Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1367 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1367/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χας Α. - Κ. Μ., το γένος Ε. - Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με σχετικό σημείωμα που κατέθεσε στο Γραμματέα ότι διορθώνει παραδεκτά το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης στα εξής σημεία: • σελ. 12, στιχ. 15 επ. > από το εσφαλμένο: "...δεν διακόπτεται από την πλασματική νομή που απέκτησε (και μάλιστα οψίμως, δηλαδή μετά την κατάρτιση της μισθώσεως) το Δημόσιο εξ αιτίας του γενόμενου υπέρ αυτού λόγω δασικότητας τεκμηρίου κυριότητας...", στο ορθό, "...δεν διακόπτεται εξ αιτίας του ισχύοντος υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητας λόγω δασικότητας, που γεννήθηκε μάλιστα οψίμως, δηλαδή μετά την κατάρτιση της μισθώσεως...", • σελ. 12, στιχ. 24 επ. > από το εσφαλμένο: "(...) μάλιστα, κατά τις κοινές περιστάσεις και χωρίς να παροράται ο προστατευτικός σκοπός της πλασματικής νομής υπέρ του Δημοσίου λόγω δασικότητας, όταν μεταβιβάζεται ή μεταβάλλεται ex lege η νομή επί ακινήτου...", στο ορθό "(...) μάλιστα, κατά τις κοινές περιστάσεις και χωρίς να παροράται ο προστατευτικός σκοπός του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου λόγω δασικότητας, όταν μεταβιβάζεται ή μεταβάλλεται ex lege η νομή επί ακινήτου...", • σελ. 15, στιχ. 6 επ. > από το εσφαλμένο: "...δεν διακόπηκε από την πλασματική νομή του Δημοσίου, όπως γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριό Σας σε τέτοιες περιπτώσεις...", στο ορθό "...δεν διακόπηκε από το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου λόγω δασικότητας, όπως γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριό Σας σε τέτοιες περιπτώσεις...".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΙ - ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" και δ.τ. "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΙ - ΓΙΩΡΓΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Κιτσαρά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ τα 3ο και 4ο εκπροσωπήθηκαν από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2021, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2868/2021, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 1-3-2021 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 389/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 1937/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2023 αίτησή της και τους από 14-3-2024 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20-7-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 6163/627/21-7-2023) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1937/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591. 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σημειώνεται ότι, καθ'ο μέρος η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά: 1) του Εληνικού Δημοσίου και 2) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", τα οποία είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, στη δευτεροβάθμια δίκη, στην οποία δεν ανέλαβαν το δικαστικό αγώνα και δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, ούτε οι λόγοι της αναίρεσης αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση, εκτιμάται ως κλήση αυτών, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., και να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίχθηκε με την άσκησή της. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 132/2004). Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (Α.Π. 221/2022, Α.Π. 1340/2017, Α.Π. 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 20-7-2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1937/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμος της 19-4-2024, η δε αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετο λόγο με το από 14-3-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 15-3-2024 και επιδόθηκε στις 19-3-2024 στις αναιρεσίβλητες και τους προσθέτως παρεμβάντες στη δευτεροβάθμια δίκη, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2024, ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Η. Λ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα). Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτός και πρέπει να συνεκδικαστεί, κατά τα άρθρα 246, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., με το κυρίως δικόγραφο της από 20-7-2023 αίτησης αναίρεσης, καθόσον αυτός (πρόσθετος λόγος) δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά συζητείται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει, και το υπό κρίση δικόγραφο, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου του, κατ' άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 157/2022, Α.Π. 497/2021, Α.Π. 921/2019, Α.Π. 507/2017).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1937/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-7-2019 αγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι έχει στην κυριότητά της μία νήσο -βραχονησίδα με την ονομασία Άγιος Γεώργιος (Σαντζώρτζη), η οποία κείται μεταξύ του ακρωτηρίου Ζούρβα της νήσου Ύδρας και του ακρωτηρίου της Αττικής Σούνιο, υπάγεται στη διοικητική περιφέρεια Πειραιώς, ανήκει στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Ενότητας Ύδρας του Δήμου Ύδρας και έχει έκταση 4.200,39 στρέμματα, την οποία (νήσο) κληρονόμησε από τη μητέρα της. Ότι στις 22-4-2005 καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου μητέρας της, ως εκμισθώτριας και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ως μισθώτριας, η υπ' αριθμ. ...-2005 συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης της ως άνω νήσου, του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Β., προκειμένου η μισθώτρια να κατασκευάσει επί της νήσου και να εκμεταλλευτεί αιολικό πάρκο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με 20 έως 25 ανεμογεννήτριες. Ότι συμφωνήθηκε η μίσθωση να έχει διάρκεια 10 ετών με δικαίωμα μονομερούς παράτασης από τη μισθώτρια για άλλα 10 έτη και ορίστηκε ετήσιο μίσθωμα ποσού 4.000 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια που θα εγκατασταθεί, αρχής γενομένης από την έκδοση της άδειας λειτουργίας του αιολικού πάρκου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον ισχύοντα δείκτη τιμών καταναλωτή, και ειδικά για το χρόνο από την υπογραφή της σύμβασης και μέχρι την έκδοση της άδειας λειτουργίας, ορίστηκε μίσθωμα συνολικού ποσού 30.000 ευρώ, καταβαλλόμενο σύμφωνα με τους όρους που αναλυτικά διαλαμβάνονται στην σύμβαση μίσθωσης. Ότι τα επόμενα έτη υπογράφηκαν διαδοχικά ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης του άνω μισθωτηρίου, δυνάμει των οποίων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, παρατάθηκε η περίοδος για την έκδοση των σχετικών αδειών και εγκρίσεων, ορίστηκε νέο συνολικό μίσθωμα για το χρόνο της παράτασης και τροποποιήθηκε το συμφωνηθέν μίσθωμα ανά ανεμογεννήτρια. Ότι κατά το έτος 2011 συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με σκοπό να καταστεί υπομισθώτρια της νήσου, ή να της μεταβιβαστεί η μισθωτική σχέση, κατ' εφαρμογή σχετικού όρου της μισθωτικής σύμβασης, χωρίς όμως η πρώτη εναγόμενη να ενημερώσει την εκμισθώτρια σχετικά. Ότι η μητέρα της απεβίωσε στις ...-2013 και κατέστη η ίδια εκ διαθήκης κληρονόμος της άνω νησίδας, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι, η πρώτη εναγόμενη δεν την ενημέρωσε για το καθεστώς αδειοδότησης του πάρκου και έπαυσε να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, που είχε οριστεί με το τελευταίο υπογραφέν από 23-11-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι περαιτέρω οι εναγόμενες, με τις ειδικότερα μνημονευόμενες πράξεις και παραλείψεις τους παραβίασαν τους όρους της μισθωτικής σύμβασης. Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε να της αποδοθεί από την πρώτη εναγόμενη ή, οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, το μίσθιο ακίνητο. Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 619/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης ήταν εξαρχής απολύτως άκυρη, για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 άδεια του αρμοδίου τότε Υπουργού Γεωργίας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να δικαιούται να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 του Α.Κ. και κατόπιν αυτών δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη ή οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης εναγομένης, να αποδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο, ήτοι τη νήσο Άγιος Γεώργιος. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι εναγόμενες άσκησαν έφεση, παραπονούμενες για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή εφαρμογή του νόμου. Ωστόσο, η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, κατά το οποίο κρίθηκε η ένδικη σύμβαση μίσθωσης απολύτως άκυρη, δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης από τις εναγόμενες - εκκαλούσες, ούτε από την ενάγουσα, η οποία δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση. Επί της ανωτέρω έφεσης των εναγομένων, καθώς και επί της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη από το Ελληνικό Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ", εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 548/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και εν συνεχεία, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη από 1-7-2019 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η τελευταία απόφαση, κατόπιν άσκησης της από 1-3-2021 αίτησης αναίρεσης από την ενάγουσα, αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 389/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης (αντιφατικές αιτιολογίες) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ' αριθμ. 1937/2023), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη από 1-7-2019 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 υπό τον τίτλο "Απόκτηση εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων", που εντάσσεται στο κεφάλαιο Β (άρθρα 24 έως 32) του Ν. 1882/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'101/31.7.1990), στην αρχική του μορφή, ορίζεται ότι : "Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, της Ελλάδος, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και εάν βρίσκονται αυτές, απαιτείται άδεια του Υπουργού Γεωργίας, που παρέχεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας - ΓΕΣ, ΓΕΝ ή ΓΕΑ - ανάλογα με την περιοχή". Στη συνέχεια, το άρθρο 33 του Ν. 4061/2012 (ΦΕΚ Α 66/22.3.2012), αντικατέστησε το άρθρο 28 παρ. 1 ως εξής: "1. Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, καθώς και σε ιδιωτικά ακίνητα νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και αν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας". Ακολούθως, η παρ.1 του άρθρου 28, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 4061/2012, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 της από 1.6.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α' 128/01.06.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4086/2012, (ΦΕΚ Α 195/12.10.2012), έχει ως εξής: "1. Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και αν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας". Τέλος, με το άρθρο τρίτο του Ν. 4126/2013 (ΦΕΚ Α 49/28.2.2013) το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 28, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Για την απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων οπουδήποτε και εάν αυτές βρίσκονται, απαιτείται άδεια του Υπουργού Εθνικής Άμυνας που παρέχεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη όλων των Γενικών Επιτελείων". Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται σύστημα προληπτικού ελέγχου των συναλλαγών στην ακίνητη ιδιοκτησία ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, που αφορά τις, οπουδήποτε ευρισκόμενες εντός της επικράτειας, ιδιωτικές νήσους και νησίδες και τα επ' αυτών ιδιωτικά ακίνητα, με την υπαγωγή σε καθεστώς αδειοδότησης των σχετικών, εμπράγματων και ενοχικών, δικαιοπραξιών εν ζωή. Με τις ανωτέρω μεταγενέστερες τροποποιήσεις της ως άνω αρχικής διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, διατηρήθηκε το καθεστώς αδειοδότησης των σχετικών, εμπράγματων και ενοχικών δικαιοπραξιών εν ζωή σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες και των επ' αυτών ιδιωτικών ακινήτων και άλλαξε μόνο ο αρμόδιος προς χορήγηση της σχετικής άδειας Υπουργός και έτσι η εν λόγω άδεια παρέχεται πλέον από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Από το περιεχόμενο της πιο πάνω διάταξης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι με τη θέσπισή της επιδιώχθηκε η προστασία υπέρτατου εθνικού συμφέροντος, που έγκειται στην κατοχύρωση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας αφενός, και της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, αφετέρου ( ΣτΕ 549/2021). Ο σκοπός αυτός προσδίδει στην ως άνω διάταξη το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης στον πιο έντονο βαθμό.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ίδιου ως άνω νόμου 1892/1990 ορίζεται ότι "Δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι απολύτως άκυρες...". Προβλέπεται, συνεπώς, μια γενική απαγόρευση των συγκεκριμένων δικαιοπραξιών, που αίρεται μόνο με τη χορήγηση της προβλεπόμενης άδειας. Επομένως, προϋπόθεση για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης, που αφορά σε ιδιωτικές νήσους και νησίδες και τα επ' αυτών ιδιωτικά ακίνητα, αποτελούσε και αποτελεί η προηγούμενη χορήγηση της προβλεπόμενης άδειας και συνακόλουθα, δικαιοπραξία, που αφορά σε ακίνητα καταλαμβανόμενα από τη συγκεκριμένη διάταξη, η οποία επιχειρείται, χωρίς προηγουμένως να έχει παρασχεθεί η ως άνω άδεια του αρμοδίου Υπουργού, είναι άκυρη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 174 Α.Κ., αφού αντιβαίνει στην ανωτέρω απαγορευτική διάταξη του νόμου και ως εκ τούτου θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.). Η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται και ειδικότερα θεραπεία αυτής δεν επέρχεται ούτε με την πάροδο του χρόνου, ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον Α.Κ. (άρθρο 183) δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την άκυρη σύμβαση (Α.Π. 389/2022, Α.Π. 1385/2018, Α.Π. 1883/2017, Α.Π. 1083/2017).
Περαιτέρω, από την άκυρη μίσθωση δεν θίγονται τα δικαιώματα του "εκμισθωτή" του ακινήτου που απορρέουν από την κυριότητα ή τη νομή του και μπορεί ο κύριος (ή ο επικαρπωτής) να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του από εκείνον που έλκει τα δικαιώματά του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί απόδοσης του μισθίου (Α.Π. 1650/2018, Α.Π. 63/2017, Α.Π. 751/2009), ήτοι κατ' άρθρο 599 του Α.Κ. (Α.Π. 63/2017). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 599 και 180 του Α.Κ., οι οποίες, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995), συνάγεται, ότι εάν για οποιοδήποτε λόγο η μίσθωση είναι άκυρη και ο εκμισθωτής παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου, δικαιούται να αξιώσει την απόδοση του μισθίου από το μισθωτή, αλλά και από τον υπομισθωτή ή από εκείνο στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται διαφορές από μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην παράδοση ή απόδοση της χρήσης του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο, με την οποία σκοπείται η ταχύτερη επίλυση των διαφορών, που ανακύπτουν μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή και αφορούν την για οποιοδήποτε λόγο απόδοση της χρήσης του μισθίου και στην οποία υπάγονται οι διαφορές τόσο από έγκυρη, όσο και από άκυρη σύμβαση μίσθωσης, αφού στις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., δεν γίνεται διάκριση και ο πιο πάνω σκοπός εξυπηρετείται και στις δύο περιπτώσεις (Α.Π. 442/2000, Α.Π. 1950/1986).
Εξάλλου, η ακυρότητα της αρχικής μίσθωσης συμπαρασύρει και τις τυχόν τροποποιητικές αυτής συμβάσεις που επακολούθησαν, οι οποίες πάσχουν από τον ίδιο λόγο ακυρότητας. Επίσης, η ακυρότητα της μίσθωσης συμπαρασύρει και τις τυχόν υπομισθώσεις του μισθίου, που έχουν συναφθεί στη συνέχεια, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της υπομίσθωσης, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε σχέση με την κυρία μίσθωση, ακόμα και αν η ίδια (υπομίσθωση) είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη (Α.Π. 281/2020, Α.Π. 1192/2013). Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ. ΑΠ 14/1992, Α.Π. 1442/1992) κατά την καθ' οποιοδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 2 Α.Κ., να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνο από το μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ' αυτού με σύμβαση, υπομισθωτή (Α.Π. 281/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 574 Α.Κ. προκύπτει ότι, κατά κανόνα κάθε μίσθωση είναι έγκυρη, έστω και αν το πράγμα, που κατέστη αντικείμενό της, είναι αλλότριο, δηλαδή δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή, γιατί η σχέση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα του μίσθιου πράγματος δεν είναι στοιχείο κρίσιμο για το κύρος της (Α.Π. 787/2017, Α.Π. 1177/2010, Α.Π. 1029/2009, Α.Π. 606/2009).
Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και τη λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Από αυτά παρέπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός), ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή. Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του π.δ. 34/1995 παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλοτρίου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφ' όσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης. Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα, που οδηγούν στην παρεμπόδιση ή αφαίρεση της χρήσης του μισθίου από το μισθωτή (Α.Π. 389/2022, Α.Π. 1086/2014, Α.Π. 1764/2012, Α.Π. 1052/2011, Α.Π. 866/2011, Α.Π. 108/2003). Πάντως η εν λόγω δέσμευση του κυρίου ή νομέα προϋποθέτει, πρωτίστως και αυτονοήτως, ότι η σχετική μισθωτική σύμβαση είναι έγκυρη και παράγει τις οικείες έννομες συνέπειες για τα συμβαλλόμενα μέρη της, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δεσμευτικά και για τον κύριο ή νομέα (Α.Π. 1086/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη, του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", κατά την οποία "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής...", σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου, προκύπτει, ότι, κατ' εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη (άρθρο 180 Α.Κ.), όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο. Από την έγκυρη δε ή άκυρη πιο πάνω μίσθωση αλλοτρίου πράγματος, δεν θίγονται τα δικαιώματα του κυρίου επί του ακινήτου, που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του (Α.Π. 134/2006) και μπορεί ο κύριος, αλλά και ειδικότερα το Δημόσιο, να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει τον καθορισμό αποζημίωσης χρήσης εις βάρος των κατόχων κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του α.ν. 1539/1938 (Α.Π. 787/2015, Α.Π. 1029/2009, Α.Π. 1111/2006, Α.Π. 1327/2000). Επίσης, και ο εκμισθωτής, που παραχώρησε στο μισθωτή τη χρήση του ακινήτου με άκυρη μίσθωση, γιατί το ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο, δικαιούται να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του από το μισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχώρησε τη χρήση (Α.Π. 1327/2000, Α.Π. 1195/1986), κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται διαφορές από μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην παράδοση ή απόδοση της χρήσης του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο και στην οποία, όπως προεκτέθηκε, υπάγονται οι διαφορές τόσο από έγκυρη, όσο και από άκυρη σύμβαση μίσθωσης, ο δε σκοπός της ταχύτερης επίλυσης των διαφορών, στην οποία αποβλέπει η εν λόγω ειδική διαδικασία, εξυπηρετείται και στις δύο περιπτώσεις (Α.Π. 1327/2000).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 599 του Α.Κ. ορίζεται ότι "Ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση". Η υποχρέωση του μισθωτή, που απορρέει από τη ως άνω διάταξη, να αποδώσει δηλαδή το μίσθιο, ισχύει για την, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της σύμβασης μίσθωσης, είτε αυτή επήλθε με την πάροδό του συμβατικού ή του νόμιμου χρόνου, είτε με καταγγελία, όπου παρέχεται δυνατότητα καταγγελίας. Αλλά και επί άκυρης σύμβασης μίσθωσης, οπότε ο μισθωτής δεν δικαιούται να ποιείται χρήση του μισθίου, αναλογικά ο εκμισθωτής μπορεί να επιδιώξει, όπως προεκτέθηκε, την απόδοση της χρήσης του μισθίου από εκείνον που έλκει τα δικαιώματά του από την άκυρη μίσθωση, με βάση τις διατάξεις περί απόδοσης του μισθίου (Α.Π. 1650/2018, Α.Π. 63/2017, Α.Π. 751/2009) και συγκεκριμένα κατά την ανωτέρω γενική διάταξη του άρθρου 599 Α.Κ. (Α.Π. 63/2017).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 574, 612 παρ. 1 και 1710 του Α.Κ. προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή, τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή, όσο και από την πλευρά του μισθωτή. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά (Α.Κ. 1846, 1847, 1850, 1857, 1940), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (Α.Κ. 1846 σε συνδ. 1192, 1198) (Α.Π. 619/2019, Α.Π. 1819/2017, Α.Π. 1653/2012, Α.Π. 1868/2007). Η υπεισέλευση αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη και ενεργή μίσθωση κατά το χρόνο θανάτου του εκμισθωτή. Συνακόλουθα, ο κληρονόμος του εκμισθωτή δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση για λόγους, που προβλέπονται από τον Α.Κ. ή το Π.Δ 34/1995, λόγω της ιδιότητάς του αυτής και να εγείρει την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (Α.Π. 389/2022, Α.Π. 1868/2007, Α.Π. 1254/2001).
