Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1383 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1383/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Δ., 2) Δ. Γ. του Α., κατοίκων ..., 3) Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μήτσιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "VEGA III NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2021 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκε η 106/ΜΙ-ΑΚ/2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/11/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμ. 106/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που απέρριψε την ανακοπή των αναιρεσειόντων για ακύρωση της από 3-12-2021 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. .../2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, η οποία ενεργεί με την ιδιότητα της διαχειρίστριας, για λογαριασμό της δικαιούχου-ειδικής διαδόχου της Τράπεζας Πειραιώς, αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Vega III NPL Finance DAC", το ποσό των 1.372.136,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο, πλέον εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Για τη νομιμοποίηση δηλαδή αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν να ασκεί επιρροή, αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του άρθρου 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 654/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 717/2018). Έτσι αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί στο εφετείο νόμιμα (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτελέσεως, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει την εκτέλεση λόγω υπεισελεύσεώς της στη θέση του δανειστή. Οι αναιρεσείοντες, μολονότι επικαλούνται στο αναιρετήριο ότι προέβαλαν τον ως άνω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι δεν προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός με λόγο ανακοπής. Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για ισχυρισμό που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, ναι μεν απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος, ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι ως αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα αυτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς και για τον λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σε αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.
Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 323/2021, ΑΠ 1352/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 1285/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, έκρινε μη νόμιμο τον προταθέντα με λόγο ανακοπής ισχυρισμό των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η από 3-12-2021 επιταγή προς πληρωμή πρέπει να ακυρωθεί, διότι η αναιρεσίβλητη, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, τους κοινοποίησε για δεύτερη φορά μέσα σε τρία έτη επιταγή προς πληρωμή, χωρίς προηγουμένως να εξαντλήσει τις όποιες δυνατότητες προσαρμογής του τρόπου εξυπηρέτησης της απαίτησής της στις δυνατότητές τους ως οφειλετών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στα πλαίσια της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, ενόψει της υπογραφής του από 20-12-2019 συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής τους και της γνώσης της αναιρεσίβλητης ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στην εφάπαξ αποπληρωμή της. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω η καθ' ής, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ενεργούσα για λογαριασμό της δικαιούχου της αξίωσης ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. κακόπιστα, εκβιαστικά και αιφνιδιαστικά, αναφορικά με την μέχρι τούδε ακολουθούμενη πρακτική της ήπιας συνεννόησης, της συνδιαλλαγής και της προσπάθειας εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, στα πλαίσια της καλής πίστης, προσαρμοσμένης στις ενεστώσες/ρεαλιστικές δυνατότητες των δανειοληπτών για την εξυπηρέτηση του ληφθέντος από μέρους τους δανείου, έσπευσε να κοινοποιήσει εκ νέου (για δεύτερη φορά μέσα σε τρία έτη) επιταγή προς πληρωμή, παρά πόδας της υπ' αριθμ. .../2018 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας Πηνελόπης Κεχαγιόγλου, εκβιάζοντας εκτέλεση, χωρίς να εξετάσει προηγουμένως και να εξαντλήσει, τις όποιες δυνατότητες προσαρμογής του τρόπου εξυπηρέτησης της απαιτήσεώς της, στις δυνατότητες ημών των οφειλετών, όπως διαμορφώθηκαν και υφίστανται πλέον στα πλαίσια μιας ευρύτερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, δεδομένης της μεσολάβησης της καταστροφικής πανδημικής περιόδου, εν γνώση της περί της εγγενούς αδυναμίας εφ' άπαξ αποπληρωμής και εξόφλησης του υπολοίπου του δανειακού λογαριασμού και δη προσαυξημένου υπέρμετρα με καταπλεονεκτικούς τόκους και τόκους τόκων, αδιαφορώντας για τις ανεπιεικείς /καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια αιφνιδιαστική κίνηση/πρωτοβουλία της. Δεδομένης της συνυπογραφής του από 20-12-2019 συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής και της εκπεφρασμένης (πολλάκις), σταθερής βουλήσεώς μας, για αποπληρωμή της εκ συμβάσεως πιστώσεως οφειλής μας, γεγονός που αποδείξαμε εμπράκτως μέσω τακτικών καταβολών ακόμη κι εν μέσω της καταστροφικής από οικονομικής απόψεως περιόδου της πανδημίας, η επιθετική πρωτοβουλία της αντιδίκου να επιδώσει επιταγή προς πληρωμή και να καταστήσει άμεσα απαιτητό το σύνολο της απαιτήσεώς της, εν γνώση της περί της εγγενούς αδυναμίας μας να ανταποκριθούμε στην εφ' άπαξ αποπληρωμή της και ενώ υφίστατο ήδη ενεργή σύμβαση ρύθμισης, μας αιφνιδίασε, δεδομένης και της γενικότερης αίσθησης επιείκειας που επικρατεί υπέρ των οφειλετών σε μία χρονική περίοδο οικονομικής ανασύνταξης και προσπάθειας ανάκαμψης. Η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ής για επίδοση επιταγής προς πληρωμή σε βάρος μας, δεν έχει, εν προκειμένω, ως επιδιωκόμενο σκοπό της την εξυπηρέτηση και τελικά την εξόφληση και αποπληρωμή της εκ συμβάσεως πιστώσεως αξίωσής της σε βάρος μας, την οποία γνωρίζουμε, αναγνωρίζουμε και είμαστε πρόθυμοι να αποπληρώσουμε στη βάση μίας εύλογης και ρεαλιστικής ρύθμισης, αλλά εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, κερδοσκοπικούς και καταπλεονεκτικούς, που αντίκεινται στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη και υπερβαίνουν τον οικονομικό σκοπό του ίδιου του δικαιώματος.". Τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Τούτο διότι, υπό τις προβαλλόμενες περιστάσεις, η, κατ' εφαρμογή συμβατικού όρου, επιδίωξη της αναιρεσίβλητης να εισπράξει την επίδικη απαίτηση, έστω και αν επέφερε σημαντική βλάβη στους αναιρεσείοντες οφειλέτες, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον τούτο αποτελούσε δικαίωμα συνυφασμένο με την διαχείριση της περιουσίας της, προκειμένου να αποτρέψει την διόγκωση της οφειλής των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν ήταν συνεπείς στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, παρά την υπογραφή του από 20-12-2019 συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ότι ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός των ανακοπτόντων είναι μη νόμιμος, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ως εκ τούτου και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης