ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1384/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1384/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1384/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1384 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1384/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Μ. Π., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Μπαλακτάρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3187/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3507/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 3507/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξαφανίστηκε η, ερήμην αυτού εκδοθείσα, υπ' αρ. 3187/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-1-2019 αγωγή του και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 270.122,82 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, που αντιστοιχεί στα ωφελήματα που αποκόμισε αυτή, ως κακόπιστος νομέας, από τη χρήση του μεριδίου συγκυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο του έτους 2007 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2018. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται, περαιτέρω, ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019). Από τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ωφελήματα είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσεως, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ. το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 1232/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 ΑΚ). Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου νομέα. Κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θελήσεως του κυρίου (άρθρο 984 παρ.Ι ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 ΑΚ). Δικαιούχος της αξιώσεως είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαιρέσεως της νομής (ΑΠ417/2024, ΑΠ 1226/2021, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα. Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από τον νόμο ως λόγος μεταβιβάσεώς της. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ ως αιτία μεταβιβάσεως (ΑΠ 920/2012). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 159 παρ.1, 164, 166, 369 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι, η μεταβιβαστική της κυριότητας ακινήτου σύμβαση γίνεται με ποινή ακυρότητας ενώπιον συμβολαιογράφου, όπως και το προσύμφωνο γι' αυτήν. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο απαιτείται τόσο για την εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική, η οποία αποτελεί την αιτία της μεταβιβάσεως, εκτείνεται δε σε ολόκληρο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, περιλαμβανομένων και των κατά τη σύναψη αυτής ή και μετέπειτα συνομολογηθέντων συμπληρωματικών ή τροποποιητικών αυτής όρων και ειδικότερων συμφωνιών, που αφορούν στα ουσιώδη, κατά το άρθρο 513 ΑΚ, στοιχεία για έγκυρη κατάρτιση της πωλήσεως, ήτοι στο πράγμα (ακίνητο), στο τίμημα, στην προθεσμία συντάξεως του οριστικού συμβολαίου ως επίσης και στην προθεσμία πληρωμής του τιμήματος που συμφωνήθηκε. Έτσι η μη τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα (ΑΠ 57/2019, ΑΠ 801/2010). Ωστόσο, αν σε συμβόλαιο περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου περιληφθεί και δήλωση του πωλητή ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε αυτόν από τον αγοραστή εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, για την οποία (δήλωση) δεν αποτελεί κατά το νόμο ουσιαστικό ή αποδεικτικό τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον δεν ορίσθηκε τούτο από τα μέρη, χωρεί, κατ' άρθρο 440ΑΚ, ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως αυτής και απόδειξη της εικονικότητάς της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσβολής του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 801/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθορισθεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί. Πρόκειται για τελεία, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί την υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 695/2021). Ο δικαιούχος από προσύμφωνο, στον οποίο έχει χορηγηθεί αμετάκλητη πληρεξουσιότητα από το έτερο μέρος να καταρτίσει με αυτοσύμβαση την οριστική σύμβαση, αφενός ατομικά και αφετέρου ως άμεσος αντιπρόσωπος του πληρεξουσιοδότη, σε περίπτωση που ο τελευταίος δυστροπεί να συμπράξει, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αγωγής για καταδίκη του υποχρέου σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να επιτύχει δι' αυτής της οδού την αναγκαστική σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 1169/2024, ΑΠ 1766/2023).

Εφόσον το ως άνω άρθρο (166ΑΚ) δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται αναλογικώς επί των σχέσεων που πηγάζουν από αυτό, οι κανόνες των άρθρων 380-383 ΑΚ, που αφορούν όλες τις συμβάσεις, αλλά και οι διατάξεις της ειδικής κατηγορίας, στην οποία υπάγεται η ορισμένη σύμβαση. Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πωλήσεως έχουν εφαρμογή τόσο οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, όσο και οι ειδικές διατάξεις της συμβάσεως πωλήσεως (ΑΠ 862/2020), όπως είναι και αυτή του άρθρου 516ΑΚ, κατά την οποία, αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη. Κατά δε το άρθρο 383 ΑΚ, αν ένας από τους συμβαλλόμενους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλλος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση επιφέρει άμεση διάλυση της συμβάσεως με αναδρομική ενέργεια και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων για παροχές, που πηγάζουν από τη σύμβαση (ΑΠ1525/2021, ΑΠ 1227/2018).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 166 και 201ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που καταρτίστηκε προσύμφωνο τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνδέσουν τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως από την προηγούμενη πλήρωση αναβλητικής αιρέσεως που τέθηκε απΛ αυτά, οπότε η σύναψη της συμβάσεως αυτής θα χωρήσει, αφού πληρωθεί η παρεμβληθείσα αίρεση (ΑΠ862/2020). Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 218 εδαφ. α' και 220ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ανακαλείται μόνο κατά τον ίδιο τύπο, διαφορετικά, η ανάκληση, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ). Αν η πληρεξουσιότητα χορηγήθηκε δυνάμει όρου μιας συμβάσεως, μέσα στα πλαίσια των αμοιβαίως αναλαμβανομένων συμβατικών δεσμεύσεων από τον ένα συμβαλλόμενο προς τον άλλο για να επιχειρήσει ορισμένη ενέργεια, μπορεί να ανακληθεί όχι μονομερώς, με ενάσκηση του από το άρθρο 218 ΑΚ δικαιώματος ανακλήσεώς της, αλλά μόνο με νέα τροποποιητική συμφωνία (ΟλΑΠ 52/1990, ΑΠ 1313/1999).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά τα πρώτα σκέλη τους, λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 1099, 914 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 201, 218, 382, 383-385, 516, 672, 724, 752 και 766 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους : α) κρίνοντας εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έχει νομίμως αποκτήσει τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, λόγω πωλήσεως, με αυτοσύμβαση που κατάρτισε σε εκτέλεση του μεταξύ τους καταρτισθέντος συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, καίτοι η ίδια, εν τω μεταξύ, αφενός είχε νομίμως υπαναχωρήσει από αυτό λόγω μη καταβολής από τον αναιρεσίβλητο του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος και αφετέρου είχε ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα που του είχε δώσει με το άνω προσύμφωνο για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως με αυτοσύμβαση, καθώς δεν πληρώθηκε προς τούτο η συμφωνηθείσα μεταξύ τους αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος και β) κρίνοντας εσφαλμένα ότι παράνομα κατέλαβε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο ως κακόπιστος νομέας από τις 5 7-2007.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ....1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Γ. - Α., η ανώνυμη εταιρεία εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" μεταβίβασε στην κυριότητα της εναγόμενης, Π. συζύγου Μ. Π., το γένος Θ. και Μ. Κ. και της αδελφής της, Α. θυγατέρας Θ. και Μ. Κ., ένα αγροτικό ακίνητο (αγροτεμάχιο), εκτάσεως, σύμφωνα με τα συμβόλαια απόκτησης, 7.985,30 τ.μ, σύμφωνα δε με νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, 7.569 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΦΟΥΣΑ ΜΠΑΡΔΑ", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαρκοπούλου Μεσογαίας, τέως δήμου Κρωπίας, εκτός σχεδίου και ζώνης του ομώνυμου δήμου. Σύμφωνα με την από 12.3.1992 απόδειξη, ο πατέρας της εφεσίβλητης, Θ. Κ., κατέβαλε στον Αρσέν Μαρτυροσιάν, διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της προαναφερόμενης πωλήτριας εταιρείας, το ποσό των 500.000 δραχμών, ως αρραβώνα για την εκ μέρους του αγορά του προαναφερόμενου ακινήτου. Παράλληλα, με το ίδιο έγγραφο, συμφωνήθηκε ότι αν ο Θ. Κ. υπαναχωρούσε από την επικείμενη αγορά του προαναφερθέντος ακινήτου, χωρίς να υφίσταται πρόβλημα εγκυρότητας με τους τίτλους ιδιοκτησίας ή χωρίς το ακίνητο να φέρει οιοδήποτε νομικό βάρος (υποθήκη, κατάσχεση, διεκδίκηση κ.λ.π.), τότε το ποσό αυτό θα παρακρατούσε ο κύριος του ακινήτου, ως συμφωνημένη και αμοιβαία αποδεκτή ποινική ρήτρα. Από το περιεχόμενο της παραπάνω απόδειξης αποδεικνύεται ότι τα χρήματα για την αγορά του πιο πάνω οικοπέδου κατέβαλε ο πατέρας των συμβληθέντων ως αγοραστών αυτού. Επίσης, στις 29.9.1993, εκδόθηκε η 926/1993 άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου για την ανέγερση στο παραπάνω οικόπεδο αποθήκης, επιφανείας 756 τ.μ, σύμφωνα με την οποία, την αρχιτεκτονική μελέτη και την επίβλεψη του έργου ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός, Δ. Τ. Ο τελευταίος βεβαίωσε ότι είχε αναλάβει την εκπόνηση των μελετών και σχεδίων για την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής αδείας, επί του προαναφερόμενου ακινήτου που είχε αγοράσει ο Θ. Κ. με δικά του χρήματα στο όνομα των θυγατέρων του. Ότι η οικοδομή και ειδικότερα η παραπάνω αποθήκη αποπερατώθηκε το έτος 1994 με χρήματα του Θ. Κ., ο τελευταίος δε είχε διαμορφώσει, εντός του οικοπέδου χώρο σε όροφο πάνω από την αποθήκη όπου διέμενε περιστασιακά, όταν το ωράριο εργασίας του στην αποθήκη δεν του επέτρεπε την επιστροφή στην μόνιμη κατοικία του. Τέλος επισήμανε ότι η επιτρεπόμενη χρήση της εντός του οικοπέδου αποθήκης, σύμφωνα με την οικοδομική αυτής άδεια, ήταν για αποθήκη πρωτογενούς παραγωγής (βλ. την 308/2009 ένορκη βεβαίωση). Στις 24.11.1987 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ - ΤΥΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΣΠΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΡΟΤΙΚΗ - ΤΥΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ Α.Ε.". Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η εμπορία, βιοτεχνική επεξεργασία και τυποποίηση οσπρίων, ζαχάρεως και παντός είδους αγροτικών προϊόντων και τροφίμων εν γένει, η εισαγωγή - εξαγωγή οσπρίων και εν γένει γεωργικών προϊόντων, η ίδρυση βιοτεχνικών ή βιομηχανικών κλάδων επεξεργασίας αυτών των προϊόντων και παρεμφερών ειδών και η συνεργασία με ξένα βιομηχανικά και εμπορικά συγκροτήματα. Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αποτελούνταν από τους Θ. Κ., την εναγόμενη, την αδελφή της, Α. θυγατέρα Θ. και Μ. Κ., τον Μ. Π. και τον Α. Γ. Επίσης, ο Θ. Κ. ήταν διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Εταιρεία περιορισμένης Ευθύνης", η οποία συστάθηκε στις 19.5.1986 με εταίρους τους Θ. Κ. και την Α. θυγατέρα Θ. και Μ. Κ. και είχε το ίδιο αντικείμενο με την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία (βλ. 3706/30.6.1994 ΦΕΚ - τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Επίσης, ο ενάγων, ο οποίος από το έτος 1989 είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την αδελφή της εναγόμενης, Α. Κ., το έτος 1995, με τη βοήθεια του πεθερού του, Θ. Κ., συνέστησε την μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΡΟΦΟΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΟΦΟΕΜΠΟΡΙΚΗ". Σκοπός της εταιρείας ήταν η εισαγωγή και εμπορία χονδρικώς, παντός είδους τροφίμων, ειδών παντοπωλείου, ζύθου, ποτών, ειδών καθαριότητας και συναφών ειδών. Στις 10.10.2001, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το .../2001 προσύμφωνο μεταβίβασης της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. συζύγου Χ. Κ., με το οποίο η εναγόμενη δήλωσε ότι έχει στην πλήρη, άμεση και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου, δηλαδή μίας αγροτικής αποθήκης η οποία αποτελείται από ένα χώρο, ένα χώρο συναλλαγών και δυο w.c., συνολικής επιφανείας 756 τ.μ., η οποία είναι κτισμένη στο προαναφερόμενο αγροτεμάχιο εκτάσεως 7569 τ.μ. Το ανήκον σε αυτή ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει και παραδώσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα, με τίμημα που συμφωνήθηκε στο ποσό των 68.000.000 δραχμών, το παραπάνω δε ποσό, κατά δήλωσή της, έλαβε από τον αγοραστή σε μετρητά που μετρήθηκαν προηγουμένως και χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το οριστικό της σύμβασης συμβόλαιο, θα συντασσόταν ενώπιον της πιο πάνω συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή της, μετά την έκδοση των εγγράφων και πιστοποιητικών που ήταν απαραίτητα για την έγκυρη κατάρτισή του. Τέλος, για την περίπτωση μεταμέλειας της πωλήτριας, συμφωνήθηκε ότι ο αγοραστής είχε το δικαίωμα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, κατά το άρθρο 235 του ΑΚ, ενεργώντας ως πληρεξούσιος της πωλήτριας με εντολή και πληρεξουσιότητα που του έδινε με το προσύμφωνο συμβόλαιο η τελευταία. Την ίδια ημερομηνία οι διάδικοι κατήρτισαν έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναφέρθηκαν στην κατάρτιση του προσυμφώνου συμβολαίου. Με αυτό διευκρίνισαν ότι η μεταβίβαση του ακινήτου προσυμφωνήθηκε αντί του πραγματικού τιμήματος των 100.000.000 δραχμών και όχι αυτού των 68.000.000 δραχμών, ως αναγράφεται στο προσύμφωνο, όπως επίσης και ότι το ποσό αυτό δεν είχε καταβληθεί στην πωλήτρια. Ότι το τίμημα θα καταβαλλόταν από τον αγοραστή με την εξόφληση του υφιστάμενου, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, χρέους της ανώνυμης εταιρείας Αγροτική Τυποποιητική Α.Ε. που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής προς την τράπεζα ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ και για το οποίο είχε εγγυηθεί η πωλήτρια και είχε παράσχει προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της κυριότητάς της (διαμέρισμα) που βρισκόταν στον Άλιμο Αττικής και επί της οδού ... Ότι η καταβολή του χρέους θα πραγματοποιούνταν σύμφωνα με τους όρους που θα συμφωνούσαν η οφειλέτρια εταιρεία, ο αγοραστής και η πιστώτρια τράπεζα, ο αγοραστής δε θα εξοφλούσε την πιστώτρια τράπεζα ολοσχερώς ώστε να εξαλειφθεί το βάρος από το ακίνητο της πωλήτριας. Τέλος ορίσθηκε ότι, σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων εκ μέρους του αγοραστή, το προαναφερόμενο προσύμφωνο θα θεωρούνταν άκυρο και δεν θα παρήγαγε ουδέν έννομο αποτέλεσμα. Ακολούθησε η κοινοποίηση, από την εναγόμενη στον ενάγοντα, στις 27.7.2004, της με ίδια ημερομηνία εξώδικης δήλωσης με την οποία δήλωσε σε αυτόν την πρόθεσή της να μην προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης. Ειδικότερα, ανέφερε ως αιτία της άρνησής της το γεγονός ότι δεν είχε καταβληθεί το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 100.000.000 δραχμών, διαμαρτυρήθηκε δε για την αντισυμβατική αυτού συμπεριφορά και τον κάλεσε όπως απέχει από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και της γνωρίσει το ακριβές ύψος του ποσού που έχει καταβάλει στην τράπεζα ALPHA BANK. Στη συνέχεια, με την από 2.11.2004 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 4.11.2004, αναφέρθηκε στην δικαιολογημένη άρνησή της να προχωρήσει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου και τη σύνταξη της 25868/2004 πράξης μη εμφάνισης της. Ισχυρίσθηκε δε ότι το χρέος της εταιρείας "Αγροτική Τυποποιητική ΑΕ", για το οποίο είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της κυριότητάς της, ανήρχετο στο ποσό των 60.000.000 δραχμών και όχι σε αυτό των 100.000.000 δραχμών, όπως απατηλά είχε αναφερθεί στο από 10.10.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με το ίδιο εξώδικο υποστήριξε ότι ο ενάγων κατέβαλε μέρος μόνον της οφειλής της πιο πάνω εταιρείας και δεν δικαιούταν να προχωρήσει δια αυτοσυμβάσεως στην μεταβίβαση του ακινήτου, από την οποία του ζήτησε και πάλι όπως απέχει. Σημειώνεται, ότι η ενάγουσα προσκομίζει αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών με αριθμούς ..., ... της τράπεζας ALPHA BANK, χωρίς όμως, από τη μελέτη των λογαριασμών αυτών να αποδεικνύεται ο τρόπος εξόφλησης της προαναφερόμενης οφειλής και ειδικότερα αν σε αυτή προέβη ο ενάγων ή πραγματοποιήθηκε με την εξόφληση επιταγών της οφειλέτριας εταιρείας. Δυνάμει του ....2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. συζύγου Χ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο 742 και με αριθμό 298, ο ενάγων, ενεργώντας αφενός ως πληρεξούσιος της εναγόμενης, δυνάμει της εντολής και πληρεξουσιότητας που του δόθηκε με το .../2001 προσύμφωνο συμβόλαιο και αφετέρου για τον εαυτό του ατομικά, μεταβίβασε στην κυριότητά του το ποσοστό συγκυριότητας της τελευταίας επί του ένδικου ακινήτου. Ο ενάγων, μαζί με τη συγκυρία του ακινήτου και σύζυγο του, Α. Κ. του Θ., στις 5.7.2007, άσκησαν κατά της εναγόμενης και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ν. & ΣΙΑ ΟΕ", την από 18.6.2007 με αριθμό κατάθεσης .../2007 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και την από 27.6.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή. Αμφότερα δε τα δικόγραφα κοινοποιήθηκαν στην εναγόμενη στις 5.7.2007, σύμφωνα με τη σχετική σημείωση στο δικόγραφο της αίτησης και την ....2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Κ. Με τα παραπάνω δικόγραφα, επικαλούμενοι το δικαίωμα συγκυριότητά τους επί του ένδικου ακινήτου και την κατάληψή του από την εναγόμενη, για την οποία ισχυρίσθηκαν ότι έλαβαν γνώση στις 13.6.2007, ζήτησαν την αναγνώρισή τους ως συννομέων και την παράδοση της νομής από τους καθ' ων. Επί της πιο πάνω αίτησης, η οποία συνδικάστηκε με την από 16.7.2007 αντίθετη αίτηση της εναγόμενης, εκδόθηκε η 572/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αίτηση ως αόριστη και η δεύτερη ως μη νόμιμη. Επί της από 27.6.2007 αγωγής εκδόθηκε η 3896/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η προβαλλόμενη από την εναγόμενη ένσταση ετήσιας παραγραφής της ένδικης αξίωσης και απορρίφθηκε η αγωγή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του προαναφερόμενου δικαστηρίου δεν ασκεί έννομη στην παρούσα δίκη, διότι δεν αποτελεί δεδικασμένο για το παρόν δικαστήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Ειδικότερα, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από τη νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος, κατά τον χρόνο αποβολής, όχι και το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι η εφαρμογή των άρθρων 1096 έως 1100 του ΑΚ προϋποθέτει τη δυνατότητα διεκδικήσεως του πράγματος, δηλαδή ουσιαστικά βάσιμη διεκδικητική αγωγή. Η τυχόν δε εξέταση από το πιο πάνω δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών (που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος) προς υποβοήθηση της κρίσεως του περί της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου, κατά τον χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου (...). Ακολούθησε η άσκηση στις 2.8.2018 (σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση στο δικόγραφο της επιδοθείσας στην εναγόμενη αγωγής της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Π.) της από 16.7.2018 με ΓΑΚ .../2018 και ΕΑΚ .../2018 αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες, επικαλούμενοι την κατάληψη από την εναγόμενη του ένδικου αγροτεμαχίου μετά της επ' αυτού αγροτικής αποθήκης επιφανείας 756 τ.μ. ζήτησαν την απόδοση της και την καταβολή ωφελημάτων ύψους 10.000 ευρώ μηνιαίας συνεπεία της χρήσης του ένδικου ακινήτου από το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 και για χρονικό διάστημα 142 μηνών και συνολικά 1.420.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 464/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία θεωρήθηκε η αγωγή καταργημένη ως προς αμφότερους τους ενάγοντες. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, η δεύτερη ενάγουσα, με το από 8.8.2018 με ΓΑΚ .../2018 και ΕΑΚ .../2018 δικόγραφο παραίτησης, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την προαναφερόμενη αγωγή. Επίσης, ο πρώτος ενάγων, με την ένδικη αγωγή δηλώνει ότι παραιτείται από το δικόγραφο της πιο πάνω αγωγής. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, από τις 5.7.2007, οπότε και κοινοποιήθηκαν σε αυτή η προαναφερόμενη αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και η αγωγή απόδοσης της νομής, γνώριζε ότι δεν δικαιούται να νέμεται το ένδικο οικόπεδο μετά της επ' αυτού ισόγειας αποθήκης επιφανείας 756 τ.μ. και υπογείου εμβαδού 350 τ.μ, στην οποία είχε εγκαταστήσει την ατομική αυτής επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και έκτοτε, συνεχίζοντας την παραμονή της στο ακίνητο, έχει καταστεί κακής πίστεως νομέας του επίδικου οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων. Η αντιποίηση δε της νομής από την εναγόμενη κάτοχο της αποθήκης συνιστά κτήση της νομής με παράνομη πράξη.

Συνεπώς, οι (αρνητικοί της αγωγής) ισχυρισμοί της εναγόμενης: α) ότι είχε δικαίωμα νομής και β) ότι ήταν καλόπιστη, τυγχάνουν ουσιαστικά αβάσιμοι και συνακόλουθα, απορριπτέοι.

Επομένως, τα ωφελήματα που απεκόμισε η εναγόμενη από τη χρήση του μεριδίου συγκυριότητας του ενάγοντος επί του ένδικου ακινήτου, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 276.000 ευρώ (138 μήνες Χ 4.000 μηνιαίο μίσθωμα =552.000 ευρώ Χ 1/2). Από τα ίδια παραπάνω πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από τις παράνομες ενέργειες της εναγόμενης και πρέπει το αιτούμενο ποσό χρηματικής ικανοποίησης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επομένως, αφού συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 440 του ΑΚ (ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις), το προτεινόμενο προς συμψηφισμό ποσό των 5.877,18 ευρώ, πρέπει, κατ' αποδοχή της ένστασης της εναγόμενης να αφαιρεθεί από το ποσό των ωφελημάτων και να επιδικασθεί στον ενάγοντα η διαφορά ύψους 270.122,82 ευρώ (276.000 - 5.877,18).

Ακολούθως, πρέπει η από 17.1.2019 με ΓΑΚ .../2019 και ΕΑΚ .../2019 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων εκατόν είκοσι δύο ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (270.122,82), με τον νόμιμο τόκο από τις 2.8.2018, ημερομηνία όχλησης της εναγόμενης με την κοινοποίηση σε αυτή της από 16.7.2018 με ΓΑΚ .../2018 και ΕΑΚ .../2018 αγωγής (...)".
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σύμφωνα και με τα ανωτέρω λεχθέντα, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 1096, 1098, 1099, 914 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 201, 218, 382, 383-385, 516, 672, 724, 752 και 766 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του υπ' αρ. ...-2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. συζύγου Χ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, ενεργώντας αφενός ως πληρεξούσιος της εναγομένης και αφετέρου για τον εαυτό του ατομικά, σε εκτέλεση του υπ' αρ. .../2001 προσυμφώνου μεταβιβάσεως της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αφενός υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει, μετά την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων και πιστοποιητικών, το άνω ποσοστό του ακινήτου κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με συμφωνηθέν τίμημα 68.000.000 δραχμών, το οποίο, κατά δήλωσή της, έλαβε από τον αγοραστή σε μετρητά, που μετρήθηκαν προηγουμένως και χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου, αφετέρου συμφώνησε ότι για την περίπτωση της μεταμέλειάς της ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε το δικαίωμα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, κατά το άρθρο 235ΑΚ, ενεργώντας ως πληρεξούσιος της. Η κατάρτιση του ως άνω οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση δεν τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής του τιμήματος από τον αναιρεσίβλητο αγοραστή, αφού στο προαναφερθέν προσύμφωνο δεν περιλαμβάνεται, τέτοια αίρεση, η περιεχόμενη δε στις από 27-7-2004 και 2-11-2004 εξώδικες δηλώσεις της αναιρεσείουσας υπαναχώρηση από το προσύμφωνο και ανάκληση της χορηγηθείσης στον αναιρεσίβλητο πληρεξουσιότητας για κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, λόγω μη πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, διότι αυτή δεν συμφωνήθηκε με το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, αλλά με το ιδιωτικό συμφωνητικό που δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα από τις 5-7-2007, γνώριζε ότι δεν δικαιούται να νέμεται το επίδικο ακίνητο, αφού τότε της κοινοποιήθηκαν από τον ενάγοντα και τη συγκυρία, μη διάδικο στην παρούσα δίκη σύζυγο του, Α. Κ. η από 18-6-2007 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και η από 27-6-2007 αγωγή αποδόσεως της νομής του ακινήτου, στα δικόγραφα των οποίων οι αιτούντες - ενάγοντες επικαλούνταν το δικαίωμα συγκυριότητάς τους στο άνω ακίνητο και την κατάληψή του από την αναιρεσίβλητη, της οποίας έλαβαν γνώση στις 13-6-2007, συνεχίζοντας δε η αναιρεσείουσα την παραμονή της στο ακίνητο, κατέστη κακής πίστεως νομέας του επιδίκου οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1096, 1098, 1099, 914 ΑΚ και της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 201, 218, 382, 383-385, 516, 672, 724, 752 και 766 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 1099, 914 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά τα πρώτα σκέλη τους, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019). Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζητήσεως του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 678/2024, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δηλώσεως, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023). Επίσης πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς και οι αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το σφάλμα (ΑΠ 678/2024, ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).