Περαιτέρω, το άρθρο 24 παρ. Α 2 του Ν. 3468/2006 "Παραγωγή Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κ.λ.π.", όπως η παρ. Α 2 αντικαταστάθηκε με την παρ.11 άρθρου 12 του Ν.3851/2010,ΦΕΚ Α85/4.6.2010 ορίζει: "α) Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 14 του ν. 998/1979 για το χαρακτηρισμό, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, περιοχής όπου σχεδιάζεται η εγκατάσταση σταθμών Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Ο.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε., συμπεριλαμβανομένων των έργων σύνδεσης με το Σύστημα ή το Δίκτυο, εσωτερικής οδοποιίας και οδοποιίας πρόσβασης και των λοιπών συνοδών έργων, η πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη εκδίδεται κατά προτεραιότητα σε σχέση με άλλα αιτήματα που δεν αφορούν περιοχές εγκατάστασης Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε., σε χρόνο που δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα από την υποβολή της σχετικής αίτησης. β) Η πράξη χαρακτηρισμού, μετά τη νόμιμη δημοσιοποίηση της, έχει το τεκμήριο νομιμότητας και δεσμεύει τις αρμόδιες υπηρεσίες της Διοίκησης, οι οποίες οφείλουν, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, να προωθήσουν το φάκελο έγκρισης επέμβασης σε εκτάσεις που διαχειρίζονται από τη δασική υπηρεσία, να χορηγήσουν την έγκριση επέμβασης αν απαιτείται, να εγκρίνουν τους οικείους περιβαλλοντικούς όρους, να εκδώσουν την άδεια εγκατάστασης, να εγκαταστήσουν το φορέα του έργου στην έκταση, εκδίδοντας και το σχετικό πρωτόκολλο εγκατάστασης, ανεξαρτήτως εάν έχουν υποβληθεί ή όχι ενστάσεις κατά της Πράξης Χαρακτηρισμού και ανεξαρτήτως εάν έχει τελεσιδικήσει ή όχι η πράξη χαρακτηρισμού. Ακόμα και στην περίπτωση που σύμφωνα με την πράξη χαρακτηρισμού η έκταση ή μέρος αυτής δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ο φορέας του έργου οφείλει να μεριμνά για τη μέγιστη προστασία των τυχόν στοιχείων δασικού περιβάλλοντος και να τεκμηριώνει κατά την εκπόνηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων την προστασία αυτή. γ) Εφόσον η εγκατάσταση σταθμού Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε. σχεδιάζεται σε έκταση που υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως προς την κυριότητα της ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3208/2003 η άδεια εγκατάστασης του σταθμού εκδίδεται μόνο αν εξασφαλιστεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ή μίσθωσης της έκτασης αυτής από τον ιδιοκτήτη της." Στο άρθρο 14 παρ. 8 περ. γ'του Ν. 998/1979, όπως ίσχυε και ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Ν. 4280/2014, προβλέπεται ότι: "Εφόσον η εγκατάσταση σταθμού Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. με χρήση Α.Π.Ε. σχεδιάζεται σε έκταση που υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως προς την κυριότητα της ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3208/2003 η άδεια εγκατάστασης του σταθμού εκδίδεται μόνο αν εξασφαλιστεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ή μίσθωσης της έκτασης αυτής από τον ιδιοκτήτη της". Στο δε άρθρο 10 του Ν. 3208/2003 (Α'303) αναφέρονται αναλυτικά οι περιπτώσεις δασών, δασικών εκτάσεων και λοιπών εκτάσεων που εμπίπτουν στη δασική νομοθεσία επί των οποίων το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι για την έκδοση άδειας εγκατάστασης για έργο Α.Π.Ε,, πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποβληθεί δικαιολογητικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι ο αιτών έχει δικαίωμα νόμιμης χρήσης επί της εκτάσεως εγκατάστασης του κυρίως και των συνοδών έργων ή να του επιτραπεί η σχετική χρήση σύμφωνα με τις διατάξεις για τη δασική ή άλλη νομοθεσία, ανάλογα με το χαρακτήρα και τη θέση της έκτασης σε δάσος ή αιγιαλό κ.λ.π. (Σ.τ.Ε. 444/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) ως αντιπροσώπου και πληρεξούσιας της μητέρας της 'Αννας χήρας Ε. - Α. Κ., το γένος Γ. Ν. και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Β.Ε.Τ.Ε." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) καταρτίστηκε, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...-2005 συμβολαιογραφικής πράξης μίσθωσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Β., η από 22-04-2005 σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η ως άνω μητέρα της ενάγουσας εκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία τη νήσο 'Αγιος Γεώργιος (Σαντζώρτζη), που κείται μεταξύ του ακρωτηρίου της νήσου Ύδρας με την ονομασία Ζούρβα και του ακρωτηρίου της Αττικής Σούνιο, απέχει από την Ύδρα 15 περίπου ναυτικά μίλια και υπάγεται στη διοικητική περιφέρεια Πειραιώς, επί της οποίας ευρίσκεται πεπαλαιωμένος οικίσκος και εκκλησία. Η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε προκειμένου η μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία ασκεί επιχείρηση με σκοπό-μεταξύ άλλων-την κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (είτε από αιολικά πάρκα, είτε από υδροηλεκτρικούς σταθμούς) να κατασκευάσει στη νήσο αυτή και να εκμεταλλευθεί αιολικό πάρκο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με 20 έως 25 ανεμογεννήτριες. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δεκαετής με έναρξη από την 22-04-2005 και λήξη την 22-04-2015, δόθηκε δε στη μισθώτρια πρώτη εναγομένη το δικαίωμα να παρατείνει τη σύμβαση μονομερώς για 10 επιπλέον έτη, με την κοινοποίηση σχετικής δήλωσης τουλάχιστον έξι μήνες προ της λήξεως, που ήταν η 22.04.2015. Με την παραλαβή της δήλωσης παράτασης θα θεωρείται συντελεσθείσα η παράταση της μίσθωσης και προς επιβεβαίωση αυτής θα συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη παράτασης της μίσθωσης και τροποποίησης του άρθρου 2 αναφορικά με τη διάρκεια της μίσθωσης και μόνον, αυτής οριζόμενης έως την 22 Απριλίου του έτους 2025, κατά τα λοιπά δε θα ισχύουν και επί της παράτασης οι όροι και οι συμφωνίες της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης. Το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 4.000 ευρώ ανά ανεμογεννήτρια, που θα εγκατασταθεί αυξανόμενο κατά την περίπτωση της δεκαετούς παράτασης κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής ισχύοντα δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, βαρυνόμενης της μισθώτριας και με το τέλος χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%, το δε μίσθωμα αυτό συμφωνήθηκε να καταβάλλεται με την έκδοση της άδειας λειτουργίας του αιολικού πάρκου και μέχρι την έκδοση αυτή, συμφωνήθηκε να καταβληθεί συνολικό μίσθωμα ποσού 30.000 ευρώ. Η καταβολή του μισθώματος θα γίνεται ετησίως και δη εντός των τριών (3) πρώτων μηνών κάθε μισθωτικού έτους (άρθρο 5). Η σύμβαση θα λυθεί με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, όπως αυτός τυχόν παραταθεί κατά τα ανωτέρω, της εκμισθώτριας παραιτούμενης από το δικαίωμα καταγγελίας για ιδιόχρηση, σε περίπτωση που η μίσθωση θεωρηθεί προστατευόμενη. Εξαιρετικά για την περίπτωση που δεν λαμβανόταν η άδεια έως την 22-04-2008, συμφωνήθηκε η σύμβαση να λυθεί αζημίως. Στην περίπτωση αυτή η μισθώτρια θα υποχρεούτο να αποστείλει σχετική έγγραφη δήλωση προς την εκμισθώτρια, στην οποία θα αναφέρει την επιθυμία της για λύση της μισθώσεως συνεπεία της μη εκδόσεως των αναγκαίων άδειων και θα επερχόταν λύση της μίσθωσης αζημίως, μη δικαιούμενης της εκμισθώτριας ή της μισθώτριας σε οποιαδήποτε περαιτέρω αποζημίωση. Το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η μισθώτρια σύμφωνα με τον όρο 5 (β), συμφωνήθηκε ότι θα παραμένει σε όφελος της εκμισθώτριας μη δικαιούμενης ή άλλως παραιτούμενης της μισθώτριας της αναζήτησης αυτού (άρθρο 9). Στο υπ' αριθμόν 3 άρθρο της πράξης σύμβασης μίσθωσης προβλέφθηκε ότι για την επίτευξη του σκοπού της χρήσης του μισθίου από τη μισθώτρια πρώτη εναγόμενη και δη ως χώρου εγκατάστασης ανεμογεννητριών για τη λειτουργία αιολικού πάρκου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των απαραίτητων συνοδών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση στου σκοπού αυτού, η μισθώτρια ή τυχόν υπομισθωτές ή υποκατάστατοι μισθωτές, δικαιούνται να αναγείρουν με δαπάνες τους οιοδήποτε κτίσμα απαιτείται για την εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο προορίζουν το μίσθιο. Στο υπ' αριθμόν 8 δε άρθρο της ίδιας πράξης σύμβασης μίσθωσης νήσου, ορίστηκε ότι επιτρέπεται στη μισθώτρια να υπεκμισθώσει μερικά η ολικά το μίσθιο και γενικά να παραχωρήσει ή να εκχωρήσει τα δικαιώματά της από τη μίσθωση ή να μεταβιβάσει την επίδικη μισθωτική σχέση σε τρίτα νομικά πρόσωπα, χωρίς να απαιτείται συναίνεση της εκμισθώτριας υπό τον όρο ότι θα αποτελούν συνδεδεμένη με αυτή εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΚΝ 2190/1920, στην περίπτωση δε αυτή το τρίτο νομικό πρόσωπο θα υπεισέλθει στα από την ένδικη μίσθωση δικαιώματα και υποχρεώσεις ως μισθωτής, ενώ η αναγγελία της υπεισέλευσης του τρίτου στη θέση της μισθώτριας θα γίνει με σχετική δήλωση προς τον προαναφερθέντα συμβολαιογράφο ή το νόμιμο αναπληρωτή ή αντικαταστάτη του ή προς τη διαλαμβανόμενη στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης δικηγόρο Αθηνών, οι οποίοι και ορίστηκαν με την ως άνω πράξη αντίκλητοι της εκμισθώτριας, εξουσιοδοθέντες να παραλάβουν τη σχετική δήλωση. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εκμισθώτριας και της μισθώτριας πρώτης εναγομένης, της εκμισθώτριας αντιπροσωπευθείσας από την αντίκλητο και πληρεξούσια αυτής θυγατέρα της ενάγουσας, καταρτίστηκαν τα από 25-11-2007, 23-05-2011 και 23-11-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, με τα οποία παρατάθηκε ο χρόνος, εντός του οποίου έπρεπε να ληφθεί η άδεια λειτουργίας και ορίστηκε νέο μίσθωμα για το χρόνο της παράτασης. Ακολούθως η εκμισθώτρια Α. χήρα Ε. - Α. Κ., το γένος Γ. Ν., μητέρα της ενάγουσας απεβίωσε την ...-2013 και η τελευταία, κατέστη μόνη κληρονόμος αυτής και δη αρχικά εξ αδιαθέτου, ως μόνο τέκνο της θανούσας (βλ. την υπ'αριθμόν 425/2015 διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών), ωστόσο στη συνέχεια δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια και η από 04-01-2010 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία κατονομάζει την ενάγουσα ως μόνη κληρονόμο (βλ. το υπ' αριθμόν 6.608/18-12-2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και την υπ' αριθμόν 1.481/2018 Πράξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών). Εν τω μεταξύ η α'εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είχε ήδη καταθέσει την υπ' αριθμό πρωτ. ...-2004 αίτησή της προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) για τη χορήγηση άδειας παραγωγής αιολικού πάρκου ισχύος 46 ΜW στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν πρωτ. ... π.ε. απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε σ'αυτήν άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο ισχύος 45 ΜW στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος του Δήμου Λαυρεωτικής Αττικής. Κατόπιν, η πρώτη εναγομένη κατέθεσε την υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2005 αίτηση προς το Δασαρχείο Λαυρίου, με την οποία ζήτησε τη χορήγηση γνωμοδότησης από το Δασαρχείο αυτό για την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου στην ως άνω νήσο. Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ...-2010 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λαυρίου, με την οποία αποφασίστηκε ο χαρακτηρισμός, αφενός των υπό στοιχείο Β1, εμβαδού 3.620,734 στρεμμάτων και υπό στοιχείο Β2, εμβαδού 3.380 στρεμμάτων τμημάτων της νήσου "'Αγιος Γεώργιος", όπως αυτά εμφαίνονται στο συνημμένο στην εν λόγω πράξη από 17-05-2010 τοπογραφικό διάγραμμα, ως χορτολιβαδικών εκτάσεων της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 και του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης και αφετέρου των υπό στοιχείο Α1 εμβαδού 548,708 στρεμμάτων και υπό στοιχείο Α2 εμβαδού 27.571 στρεμμάτων, όπως αυτά εμφαίνονται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, ως αγροτικών εκτάσεων της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.Επίσης, η α' εκκαλούσα εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 86.462,39 ευρώ υπέρ του Δασαρχείου Λαυρίου, ως αντάλλαγμα χρήσης (βλ. την από 01-06-2011 απόδειξη κατάθεσης της "Τράπεζας της Ελλάδος"), σε συμμόρφωση με την υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2010 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής για την ειδική έγκριση επέμβασης σε δημόσια χορτολιβαδική έκταση των άρθρων 3 παρ. 6β και 7 του Ν. 998/1979 με σκοπό την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου "Άγιος Γεώργιος Ι" στη νήσο Άγιος Γεώργιος του Δήμου Λαυρευωτικής, περιοχής αρμοδιότητας του Δασαρχείου Λαυρίου. Εν συνεχεία εκδόθηκε το από 07-06-2011 πρωτόκολλο εγκατάστασης του δασοπόνου του Δασαρχείου Λαυρίου Π. Κ., δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία εγκαταστάθηκε επί δημόσιας χορτολιβαδικής εκτάσεως συνολικού εμβαδού 72.215,68 τ.μ. για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου "'Αγιος Γεώργιος I". Κατά της υπ' αριθμόν ...-2010 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λαυρίου ασκήθηκαν με το υπ' αριθμόν ...-2010 έγγραφο Αντιρρήσεις από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής ενώπιον της Τέταρτης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 61/2011 απόφαση της ως άνω Επιτροπής, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Λαυρίου ως προς τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Β1 και Β2 τμήματα της νήσου 'Αγιος Γεώργιος τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, κατά δε της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που αφορούσε το χαρακτηρισμό των υπό στοιχείων Α1 και Α2 τμημάτων της νήσου 'Αγιος Γεώργιος, ασκήθηκαν με το υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2012 έγγραφο, αντιρρήσεις - προσφυγή από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, ενώπιον της Πρώτης Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών, η οποία με το υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2015 έγγραφό της ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη λειτουργία της στις 08-02-2015, χωρίς να εξετάσει την προσφυγή.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με την από 23-10-2015 αίτησή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Ακυρωτικός Σχηματισμός) ζήτησε την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης των ανωτέρω Αντιρρήσεων-Προσφυγής του και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 641/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με την οποία ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη της υπ' αριθμόν ...