ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1368/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1368/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1368/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1368 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1368/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Ι. και της Ν. και Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ., χήρας Κ. Κ., 2) Ι. Κ. του Κ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Κ. Κ. του Ι. και της Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2023 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 περ. β', 577 παρ.2, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ.1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 508/2021, ΑΠ 841/2019). Τελεσίδικη είναι η απόφαση που περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ.1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1374/2021, ΑΠ 528/2020). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται είτε με συνομολόγηση της τελεσιδικίας, είτε με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ. Α.Π. 17/2013, Α.Π. 185/2022, Α.Π. 845/2018, Α.Π. 864/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 60/2017 Α.Π. 737/2017, Α.Π. 430/2009). Αν δεν αποδεικνύεται ή δεν συνομολογείται η τελεσιδικία κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, απορρίπτεται αυτή αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 508/2021, ΑΠ 528/2020, ΑΠ 1094/2019, ΑΠ 765/2018, ΑΠ 185/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-7-2023 και με αρ. κατάθ. 23/24-7-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εφεσιβλήτων (εναγομένων) και ήδη αναιρεσιβλήτων, με αρ. 23/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δίκασε την από 25-10-2022 έφεση της ενάγουσας κατά της με αρ. 42/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο είχε απορρίψει την από 11-10-2021 αγωγή λόγω δεδικασμένου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δικάζοντας ερήμην των εφεσιβλήτων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος κατά παραδοχή της πρωτοδίκως προβληθείσας ένστασης των εναγομένων-εφεσιβλήτων. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από τις εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες στην αναιρεσείουσα στις 22-6-2023, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τις αναιρεσίβλητες (άρθρο 261 εδ. β του ΚΠολΔ) και έκτοτε κινήθηκε η προθεσμία της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ως προς της ερημοδικασθείσες εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες. Οι εφεσίβλητες δεν άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατά της με αρ. 23/2023 απόφασης του (προσβαλλόμενης) του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (με την οποία εξάλλου απορρίφθηκε η κατ' αυτών στρεφόμενη έφεση) εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ δηλαδή μέχρι 7-7-2023, οπότε έληξε η προθεσμία των δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της απόφασης, γεγονός που δεν αμφισβητείται από αυτές (αναιρεσίβλητες) αν και δεν προσκομίζεται βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και συνεπώς συνομολογείται ότι η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου κατέστη τελεσίδικη, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται και στις κατατεθείσες ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στην Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 24-7-2023 (με αρ. 23/24-7-2023 έκθεση κατάθεσης), εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας των δεκαπέντε ημερών (που έληγε στις 7-7-2023) από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (στις 22-6-2023), όταν δηλαδή αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη (άρθρα 552, 553, 556, 558 εδ. 1,564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2.- α) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, 625/2008, 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 416/2022, ΑΠ 701/2008, 625/2008, 558/2008). β) Με τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις (ενστάσεις, αντενστάσεις) και όχι στους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 729/2006, ΑΠ 433/1998). Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ το αίτημα της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παράπονων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010). Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που(αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ207/2017,1344/2015).

Περαιτέρω εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε εν όλω ή εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος λόγω αποδοχής ενστάσεως από τον εναγόμενο και η απόφαση προσβάλλεται από τον ενάγοντα, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αδιαίρετα και ως προς την ένσταση δίχως να απαιτείται η επαναφορά της από τον εναγόμενο κατ άρθρο 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 747/2017, ΑΠ 879/2013). Τα ανωτέρω ισχύουν δηλαδή μόνο επί ενστάσεως που έχει ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να είναι ολική ή μερική , τούτο εξαρτάται από τον λόγο της έφεσης που γίνεται δεκτός διότι κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ η απόφαση εξαφανίζεται μόνο κατά τα θιγέντα με την έφεση κεφάλαια (ΑΠ 1344/2015). Τέλος η, από τη διάταξη του άρθρου 524 εδ. 3 ΚΠολΔ, υποχρέωση του παρισταμένου διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη, να προσκομίσει τις προτάσεις του αντιδίκου του εντός πέντε ημερών με την ποινή του απαραδέκτου της συζήτησης της έφεσης, αναφέρεται μόνο στο παραδεκτό της συζήτησης ενώ η επαναφορά των ενστάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβλέπεται από το άρθρο 240 ΚΠολΔ με την επανυποβολή των προτάσεων. Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 728/2010), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 ΚΠΟΛΔ) στο Εφετείο λόγω της ερημοδικίας του εφεσιβλήτου (ΑΠ 76/2022). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρ. 247 ΑΚ η παραγραφή χωρεί επί αξιώσεων και συνεπώς η αναγνωριστική αγωγή με την οποία δεν διώκεται αξίωση δεν υπόκειται σε παραγραφή. Εάν όμως παραγραφεί η αξίωση την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αναγνωριστική αγωγή, ελλείπει πλέον το προς άσκηση αυτής έννομο συμφέρον (άρθρ. 70 ΚΠολΔ), ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και γι αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Εξάλλου σύμφωνα με τα άρθρα 277 και 278 του ΑΚ, το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την ένσταση παραγραφής, η οποία αποτελεί γνήσια αυτοτελή ένσταση διότι αφορά επίκληση ουσιαστικού δικαιώματος (ΑΠ 271/2025, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 180/2018, ΑΠ 1041/2017). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, στην κατ' έφεση δίκη, σε περίπτωση ερημοδικίας του ενισταμένου εναγομένου - εφεσιβλήτου, όταν η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για οποιονδήποτε λόγο και όχι κατ' αποδοχή της ένστασης του εναγομένου, το Εφετείο δικάζοντας ερήμην του εφεσιβλήτου, όταν δέχεται την έφεση κατ ουσίαν και εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, δεν μπορεί να ερευνήσει την ένσταση που προβλήθηκε μεν πρωτοδίκως αλλά δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο λόγω της ερημοδικίας του εφεσιβλήτου-εναγομένου, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

3.-Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι επί της από 11-10-2021 αναγνωριστικής ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος των εναγομένων, προς αντίκρουση της οποίας οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες προέβαλαν την ένσταση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος λόγω εικοσαετούς παραγραφής της αξίωσης για άσκηση της περί κλήρου αγωγής , δηλαδή την ένσταση παραγραφής η οποία επί αναγνωριστικής αγωγής προβάλλεται ως ένσταση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος κατά τα ήδη εκτεθέντα, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω υπάρξεως δεδικασμένου που πηγάζει από την με αρ. 126/2014 αμετάκλητη (μετά την έκδοση και της με αρ. 455/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου) απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ηττηθείσα ενάγουσα την από 25-10-2022 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην των εφεσιβλήτων, η προσβαλλομένη απόφαση. Με την απόφασή του αυτή το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ερευνώντας κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχτηκε την ένσταση που προέβαλαν στον πρώτο βαθμό οι ερημοδικασθείσες εφεσίβλητες- εναγόμενες, περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος λόγω εικοσαετούς παραγραφής της αξίωσης για άσκηση της περί κλήρου αγωγής και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος με τις ειδικότερες παραδοχές, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι: "Περαιτέρω η υπό κρίση αγωγή είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Τούτο διότι ναι μεν η αγωγή, ως αναγνωριστική, δεν υπόκειται σε παραγραφή, πλην όμως έχει υποπέσει σε παραγραφή η περί κλήρου αγωγή, με την οποία θα μπορούσε να ασκηθεί η αξίωση της ενάγουσας... Ειδικότερα αφετήριο χρονικό σημείο της παραγραφής της περί κλήρου αγωγής είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, Κ. Κ., κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομίας........ Η παραγραφή αυτή ..... δεν διακόπηκε με την άσκηση της ανωτέρω αναφερομένης από 16-2-1999 και με αριθμό κατάθεσης ...-199 αγωγής της ενάγουσας....". Με την ανωτέρω παραδοχή του το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της αξίωσης της περί κλήρου αγωγής και της, για το λόγο αυτό, έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής, η οποία, ενώ προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, κατά τα ήδη εκτεθέντα, λόγω της ερημοδικίας των εφεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της έφεσης και δεν κατέθεσαν προτάσεις ώστε να προκύπτει ότι επικαλούνται την ανωτέρω ένσταση και στην κατ' έφεση δίκη. Τέτοια επαναφορά δε των πρωτοδίκως προβληθέντων ισχυρισμών δεν αποτελεί η προσκόμιση των προτάσεων των εφεσιβλήτων από την εκκαλούσα που παραστάθηκε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, διότι με αυτές δεν πραγματοποιείται εκ νέου επίκληση από τις απούσες εφεσίβλητες των προσβληθέντων πρωτοδίκως ισχυρισμών τους. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά εκ των πραγμάτων αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών εκ αρ. 8, 19, 1, 11,14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. 23/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή