Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1385 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1385/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Ν. Ρ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. - Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ευτυχιάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2809/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3338/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 3338/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 2809/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο, το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση και την οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες αυτών, την οικονομική κατάστασή τους, την ηλικία του κλπ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης και έτσι η παροχή υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς και είναι ανακλητέα στο σύνολό της ή μερικώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1257/2020, ΑΠ 656/2011). Αντίθετα, εφόσον η παροχή αυτή δεν υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν συνιστά δωρεά και δεν είναι επιτρεπτή η ανάκλησή της κατά τις παραπάνω διατάξεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία, κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφοράς του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση, αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 58/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011). Εντέλει, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο γονέας που επιθυμεί να ανακαλέσει τη γονική παροχή που έκανε προς το τέκνο του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρώτον, ότι η γονική παροχή που έκανε υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ώστε να κριθεί ότι πρόκειται περί δωρεάς στο σύνολό της ή μερικώς, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να ανακληθεί, κατ` εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ και δεύτερον ότι το τέκνο του επέδειξε με τη συμπεριφορά του αχαριστία και υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα απέναντι στο δωρητή γονέα, ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης. Μόνον δε σε περίπτωση που αποδειχθούν και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις μπορεί να ανακληθεί η γονική παροχή στο σύνολό της ή μερικώς. (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1257/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου στην αναιρεσίβλητη θυγατέρα της αποτελούσε γονική παροχή για τη δημιουργία οικονομικής της αυτοτέλειας, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι συνιστούσε δωρεά. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθ. ...-1990 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Τ., νόμιμα μεταγραμμένου, η ενάγουσα - εκκαλούσα και ο αποβιώσας ήδη σύζυγός της, Ν. Ρ., μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη θυγατέρα τους, Χ. - Α. Ρ., ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος της κυριότητάς τους, που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας κείμενης στο Καστρί Νέας Ερυθραίας Αττικής, μαζί με μία θέση στάθμευσης και μία αποθήκη στην ίδια πολυκατοικία, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής τους την επικαρπία των ιδιοκτησιών αυτών. Συγκεκριμένα, στις 3-12-1990, οι γονείς της εναγόμενης - εφεσίβλητης της μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα από 50 % εξ αδιαιρέτου έκαστος, του με αριθ. Β-2 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας, η οποία είναι κτισμένη επί οικοπέδου επιφάνειας 2.628,70 τ.μ., κείμενου επί της οδού ..., στη θέση Καστρί της Νέας Ερυθραίας Αττικής. Το διαμέρισμα αυτό αποτελείται από τρία δωμάτια, χωλ, οφίς, κουζίνα, λουτρό, WC και εξώστες, έχει εμβαδόν 135,40 τμ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 81 ο/οο εξ αδιαιρέτου, ενώ σε αυτό ανήκουν κατ' αποκλειστική χρήση δύο παραρτήματα του διαμερίσματος, ήτοι (α) ο με αριθ. οκτώ (8) χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου και (β) η με αριθ. Υ8 αποθήκη του υπογείου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, που αποτελείται από ένα χώρο και έχει επιφάνεια 14,31 τμ., όπως οι ιδιοκτησίες αυτές εμφαίνονται στο από Ιανουαρίου 1976 σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Α., που έχει προσαρτηθεί στη με αριθ. .../1976 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Η. Κ. Την ιδιοκτησία τους αυτή ο Ν. Ρ. και η Ε. Ρ. είχαν αποκτήσει από αγορά, δυνάμει του με αριθ. .../1976 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Η. Κ., νόμιμα μεταγραμμένου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1979 πράξη εξόφλησης του ιδίου Συμβολαιογράφου. Η αξία του δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί αυτής της ιδιοκτησίας, που αναγράφηκε και στο συμβόλαιο γονικής παροχής, ανερχόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης σε 10.397.385 δραχμές, ενώ η αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου ανέρχεται σήμερα σε 179.134,20 ευρώ και η αξία του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας σε 53.740,26 ευρώ. Στις 16-1-2018, η ενάγουσα - εκκαλούσα, θεωρώντας ότι η εν λόγω γονική παροχή συνιστά εξ ολοκλήρου δωρεά προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη θυγατέρα της και ότι η τελευταία μετά τη μεταβίβαση, επέδειξε αχαριστία στη μητέρα της, της επέδωσε την από 8-1-2018 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση ανάκλησης δωρεάς, για την οποία συντάχθηκε η με αριθ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Α. Δ., δηλώνοντας ότι θεωρεί ότι η ανωτέρω γονική παροχή συνιστά εξ ολοκλήρου δωρεά, ότι παρά το θάνατο του πατρός της, η εναγόμενη - εφεσίβλητη δεν απέκτησε την επικαρπία επί της ιδιοκτησίας αυτής, όπως καλώς γνωρίζει και ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη φάνηκε αχάριστη προς την ενάγουσα - εκκαλούσα και προς τον αποβιώσαντα ήδη πατέρα της και γι' αυτό, η ενάγουσα - εκκαλούσα ανακαλεί την επίδικη μεταβίβαση προς τη θυγατέρα της. Ωστόσο, από τα στοιχεία που εισφέρθηκαν στη δικογραφία, δεν προέκυψε ούτε το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη φάνηκε μετά τη μεταβίβαση αχάριστη προς τη μητέρα της ούτε ότι η επίδικη σύμβαση συνιστούσε στην πραγματικότητα δωρεά και όχι γονική παροχή προς τη θυγατέρα της και ως εκ τούτων, η γενόμενη δήλωση ανάκλησης δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. Ειδικότερα, ως προς τα ανωτέρω θέματα, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα - εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος 1935 και ο αποβιώσας ήδη σύζυγός της, Ν. Ρ., γεννηθείς το έτος 1925, μετά το γάμο τους απέκτησαν δύο θυγατέρες, δηλαδή την κόρη τους Ε., που γεννήθηκε στις ...-1964 και την εναγόμενη - εφεσίβλητη κόρη τους Χ. - Α., που γεννήθηκε στις ...-1965. Οι σύζυγοι με τις δύο θυγατέρες τους διέμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία της ενάγουσας - εκκαλούσας στο Κολωνάκι της Αθήνας και δη σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στη συμβολή των οδών ..., που αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη μέχρι το έτος 1990. Και οι δύο γονείς μεριμνούσαν ώστε να προσφέρουν στις κόρες τους την καλύτερη κατά το δυνατόν ανατροφή και εκπαίδευση και έτσι αυτές διδάχθηκαν από μικρές τη γαλλική, την αγγλική και στη συνέχεια την ισπανική γλώσσα, πέτυχαν την είσοδό τους αμφότερες στη Νομική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε η κόρη τους Ε. και σταδιοδρομεί ως δικηγόρος, ενώ η εναγόμενη - εφεσίβλητη, ούσα τελειόφοιτος Νομικής, στράφηκε προς την Αεροπλοϊα και έγινε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή Αεροπορία και επιπλέον διδάχθηκαν και κλασσικό και σύγχρονο χορό και συμμετείχαν σε πλήθος εκπαιδευτικών και αθλητικών δραστηριοτήτων κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου συχνά απολάμβαναν και τις θερινές διακοπές τους. Η ενάγουσα - εκκαλούσα δεν εργαζόταν, είχε όμως ως εισόδημα τα μισθώματα που εισέπραττε από το έτος 1976 έως το έτος 1990, από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου στο Καστρί και έκτοτε από το ανωτέρω διαμέρισμά της στο Κολωνάκι, καθώς η ίδια και ο σύζυγός της από το έτος 1990 εγκαταστάθηκαν στο Καστρί. Ο Ν. Ρ. είχε σπουδάσει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και είχε διατελέσει στέλεχος και Διευθυντής Καταστημάτων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος μέχρι το έτος 1973 και στη συνέχεια διετέλεσε Οικονομικός Διευθυντής εμπορικών επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Είχε ικανοποιητικά εισοδήματα από την εργασία του και από μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση ενός καταστήματος με αποθήκη ιδιοκτησίας του στην Πάτρα. Ως προς την ακίνητη περιουσία των συζύγων, ειπώθηκε ήδη ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα είχε στην πλήρη κυριότητά της το διαμέρισμα επί της οδού ..., στο Κολωνάκι, το οποίο είχε αγοραστεί ως προίκα της, με χρήματα των γονέων της και το 50 % εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στο Καστρί Νέας Ερυθραίας, ενώ στο Ν. Ρ. ανήκε το έτερο 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στο Καστρί Νέας Ερυθραίας και το ανωτέρω κατάστημά του στην Πάτρα με την αποθήκη. Επίσης, του ανήκαν και δύο διαμερίσματα στην Κινέττα, τα οποία είχαν συνενωθεί σε ένα ενιαίο διαμέρισμα, που αποτελούσε την εξοχική κατοικία της οικογένειάς του. Εξάλλου, ο Ν. Ρ. συμμετείχε σε ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο τόσο η εναγόμενη - εφεσίβλητη, όσο και η αδελφή της Ε., δικαιούνταν και έλαβαν με τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους, το ποσό των 1.450.00 δραχμών η καθεμία. Για την εναγόμενη - εφεσίβλητη, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ήταν το έτος 1987 που αποφάσισε να αφήσει τις σπουδές της στη Νομική Σχολή Αθηνών και να εργαστεί ως ιπτάμενη αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Τότε αποχώρησε και από την οικογενειακή στέγη και εγκαταστάθηκε με τον τότε σύντροφό της και μετέπειτα σύζυγό της, Α. Κ. σε μισθωμένο διαμέρισμα στο Παλαιό Φάληρο. Διαβιούσαν με τα εισοδήματα αμφοτέρων από τις εργασίες τους, δηλαδή το μισθό της εναγόμενης - εφεσίβλητης από την Ολυμπιακή Αεροπορία και το μισθό του Α. Κ. από την εργασία του στον ΗΣΑΠ, χωρίς να έχουν άλλες πηγές εισοδημάτων. Έκτοτε, μητέρα και κόρη απομακρύνθηκαν και δεν είχαν πολλές επαφές. Κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, η ενάγουσα - εκκαλούσα και ο σύζυγός της είχαν αποφασίσει να μεταβιβάσουν σταδιακά την ακίνητη περιουσία τους στα παιδιά τους, ώστε να δημιουργήσουν οι κόρες τους κατά το δυνατόν οικονομική αυτοτέλεια και να ελαφρυνθούν και οι ίδιοι φορολογικά. Στις 3-12-1990, οπότε έγινε η επίδικη γονική παροχή, η ενάγουσα - εκκαλούσα ήταν 55 ετών, ενώ η εναγόμενη - εφεσίβλητη είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας της και πέραν του μισθού από την εργασία της, δεν διέθετε ακίνητη ή άλλη περιουσία ούτε είχε δημιουργήσει οικονομική αυτοτέλεια. Εξάλλου, οι παροχές των γονέων της μέχρι την ηλικία αυτή, ήταν ανάλογες των δυνατοτήτων τους, προσφέρθηκαν κατά το δυνατόν ισομερώς στην ίδια και στην αδελφή της, χωρίς οι γονείς να παρέχουν στις κόρες τους πολυτελή διαβίωση πέραν των δυνάμεών τους, όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα - εκκαλούσα. Έτσι, η επίδικη γονική παροχή έγινε από την ενάγουσα - εκκαλούσα και τον σύζυγό της Ν. Ρ. προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη, για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας, χωρίς η παροχή αυτή να ξεπερνά το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, ώστε να αποτελεί δωρεά ως προς το υπερβάλλον, όπως διατείνεται η ενάγουσα - εκκαλούσα. Ειδικότερα, η ενάγουσα - εκκαλούσα και ο σύζυγός της, μεταβίβασαν το ανωτέρω διαμέρισμα στο Καστρί στην εναγόμενη - εφεσίβλητη, πλην όμως κράτησαν για τον εαυτό τους και εφ' όρου ζωής τους την επικαρπία αυτού, ώστε να έχουν την οικονομική εκμετάλλευση και κάρπωσή του, ενώ, αντίστοιχα, μεταβίβασαν και στην έτερη θυγατέρα τους Ε., την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος της ενάγουσας - εκκαλούσας στο Κολωνάκι στην Αθήνα, αλλά και την ψιλή κυριότητα του καταστήματος με την αποθήκη του Ν. Ρ. στην Πάτρα, παρακρατώντας ομοίως εφ' όρου ζωής τους την επικαρπία αυτών, ώστε να έχουν και σε αυτές τις ιδιοκτησίες την οικονομική εκμετάλλευση και κάρπωσή τους. Μάλιστα, οι γονικές παροχές προς τη θυγατέρα τους Ε., ήταν μεγαλύτερης συνολικής αξίας από τη γονική παροχή προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη. Ειδικότερα, σχετικά με τις μεταβιβάσεις προς την έτερη θυγατέρα του Ν. και της Ε. Ρ., Ε., αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα, στις ...-1994, δυνάμει του με αριθ. ...-1994 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Η. Κ., νόμιμα μεταγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τη θυγατέρα της Ε. Ρ., την ψιλή κυριότητα του με στοιχεία Β1 διαμερίσματος της, κείμενου στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας στο Κολωνάκι της Αθήνας και δη στη συμβολή των οδών ..., επιφάνειας 112,20 τμ., με το ποσοστό συνιδιοκτησίας του 40,90% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο στο οποίο κείται η οικοδομή, παρακρατώντας η ενάγουσα - εκκαλούσα, για τον εαυτό της και για τον σύζυγό της, το δικαίωμα επικαρπίας επί του ακινήτου αυτού εφ' όρου ζωής τους. Η αξία της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος αυτού, η οποία αναγράφηκε και στο συμβόλαιο γονικής παροχής, ανερχόταν στο ποσό των 11.180.295 δραχμών. Προηγουμένως και δη στις 2-11-1993, ο Ν. Ρ., δυνάμει του με αριθ. ...-1993 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Η. Κ., νόμιμα μεταγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τη θυγατέρα του Ε. Ρ., την ψιλή κυριότητα του με στοιχεία Κ2 καταστήματος του ισογείου και της με στοιχεία Κ-2 αποθήκης του καταστήματος του υπογείου οικοδομής, κείμενης επί της οδού ... στην Πάτρα, εμβαδού του καταστήματος 29,07 τμ. και της αποθήκης ομοίως 29,07 τμ., με τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους στο οικόπεδο στο οποίο κείται η οικοδομή, ποσοστών 18,06 ο/οο εξ αδιαιρέτου και 4,13 ο/οο εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, παρακρατώντας για τον εαυτό του και για τη σύζυγό του, ήδη ενάγουσα - εκκαλούσα, το δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτών εφ' όρου ζωής τους. Η αξία της ψιλής κυριότητας του καταστήματος αυτού και της αποθήκης, η οποία αναγράφηκε και στο συμβόλαιο γονικής παροχής, ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 4.232.974 δραχμών. Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων, δηλαδή από το γεγονός ότι ναι μεν αμφότερες η εναγόμενη - εφεσίβλητη και η αδελφή της Ε. Ρ. έλαβαν περιουσιακές παροχές από τους γονείς τους, αλλά η Ε. Ρ. έλαβε περισσότερη περιουσία, ενώ οι γονείς μεταβίβασαν στα παιδιά τους κατά τον συνηθέστερο και τον συμφερότερο οικονομικά για τα ελληνικά δεδομένα τρόπο την περιουσία τους και τα ακίνητα αυτά δεν απέφεραν εισόδημα στις ψιλές κυρίες, ενώ αναφορικά με την εναγόμενη - εφεσίβλητη, κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν μεν εργαζόμενη, αλλά δεν είχε άλλη περιουσία και βρισκόταν σε ηλικία γάμου, προκύπτει ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν αποτελούσε κατ' ουδένα τρόπο δωρεά κατά την έννοια του νόμου, αλλά γονική παροχή προς την εναγόμενη - εφεσίβλητη, για τη δημιουργία οικονομικής αυτοτέλειας. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος ότι μέχρι τις ανωτέρω μεταβιβάσεις η ενάγουσα - εκκαλούσα και ο σύζυγός της είχαν δαπανήσει όσα χρήματα απαιτούνταν για την εκπαίδευση και την ανατροφή των παιδιών τους. Συνακόλουθα, η επίμαχη γονική παροχή δεν υπόκειται σε ανάκληση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης η αναιρεσείουσα, ηλικίας 55 ετών και ο σύζυγός της είχαν αποφασίσει να μεταβιβάσουν σταδιακά την ακίνητη περιουσία τους στις θυγατέρες τους, ώστε αυτές να δημιουργήσουν κατά το δυνατόν οικονομική αυτοτέλεια και να ελαφρυνθούν και οι ίδιοι φορολογικά, η αναιρεσείουσα είχε στην πλήρη κυριότητά της ένα διαμέρισμα επί της οδού ... στο Κολωνάκι και το 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στο Καστρί, ενώ στον σύζυγό της Ν. Ρ. ανήκε το έτερο 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος, ένα κατάστημα με αποθήκη στην Πάτρα και δύο διαμερίσματα στην Κινέττα, η αναιρεσίβλητη, κατά τον ως άνω χρόνο ηλικίας 25 ετών, η οποία είχε αφήσει τις σπουδές της στη Νομική Σχολή Αθηνών, εργαζόταν ως ιπταμένη αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή Αεροπορία και είχε εγκατασταθεί σε μισθωμένο διαμέρισμα μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της, πέραν του μισθού από την εργασία της δεν διέθετε ακίνητη ή άλλη περιουσία ούτε είχε δημιουργήσει οικονομική αυτοτέλεια, τόσο η αναιρεσίβλητη, όσο και η αδελφή της Ε. Ρ. έλαβαν περιουσιακές παροχές από τους γονείς τους, αλλά η Ε. Ρ. έλαβε περισσότερη περιουσία, οι δε γονείς μεταβίβασαν στις θυγατέρες τους κατά τον συνηθέστερο και συμφερότερο οικονομικά για τα ελληνικά δεδομένα τρόπο την περιουσία τους, τα ακίνητα αυτά δεν απέφεραν εισόδημα στις ψιλές κυρίες, η δε αναιρεσίβλητη ήταν μεν εργαζόμενη, αλλά δεν είχε άλλη περιουσία και βρισκόταν σε ηλικία γάμου. Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν αποτελούσε δωρεά, καθόσον αυτή δεν υπερέβαινε το μέτρο, το οποίο επέβαλαν οι ως άνω περιστάσεις, αλλά αποτελούσε γονική παροχή προς την αναιρεσίβλητη για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε ανάκληση. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 1397/2022). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, ήτοι μη αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι συνιστούσαν τα πραγματικά περιστατικά της αχαριστίας της αναιρεσίβλητης απέναντί της, την καταφρονητική σε βάρος της συμπεριφορά της και τους χαρακτηρισμούς που οι εξώδικες δηλώσεις της και το σε βάρος της ασκηθέν δικόγραφο των ασφαλιστικών μέτρων περιέχουν. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των άνω παραδοχών του, δέχθηκε στη συνέχεια ότι "...Συνακόλουθα, η επίμαχη γονική παροχή δεν υπόκειται σε ανάκληση, πλην όμως σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και αν η παροχή αυτή της μητέρας προς τη θυγατέρα αποτελούσε εν όλω ή εν μέρει δωρεά και πάλι, η δήλωση ανάκλησης της ενάγουσας - εκκαλούσας δεν θα επέφερε έννομα αποτελέσματα, καθόσον, από τα στοιχεία που εισφέρθηκαν στη δικογραφία δεν προέκυψε ούτε το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη επέδειξε αχάριστη συμπεριφορά προς τη μητέρα της, όπως αβάσιμα διατείνεται η τελευταία....
Συνεπώς, η επίδικη από 8.1.2018 δήλωση ανάκλησης δωρεάς, που περιλαμβάνεται στην εξώδικη δήλωση της ενάγουσας - εκκαλούσας και επαναλαμβάνεται στην κρινόμενη αγωγή της, δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, κατ' αρχήν διότι η παροχή προς την εναγόμενη - εκκαλούσα δεν συνιστούσε δωρεά, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε δε περίπτωση διότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη υπέπεσε σε βαριά παραπτώματα ή ότι υπέδειξε αχαριστία προς την παρέχουσα μητέρα της." Ο λόγος αυτός με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη - επικουρική - πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης, η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, για την οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβασίμου του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.11.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3338/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης