Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1371 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1371/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Ι. και της Σ., 2) Χ. Μ. του Π. και της Ν. πρώην συζ. Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 4-3-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2022 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-5-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη από 29-5-2024 και με αρ. καταθ. 9/30-5-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 52/23-12-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 13-3-2014 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αρ. 88/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 5-2-2009 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής που εκδόθηκε στις 23-12-2022 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 30-5-2024 και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, και οι οποίες διατάξεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί η κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο πριν από την ισχύ του ΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του από 21.06/03.07.1837 ν.δ/τος "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δημόσια δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 "Περί αναστολής παραγραφών..." και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 779/2024, ΑΠ 653/2024, ΑΠ 606/2007). Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου καθώς και κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρου 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκειμένου περί ακινήτου, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 568/2021). Εάν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενου σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά, κληρονομική διαδοχή κλπ) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη. Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας. Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 757/2024, ΑΠ1935/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1182/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 485/2014). Κατά τη διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 678/2022).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1229/2022), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το αποδεικτικό μέσο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να το αντικρούσει ειδικά (ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 479/2015). Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021). Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 1282/2022, ΑΠ 455/2021). Δεν αποτελούν πράγματα τα επικαλούμενα από τους διάδικους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018), τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 226/2016). Ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτό το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 816/2021). Κατά το άρθρο 559 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 757/2024, ΑΠ 1076/2022, ΑΠ 893/2020, ΑΠ 182/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 823/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 138/2020). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Για να δημιουργηθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσιβλήτου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του τελευταίου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή του (ΑΠ 893/2022, ΑΠ 856/2018, ΑΠ 1623/2013, ΑΠ 835/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε επί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των εναγόντων ιδιωτών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στηριζόμενης σε παράγωγο αλλά και σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά από αίτηση του 1ου ενάγοντος, στις 11-02-2002, αναφορικά με τον χαρακτήρα έκτασης μ2 5.035, κείμενης στη θέση "Καλλιθέα του Δ.Δ. Καλαμάτας του Δήμου Καλαμάτας, εκδόθηκε η με αριθμό ...-2002 Πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας, κατόπιν και της από ...-2002 έκθεσης- αναφοράς, μετά από αυτοψία, του Σ. Κ., Δασολόγου, με την οποία η εν λόγω έκταση, όπως αυτή απεικονίζεται στο συνοδεύον την Πράξη από ... 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της Μηχανικού Α. Κ., χαρακτηρίστηκε ως δασική, με μορφολογία εδάφους αργιλώδες- πετρώδες, κλίση 20-40%, που φέρει στο σύνολό της θάμνους δασικής βλάστησης αειφύλλων- πλατυφύλλων (πουρνάρι, σχίνο, ασφάλαχτρα, ρείκια) σε ποσοστό από 40-80% καθώς και 10 αγριελιές, ενώ στο νοτιοανατολικό όριο της έκτασης υπάρχουν 2 ελιές μεγάλης ηλικίας. Σύμφωνα δε με την έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών που συνοδεύουν την παραπάνω Πράξη, κατά το έτος 1945, η έκταση έφερε θάμνους δασικής βλάστησης αειφύλλων- πλατυφύλλων σε ποσοστό από 30 έως 70 %, με το μικρότερο ποσοστό να παρουσιάζεται κατά μήκος του ανατολικού και νότιου ορίου, αγροτικοί δρόμοι δεν υπήρχαν, διακρινόταν το ανατολικό όριο της έκτασης και ο προς ανατολάς αγρός, η δε έκταση ήταν ενιαία με τις