-2012 προσφυγής κατά της υπ' αριθμόν 61/2011 απόφασης της ως άνω Επιτροπής και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση. Ακολούθως, το έτος 2011 συστήθηκε η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΙ- ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ" με το διακριτικό τίτλο "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Αϊ - ΠΩΡΓΗΣ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία ανήκει στο όμιλο εταιρειών της πρώτης εναγομένης και έχει ως αντικείμενο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δυνάμει δε των υπ' αριθμόν ...-2012 και ...-2012 αποφάσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), αποφασίστηκε η μεταβίβαση το μεν με την πρώτη ως άνω απόφαση της υπ' αριθμόν πρωτ. ΥΠΑΝ ...-2006 (...) άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό ισχύος 24 ΜW στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος της Δημοτικής Ενότητας Ύδρας του Δήμου Ύδρας της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής από την εταιρεία "IWECO ΧΩΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." στη δεύτερη εναγομένη με μετοχική σύνθεση κατά ποσοστό 65% της πρώτης εναγόμενης και κατά ποσοστό 35% της εταιρείας "IWECO ΧΩΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." και χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγόμενη άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο, που θα κατασκευαστεί στη νησίδα 'Αγιος Γεώργιος της Δημοτικής Ενότητας Ύδρας του Δήμου Ύδρας της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής, το δε με τη δεύτερη ως
άνω απόφαση της υπ' αριθμόν πρωτ. ΥΠΑΝ ...-2006 (...) άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό σταθμό ισχύος 45 ΜW στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος της Δημοτικής Ενότητας Ύδρας του Δήμου Ύδρας της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Αττικής από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη εναγομένη με μετοχική σύνθεση, ομοίως κατά ποσοστό 65% της πρώτης εναγομένης και κατά ποσοστό 35% της εταιρείας "IWECO ΧΩΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." και χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγομένη επίσης άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο, που θα κατασκευαστεί στην ίδια νησίδα 'Αγιος Γεώργιος. Η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "IWECO ΧΩΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", δυνάμει του από 07-06-2011 πρωτοκόλλου εγκατάστασης του δασοπόνου Β του Δασαρχείου Λαυρίου Π. Κ., είχε εγκατασταθεί επί δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 69.431,83 τ.μ. για την εγκατάσταση αιολικού πάρκου "Άγιος Γεώργιος II". Δηλαδή, ήδη, η α'εκκαλούσα εναγομένη κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής έχει αποχωρήσει από την νήσο, αφού μεταβίβασε στην β' εναγομένη το σύνολο των αδειών και εγκρίσεων που είχε λάβει από το Δημόσιο και ανωτέρω αναφέρθηκαν. Περαιτέρω, με το από 19-10-2015 πρωτόκολλο εγκατάστασης του ίδιου ως άνω δασοπόνου εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγομένη επί δημόσιας έκτασης εμβαδού 38.481,78 τ.μ. τ.μ. επιπλέον της έκτασης στην οποία είχαν εγκατασταθεί με τα από 07-06-2011 πρωτόκολλα εγκατάστασης τόσο η πρώτη εναγόμενη, όσο και η προαναφερθείσα εταιρεία με την επωνυμία "IWECO ΧΩΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ A.Ε." και ειδικότερα, όπως αναγράφεται στο πρωτόκολλο αυτό, εγκαταστάθηκε ο νέος φορέας εκμετάλλευσης του έργου "Αιολικά Πάρκα ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ I ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ II" σε επιμέρους τμήματα δημοσίων εκτάσεων της νήσου 'Αγιος Γεώργιος, όπως αυτά εμφαίνονται στο από τον Μάϊο του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., που έχει προσαρτηθεί στο πρωτόκολλο αυτό και συγκεκριμένα στις δημόσιες χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις της άνω νήσου, εξαιρουμένων των αγροτικών εκτάσεων, που χαρακτηρίστηκαν ως τέτοιες με την ως άνω ...-2010, πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Λαυρίου και την προαναφερόμενη 61/2011 απόφαση της Τέταρτης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Αττικής, όπως αυτές εμφαίνονται με κίτρινη διαγράμμιση στο συνημμένο στο πρωτόκολλο τοπογραφικό, κατατέθηκε δε ως αντάλλαγμα χρήσης το ποσό των 13.935,06 ευρώ. Ενώ, με το από 23-05-2016 πρωτόκολλο εγκατάστασης του ίδιου ως άνω δασοπόνου, εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγομένη σε επιπλέον δημόσια έκταση δασικού χαρακτήρα, εμβαδού 10.278,26 τ.μ. στην ίδια νήσο, για τα έργα που προβλέπουν οι μνημονευόμενες στο πρωτόκολλο τροποποιητικές αποφάσεις και εμφαίνονται στο από Μάϊο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου Κ. Β., κατατέθηκε δε ως αντάλλαγμα χρήσης το ποσό των 4.519,60 ευρώ. Εξάλλου με την υπ' αριθμόν πρωτ. 951/96/22-01-2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αποφασίστηκε η παραχώρηση απευθείας προς τη δεύτερη εναγομένη του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου και πυθμένα για την εκτέλεση των έργων "Λιμενικά έργα, δρόμου, διέλευσης και υποβρύχια ζεύξη των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Νησίδα 'Αγιος Γεώργιος Αττικής συνολικής ισχύος 69 ΜW" και "Υποβρύχια ενεργειακή ζεύξη 150 ΚV - Νήσος 'Αγιος Γεώργιος - Λαύριο", με την κατασκευή λιμενικού έργου, που περιγράφεται ως "κρηπιδότοιχος - διαμορφούμενη λιμενολεκάνη και πρανή λιμενικού έργου η λιμενική εγκατάσταση", δρόμου που περιγράφεται ως "δρόμος πρόσβασης" και καλωδίου που περιγράφεται ως "υποβρύχιο ή υπόγειο καλώδιο 1 ή υποβρύχια ενεργειακή ζεύξη", κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην απόφαση αυτή, ενώ με την υπ' αριθμόν πρωτ. ...-2018 απόφαση της Υφυπουργού Οικονομικών αποφασίστηκε αφενός μεν η διατήρηση του έργου κατασκευής, που προβλέπεται στην αμέσως αναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών υπό τον πρόσθετο όρο καταβολής αποζημίωσης χρήσης σε βάθος πενταετίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή και η παραχώρηση απευθείας προς τη δεύτερη εναγομένη του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου και πυθμένα για την εκτέλεση λιμενικών έργων, την κατασκευή των αναγκαίων συνοδών έργων και κτιρίων για την υποστήριξη των εγκαταστάσεων λειτουργίας και συντήρησης του αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Νησίδα 'Αγιος Γεώργιος Αττικής, ομοίως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω απόφαση. Περαιτέρω, η ένδικη σύμβαση μισθώσεως -όπως έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο -ήταν εξ αρχής άκυρη (και δεν παρήγαγε καμία ενέργεια) για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ, 1 του ν. 1892/1990 άδεια, κατά το χρόνο υπογραφής της από 22-04-2005 σύμβασης μίσθωσης, εφόσον επρόκειτο για απόκτηση με δικαιοπραξία εν ζωή ενοχικών δικαιωμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ιδιωτικές νήσους ή νησίδες της Ελλάδας, καθώς και σε ακίνητα ιδιωτικών νήσων ή νησίδων, οπουδήποτε και εάν βρίσκονται αυτές, έπρεπε να δοθεί από τον Υπουργό Γεωργίας (ήδη από τον Υπουργό 'Αμυνας). Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 30 του ίδιου νόμου, η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και δεν δύναται να θεραπευτεί με την πάροδο του χρόνου, ούτε με συναφείς επικυρωτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, που κατά τον Α.Κ. (άρθρο 183), δεν είναι ικανές να προσδώσουν εκ νέου ζωή στην άκυρη σύμβαση, ούτε με τυχόν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την άκυρη σύμβαση.
Περαιτέρω, κατόπιν των ανωτέρω αναφερομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από κανένα στοιχείο της παρούσας δικογραφίας δεν προέκυψε ότι η α' εκκαλούσα εναγομένη ενήργησε εν προκειμένω, επικαλούμενη την επίδικη σύμβαση μισθώσεως, προκειμένου να λάβει γνωμοδότηση από το Δασαρχείο και άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικό πάρκο 45ΜW στη νήσο αυτή, δεδομένου ότι σε κανένα έγγραφο της διοικητικής διαδικασίας που αναφέρθηκε δεν γίνεται λόγος για την εν λόγω μίσθωση. Ενώ, επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η α' ενάγουσα είχε εγκαταστήσει μηχανολογικό εξοπλισμό στη νησίδα προ της εγκαταστάσεώς της εκεί από το Δημόσιο. Κατόπιν όλων των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι εν προκειμένω η α' εκκαλούσα εγκαταστάθηκε στα δύο ως άνω αναφερόμενα τμήματα της εν λόγω νήσου (Β1 και Β2) και όχι σε όλη την έκταση αυτής, μέσω των ανωτέρω αναφερόμενων διοικητικών πράξεων και όχι από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας, δυνάμει της από 22.4.2005 συμβάσεως μισθώσεως, αφού η εκμισθώτρια δεν είχε την διαχείριση της νησίδας που εκμίσθωσε, καθώς αυτή η εξουσία ανήκει αποκλειστικά στην Δ/ση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, ως επιβεβαιώθηκε κατόπιν του κατ' άρθρο 14 ν.998/1979 χαρακτηρισμού της εν λόγω εκτάσεως. 'Αλλωστε, η αντιποίηση της τεκμαιρόμενης (πλασματικής) από το άρθρο 4 α.ν. 1539/1938 νομής του Δημοσίου από τρίτον, όπως εν προκειμένω της εφεσίβλητης ενάγουσας δεν καθιστά αυτόν ούτε νομέα ούτε κάτοχο, με συνέπεια δε τούτου ο αντιποιούμενος να μη μπορεί να καταστήσει περαιτέρω άλλον κάτοχο ή νομέα (...).Το γεγονός ότι η εκμισθώτρια μητέρα της εφεσίβλητης ενάγουσας δεν είχε νομή ή κατοχή στο φερόμενο μίσθιο σημαίνει ότι δεν μπορούσε έγκυρα και δεν κατέστησε κάτοχο την α' εκκαλούσα. Επίσης, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η σύναψη συμβάσεως υπομισθώσεως μεταξύ α' και β' εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ή η κατ'άλλο τρόπο μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως από την α' στην β'εκκαλούσα. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η β' εκκαλούσα εγκαταστάθηκε στην νήσο αυτοτελώς, δυνάμει: 1) του από 07.06.2011 Πρωτοκόλλου Εγκατάστασης που εκδόθηκε από το Δασαρχείο Λαυρίου με το οποίο εγκαταστάθηκε η πρώτη των εναγόμενων στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος επί χαρακτηρισθείσας δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 72.215,68 τ.μ. και στη συνέχεια η δεύτερη λόγω μεταβίβασης των ανωτέρω αδειών εγκατάστασης προς αυτή, 2/ του από 19.10.2015 Πρωτοκόλλου εγκαταστάσεώς που εκδόθηκε από το Δασαρχείο Λαυρίου με το οποίο εγκαταστάθηκε η β' εναγομένη σε επιπλέον δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις της νήσου 'Αγιος Γεώργιος και 3/του από 23.5.2016 πρωτοκόλλου εγκαταστάσεώς του Δασαρχείου Λαυρίου με το οποίο εγκαταστάθηκε η β' εκκαλούσα εναγομένη σε επιπρόσθετες δημόσιες εκτάσεις. 'Εσφαλε δε η εκκαλουμένη η οποία δέχθηκε ότι η β' εναγομένη είχε συσταθεί το έτος 2011 με σκοπό να καταστεί υπομισθώτρια της νησίδας ή να της μεταβιβασθεί η ήδη υπάρχουσα ένδικη μισθωτική σχέση, κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στην επίδικη μισθωτική σύμβαση (άρθρο 9), δεν αρκεί βέβαια εν προκειμένω ουδόλως ο πιθανολογούμενος ως σκοπός υπομισθώσεως- ως δέχθηκε η εκκαλουμένη, παρά απαιτείται περί της συνάψεως συμβάσεως υπομισθώσεως πλήρης βεβαιότητα. Το γεγονός ότι προβλεπόταν η δυνατότητα αυτή από την μισθωτική σύμβαση καθώς και το ότι έχουν εκδοθεί και χορηγηθεί σε αυτή από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας οι υπ' αρ. .../2012 και .../2012 άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η υπ' αρ. ....2015 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και η υπ' αρ. ...-2018 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών που αφορούν την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παρακείμενου θαλάσσιου χώρου και πυθμένα για την εκτέλεση έργων υποβρύχιας ζεύξης των σταθμών παραγωγής ενέργειας της νήσου με το ηλεκτρικό δίκτυο της ηπειρώτικης Χώρας, δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή εν προκειμένω ως προς την απόδειξη δηλαδή της υπάρξεως συμβάσεως υπομισθώσεως ή γενικώς μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως από την α' εκκαλούσα προς την β' εκκαλούσα απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών της εφεσίβλητης ως αβάσιμων. Οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης ενάγουσας ότι η ίδια έχει καταστεί κυρία του μισθίου, ήτοι της νήσου 'Αγιος Γεώργιος με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση του χρόνου νομής της και αυτού των δικαιοπαρόχων της, ότι το πρώτο προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητάς της επί της νήσου και ότι επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-09-1915 δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Α.Ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθ' εαυτή διακατοχική πράξη και β) των άρθρων 2, 4, και 37 του αν.ν. 1539/1983 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας, δεν επιδρούν στη διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου της ως άνω ασκηθείσας εφέσεως των εναγόμενων κατά της ενάγουσας, διότι δεν αποδείχθηκε η σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ των εκκαλουσών εναγομένων, ούτε η μεταβίβαση της επίδικης μισθωτικής σχέσης από την πρώτη στη δεύτερη εκκαλούσα εναγομένη και δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω πρωτόκολλα, με βάση τα οποία εγκαταστάθηκε η δεύτερη εναγόμενη στη νήσο 'Αγιος Γεώργιος έχουν απωλέσει την ισχύ τους. Πρόκειται για διοικητικές πράξεις οι οποίες είναι εκτελεστές και φέρουν το τεκμήριο νομιμότητας, δηλαδή ισχύουν άμεσα δεσμεύοντας Διοίκηση και διοικούμενους έως ότου ακυρωθούν με δικαστική απόφαση ή με την έκδοση νεώτερης αντιθέτου περιεχομένου πράξεως ή ανακληθούν από το εκδόν αυτήν όργανο. Εξάλλου το αίτημα της ενάγουσας περί αποδόσεως του λοιπού τμήματος της νήσου στο οποίο δεν υπάρχει εγκατάσταση των εναγομένων αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι ουδέποτε οι εναγόμενες εγκαταστάθηκαν στα τμήματα Α1 και Α2 της νησίδας τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως αγροτικά, παρά μόνο στα τμήματα που αναφέρονται στα ως άνω πρωτόκολλα του Δημοσίου.
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και ως προς την β 'εκκαλούσα εναγομένη, αφού δεν την συνδέει ουδεμία συμβατική σχέση με την ενάγουσα εφεσίβλητη επί τη βάσει της οποίας να μπορεί να διαταχθεί η αιτούμενη απόδοση του μισθίου. Με τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι η πρώτη εναγομένη εγκαταστάθηκε στη νησίδα 'Αγιος Γεώργιος ως μισθώτρια αυτής, η δε δεύτερη εναγομένη συστήθηκε με σκοπό να καταστεί υπομισθώτρια της νησίδας ή να της μεταβιβαστεί η επίδικη μισθωτική σχέση κατ' εφαρμογή σχετικού όρου της μισθωτικής σύμβασης και περαιτέρω να υποχρεώσει την πρώτη εναγομένη ή οποιονδήποτε άλλον έλκει δικαιώματα από αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης εναγομένης, να αποδώσουν στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο, ήτοι τη νήσο 'Αγιος Γεώργιος, δυνάμει της από 22.4.2005 άκυρης μισθωτικής σύμβασης μεταξύ ενάγουσας και α' εναγομένης, ενώ το αληθές είναι ότι οι εναγόμενες έχουν εγκατασταθεί αποκλειστικά σε δημόσιες εκτάσεις κατά παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, ως ανωτέρω εκτενώς αναφέρεται, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο α' λόγος της κρινόμενης εφέσεως ως ουσιαστικά βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και συνεκδικαστούν η από 16.06.2020 έφεση και η υπέρ αυτής από 24.07.2020 πρόσθετη παρέμβαση και ερευνηθεί κατ'ουσίαν η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ' αριθμ. 1937/2023), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 619 /2020) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας για απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι : α) οι εναγόμενες, ήδη πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, εγκαταστάθηκαν στα αναφερόμενα τμήματα του μισθίου ακινήτου (Β1 και Β2) που αποτελούν δημόσιες εκτάσεις κατά παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει διαδοχικών διοικητικών πρωτοκόλλων εγκατάστασης και όχι δυνάμει της από 22-4-2005 σύμβασης μίσθωσης από τη δικαιοπάροχο μητέρα της ενάγουσας, ως εκμισθώτριας, β) η εκμισθώτρια δεν είχε τη διαχείριση της επίδικης νησίδας, που εκμίσθωσε, καθώς αυτή η εξουσία ανήκει αποκλειστικά στη Δ/νση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, κατόπιν του κατ' άρθρο 14 του Ν. 998/1979 χαρακτηρισμού της ως δασικής έκτασης, γ) η αντιποίηση της τεκμαιρόμενης (πλασματικής) από το άρθρο 4 αν. 1539/1938 νομής του Δημοσίου από τρίτον, όπως εν προκειμένω της ενάγουσας, δεν καθιστά αυτόν ούτε νομέα ούτε κάτοχο, με συνέπεια ο αντιποιούμενος να μην μπορεί να καταστήσει περαιτέρω άλλον κάτοχο ή νομέα και ως εκ τούτου η εκμισθώτρια δεν μπορούσε έγκαιρα και δεν κατέστησε κάτοχο την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και δ) το αίτημα της ενάγουσας περί αποδόσεως του λοιπού τμήματος της νήσου, στο οποίο δεν υπάρχει εγκατάσταση των εναγομένων, αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι ουδέποτε οι εναγόμενες εγκαταστάθηκαν στα τμήματα Α1 και Α2 της νησίδας τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως αγροτικά παρά μόνο στα τμήματα που αναφέρονται στα πρωτόκολλα του Δημοσίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 559 Α.Κ., 24 παρ. Α 2 β) του ν. 3468/2006 και 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, τις οποίες ευθέως παραβίασε και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", κατά την οποία επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής, σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 3 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση του κανόνα ότι κάθε μίσθωση είναι έγκυρη έστω και αν το μίσθιο είναι αλλότριο, δηλ. δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή κατά το χρόνο της σύναψής της, διότι η σχέση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα δεν είναι κρίσιμο στοιχείο του κύρους της (άρθρο 574 ΑΚ), η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη (άρθρ. 180 ΑΚ) όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο, ο εκμισθωτής, ωστόσο, που παραχώρησε τη χρήση του ακινήτου με άκυρη μίσθωση, δικαιούται να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του από τον μισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχώρησε τη χρήση. Επομένως, η αναιρεσείουσα δικαιούται, ως καθολική διάδοχος της εκμισθώτριας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον επισυμβάντα θάνατό της τελευταίας στην επίδικη μισθωτική σχέση, να ζητήσει την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 Α.Κ., ασχέτως της ακυρότητας της σύμβασης μίσθωσης και του χαρακτηρισμού της ως δημόσιο κτήμα.
Περαιτέρω, τα πρωτόκολλα εγκατάστασης των εναγομένων στο μίσθιο, που εκδόθηκαν από τα αρμόδια διοικητικά όργανα, δυνάμει αντίστοιχων διοικητικών εκτελεστών πράξεων, μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, φέρουν το τεκμήριο νομιμότητας, δηλαδή ισχύουν άμεσα δεσμεύοντας Διοίκηση και διοικούμενους, έως ότου ακυρωθούν, δεν καταργούν όμως την ήδη αποκτηθείσα κατοχή δυνάμει της μίσθωσης στις εκμισθούμενες εκτάσεις, ούτε παραχωρούν κατοχή επ' αυτών, όπως τούτο συνάγεται και από τα οριζόμενα στο άρθρο 24 παρ. Α2γ) του Ν. 3468/2006, που ισχύει για τα ιδιωτικά δάση και τις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με τα οποία η άδεια εγκατάστασης σταθμού Α.Π.Ε. ή Σ.Η,Θ.Υ.Α με χρήση Α.Π.Ε. εκδίδεται μόνο αν εξασφαλιστεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ή μίσθωσης της έκτασης αυτής από τον ιδιοκτήτη της. Επομένως, είναι βάσιμοι ο πρώτος και ο τέταρτος αναιρετικοί λόγοι και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των, κατά τα ανωτέρω, γενομένων δεκτών αναιρετικών λόγων και ενόψει του, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, παρεπόμενου χαρακτήρα της υπομίσθωσης, παρέλκει η έρευνα των δεύτερου και τρίτου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμούς 11 γ και 19 Κ.Πολ.Δ.
Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο με την 389/2022 απόφασή του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Δικαστικά έξοδα σε βάρος των παρισταμένων προσθέτως παρεμβάντων υπέρ των αναιρεσίβλητων, οι οποίες ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη, δεν επιβάλλονται, αφού η καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση- αναιρεσείουσα δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα έξοδα και δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της παρεμβάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20-7-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 6163/627/21-7-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1937/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τον από 14-3-2024 (αριθμ. ΠΛ 52/2024) πρόσθετο λόγο αναίρεσης.
Αναιρεί την ως άνω υπ'αριθμ. 1937/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου