφόρησης του λεμφοιδήματος αποτελεί μια καλή θεραπευτική λύση. Προσδιορίζει δε την αναπηρία της παθούσας, σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα ποσοστού αναπηρίας, σε ποσοστό 40-67%. Επιπλέον, γνωματεύει ότι η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας θα επηρεάσει την καθημερινότητα της ζωής της λόγω του ότι θα πρέπει να αποφεύγει την ορθοστασία, ενώ θα πρέπει να φέρει σε καθημερινή βάση τις ειδικές ελαστικές κάλτσες. Τέλος καταλήγει ότι η ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει εργασίες με παρατεταμένη ορθοστασία ή με παραμονή σε καθιστή θέση για πολλή ώρα επειδή θα επιδεινώνεται το λεμφοίδημα. Από τις ως άνω πραγματογνωμοσύνες, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 337 ΚΠολΔ), αλλά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, συμπεραίνεται ότι υφίσταται μόνιμη μερική αναπηρία στο κάτω αριστερό άκρο της ενάγουσας συνεπεία του τραυματισμού της, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσοστό του 30%.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι απόφοιτος της Σχολής Ενεργειακής και Περιβαλλοντικής Τεχνολογίας του τμήματος Μηχανολογίας του ΤΕΙ Ηρακλείου, ήτοι Ενεργειακός Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός. Μετά το ένδικο ατύχημα, όπως συνομολογεί και η ίδια, αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό Τμήμα της ΑΣΠΑΙΤΕ, ενώ αργότερα, σε χρονική περίοδο που σταμάτησε να εργάζεται, φοίτησε εκ νέου επί δύο έτη και ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές της στο Μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η ενάγουσα, ήταν 27 ετών, και δεν είχε καμία εργασιακή εμπειρία ως Ενεργειακός Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός. Όπως είναι γνωστό, η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών συστημάτων στην Ελλάδα ξεκίνησε το έτος 2006 μετά την έγκριση του Ν. 3486/2006. Η ανάπτυξη των εν λόγω συστημάτων υπήρξε ραγδαία και έγινε εφικτή χάρη στην εφαρμογή του προγράμματος των εγγυημένων τιμών πώλησης της παραγόμενης από φωτοβολταϊκά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας. Πλην όμως, η τελευταία μείωση που επήλθε στην τιμή πώλησης της παραγόμενης από φωτοβολταϊκά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας το Μάιο του 2013, τα οδήγησε σε μη βιώσιμα επίπεδα, με αποτέλεσμα να σταματήσει η ανάπτυξη των εν λόγω συστημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έτη 2014 και 2015 υπήρξαν πανελλαδικά ελάχιστες εγκαταστάσεις νέων συστημάτων ("Η Ελληνική Αγορά Φωτοβολταϊκών πριν και μετά την κρίση", Κ. Μ., Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ιούλιος 2016, Κεντρική Βιβλιοθήκη Ε.Μ.Π ...). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών επηρέασε πάρα πολύ και τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με συνέπεια να περιοριστεί το εργασιακό αντικείμενο των Περιβαλλοντολόγων Μηχανικών. Δεδομένης συνεπώς της οικονομικής κρίσης και της μη υπάρξεως εργασιακής εμπειρίας από την ενάγουσα κατά τον χρόνο της θεμελιώσεως της αξιώσεώς της για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων λόγω μειωμένης ικανότητος για εργασία, ήτοι κατά τον χρόνο επελεύσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν αποδεικνύεται ότι θα ήταν προσδοκώμενο με πιθανότητα, και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός η ενάγουσα θα συνέχιζε να απασχολείται ως Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός με επιστασία σε εργοτάξια έως το έτος 2045. Αλλά, και στην περίπτωση που η ενάγουσα έως το έτος 2045 θα εργαστεί στον ως άνω τομέα, δεν αποδεικνύεται ότι η μερική αναπηρία της την καθιστά ανίκανη να ασκήσει το επάγγελμα του Ενεργειακού Μηχανολόγου Μηχανικού με επιστασία σε εργοτάξια, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εργασία εν γένει των Μηχανολόγων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Ενεργειακοί Μηχανολόγοι, δε συνίσταται αποκλειστικά σε δραστηριότητες εντός γραφείου ή σε δραστηριότητες αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους, αλλά πρόκειται για εργασία συνδυαστική που προβλέπει είτε εκπόνηση μελετών εντός γραφείου είτε επίβλεψη εξωτερικών εργασιών, συνδυασμός που μπορεί να είναι ωφέλιμος και για την υγεία της ενάγουσας καθώς έτσι αποφεύγεται είτε η πολύωρη ορθοστασία είτε η πολύωρη καθιστική εργασία. Σημειώνεται ότι στην από 22.02.2016 πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα πρέπει να αποφεύγει την παρατεταμένη ορθοστασία και την παρατεταμένη παραμονή σε καθιστική θέση και όχι εν γένει την ορθοστασία και την παραμονή σε καθιστική θέση Τέλος, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά την ανάρρωσή της αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό Τμήμα της ΑΣΠΑΙΤΕ, ενώ μεταγενέστερα φοίτησε επί δύο έτη και ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές της στο Μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η μερική αναπηρία της δεν την εμπόδισε να συνεχίσει τις σπουδές της μάλιστα σε τμήμα Πανεπιστημίου που εδρεύει στην πόλη της Ξάνθης, ενώ είναι γνωστό ότι οι σπουδές τόσο στην ΑΣΠΑΙΤΕ, όσο και σε μεταπτυχιακά προγράμματα, απαιτούν παρακολουθήσεις και σύνταξη εργασιών, ήτοι καθιστική εργασία, στην οποία η ενάγουσα ανταποκρίθηκε με επιτυχία, αφού έλαβε και τους δύο τίτλους σπουδών. Συνακόλουθα, το δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δεν έχει καταστεί ανίκανη προς εργασία ως Ενεργειακός Μηχανολόγος και θα πρέπει το εν λόγω κονδύλιο απώλειας εισοδημάτων λόγω μειωμένης ικανότητος εργασίας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη 415/2016 οριστική απόφαση έκρινε ομοίως ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως της ενάγουσας και γενόμενου δεκτού του σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγομένων...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, λόγω απώλειας εισοδημάτων, ως Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-3-2013 έως και 5-3-2045. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Και τούτο διότι αιτιολογείται σαφώς και επαρκώς: α) το ουσιώδες ζήτημα της μη υπάρξεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας εργασιακής εμπειρίας, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, και β) ότι λόγω της οικονομικής κρίσης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχει περιοριστεί το εργασιακό αντικείμενο των Περιβαλλοντολόγων Μηχανικών, στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν θα ήταν προσδοκώμενο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο ατύχημα η ενάγουσα θα συνέχιζε να απασχολείται ως Περιβαλλοντολόγος Μηχανικός με επιστασία σε εργοτάξια έως το έτος 2045. γ)Τέλος, με πλήρεις αιτιολογίες, το Εφετείο έκρινε ότι και στην περίπτωση που η ενάγουσα έως το έτος 2045 θα εργαζόταν στον ως άνω τομέα, δεν αποδεικνύεται ότι η μερική αναπηρία της την καθιστά ανίκανη να ασκήσει το επάγγελμα του Ενεργειακού Μηχανολόγου Μηχανικού με επιστασία σε εργοτάξια, καθόσον, η εργασία εν γένει των Μηχανολόγων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Ενεργειακοί Μηχανολόγοι, δε συνίσταται αποκλειστικά σε δραστηριότητες εντός γραφείου ή σε δραστηριότητες αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους, αλλά πρόκειται για εργασία συνδυαστική που προβλέπει είτε εκπόνηση μελετών εντός γραφείου είτε επίβλεψη εξωτερικών εργασιών, συνδυασμός που μπορεί να είναι ωφέλιμος και για την υγεία της ενάγουσας καθώς έτσι αποφεύγεται είτε η πολύωρη ορθοστασία είτε η πολύωρη καθιστική εργασία.

Εξάλλου σε κάθε περίπτωση, με τις αιτιάσεις της για έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών η αναιρεσείουσα δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 403/2025, ΑΠ 687/2024,ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου,σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 403/2025, ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1198/2023,ΑΠ 1226/2023). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας του άρθρου 931 του Α.Κ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 25/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

<< Επιστροφή