όμορες προς τα βόρεια και δυτικά δασικές εκτάσεις που κατέληγαν σε οργανωμένα ελαιοκτήματα, ενώ ίχνη καλλιέργειας τόσο στην έκταση αυτή, όσο και στις όμορες εκτάσεις προς τα βόρεια και δυτικά δεν διακρίνονταν, κατά το έτος 1965, η έκταση έδειχνε ενιαία με τις προς βόρεια και δυτικά δασικές εκτάσεις, έφερε θάμνους δασικής βλάστησης αειφύλλων- πλατυφύλλων σε ποσοστό 70 %, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, ενώ διακρινόταν η προς ανατολάς ασκεπής έκταση και αγροτικό μονοπάτι κατά μήκος του ανατολικού ορίου της έκτασης (κορυφογραμμή), κατά το έτος 1988, η επίδικη έκταση έφερε θάμνους δασικής βλάστησης σε ποσοστό 80%, όπως και οι όμορες προς βόρεια και δυτικά δασικές εκτάσεις, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, ενώ διακρινόταν προς βόρεια εκχερσωμένη δασική έκταση καθώς και ο αγρός ανατολικά αυτής, ενώ ο αγροτικός δρόμος δυτικά της έκτασης δεν είχε ανοιχτεί, ανοίχθηκε ωστόσο μεταγενέστερα μέσα από δασική έκταση χωρίς άδεια της Υπηρεσίας. Εν συνεχεία, εκδόθηκε το με αριθ. πρωτ. ...-2003 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Δασάρχη Καλαμάτας, λόγω παράνομης εκχέρσωσης της εν λόγω έκτασης από τους ενάγοντες, τον ... του 2002, χειρωνακτικά με καθαρισμό 10 περίπου αγριελιών που φύονταν σ' αυτήν, με το οποίο Πρωτόκολλο αποβλήθηκαν οι τελευταίοι από την παραπάνω καταληφθείσα από αυτούς έκταση, χαρακτηριζόμενη ως δημόσια δασική, εμβαδού μ2 5.035, χωρίς η καλλιέργειας, με δύο ελιές μεγάλης ηλικίας στο Νοτιοανατολικό όριο της, ανατολικά της οποίας είχε κατασκευαστεί σε πρόσφατο τότε χρόνο πέτρινος μανδρότοιχος που περίκλειε το προς ανατολάς αγρόκτημα, συνορευομένης της άνω έκτασης γύρωθεν Βόρεια με δημόσια δασική έκταση (με αριθ. .../2002 Πράξη χαρακτηρισμού και παράνομα εκχερσωμένη από τη Σ. Μ.), με δημόσια δασική έκταση (με αριθ. .../1987 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά Π. Τ. για παράνομη εκχέρσωση) και με ασκεπή αγρό Σ. Μ. (με αριθ. .../2002 πράξη χαρακτηρισμού), Νότια με διασταύρωση αγροτικού δρόμου και πέραν αυτού με ελαιόκτημα Β. Τ. (με αριθ. .../1996 απάντηση Δασάρχη Καλαμάτας ως αγροτική έκταση), Ανατολικά με ασκεπή αγρό εντός του οποίου έχουν κατασκευασθεί δύο οικίες, ιδιοκτησίας Ν. και Π. Κ. (με αριθ. .../1992 απάντηση Δασάρχη Καλαμάτας ως αγροτική έκταση) και με ακαλλιέργητο αγρό με ελιές Β. Τ. (με αριθ. .../1992 απάντηση Δασάρχη Καλαμάτας ως αγροτική έκταση) και Δυτικά με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ελαιόκτημα Μ. Τ. και με δρόμο παράνομα διανοιγμένο εντός δημόσιας δασικής έκτασης και πέραν αυτού με δημόσια δασική έκταση παράνομα εκχερσωμένη από Μ. Τ., όπως εμφαίνεται η καταληφθείσα έκταση στο από 14-02-2003 συνημμένο στο Πρωτόκολλο τοπογραφικό διάγραμμα της Α. Κ., Δασοπόνου. Σύμφωνα δε με την από ...-2003 έκθεση φωτοερμηνείας της Α. Σ., Δασολόγου, μετά την διενεργηθείσα από την ίδια αυτοψία σε εκτέλεση διαταγής του Δασάρχη Καλαμάτας μετά την παραπάνω εκχέρσωση, σε συνδυασμό και με την από 14-09-2004 συμπληρωματική έκθεση της ιδίας Δασολόγου, η άνω έκταση στις αεροφωτογραφίες του 1945 είναι ενιαία με τις όμορες βόρεια και δυτικά δασικές εκτάσεις που καταλήγουν σε οργανωμένα ελαιοκτήματα, δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας και καλύπτεται με δασική βλάστηση σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 30%- 80%, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960, η επίδικη έκταση καλυπτόταν με θάμνους δασικής βλάστησης σε ποσοστό 70-80%, χωρίς ίχνη παλαιότερης καλλιέργειας, στις αεροφωτογραφίες του 1965 διακρίνεται η κορυφογραμμή που είναι και ανατολικό όριο της έκτασης κατά μήκος της οποίας διακρίνεται αγροτικό μονοπάτι, πέραν αυτού ασκεπής έκτασης, η επίδικη έκταση είναι ενιαία με τις όμορες βόρεια και δυτικά δασικές εκτάσεις που καταλήγουν σε οργανωμένα ελαιοκτήματα, δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας και καλύπτεται με δασική βλάστηση σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 70%- 80%, στις δε αεροφωτογραφίες του 1988 ο αγροτικός δρόμος στο δυτικό όριο της έκτασης δεν έχει διανοιχθεί, διακρίνεται αγρός στην όμορη ανατολική έκταση, διακρίνεται η εκχερσωμένη βόρεια δασική έκταση (ΠΔΑ), η επίδικη έκταση δεν φέρει ίχνη καλλιέργειας και καλύπτεται με δασική βλάστηση σε ποσοστό που κυμαίνεται σε 80%, όπως και οι όμορες δυτικά και βόρεια εκτάσεις. Η ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας επιβεβαίωσε πλήρως την παραπάνω από ...-2002 έκθεση- αναφορά, μετά από αυτοψία, του Σ. Κ., Δασολόγου. Κατά της με αριθμό ...-2002 Πράξης Χαρακτηρισμού, οι ενάγοντες άσκησαν τις από 20-06-2002 αντιρρήσεις τους ενώπιον της Α' Βάθμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Μεσσηνίας, η οποία, με τη με αριθμό 14/2006 απόφασή της, ομόφωνα τις απέρριψε, με το σκεπτικό ότι η εν λόγω έκταση, όπως αυτή απεικονίζεται στο παραπάνω αναφερόμενο από ... 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της Α. Κ., Πολιτικού Μηχανικού, σε συνδυασμό με την έκθεση φωτοερμηνείας ετών 1945, 1965, 1988, που συνόδευε την Πράξη Χαρακτηρισμού, ως ανωτέρω εξετέθη, αλλά και την παραπάνω αναφερόμενη από 14-09-2004 συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας της Α. Σ., Δασολόγου, είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με τη με αριθμό ...-2003 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου λόγω καταστροφής της προϋπάρχουσας δασικής βλάστησης από εκχέρσωση. Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγαν οι ενάγοντες ενώπιον της Β' Βάθμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Καλαμάτας, η οποία με τη με αριθμό 17/2008 απόφασή της, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την προσφυγή, επικυρώνοντας την παραπάνω απόφαση της Α' Βάθμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Μεσσηνίας. Το δε παραπάνω Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής επικυρώθηκε δυνάμει της με αριθμό 275/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης με αριθμό 33/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αυτό είχε αρχικώς ακυρωθεί, μετά από σχετική ανακοπή των εναγόντων. Η επίδικη έκταση κηρύχθηκε, ως ανωτέρω εξετέθη, αναδασωτέα με τη με αριθμό ...-2003 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, η οποία, μετά από άσκηση προσφυγής εκ μέρους των εναγόντων, ακυρώθηκε για τυπικό λόγο με τη με αριθμό .../2011 απόφαση του ΣτΕ και συγκεκριμένα επειδή υπεγράφη αναρμοδίως από τον Διευθυντή Δασών Μεσσηνίας με εντολή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και όχι από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Ακολούθησε, στη συνέχεια, η έκδοση νέας απόφασης και συγκεκριμένα της με αριθμό ...-2012 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου περί κήρυξης αναδασωτέας της εν λόγω έκτασης, η οποία καταστράφηκε από την παράνομη εκχέρσωση από τους ενάγοντες που έλαβε χώρα τον ... του 2002. Κατά αυτής της Απόφασης, άσκησαν αίτηση ακύρωσης οι ενάγοντες, ωστόσο παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της, εκδοθείσας κατόπιν τούτου της με αριθμό 195/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης (Σχηματισμός Ακυρωτικής Αρμοδιότητας- Β' Τμήμα), με την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 76571/16-05-2022 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμάτας, σύμφωνα με τον αναθεωρημένο / αναρτημένο Δασικό Χάρτη, η επίδικη έκταση έχει στο σύνολό της χαρακτηρισθεί ως έχουσα δασικό χαρακτήρα, φέροντας κύριο κωδικό φυτοκάλυψης ΑΝ, δηλαδή αναδασωτέα έκταση, κηρυγμένη ως τέτοια με την παραπάνω με αριθμό ...-2012 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου και με δευτερεύοντα κωδικό φυτοκάλυψης ΔΑ, δηλαδή δασικής μορφής έκταση το έτος 1945 και άλλης μορφής το έτος 2007 λόγω εκχέρσωσης για το μεγαλύτερο μέρος αυτής, καθώς και δευτερεύοντα κωδικό φυτοκάλυψης ΑΑ για μικρό τμήμα, πλην όμως δεν περιλαμβάνεται στον προσφάτως μερικώς κυρωμένο Δασικό Χάρτη της Π.Ε. Μεσσηνίας, διότι έχουν ασκηθεί από τον 1ο ενάγοντα αντιρρήσεις κατά του θεματικού περιεχομένου του προσωρινού δασικού χάρτη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων, η εξέταση των οποίων, εκκρεμεί. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίδικη έκταση έχει χαρακτηρισθεί οριστικά και αμετάκλητα ως δασική, καθώς είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, είναι ενιαία με τις όμορες στα βόρεια και δυτικά δημόσιες δασικές εκτάσεις, οι οποίες έχουν το ίδιο είδος, ίδια πυκνότητα βλάστησης και ίδια μορφολογία εδάφους, ήτοι αποτελούν μια οργανική δασοβιοκοινότητα, ενώ στον χάρτη που έχει ήδη αναρτηθεί, με τη με αριθμό .../2017 απόφαση του Διευθυντή Δασών Μεσσηνίας, εμφανίζεται με το χαρακτηριστικό "ΑΝ" (Αναδασωτέα έκταση). Το δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση περί του χαρακτήρα της εν λόγω έκτασης από την προσκομισθείσα από τους ενάγοντες από ... 2002 φωτοερμηνεία των Κ. Α., Α. Μ. και Κ. Μ., σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση έφερε, το έτος 1945, 25 ελιές και αχλαδιές και το ποσοστό της δασικής βλάστησης ήταν 6%, το έτος 1965 έφερε 15 δένδρα (ελιές και αχλαδιές) με ποσοστό δασικής βλάστησης 10% περίπου και το έτος 1988 έφερε 15 δένδρα (ελιές και αχλαδιές) με ποσοστό δασικής βλάστησης 8%, καθώς αντικρούεται από την αυτοψία των παραπάνω Δασολόγων του Δασαρχείου Καλαμάτας Α. Σ. (φάκελος ΠΔΑ) και Σ. Κ. (φάκελος πράξεως χαρακτηρισμού), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη μόνο δύο ελαιόδεντρων μεγάλης ηλικίας και διάσπαρτες αγριελιές, από τη δε ανωτέρω αναφερόμενη από ...-2003 έκθεση φωτοερμηνείας της Α. Σ., Δασολόγου, μετά την διενεργηθείσα από την ίδια αυτοψία, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη δέντρων αλλά θαμνώδους δασικής βλάστησης σε ποσοστά κάλυψης κατά πολύ μεγαλύτερα από 10%, που αναφέρει η παραπάνω ιδιωτική φωτοερμηνεία, η οποία σε κάθε περίπτωση είχε προσκομισθεί και αξιολογηθεί από τις δύο Επιτροπές Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων κατά την έκδοση των άνω αναφερόμενων αποφάσεών τους (σχετ. με αριθ. πρωτ. 1036/13-01-2017 έγγραφο Διεύθυνσης Δασών Μεσσηνίας). Το δε γεγονός ότι η ανωτέρω έκταση δεν δηλώθηκε από το Δημόσιο στο Κτηματολόγιο, ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς τα δικαιώματά του επί της έκτασης αυτής, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται να υποβάλει τέτοια δήλωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3127/2003, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, ούτε εξάλλου αποτελεί δέσμευση για τα δικαιώματα του δημοσίου το γεγονός ότι στον προσωρινό δασικό χάρτη έφερε τον κωδικό φυτοκάλυψης "ΑΑ" δηλαδή αγροτικής μορφής, αφού στον θεωρημένο/αναρτημένο δασικό χάρτη είχε χαρακτηριστεί ως έχουσα δασικό χαρακτήρα με τον κωδικό φυτοκάλυψης "ΑΝ", δηλαδή αναδασωτέα έκταση, ως ανωτέρω εξετέθη (σχετ. με αριθ. πρωτ. 76571/16-05-2022 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμάτας). Εξάλλου, και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με τη με αριθμό 1262/2006 απόφασή του, δέχθηκε το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και αθώωσε τον 1° ενάγοντα για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης που έλαβε χώρα τον ... του 2002, ελλείψει δόλου και συγκεκριμένα επειδή ανυπαίτια αγνοούσε ότι η εκχερσωθείσα έκταση ήταν δασική. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με παράγωγο τρόπο και δη από αγορά από τους αληθινούς κυρίους, νομείς και κατόχους αυτού Δ. Κ. και Μ. Α., δυνάμει του με αριθμό .../1999 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας X. Β.- Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, όσο και με πρωτότυπο λόγω του ότι τόσο οι παραπάνω άμεσοι δικαιοπάροχοι τους όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών, με αρχικό απώτατο δικαιοπάροχο όλων τον Π. Τ., που απεβίωσε το έτος 1915, νέμονταν το εν λόγω ακίνητο, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν, προ του έτους 1860, με αποτέλεσμα να έχει συμπληρωθεί η έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 1915, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν ίχνη καλλιέργειας στην επίδικη έκταση τουλάχιστον από το 1945, όπως λεπτομερώς αναφέρεται ανωτέρω, οι δε μάρτυρες που κατέθεσαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στα λοιπά δικαστήρια που είχαν σχέση με την επίδικη έκταση, αόριστα ανέφεραν ότι η επίδικη έκταση ανήκε στην οικογένεια Τ. από την εποχή του Κολοκοτρώνη μετά την Επανάσταση, χωρίς να γνωρίζουν ειδικότερα αν καλλιεργείτο και από πότε και γενικά δεν αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το 1885 " μέχρι το 1915, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη με στοιχείο III.
Εξάλλου και στη με αριθμό ...-1941 δημόσια διαθήκη του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Κ. Τ. ή Τ., που δημοσιεύτηκε με το με αριθμό ...-1958 Πρακτικό Συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία αποτελεί και τον αρχικό τίτλο του παραπάνω ακινήτου, αόριστα αναφέρεται ότι καταλείπεται στον υιό του Π. Τ. ή Τ., ο οποίος είναι ο απώτερος δικαιοπάροχος των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, όλη η υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του διαθέτη, εκτός από τον ξηρικό αγρό που αφήνει στη θυγατέρα του Ε. σύζυγο Α. Α., πλέον του ακινήτου που της είχε ήδη μεταβιβάσει με προικοσύμφωνο συμβόλαιο, χωρίς ειδικότερη αναφορά στην επίδικη έκταση.
Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι ενάγοντες έγιναν κύριοι, κατά το αναφερόμενο ανωτέρω ποσοστό έκαστος, της επίδικης (δασικής) έκτασης, με παραγωγό τρόπο, δηλαδή με το παραπάνω αναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αφού απέκτησαν από μη κύριο, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των 150 ετών, καλλιεργώντας αυτό ή εκμισθώνοντάς το, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αγωγή τους, πράξεις δηλαδή που να μπορούσαν σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο γνώριζε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατέλαβαν την επίδικη έκταση από το έτος 1860 περίπου και έκτοτε κατέχουν αυτήν συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και ότι παρά την γνώση του ουδέν έπραξε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού (αντένσταση) των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του εναγομένου και παραγραφής του δικαιώματος του (εναγομένου) μέχρι του έτους 1915, δοθέντος ότι τα πράγματα του δημοσίου ήταν δεκτικά εκτάκτου χρησικτησίας και τα επ' αυτών εμπράγματα δικαιώματα υπόκειντο σε παραγραφή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως αποδείχθηκαν πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί της επίδικης έκτασης από το έτος 1885. Σημειώνεται ότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ζήτημα της κυριότητας από την έκδοση της με αριθμό 955/1988 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία, μετά από άσκηση έφεσης από το Ελληνικό Δημόσιο, επικύρωσε τη με αριθμό 35/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία ακύρωσε, μετά από άσκηση ανακοπής, το εκδοθέν σε βάρος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Π. Τ., με αριθμό ...-1987 Πρωτόκολλο Διοικητής Αποβολής, για έκταση περίπου ενός στρέμματος, στην οποία περιλαμβάνεται μέρος της επίδικης έκτασης μ2 150, καθώς η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση αφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης του παραπάνω Πρωτοκόλλου και όχι στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, ήτοι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 321 επ ΚΠολΔ, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή κάνοντας δεκτή την έντασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, απορρίπτοντας την αντένσταση των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και παραγραφής του δικαιώματος ιδίας κυριότητας του εναγομένου μέχρι το έτος 1915, δεν έσφαλε, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις...". Κατόπιν το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης καθώς και με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 1041 και 1045 του ΑΚ (με τον πρώτο λόγο) και των διατάξεων περί έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, του β.δ. 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" άρθρο 1 του ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου), για τις τελευταίες δε πλήττεται η προσβαλλομένη, με το δεύτερο σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου, για την εκ πλαγίου παραβίαση αυτών (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν αρκέσθηκε στην χρησικτησία της μείζονος έκτασης αλλά απαίτησε περισσότερα από όσα ορίζει ο νόμος και δη την εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, β) απαιτώντας περισσότερα από όσα ορίζει ο νόμος , εσφαλμένα δέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 5.035 τ.μ. είναι δασικού χαρακτήρα χωρίς να αποδειχθεί ότι ήταν δασική από το έτος 1836 και ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δεν άσκησε επ αυτής υλικές πράξεις νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη μέχρι τις 11-9-1915 και δεν απέκτησε την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και γ) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με πρωτότυπο για το λόγο ότι το επίδικο είναι και ήταν ανέκαθεν δασική έκταση και οι δικαιοπάροχοί τους δεν ασκούσαν πράξεις νομής επ αυτού. Όπως προκύπτει από την, κατά τα ανωτέρω, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα με τις παραδοχές ότι α) το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και αποτελεί δημόσια δασική έκταση, β) ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Τ. ουδέποτε άσκησε υλικές πράξεις νομής με καλή πίστη για τριάντα έτη έως το 1915 και δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δημοσίου κτήματος υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και γ) ότι μετά το 1915 το επίδικο ακίνητο ως δασική δημόσια έκταση ήταν ανεπίδεκτη χρησικτησίας και οποιεσδήποτε πράξεις νομής δεν προσπορίζουν δικαίωμα κυριότητας στους ασκούντες αυτές, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις περί εκτάκτου χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και αυτές του Αστικού Κώδικα περί έκτακτης χρησικτησίας καθώς και τις διατάξεις περί άσκησης νομής. Τούτο διότι το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και εκ του λόγου τούτου ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, η κυριότητα του οποίου δεν καταλύθηκε με την εκ μέρους του διικαιοπαρόχου των εναγόντων, άσκηση πράξεων νομής με καλή πίστη επί τριάντα έτη έως τις 11-9-1915 ενώ μετά την ημερομηνία αυτή δεν επιτρέπεται η δια χρησικτησίας κτήση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι οι δασικές εκτάσεις. Επίσης , με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων δικαίου της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, του Αστικού Κώδικα και τις περί δασικών εκτάσεων διατάξεις, με αποτέλεσμα να αιτιολογείται η αποδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της ένστασης ίδιας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επί της επίδικης έκτασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος (καθόλα τα σκέλη του) είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1 και αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες που, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ανάγονται μόνο στην εκ του αρ. 13 πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό τις αιτιάσεις ότι ενώ έκρινε ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ότι είναι κύριος της επίδικης έκτασης λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτής αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας δεν επέβαλε το βάρος απόδειξης στο ίδιο. Όπως προκύπτει όμως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέδειξε την προβληθείσα περί ιδίας κυριότητος ένστασή του λόγω του ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει το ίδιο ως ενιστάμενο, ενώ οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον, περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δηλαδή με πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος, με καλή πίστη και για τριάντα συνεχή έτη έως το 1915, ισχυρισμό τους που θα κατέλυε την κυριότητα του Δημοσίου και στη συνέχεια δέχθηκε την ένσταση ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Επομένως ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς τους νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, το οποίο επέβαλε στο ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο που απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένστασή του και ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, υπό τις αιτιάσεις, ότι δεν καθίσταται βέβαιο χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του την με αρ. ... ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων Σ. Ψ., Κ. Τ. του Π. και Α. Κ., που λήφθηκαν νόμιμα στα πλαίσια άλλης δίκης ήτοι της δίκης ανακοπής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας και με επίκληση προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας στην υπό κρίση δίκη καθώς και την με αρ. 33/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας με τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης, με την οποία ακυρώθηκε το με αρ. ...-2003 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, τα αντίγραφα πωλητηρίων συμβολαίων με αρ. ...-1999 τίτλο κτήσης των εναγόντων, το με αρ. ...-1996 συμβόλαιο -τίτλο κτήσης των δικαιοπαρόχων τους, νόμιμα μεταγεγραμμένων, τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας (με .../1996 και .../1967) των δικαιοπαρόχων τους, τα από ...-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Π., τα έγγραφα οριστικών εγγραφών του κτηματολογικού γραφείου Καλαμάτας, την με αρ. .../2004 βεβαίωση της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χ. Β. για τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, τις βεβαιώσεις του δασαρχείου με αρ. .../1991 και .../1992 για όμορα ακίνητα περί του ότι αυτά δεν έχουν δασικό χαρακτήρα, την με αρ. .../2011 απόφαση του ΣτΕ, τον με ημερομηνία 1990 δασικό χάρτη που συντάχθηκε με βάση τις αεροφωτογραφίες του 1960, την με αρ. ...-1997 εγκύκλιο του Υπουργείου Γεωργίας, την από ... του 2022 πραγματογνωμοσύνη και έκθεση φωτοερμηνείας των Κ. Μ., Α. Μ. και Κ. Α., το με αρ. .../2003 έγγραφο του δασαρχείου, την με αρ. 81/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας επί πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ομόρου ιδιοκτήτη, την με αρ. 1262/2006 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας με την οποία αθωώθηκε ο πρώτος αναιρεσείων για το αδίκημα της παράνομης εκχέρσωσης της επίδικης έκτασης, το με αρ. 3177/2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών , φωτογραφίες του επιδίκου, έγγραφα της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Μεσσηνίας, τις με αρ. 14/2006 και 17/2008 αποφάσεις της πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών διαφορών που απείχε από τον χαρακτηρισμό, τους δασικούς χάρτες από το 1990, τις με αρ. πρωτ. 62598/2017 αντιρρήσεις των εναγόντων και την από 5-2-2009 αγωγή. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και το εισαγωγικό τμήμα της ελάσσονος πρότασης αυτής, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεπώς έλαβε υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις με αρ. ... ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν το έτος 2004 στα πλαίσια άλλης δίκης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας. Επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ειδική μνεία ότι για την δηλωθείσα ιδιοκτησία από τον Π. Τ., έχει εκδοθεί το με αρ. 2026/1987 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (σελ. 8 και 11) κατ' αυτού και μνεία επίσης της με αρ. 33/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας αναφέροντας ότι με αυτήν ακυρώθηκε το με αρ. ...-2003 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και η πρωτοβάθμια αυτή απόφαση ανατράπηκε στο Εφετείο με την με αρ. 275/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δέχθηκε την έφεση του Δημοσίου και επικύρωσε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, της με αρ. 35/1988 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που ακύρωσε το με αρ. .../1987 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής σε βάρος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Π. Τ., υπό την παραδοχή ότι η απόφαση αυτή αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και όχι την κυριότητα του ακινήτου (σελ. 11) και της με αρ. .../2011 απόφασης του ΣτΕ με την οποία ακυρώθηκε η με αρ. 2760/2003 απόφαση αναδάσωσης για τον τυπικό λόγο της αναρμοδιότητας του υπογράφοντος τούτο (8η σελ.) και των συμβολαίων αγοραπωλησίας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και των αποδοχών κληρονομίας (σελ. 10) και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο είναι δασική δημόσια έκταση και η κυριότητα του Δημοσίου δεν καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με συνέπεια οι ενάγοντες να μην αποκτήσουν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αποκτήσαντες παρά μη κυρίου ούτε με πρωτότυπο τρόπο αφού πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας από το έτος 1915 και μετά. Τέλος ως προς τη μη λήψη υπόψη του εγγράφου της επικαλούμενης οριστικής εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμάτας με ΚΑΕΚ 369884405128, πρωτίστως δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες τον χρόνο οριστικοποίησης της εγγραφής σύμφωνα με το ν. 2664/1998 άρθρο 7, σε κάθε περίπτωση δε, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου έναρξης του Κτηματολογίου του Δήμου Καλαμάτας στις 6-5-2004 (Αποφ. με αρ. 233/2004 ΦΕΚ Β 1822/2004), και των παρατάσεων της προθεσμίας οριστικοποίησης σύμφωνα το άρθρο 6 παρ. 2α του ν. 2664/1998, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 102 του ν. 4623/2019 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 5160/2024, η οριστικοποίηση των εγγραφών για τον Δήμο Καλαμάτας λήγει στα τέλη του έτους 2026 (ένα έτος μετά την έκδοση απόφασης εφαρμογής συστήματος Κτηματολογίου στο σύνολο της Χώρας) και η παραπάνω εγγραφή δεν έχει οριστικοποιηθεί ώστε να παράγει κατ' άρθρο 7 του ν. 2664/1998 αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Το ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα αποδεικτικά αυτά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι τούτα έχουν, δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω με το άρθρο 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του", ταυτόσημη είναι και η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και του άρθρου 71 του ΚΠΔ. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται όμως δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών (άρθρα 93-96 Συντάγματος).
Εξάλλου η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 151/2024, ΑΠ 1580/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, που αποτελείται από τέσσερα σκέλη, οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση του Εφετείου για τις εκ των άρθρων 1, 11, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επικαλούμενοι, ότι παραβίασε ευθέως (αρ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ) κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων ν.8 παρ. 1, (κωδ. 7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.44), ν.6 πανδ., ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) περί κτήσεως κυριότητας με τα προσόντα τη χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των άρθρων 1 και 3 του β. δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 και 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, και στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από αυτούς (αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) περαιτέρω ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, αναφερόμενοι συγκεκριμένα στην με αρ. 1262/2012 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία ο πρώτος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αθωώθηκε για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης του επιδίκου ακινήτου τον ... του 2002, επικαλούμενοι ότι δέχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε παράνομη εκχέρσωση του επιδίκου ακινήτου κατά τον ανωτέρω χρόνο. Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω με αρ. 1262/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αθωώθηκε ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων, διαλαμβάνοντας ρητή μνεία αυτής (σελ. 10) ότι από την ανωτέρω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική και εκχερσώθηκε από τον ενάγοντα τον ... του 2002 αλλά κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, το οποίο διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης κατά την ανάπτυξη του αναιρετικού αυτού λόγου (σελ. 96) και έχει επακριβώς ως εξής "... ο κατηγορούμενος ανυπαίτια αγνοούσε ότι η έκταση την οποία εκχέρσωσε ήταν δασική και πίστευε δικαιολογημένα ότι ήταν αγροτική..." το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έχει παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης χωρίς να προβεί σε διερεύνηση του ποινικού αδικήματος και για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του την ανωτέρω αθωωτική απόφαση και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Εξάλλου η επίκληση της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά αποδεικτικό στοιχείο και απαραδέκτως προσβάλλεται η απόφαση για την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Περαιτέρω η αναφορά του Εφετείου στο ότι η αθώωση του ενάγοντα με την με αρ. 1262/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης, έλαβε χώρα λόγω ελλείψεως δόλου καθόσον πίστευε δικαιολογημένα ότι ήταν αγροτική έκταση δεν αποτελεί παραδοχή αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και απαράδεκτα πλήττεται με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια ενώ κατά τα λοιπά το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ν.8 παρ. 1, (κωδ. 7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.44), ν.6 πανδ., ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) περί χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και 974, 1045 και 1051 του Αστικού Κώδικα και ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β. δ/τος της 17/19-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 κατά τα ήδη εκτεθέντα. Επίσης το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του με σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως ο πέμπτος λόγος είναι απαράδεκτος για τις εκ του αρ. 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αβάσιμος και κατά σκέλη αυτού των εκ των αρ. 11γ , 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμελειών.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από το ενιστάμενο Δημόσιο, με τις παραδοχές του ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση των 5035 τ.μ. είναι δασική ενώ το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας μόνο για έκταση 4.042 τ.μ. και όχι για το υπόλοιπο των 992,48 τ.μ. και ότι επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την παραδοχή της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας για έκταση 5.035 τ.μ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του λόγου της αίτησης, του από 29-9-2010 δικογράφου των προτάσεων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο προέβαλε, προς υποστήριξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας (την οποία επανέφερε στο Εφετείο) λόγω του δασικού χαρακτήρα που είχε ανέκαθεν το επίδικο ακίνητο, μεταξύ άλλων και το επιχείρημα ότι "...ως ιδιωτικά θεωρούνται και τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια με έναν από τους εξής τρόπους α)....β), ...γ)....,ή δ)..... Τέτοια όμως αναγνώριση δεν διαθέτουν ούτε επικαλέσθηκαν ούτε μπορούν βέβαια να αποδείξουν οι αντίδικοι, επομένως αδυνατούν να καταρρίψουν το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο και να αποδείξουν την κυριότητά τους επί της εκτάσεως των 4.042 τ.μ.". Από το σύνολο των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις του, σαφώς και χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι η προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας αφορά ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 5035 τ.μ. και όχι μόνο τα 4.042 τ.μ. Επομένως η προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου για ολόκληρη την επίδικη έκταση των 5.035 τ.μ. α) έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και β) δεν επεδίκασε στο Ελληνικό Δημόσιο περισσότερα από όσα αυτό ζήτησε διότι με την ένστασή του προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου των 5.035 τ.μ.. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του.
Τέλος αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, δεν απορρίπτονται όμως και οι δύο, αλλά μόνον ο δεύτερος από αυτούς (ΑΠ 579/2007). Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφ' ενός μεν ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή προσέδωσε στο έγγραφο αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1009/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι, ενώ τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως δημόσια έγγραφα: 1) των οριστικών εγγραφών του κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας με αρ. πρωτ. 18521/2012 που βεβαιώνει ότι η επίδικη έκταση και οι όμορες ιδιοκτησίες είναι γεωργικού χαρακτήρα καθώς και αυτές που περιβάλλουν το επίδικο, 2) της με αρ. πρωτ. .../1991 βεβαίωσης του Δασαρχείου που βεβαιώνει ότι το προς δυσμάς όμορο του επιδίκου, ακίνητο έχει γεωργικό χαρακτήρα ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτό είναι δασικό (όμορο προς δυσμάς) , 3) του από το έτος 1990 δασικού χάρτη με βάση τις αεροφωτογραφίες του 1960 στον οποίο το επίδικο περιλαμβάνεται στις γεωργικές καλλιέργειες και περιβάλλεται από κατοικίες 4) της με ΚΑΕΚ 36088445128 εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ιδιοκτήτες τους αναιρεσείοντες χωρίς να υποβληθεί καμία ένσταση από το Ελληνικό Δημόσιο, 5) της περί ακύρωσης της πράξης αναδάσωσης απόφασης του ΣτΕ με αρ. .../2011, τα οποία ως δημόσια έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη, το Εφετείο τα εκτίμησε ελεύθερα προσδίδοντας μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτήν που έχουν κατά νόμο. Ο λόγος αυτός περί παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω εγγράφων είναι απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει με τον προαναφερθέντα, προταχθέντα, από τους αναιρεσείοντες και εξετασθέντα παραπάνω από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης που αφορά τα ίδια έγγραφα, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα και παράλληλα να προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη. Περαιτέρω η, εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα των οργάνων του Κτηματολογίου και του Δασαρχείου, κρίση περί του δασικού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, δεν προσδίδει στα εκδοθέντα από αυτά σχετικά έγγραφα πλήρη αποδεικτική δύναμη για το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης, το δε Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη και άλλα δημόσια έγγραφα ίσης αποδεικτικής δύναμης που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμα υποβληθέν αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β711/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2024 αίτηση για αναίρεση της 52/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