Με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, στην απίθανη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, το Εφετείο διαπίστωσε αμφιβολία ή κενά στο περιεχόμενο των από 22-7-2004 και 2-11-2004 δηλώσεών της προς τον αναιρεσίβλητο, με τις οποίες υπαναχώρησε από το επίδικο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και ανακάλεσε τη χορηγηθείσα με αυτό στον αναιρεσίβλητο πληρεξουσιότητα, παρέλειψε να εφαρμόσει τα κατ' άρθρα 173 και 200ΑΚ ερμηνευτικά των δικαιοπραξιών κριτήρια, προκειμένου να διαπιστώσει το αληθές και πραγματικό νόημα των δηλώσεών της. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με βεβαιότητα ότι το Εφετείο διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο των άνω δηλώσεων και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δεν αναφέρεται ποιό συγκεκριμένως είναι το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές αυτής, από τις οποίες προκύπτει ότι διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους ως άνω κανόνες. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε άμεσα, αλλά ούτε και έμμεσα την ύπαρξη κενού στο περιεχόμενο των άνω δηλώσεων.

5. Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1382/2019, 1693/2017).
Με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, που είχε ο αναιρεσίβλητος αναφορικά με την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας του 1/2 εξ αδαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Ωστόσο, από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον ενάγοντα αποδείξεις ότι είναι συγκύριος κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, το οποίο από 5-7-2007 κατέλαβε και νέμεται κακόπιστα η εναγομένη και όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως των αντίθετων (αρνητικών) ισχυρισμών της τελευταίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ - ΑΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).

Κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά το άρθρο 324ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012. Τέλος, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι προκύπτει ή όχι δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του, που πλήττεται με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 152/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αρ. 3896/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-6- 2007 αγωγή νομής επί του ίδιου ακινήτου που είχε ασκήσει κατ' αυτής ο αναιρεσίβλητος και η συγκυρία του ακινήτου, σύζυγος του. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, αβάσιμος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει την υπ' αρ. 3896/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία ισχυρίζεται ότι απορρέει δεδικασμένο και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα επικαλούμενα στο λόγο, δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας των δύο υποθέσεων, καθόσον η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου στηρίζεται σε δικαίωμα συγκυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου και όχι σε δικαίωμα νομής αυτού, που κατά τα επικαλούμενα έκρινε η 3896/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

7. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (Ολ. ΑΠ 6/2016, ΑΠ 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 10/2012, ΑΠ 267/2021).

Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 60/2025, ΑΠ 51/2024).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας, ως μη νόμιμη, την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, την οποία είχε νομοτύπως πρωτοδίκως προβάλλει και επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο.

Από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου, αλλά και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ επικαλέστηκε τα ακόλουθα:

"Στην επίδικη περίπτωση ο αντίδικος άσκησε την κρινόμενη (από 17-1-2019) αγωγή του μετά παρέλευση 13 ετών από την λειτουργία της νέας επιχείρησής μου εμπορίας οσπρίων με έδρα τη Λαχαναγορά του Ρέντη και με αποθηκευτικό χώρο των εμπορευμάτων μου την ευρισκόμενη εντός του επιδίκου ακινήτου αποθήκη, χωρίς ποτέ έκτοτε να απαιτήσει την απόδοση του επίδικου ακινήτου ούτε και να προβάλει ποτέ αξιώσεις περί ωφελημάτων από την εκ μέρους μου χρήση του ακινήτου αυτού. Μετά δε την αμετάκλητη απόρριψη της αγωγής του από την υπ' αριθμ. 3896/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αντίδικος μου δημιούργησε την εδραία πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει κανένα εκ των παραπάνω δικαιωμάτων του πολλώ δε μάλλον όταν οι ασκούμενες διά της κρινόμενης αγωγής του αξιώσεις προσκρούουν στο δεδικασμένο της παραπάνω αποφάσεως, το οποίο σαφώς και δεσμεύει τον αντίδικο καθόσον η άνω δίκη διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων. Κατά συνέπεια η σημερινή ενάσκηση των αξιώσεών του τείνει στην ανατροπή της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό το κράτος της ως άνω αποφάσεως και για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρήθηκε και που η ανατροπή της συνεπάγεται για εμένα βαρύτατες οικονομικές συνέπειες οι οποίες θα οδηγήσουν στην οικονομική μου κατάρρευση σε περίπτωση που υποχρεωθώ να καταβάλω τα αιτούμενα υπέρογκα χρηματικά ποσά με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να διακόψω τη λειτουργία της ατομικής μου επιχείρησης και να απολύσω το προσωπικό που απασχολώ (περί τα 12 άτομα - στο Εφετείο περί τα 5 άτομα) ή να αποδώσω τη νομή και κατοχή της Αποθήκης, την οποία γνωρίζουν οι προμηθευτές και πελάτες μου, ενώ ταυτόχρονα η ενάσκηση των αξιώσεων αυτών αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος". Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, διότι μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσιβλήτου, ακόμη και αν δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι αυτός δεν πρόκειται να το ασκήσει, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται η επίκληση από την αναιρεσείουσα ότι συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες από την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του αναιρεσιβλήτου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ως άνω διάταξη. Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση, ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γΓ αυτό και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 249ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διατάξεως αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 937ΑΚ (ΑΠ 1290/2019, 572/2017). Εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων θεσπίζεται με το άρθρο 250 αρ. 17ΑΚ και σύμφωνα με αυτό, οι αξιώσεις των καθυστερούμενων προσόδων, κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά κλπ παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στην έννοια των καθυστερούμενων προσόδων υπάγονται οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και τα εν γένει ωφελήματα που παρέχει η χρήση του πράγματος βάσει έννομης σχέσεως, ενώ στην έννοια της περιοδικώς επαναλαμβανόμενης παροχής υπάγεται εκείνη που έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση ή προθεσμία, αλλά παρέχεται από μόνη την πάροδο του χρόνου. Συνακόλουθα οι σχετικές με την απόδοση ωφελημάτων αξιώσεις του κυρίου πράγματος κατά του επηλήψιμου νομέα υπόκειται στην ως άνω πενταετή παραγραφή (ΑΠ 245/2023, ΑΠ 1979/2022, ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 1771/2014).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 922, 937 παρ. 1ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός, με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν είναι αυτή προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική επιδίωξη είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως προς αποζημίωση, η οποία είναι πενταετής από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση. Τρέχει δε από τότε ο χρόνος παραγραφής για όλες, επελθούσες και μέλλουσες ζημίες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 721/2023, ΑΠ 19/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση (ή αντένσταση) ως αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά απορρίπτεται λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, για το ορισμένο της ενστάσεως παραγραφής, πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος, κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής και ο χρόνος επιδόσεως της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επιδόσεως της αγωγής, από την οποία διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής. Η παράλειψη αναφοράς των περιστατικών αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται. Σε περίπτωση μη αναφοράς των παραπάνω στοιχείων, ο ισχυρισμός περί παραγραφής της διωκόμενης με την αγωγή αξιώσεως, είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και, επομένως, απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 448/2015, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1096/2008).

9. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 231/2020).

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση που, επικουρικώς, είχε νομοτύπως πρωτοδίκως προβάλλει περί παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, την οποία επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο προς υποστήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης, απορριπτικής της ένδικης αγωγής, αποφάσεως.

Από την επισκόπηση παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτή αμυνόμενη κατά της αγωγής πρότεινε αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας περί συμπληρώσεως της πενταετούς παραγραφής από το άρθρο 250 περ. 17 ΑΚ για τα εξαχθέντα από αυτήν, ως κακόπιστη νομέα, ωφελήματα, αναφέροντας ειδικότερα ότι : "Άλλως και όλως επικουρικώς και για την περίπτωση που ήθελε απορριφθούν οι παραπάνω ενστάσεις μου, πράγμα το οποίο αρνούμαι και αποκρούω, υποβάλλω την ένσταση παραγραφής του άρθρ. 250 Α.Κ.

- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 16,17 ΑΚ η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθωμάτων, μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά" περιλαμβάνονται σ' αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα, τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει. Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κυρίου του πράγματος κατά του νομέως ή κατόχου.

Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Κατά συνέπεια, και εφόσον η υπό κρίση αγωγή δεν ερείδεται επικουρικώς και επί των διατάξεων περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), τότε οι αιτούμενες αξιώσεις για το πέραν της πενταετίας χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής, θα πρέπει να απορριφθούν καθόσον έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρ. 250 Α.Κ.-".

Με βάση όμως τα ανωτέρω λεχθέντα η σχετική ένσταση ήταν αόριστη, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία που την καθιστούν ορισμένη, ήτοι ο συγκεκριμένος χρόνος, κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής και ο χρόνος επιδόσεως της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι την επίδοση της αγωγής συμπληρώθηκε ο χρόνος της παραγραφής. Επομένως, το Εφετείο το οποίο απέρριψε την άνω ένσταση, ως αόριστη, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο σχετικός παραπάνω λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

10. Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 2 του ν.δ. 1544/1942 προκύπτει ότι σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην. Για το λόγο αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των παραπάνω διατάξεων δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ. και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν (ΑΠ 719/2023, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 1293/2018, ΑΠ 367/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη εξαιτίας της μη καταβολής του οφειλόμενου, σύμφωνα και με το άρθρο 7 παρ.3 νδ 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 Ν. 4640/2019, δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ο οποίος έπρεπε για τον λόγο αυτό να δικαστεί ερήμην. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, διότι δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής επί μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ούτε όμως ιδρύεται και ο από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αφού ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικάστηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλίαν.

11. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).

Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις δοθείσες ενώπιον του ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Γ. και Μ. Π., οι οποίες είναι κρίσιμες για την έκβαση της παρούσας δίκης. Από τη ρητή βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Γ. και Μ. Π. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3507/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή