ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1387/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1387/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1387/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1387 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1387/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ"", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ Α.Ε." (πρώην "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Σ. & ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΡΟΔΟΠΗΣ Ε.Ε.", που εδρεύει στην Κομοτηνή Ροδόπης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Συλεούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2124/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9739/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/11/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 9739/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2124/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 8.628,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για συμβατικούς τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης καταβολής τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας για το χρονικό διάστημα από μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 έως και μήνα Αύγουστο του έτους 2018. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα. Μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003 θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτά της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Ε. Σ. Μ. Η. Ε. Α..Ε.. και διακριτικό τίτλο "Δ.".Ε..Σ..Μ..Η..Ε.. ή "Δ." του Σ.", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999. Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ' εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012. Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αναγκαστικής σύμβασης, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης. Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ Α.Ε., πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), ήδη μετονομασθείσα ως "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε" με τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ", δηλαδή η αναιρεσείουσα. Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "ΛΑΓΗΕ Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ. β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Για τον σκοπό της εκπλήρωσης των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον νόμο δε αυτόν (3851/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/ 2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2. Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. ... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση ....2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β' 1497). Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας. Το άρθρο πρώτο του προτύπου σύμβασης προβλέπει ότι η ΛΑΓΗΕ ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ΛΑΓΗΕ ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010, καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία. Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΛΑΓΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό. Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ΛΑΓΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΛΑΓΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού. Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέφει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΛΑΓΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας".

Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2001, της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η. ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε Πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε Πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ...". Ρύθμιση σχετικά με τον αυτό λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Η ΛΑΓΗΕ ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ΛΑΓΗΕ ΑΕ. 2. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010 (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, μετά την λήψη διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων κατά τα έτη 2012 και 2013 για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (εφεξής: "Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ"), τα οποία οδήγησαν σε σημαντική μείωση του ρυθμού αύξησής του, όχι όμως και στον πλήρη μηδενισμό του (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ του εν λόγω νόμου 4254/2014 ("Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 ...") θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας, προς επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε. και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΙΗΘΥΑ. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας• Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999• Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση• Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά- Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος• Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών .... Στο πλαίσιο αυτών των αναγκών και προτεραιοτήτων, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014. Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1): "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας α) σε ποσοστό... 2.Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.". Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι "η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της". Με τον νεότερο νόμο 4425/2016, με τον οποίο επιχειρείται η αναδιοργάνωση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως των διατάξεων των αναφερόμενων στο άρθρο 4 αυτού Κανονισμών (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέφθηκε ρητώς στο άρθρο 11 παρ. 1, υπό την αρχική του μορφή (πριν την κατάργησή του με τον ν. 4512/2018 και την αντικατάστασή του με νεότερες ρυθμίσεις), ότι πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες. Οι αρμοδιότητες αυτές, που αφορούν, μεταξύ άλλων και την κάλυψη των Συναλλαγών που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (περ. α), ενώ στην παράγραφο 6 εδ. β' του ίδιου άρθρου προβλεπόταν, με μεταβατική διάταξη, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή, ενώ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 16 (μεταβατικές διατάξεις) υπό την αρχική του μορφή προβλεπόταν ότι ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 11 μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης και ότι η αρμοδιότητα της ανωτέρω περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (δηλαδή η αρμοδιότητα κάλυψης) δεν αφορούσε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία της αγοράς που προβλέπεται στο ν, 4001/2011. Οι προπαρατιθέμενες νεότερες ρυθμίσεις αφορούν την εκ του νόμου πλέον προβλεπόμενη ευθύνη των διαχειριστών ειδικώς προς κάλυψη των συναλλαγών στην περίπτωση αδυναμίας των συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης, ευθύνη μη περιλαμβάνουσα τα ελλείματα από τη λειτουργία της αγοράς, η οποία προβλεπόταν στον νόμο 4001/2011 και η θεσπισθείσα αυτή με τον νόμο 4425/2016 ευθύνη του διαχειριστή συνεπάγεται πλέον υποχρέωση του να διαθέτει και εξ ιδίων του τα αναγκαία κεφάλαια προς κάλυψη των τυχόν ελλειμάτων του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, αναβιβάζοντας τη θέση του από απλό διαχειριστή σε επιχειρηματία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η νεότερη ρητή ρύθμιση δεν αναιρεί αναδρομικώς την αναγόμενη σε προγενέστερο του νόμου 4425/2016 τυχόν ευθύνη του Διαχειριστή να καταβάλει στους παραγωγούς τα οφειλόμενα βάσει των δικών του εκκαθαριστικών πράξεων ποσά του αντιτίμου της παραχθείσας από τους τελευταίους και εγχυθείσας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία είχε αναλάβει με μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις, εφόσον ο ανωτέρω διατιθέμενος προς κάλυψή τους Λογαριασμός ΑΠΕ αρκούσε για την πληρωμή τους ή, σε κάθε περίπτωση, κατά τον εκάστοτε χρόνο, κατά τον οποίο αυτός θα καθίστατο επαρκής προς τούτο.

