Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1370 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1370/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Ε. του Β., κατοίκου ..., 2) Δ. συζ. Η. Ε., 3) Ν. Α., κατοίκου ..., 4) Ζ. Σ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 5) Α. χήρας Α. Θ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 6) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Α. - Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9) Σ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 10) Β. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 11) Ε. Χ. χήρας Φ., κατοίκου ..., 12) Α. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 13) Α. Η. του Β., κατοίκου ..., 14) Ε. Η. του Β., κατοίκου ..., 15) Β. Η. του Α., κατοίκου ..., 16) Α. Μ. χήρας Κ., θυγατέρας Κ. και Ε. Π., κατοίκου ..., 17) Μ. Ε. Μ. του Κ. και της Α., κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 1, 6, 13, 15 και 16 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τζουβάνα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι ζητούν να διορθωθεί το όνομα της υπό στοιχείο 7 αναιρεσίβλητης από το εσφαλμένο "Μ." στο ορθό "Μ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2014 μη οριστική, 60/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 418/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-5-2021 αίτησή του. Ορίσθηκε δε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 4-10-2023 ότε ματαιώθηκε λόγω των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023, και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν από τη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 10-10-2023 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 13-5-2021 με αριθμ. καταθ. 147/9/14-5-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 270/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 4ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το αριθμ. πρωτ. 46339 οικ./22-9-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023. Με την από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 270/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν τις ασκηθείσες από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δύο εφέσεις, κατά των με αρ. 60/2017 και με αρ. 418/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με τις οποίες είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 23-12-2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα με την με αρ. 60/2017 εν μέρει οριστική απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, ως προς τους ενδέκατο Ε. Η. του Β. για το ένα από τα επίδικα γεωτεμάχια και συγκεκριμένα για το με ΚΑΕΚ 121623526012 καθώς και ως προς τους δωδέκατη και δέκατο τέταρτο των εναγόντων και για τους λοιπούς ενάγοντες διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και β) στην συνέχεια με την με αρ. 418/2018 οριστική απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ειδικότερα για τον ενδέκατο Ε. Η. του Β. και ως προς το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 121623526011.
2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1965/2024, ΑΠ 670/2024, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Τέλος, με το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 116 παρ. 1 περ. β του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021) και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα" (ΑΠ 828/2024, ΑΠ 866/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση α) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι πρώτος, έκτος, δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος και δέκατη έκτη των αναιρεσιβλήτων. Από αυτούς οι Ε. Η. του Β., Α. Η. του Β. και Β. Η. του Α., επισπεύδουν μαζί με τους λοιπούς (παρόντες) αναιρεσίβλητους τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την με αρ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π., με την οποία κλητεύθηκε το αναιρεσείον να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 4-10-2023, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων ενόψει της διενέργειας των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, η δέκατη έκτη των αναιρεσιβλήτων Α. χήρα Κ. Μ. απεβίωσε στις ...-2021 δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης αναίρεσης και τη δίκη συνεχίζει η μοναδική κληρονόμος της Μ.-Ε. Μ. Κατόπιν, η Πρόεδρος του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 10-10-2023 πράξη της, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης την 19-3-2025 οπότε συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης. Η ως άνω αυτεπαγγέλτως ορισθείσα ημερομηνία δικασίμου, γνωστοποιήθηκε με ανάρτηση στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων "..." στο site του Αρείου Πάγου, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Συνακόλουθα ο αυτεπάγγελτος προσδιορισμός της συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 19-3-2025 λόγω της μη εισαγωγής της προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 4-10-2023, για τους προεκτεθέντες λόγους και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). β) Περαιτέρω όσον αφορά τον έκτο (6) απολιπόμενο αναιρεσίβλητο Ε. Μ. του Ι., ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους επισπεύδοντες αναιρεσίβλητους της με αρ....-2020 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π. και δεν αποδεικνύεται εάν αυτός κλήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους νομότυπα κι εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο στις 4-10-2023, ενόψει και της απλής ομοδικίας που τον συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει γι' αυτόν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. γ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον, τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνο, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον, που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτώς, άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια και με ενιαία προφορική - ρητή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (Ολ. Α.Π. 22/2000, ΑΠ 196/2023, ΑΠ 66/2020, ΑΠ 575/2020, ΑΠ 83/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ως προς την 16η αναιρεσίβλητη Α. χήρα Κ. Μ., από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, εμπρόθεσμα κατατεθείσες στις 13-9-2023, προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αρχικού προσδιορισμού για τη δικάσιμο της 4-10-2023, δηλώθηκε ο θάνατος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, που επήλθε στις ...-2021 ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ότι τη δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και θυγατέρα της Μ.-Ε. Μ. Η τελευταία προσκόμισε με επίκληση, την από ...-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Χαλκιδέων, το με αρ. ...-2021 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Χαλκιδέων, το με αρ. .../2023 και το με αρ. .../2023 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη δημοσίευσης διαθήκης της θανούσας και μη αποποίησης της κληρονομίας αντίστοιχα και το με αρ. .../2023 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Χαλκίδας περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος.
Συνεπώς, η πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Α. Μ.-δέκατης έκτης αναιρεσίβλητης (1813 ΑΚ), Μ.-Ε. Μ., νομίμως δήλωσε, με τις κατατεθείσες προτάσεις την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψή της και νομίμως συνεχίζεται η δίκη αυτή από την πιο πάνω καθολική διαδόχου της αναιρεσίβλητης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης, εάν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη (ΑΠ 999/2022).
Εξάλλου, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid 19) δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 1338/2023). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14-5-2021 ημέρα Παρασκευή, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 8-3-2021, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους, και η τριακονθήμερη προθεσμία έληγε στις 9-4-2021, λόγω όμως της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας έως 6.4.2021, η προθεσμία για άσκηση της αναίρεσης θα έληγε στις 6-5-2021, προσμετρουμένων δε και των δέκα ημερών που προβλέπονται από το άρθρο 83 του ν. 4790/2021, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει να παρέλθει προκειμένου να συμπληρωθεί η προθεσμία που ανεστάλη και η προθεσμία αυτής έληγε στις 16-5-2021. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3.- Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6- 1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 73/2018). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας (ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877).
Περαιτέρω, όσον αφορά τα ακίνητα που ευρίσκοντο είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια, αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ, 592/2021,ΑΠ 1190/2015). Τέλος, από τις διατάξεις του προϊσχύοντος β.ρ. δικαίου ν.8 § 1 Κωδ. (7.39), ν.9 § 7 (Βασ. 50.14), τη διάταξη του άρθρου 62 ΕισΝΑΚ, τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4.1926 "περί διοικητικής αποβολής κλπ." και τα δ/γματα που εξεδόθησαν προς εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912, προκύπτει ότι επί των δημοσίων κτημάτων οι ιδιώτες μπορούν ν' αποκτήσουν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ασκήσουν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τη νομή επί 30ετία, συμπληρούμενη το αργότερο μέχρι τις 12.9.1915. (ΑΠ 847/2024, ΑΠ 592/2021, ΑΠ 773/2020).
Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, που πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ.
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.7), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 847/2024, Α.Π. 1840/2017).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 34/2019). Τέλος κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 118, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, από άποψη ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται. Η ακριβής όμως περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 333/2021, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 164/2014, ΑΠ 944/ 2013).
4.-α) Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 523/2023, ΑΠ 175/2019).
Περαιτέρω το άρθρο 8 του ν. 1539/1938 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 και εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση της εκ του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 αγωγής στρεφόμενης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω του χρόνου ασκήσεως της αγωγής των εναγόντων στις 30-12-2010 (καθόσον το άρθρο 8 του ν. 1539/1938 καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3983/2011 όπως επαναλαμβάνεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4164/2013) προβλέπει , όταν η διεκδικητική ή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, την προδικασία της υποβολής ενώπιον της αρμοδίας διοικητικής Αρχής αιτήσεως θεραπείας, ακόμη και αν το ακίνητο κατέχεται από ιδιώτη, (αντικατασταθέντος του προϊσχύσαντος αρθρ.8 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, το οποίον προέβλεπε την τοιαύτη προδικασία της υποβολής αιτήσεως θεραπείας μόνον εάν το ακίνητο κατείχετο υπό του Δημοσίου), η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, το είδος, την έκταση και την ακριβή θέση του ακινήτου, τα όριά του, συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα συνταγμένο από μηχανικό και από τους τίτλους κτήσης καθώς και τα ονόματα των μαρτύρων που μπορούν να καταθέσουν υπέρ του αιτούντος και ότι εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 α.ν. 1539/1938 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, αιτιώμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά την κοινοποίηση της αίτησης θεραπείας στο Δημόσιο προς άσκηση της από 23-12-2010 ένδικης αγωγής τους , ως εκ του χρόνου άσκησης αυτής πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3983/17-6-2011, δεν συνοδευόταν αυτή από τοπογραφικό διάγραμμα ούτε από τίτλους ιδιοκτησίας, ισχυρισμό που προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 8 του ν. 1539/1938 με την κοινοποίηση στις 4-10-2010 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο της από 4-10-2010 αίτησης θεραπείας, στην οποία απάντησε το Δημόσιο με την έκδοση και κοινοποίηση στους ενάγοντες (στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους), του με αρ. ...-210 εγγράφου της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν. Α. Ευβοίας και του με αρ. πρωτοκ. ...-2011 εγγράφου της Διεύθυνσης Προστασίας δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, περί μη αποδοχής της αιτήσεως αναγνωρίσεως της κυριότητας των εναγομένων επί των επιδίκων εκτάσεων, χωρίς να απορρίψει αυτήν λόγω μη προσκόμισης τοπογραφικού διαγράμματος και τίτλων ιδιοκτησίας ενώ από κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω αίτηση δεν συνοδευόταν από τα εν λόγω έγγραφα. β) Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 23-12-2010 αγωγή τους κατ' άρθρο 6 του ν. 2664/1998, εκθέτοντας ότι κατέστη ο καθένας τους κύριος και συγκύριος εκάστου γεωτεμαχίου, με τα συγκεκριμένα ΚΑΕΚ που αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, διαλαμβάνοντας τους τίτλους κτήσης και τις υλικές πράξεις νομής κάθε ενάγοντα και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων αυτού, τα οποία αποτελούσαν τμήματα μείζονος ακινήτου, προσδιορίζοντας ακριβώς τη θέση και τα όρια καθώς και τον κτηματολογικό αριθμό (ΚΑΕΚ) εκάστου ακινήτου, ότι ο δικαιοπάροχος κάθε ενάγοντα απέκτησε το ακίνητο νόμιμα με παράγωγο τρόπο αλλά και πρωτότυπο ενώ η απώτερη και η απώτατη δικαιοπάροχος όλων είχε αποκτήσει το μείζον ακίνητο με τακτική χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου , οι ίδιοι και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου έως την έναρξη του Κτηματολογίου και ότι το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα κάθε ενάγοντα επί του περιγραφομένου ακινήτου του για το λόγο ότι εγγράφηκε το ίδιο στα κτηματολογικά βιβλία ως κύριος κάθε ακινήτου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί κύριος (και συγκύριος σε κάποια από αυτά) ο καθένας σε συγκεκριμένο ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση των πρώτων ανακριβών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του απέκτησε ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου ως δημόσια δασική έκταση, άλλως ως αδέσποτο άλλως ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι ορισμένη α) ως προς την ταυτότητα κάθε επιδίκου ακινήτου και τη θέση και όρια αυτού, που προσδιορίζουν αναγκαίως και τη θέση του εντός του μείζονος ακινήτου, καθόσον καθορίζονται επακριβώς στο δικόγραφο αυτής τα ακίνητα κάθε ενάγοντα, με τον προσδιορισμό των ορίων ενός εκάστου γεωτεμαχίου και με την αναγραφή συγκεκριμένου ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται η επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, β) ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τους ενάγοντες, διότι αναγράφονται τα μεταβιβαστικά συμβόλαια εκάστου ακινήτου και η μεταγραφή αυτών και προσδιορίζονται επακριβώς οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής διανοία κυρίου που ασκούσαν οι ενάγοντες και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, μετά τις μεταβιβάσεις που έλαβαν χώρα με αγοραπωλητήρια συμβόλαια νόμιμα μεταγεγραμμένα και κληρονομική διαδοχή, όπως οριοθέτηση με περιφράξεις και πασσάλους, καθημερινή επίβλεψη και φροντίδα, καθαρισμός από αγριόχορτα και κατασκευή οικημάτων καθώς και σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών. Επίσης αναφέρονται οι διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη για τριάντα έτη έως το 1915 επί του μείζονος ακινήτου, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα γεωτεμάχια, των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, δηλαδή των Χ. Γ., Μ. χήρας Ν. Δ. και Β. χήρας Σ. Μ. που φρόντιζαν και επέβλεπαν το όλο ακίνητο, μέχρι τις μεταβιβάσεις από την τελευταία Β. Μ. στους ενάγοντες και στους δικαιοπαρόχους αυτών κατά έτη 1958, 1963, 1964, 1965, 1973 και 1985. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έκρινε ορισμένη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικων ακινήτων και τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας της απώτατης δικαιοπαρόχου των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
γ) Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 αρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής , δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα είναι τα με ΚΑΕΚ 121623526008, 121623526015, 121623526018, 121623526011, 121623526012, 121623526005 και 121623526014 ακίνητα, κείμενα όλα εκτός σχεδίου της πόλης της Χαλκίδας, στη θέση Βούρκος ή Μασλάτι ή Μύλοι της περιφέρειας Χαλκίδας του Δήμου Χαλκιδέων. Αποτελούν όλα τμήμα μείζονος έκτασης 900 περίπου στρεμμάτων που συνορεύει ανατολικώς, δυτικώς και δυτικομεσημβρινώς με θάλασσα και προς βορρά με σπηλιές κληρονόμων I. Μ., με κτήμα εκτάσεως 15 στρεμμάτων ιδιοκτησίας Γ. Δ., με δύο λωρίδες αγρού στρεμμάτων δύο ιδιοκτησίας Κ. Τ. ή Π. με δρόμο και με χήρα Ε. Σ. (βλ. το υπ' αριθ. ...-1921 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ. Α.). Ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Γ. απέκτησε ολόκληρη την ως άνω μείζονα έκταση, τμήματα της οποίας αποτελούν τα επίδικα, το έτος 1836 από τους κληρονόμους (τέκνα και εγγονούς) του αρχικού ιδιοκτήτη Μουχαδίρ Εμίν, ήτοι των τέκνων του Αλή και Χουσεΐν και του εγγονού του Μουχαμέδ Εμίν εκ του θανόντος υιού του Μουσταφά, των εγγονών του Χαισέ, Γενέτ και Αλή εκ του θανόντος υιού του Γιουσούφ δυνάμει του από 1-7-1836 και 25 της Σελήνης Τζεμηζιλιευχίρ 1406 συμβολαίου (χοτζέτι), το οποίο συστάθηκε ενώπιον του δικαστικού τοποτηρητού και επιτρόπου Απδούλ Φεττάχ και επικυρώθηκε την 1-7-1836 από τον Μωχαμέτ Σάίδ της οθωμανικής θρησκευτικής αρχής (Ιερό Δικαστήριο). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, οι Οθωμανοί ιδιώτες είχαν δικαίωμα βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, να πωλήσουν τα ακίνητα τα οποία παρέμεναν στην ιδιοκτησία τους εντός ορισμένης προθεσμίας σε Έλληνες. Η διενέργεια αγοραπωλησίας εντός της ταχθείσης προθεσμίας δεν αποδείχθηκε, όπως δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομιστούν στη Γραμματέα των Οικονομικών τυχόν οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας της ως άνω μείζονος έκτασης ή νόμιμης εξουσίασής της. Συνέπεια της παράλειψης αυτής θα ήταν η δημιουργία τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίμαχης έκτασης σε περίπτωση που επρόκειτο για δασική ή χορτολιβαδική έκταση. Όμως ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Χ. Γ., και οι κληρονόμοι του δεν έπαυσαν από την 30-11-1837 (ημερομηνία που θα ήταν δυνατή η δημιουργία τεκμηρίου υπέρ του Δημοσίου) μέχρι και το 1915 να νέμονται και να κατέχουν ολόκληρη την ανωτέρω έκταση με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι και ότι δεν παραβιάζουν δικαιώματα άλλων με την συμπεριφορά τους. Ειδικότερα ο Χ. Γ. είχε στην κατοχή του ολόκληρη την ανωτέρω έκταση κατά τα προαναφερθέντα όρια, περιλαμβανομένων και των επιδίκων ακινήτων, πιστεύοντας ότι του ανήκει. Στις 19-11-1882 μεταβίβασε την προαναφερθείσα έκταση στην θυγατέρα του, Μ. Δ., ως προίκα, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1882 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Καρύστου Μ. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 29 και με τον αριθμό 6402 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας και η τελευταία συνέστησε και παραχώρησε την μείζονα έκταση ως προίκα δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1921 προικώου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ.Ν. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 100 με αριθμό 2498.
Συνεπώς αρχικά ο Χ. Γ. από το 1836 μέχρι το 1882 και εν συνεχεία η θυγατέρα του από το 1882 έως το 1921 έχοντας την φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο και τη βούληση εξουσίασής αυτού με διάνοια κυρίου, ενέμοντο τη μείζονα ως άνω έκταση - κτήμα Μασλάτι - με καλή πίστη, απορρέουσα από την πεποίθηση ότι έχουν νόμιμους τίτλους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, ασκώντας διακατοχικές πράξεις νομής, συνιστάμενες στη διοίκηση, επιστασία εκμετάλλευση αυτής και στη μίσθωση τμημάτων της σε τρίτους ως βοσκοτόπους, στην άσκηση εντός της έκτασης μελισσοκομικής δραστηριότητας και στην εκμετάλλευση τμημάτων της ως λατομείο (βλ. τις υπ' 205/1997 και 240/1987 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου). Η πεποίθηση αυτή των ανωτέρω ενισχύθηκε και από τη συμπεριφορά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καθόσον το αντίστοιχο χρονικό διάστημα το Δημόσιο δεν ασκούσε πράξεις νομής επί του ανωτέρω τμήματος, ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι απέβαλε τους προαναφερθέντες ούτε τους ενόχλησε με κανένα τρόπο, δεν αμφισβήτησε την κυριότητά τους και δεν διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Χ. Γ. και Μ. Δ., ασκώντας από το 1836 και επί 30 έκτοτε έτη, αλλά και μέχρι την 11-9-1915, τις ανωτέρω πράξεις νομής επί της ως άνω μείζονος έκτασης, 900 περίπου στρεμμάτων, που περιλάμβανε και τις επίδικες, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη κατά τα ανωτέρω, έγιναν κύριοι της όλης εκτάσεως με' έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Μ. Δ. με το υπ' αριθ. ...-1921 προαναφερόμενο προικώο συμβόλαιο συνέστησε και παραχώρησε ως προίκα την μείζονα αυτή έκταση προς τον γαμβρό της, Σ. Μ., ο οποίος αποκτώντας από κύριο (αφού η προικοδότρια Μ. Δ. είχε ήδη αποκτήσει κατά τα ανωτέρω κυριότητα) έγινε κύριος και νεμόταν το κτήμα έως το θάνατό του που επήλθε το έτος 1952, οπότε το κτήμα περιήλθε αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην επιζώσα σύζυγό του Β. ή Κ. Μ. Η τελευταία ασκούσε ομοίως όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στο μείζον ακίνητο, όπως επίβλεψη, φροντίδα, καθαρισμό του και εκποίηση τμημάτων αυτού (βλ. υπ' αριθ. .../1953 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ. Φ., το υπ' αριθ. .../1958 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χ. Γ., το υπ' αριθ. .../1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Ο., δυνάμει των οποίων η ανωτέρω πωλούσε τμήματα της μείζονος έκτασης τόσο σε ιδιώτες όσο και σε δημόσιους οργανισμούς, καταβάλλοντας φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες και μεταγράφοντας τα σχετικά συμβόλαια, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί το εναγόμενο). Ειδικότερα δε με το υπ' αριθ. .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα η Κ. Μ. πώλησε τμήμα της μείζονος έκτασης μετά από χορήγηση σχετικής άδειας δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1954 απόφασης το Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία γίνεται μνεία της υπ' αριθ. 66/1953 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκίδας, δια της οποίας "το εν τη κτηματική περιοχή του Δήμου Χαλκιδέων κείμενο τμήμα υπό την επωνυμία Μύλοι ή Μασλάτι συνολικής έκτασης 903 περίπου στρεμμάτων εκρίθη ότι δεν υπόκειται σε αναγκαστική απαλλοτρίωση" εν συνεχεία δε επέτρεψε στην ιδιοκτήμονα του κτήματος αυτού Κ. χήρα Σ. Μ., να το πωλήσει ελευθέρως. Ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθ. 3400/1562/7-8-1985 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο για λόγους δημόσιας ωφέλειας τμήμα της μείζονος έκτασης και δια της υπ' αριθ. 240/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας δικαιούχοι της καθορισθείσης αποζημίωσης ως κύριοι της έκτασης αυτής αναγνωρίστηκαν οι κληρονόμοι της Κ. Μ., ενώ δυνάμει της υπ' αριθ. 1089925/7283/0010/1-2-1991 κοινής απόφασης των ιδίων ως άνω Υπουργών απαλλοτριώθηκε έτερο τμήμα της μείζονος προπεριγραφείσας έκτασης και δικαιούχοι αποζημίωσης ως κύριοι αυτού αναγνωρίστηκαν δια της υπ' αριθ. 205/1997 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου ομοίως οι κληρονόμοι της ανωτέρω. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτό ότι ο Χ. Γ. κατέστη κύριος της μείζονος έκτασης δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, διότι ασκούσε πράξεις νομής από το έτος 1836, επιπλέον το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε δικαιούχους της αποζημίωσης τους κληρονόμους της Κ. Μ.
Περαιτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την υπ' αριθ. 104/1993 απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά δια των υπ' αριθ. 217 και 218/1996 αποφάσεών του, κρίνοντας μεταξύ των ανωτέρω κληρονόμων και του Ελληνικού Δημοσίου για την αναστολή καταβολής του αναλογούντος σε αυτούς φόρου κληρονομιάς από την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους Κ. Μ., αποφάσισε μετά από έκθεση εκτίμησης και του προϊσταμένου της ΔΟΥ ότι δεν υφίσταται αντιδικία μεταξύ των ανωτέρω, αφού δεν προέκυψε ότι η έκταση ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αναστολής της φορολογικής υποχρέωσης των ανωτέρω. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η μείζων έκταση έχει συνδεθεί με την οικογένεια Μ. με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι γνωστή ως περιοχή Μ. και με την ονομασία αυτή να καταγράφεται σε συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα, κτηματολογικά φύλλα ακινήτων κλπ.". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν δημόσια χορτολιβαδική έκταση και ότι η κυριότητα του Δημοσίου καταλύθηκε με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου της Μ. Δ., που ασκούσε από το 1882 έως το 1921 δηλαδή για τριάντα έτη έως τις 11-9-1915, υλικές πράξεις νομής, πιστεύοντας άδολα ότι με το ανωτέρω με αρ. ...-1882, νόμιμα μεταγεγραμμένο, συμβόλαιο και την απουσία αμφισβήτησης εκ μέρους του Δημοσίου δεν προσέβαλλε δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ότι στις πράξεις νομής διαδέχθηκε αυτήν ο γαμβρός της και σύζυγος της Β. Μ., Σ. Μ., στον οποίο η Μ. Δ. παραχώρησε την μείζονα έκταση ως προίκα δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1921 προικώου συμβολαίου νόμιμα μεταγεγραμμένου, συνεχίζοντας να ασκεί τις ίδιες με την δικαιοπάροχό του πράξεις νομής έως το 1952 που απεβίωσε και ολόκληρη η μείζονα έκταση (τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα ακίνητα) περιήλθε στην σύζυγό του Β. Μ., η οποία συνέχισε να ασκεί διακατοχικές πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου διανοία κυρίου έως την μεταβίβαση από αυτήν τμημάτων των ακινήτων κατά τα έτη 1958, 1063, 1964, 1965 σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους. Στη συνέχεια διαλαμβάνοντας λεπτομερώς τους τίτλους κυριότητας κάθε ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων αυτών και τον νόμιμο τρόπο με τον οποίο περιήλθε η κυριότητα σε καθένα ενάγοντα, δέχθηκε ότι έκαστος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο που προσδιορίζει με την αγωγή του και ειδικότερα η 4η των αναιρεσιβλήτων με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και οι υπόλοιποι με παράγωγο τρόπο ως αποκτήσαντες από κύριο και απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 847/2024, ΑΠ 1223/2022,Α.Π. 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την απόφαση του Εφετείου για την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα της μείζονος έκτασης 900 στρεμμάτων που ανήκε στους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, χωρίς να προσκομιστεί τοπογραφικό διάγραμμα από το οποίο να προκύπτει αυτό ούτε ο τίτλος κτήσης του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ. Γ. ήτοι το από 1-7-1836 συμβόλαιο (χοτζέτι), με το οποίο Οθωμανοί ιδιώτες μεταβίβασαν σ αυτόν το μείζον ακίνητο των 900 στρεμμάτων και χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν πράξεις νομής με καλή πίστη επί του επιδίκου έως το 1915. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρας εναγόντων, έγγραφα) που μνημονεύονται σ' αυτήν, από τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η κυριότητα του Δημοσίου επί της μείζονος χορτολιβαδικής έκτασης καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία της απώτατης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η οποία ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη από το 1882 έως το 1915 και ότι τα επίδικα ακίνητα , με συγκεκριμένο κτηματολογικό αριθμό (ΚΑΕΚ) έκαστο, αποτελούν τμήματα της έκτασης αυτής κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του.
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αιτίαση ότι δεν προσκομίζεται το από 1-7-1836 συμβόλαιο (χοτζέτι) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις πράξεις νομής διανοία κυρίου και καλή πίστη της Μ. Δ. επί του μείζονος ακινήτου (τμήματα του οποίου αποτελούντα επίδικα ακίνητα) από το 1882 έως το έτος 1915, αυτή κατέστη κυρία του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαίκού δικαίου, χωρίς να απαιτείται προσμέτρηση χρόνου της νομής του δικαιοπαρόχου της, μη ασκούσα ουσιώδη επιρροή η ύπαρξη ή μη του τίτλου κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου της Χ. Γ. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 619/2023). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 619/2023, ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου, για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επικαλούμενο ότι παραβίασε τις διατάξεις περί χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, όσον αφορά το ζήτημα της καλής πίστης των δικαιοπαρόχων των εναγόντων κατά την άσκηση της νομής των επιδίκων επί τριακονταετία έως το 1915 και της εκ του λόγου τούτου κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της χρησικτησίας του ανωτέρω προϊσχύσαντος δικαίου, υπό τις αιτιάσεις ότι δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη αυτών και για την κτήση κυριότητας από τον απώτατο δικαιοπάροχο Χ. Γ. με αγορά από Οθωμανούς ιδιώτες δεν τηρήθηκε η διαδικασία της επικύρωσης του τίτλου "χοτζετίου" από την Μικτή Επιτροπή Ελλήνων και Οθωμανών με απόφασή της νόμιμα μεταγεγραμμένη. Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η απώτατη δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Δ. ασκούσε από το 1882 έως το 1915, εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, με την πεποίθηση ότι απέκτησε αυτό με νόμιμο τίτλο δηλαδή με το με αρ. ...-1882 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Καρύστου Μ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα και ενόψει του ότι η επ' αυτού άσκηση νομής δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από το Ελληνικό Δημόσιο, συμπληρώνοντας στο πρόσωπό της τριακονταετή άσκηση νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη, χωρίς να είναι αναγκαία η προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της Χ. Γ. με συνέπια να μην ασκεί ουσιώδη επιρροή η ύπαρξη εγκύρου τίτλου κτήσης αυτού (Χ. Γ.). Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως.
Περαιτέρω, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν ενστάσεις του τελευταίου, πρέπει να προτείνονται και να αποδεικνύονται από αυτό και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θ' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1076/2022, ΑΠ 1077/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 148/2016). Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ως προς το ζήτημα της κατανομής του βάρους απόδειξης που επέρριψε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα ότι, συνεπεία της εκ μέρους του αρνήσεως της αγωγής, οι ενάγοντες όφειλαν ν' αποδείξουν ότι οι δικαιοπάροχοί τους έχουν συμπληρώσει επί των επιδίκων, τριακονταετή χρόνο χρησικτησίας μέχρι το 1915 ή ότι απέκτησαν τα επίδικα μετά από πώληση της έκτασης από Οθωμανούς ιδιώτες σε Έλληνες, οι οποίοι στη συνέχεια τα μεταβίβασαν στους ίδιους. Σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτίθενται, το Ελληνικό Δημόσιο ως εναγόμενο προβάλλοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας κατά τα ανωτέρω, όφειλε ν' επικαλεσθεί και αποδείξει ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι δημόσια έκταση και περιήλθαν στην κυριότητα του με ένα από τους αναφερόμενους στην προεκτεθείσα νομική σκέψη τρόπους και συνεπώς τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι τα επίδικα ανήκαν στην κυριότητα του τις έφερε το ενιστάμενο- εναγόμενο και ήδη αναιρσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι.
Περαιτέρω κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του Δημοσίου, το βάρος απόδειξης της οποίας ορθά επέρριψε στο ίδιο, με την παραδοχή ότι αν και τα επίδικα αποτελούν χορτολιβαδική έκταση που ανήκε στο Δημόσιο, η οποιαδήποτε κυριότητα του Δημοσίου επ' αυτών έχει καταλυθεί με την χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου καθόσον η απώτερη δικαιοπάροχός των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων απέκτησε την κυριότητα με την άσκηση πράξεων νομής, με καλή πίστη , για τριάντα έτη από το έτος 1882 έως τις 11-9-1915, με συνέπεια να αποκτήσουν αυτοί την κυριότητα από κύριο, με παράγωγο τρόπο πλην της τέταρτης αναιρεσίβλητης που αποδείχθηκε ότι απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον έκτο των αναιρεσιβλήτων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, (αρθρ. 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παράγραφος 1 του νόμου 3693/ 1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την 134423/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο Ε. Μ. του Ι.
Απορρίπτει την από 13-5-2021 και με αρ. καταθ. 147/9/14-5-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 270 /2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