Εξάλλου με την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι, μεταξύ άλλων, στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και την συμβολή στην βιώσιμη ανάπτυξη. Ως εργαλείο όμως για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα ή το Δίκτυο ο νομοθέτης δεν επέλεξε την μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου, ενεργούντος ως φορέως δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ (ή της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, στην περίπτωση που οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών), η οποία χαρακτηρίζεται μάλιστα από τον νόμο ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3468/2006). Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχώρησης. Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. Α.Κ., αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ενεργεί κατά κύριο λόγο ως λειτουργός της αγοράς και όχι ως πραγματικός αγοραστής, δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδει μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 2043/2022, ΑΠ 560/2022). Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενου και του οφειλόμενου στον παραγωγό αντιτίμου για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα, προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Στοιχούμενος, άλλωστε, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών". Δεν ασκούν δε επιρροή, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι σκοποί που θάλπονται με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και συνδέονται με την ομαλή λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999 και 143 ν. 4001/2011, εφόσον η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ΛΑΓΗΕ ΑΕ, δεν ασκεί δημόσια εξουσία, αλλά ενεργεί εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσης του, επιτυγχάνεται στην ανωτέρω περίπτωση με μέσα του ιδιωτικού δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 2043/2022). Κατά τη διάταξη του αριθμού 3 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων κατά τη διάταξη αυτή νοείται υπό την έννοια που νοείται στον από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα πλαίσια της δικαιοδοσίας αυτής, δηλαδή της από το νόμο οριοθετημένης εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1 ΚΠολΔ και 94 παρ. 3 του Συντάγματος. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά τον νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 122/2023, ΑΠ 594/2015, ΑΠ 901/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 3 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεχόμενο ότι η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται, όπως είναι η επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή για καταβολή τόκων υπερημερίας, είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι η ίδια τυγχάνει εταιρία η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό που βρίσκεται εγκατεστημένος σε αγροτεμάχιο στη θέση "Υψώματα Αράτου" του Δήμου Φιλλύρας Νομού Ροδόπης. Ότι δυνάμει της με αριθμό 6315/31.1.2011 σύμβασης, που κατάρτισε με την εναγόμενη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα υπό την αρχική επωνυμία της "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε". -η οποία, μετά τη μεταφορά των οριζόμενων από το άρθρο 99 Ν. 4001/2011 αρμοδιοτήτων της στην ΑΔΜΗΕ Α.Ε., μετονομάσθηκε σε "ΛΑΓΗΕ Α.Ε.", σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 117 του ιδίου ως άνω νόμου-ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στη τελευταία ηλεκτρική ενέργεια έναντι τιμήματος υπολογιζόμενου και διαμορφούμενου κατά τους ορισμούς των διατάξεων του νόμου 3468/2006, του άρθρου 27 Α του ν. 3734/2009 και του άρθρου 5 του ν. 3851/2010, που απετέλεσαν συμβατικό περιεχόμενο. Ότι το τίμημα της πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας εκάστης περιόδου συμφωνήθηκε να εξοφλείται από την εναγόμενη εντός είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση του αντίστοιχου τιμολογίου σε αυτήν, ενώ μετά την πάροδο της ως άνω δήλης ημέρας, η τελευταία θα καθίστατο υπερήμερη χωρίς άλλη όχληση. Ότι η εναγόμενη αν και για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 έως και τον μήνα Αύγουστο του έτους 2018 της κατέβαλε με καθυστέρηση το τίμημα πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που αναγραφόταν σε κάθε τιμολόγιο που εξέδωσε η ίδια (ενάγουσα) σύμφωνα με τα ενημερωτικά σημειώματα που εξέδιδε, εν τούτοις δεν της κατέβαλε και αρνείται να της καταβάλει τους συμβατικούς τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με το νόμιμο επιτόκιο για κάθε επικαλούμενη χρονική περίοδο, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 8.843,65 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει λεπτομερώς από το συνημμένο στην αγωγή πίνακα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό των 8.843,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον, με αυτήν ασκείται αξίωση πηγάζουσα από συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν καταρτιστεί, υπό το καθεστώς του ν. 3468/2006 (άρθρο 12 παρ. 1), μεταξύ της ενάγουσας παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (ΑΠΕ) και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας. Η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται σε αυτές το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Και ναι μεν με αυτές επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και της συμβολής στη βιώσιμη ανάπτυξη, όμως ο νομοθέτης ως εργαλείο για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο σύστημα μεταφοράς της, δεν επέλεξε τη μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής, ή διφυούς νομικού προσώπου ενεργούντος ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει μάλιστα σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας αδείας παραγωγής και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ρητώς χαρακτηρίζεται, από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3468/ 2006, ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας". Στοιχούμενος άλλωστε προς την αντίληψη αυτή ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ...-2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης, όπως η επίδικη, είναι τα πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών. Μάλιστα, ακόμη και όταν η "ΛΑΓΗΕ ΑΕ" πρώην "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε", στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, εκδώσει πράξεις για το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα πώλησης και ανακύψει αμφισβήτησή τους, οι εν λόγω διαφορές και αυτές, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, η επίδικη σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην οποία η εναγόμενη "ΛΑΓΗΕ ΑΕ" πρώην "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε." ενεργεί ως αντισυμβαλλόμενη στα πλαίσια της συναλλακτικής δράσης της και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας, είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά, για την καταβολή των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας, λόγω καθυστέρησης εξόφλησης των επίδικων τιμολογίων, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την ένδικη διαφορά, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 3 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.


ΙΙΙ. Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βούλησης, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού. Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 9/1997). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ` αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του. Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ` αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές.
Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την ΑΚ 288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (ΑΠ 28/2024, ΑΠ 149/2023, ΑΠ 494/ 2021, ΑΠ 1287/2015, ΑΠ 1290/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 28/ 1998, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (που αντιστοιχεί στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι' αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δεν ιδρύεται όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη και η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ένσταση ή αντένσταση απορρίφθηκε για τους προεκτεθέντες λόγους (ΑΠ 1287/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 59/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, έκρινε μη νόμιμο τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 29-3-2019 έγγραφων προτάσεων της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του δικογράφου της έφεσής της (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η υποχρέωσή της για οφειλόμενους συμβατικούς τόκους υπερημερίας πρέπει να καταργηθεί, άλλως να περιορισθεί κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, για το λόγο ότι το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας ήταν διοικητικά καθορισμένο και συγκεκριμένα είχε προβλεφθεί με υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν τα έτη 2002, 2006 και 2010, δηλαδή σε περιόδους κατά τις οποίες οι συνθήκες της οικονομίας ήταν πολύ ευνοϊκότερες από αυτές των ετών που ακολούθησαν την κατάρτιση της σύμβασης, οπότε και επήλθε ριζική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες ο νομοθέτης, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στήριξε την εφαρμογή των όρων της σύμβασης, για τον λόγο αυτό άλλωστε προέβη στη λήψη μέτρων τα έτη 2012, 2014, 2016 για τη μείωση της επιβάρυνσης του Ειδικού Λογαριασμού, με σκοπό την εξάλειψη του ελλείμματός του. Τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά, που έλαβαν χώρα μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης (δυσμενείς οικονομικές συνθήκες), δεν ήταν εξαιρετικά και απρόβλεπτα και δεν κατέστησαν επαχθή την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει τους συμφωνημένους τόκους υπερημερίας, ενόψει και της επικαλούμενης απ' αυτήν θεσπίσεως πλέγματος διατάξεων, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το δημιουργηθέν από τα τέλη του 2011 έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού, οι οποίες (διατάξεις) είχαν ως αποτέλεσμα την επάνοδο της ισορροπίας στη λειτουργία του εν λόγω Λογαριασμού και τη θεραπεία των αναγκών που δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως μη νόμιμο τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν τον ερεύνησε κατ' ουσίαν, αλλά τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 372/2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 5 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναιρέσεως, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 372/2018, ΑΠ 524/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα απ' αυτήν περιστατικά που θεμελιώνουν τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της για συμβατικούς τόκους υπερημερίας και συγκεκριμένα ότι τήρησε την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραγωγών, ότι η ένδικη σύμβαση διέπεται από όρους που είχαν καθοριστεί μέχρι και το 2010 που οι συνθήκες της οικονομίας ήταν πολύ πιο ευνοϊκές, ότι η αναιρεσίβλητη έχει εξοφληθεί πλήρως για τα επίδικα τιμολόγια, ότι αιτήθηκε τόκους υπερημερίας για τιμολόγια των οποίων η πληρωμή είχε ανασταλεί με νόμο και ότι κατέθεσε την ένδικη αγωγή κατόπιν μακρύτατης αδράνειας και της μεσολάβησης περιστατικών που δημιούργησαν την εντύπωση ότι δεν θα ασκηθεί αγωγή και απέρριψε την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ως προς τον επαναφερθέντα με τις προτάσεις ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου και βασίμου κριθέντος δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, υπό την επίκληση του ότι: α) η καθυστέρηση στην πληρωμή οφείλεται στην ανεπάρκεια διαθεσίμων κεφαλαίων στον Ειδικό Λογαριασμό, από τον οποίο γίνονται οι πληρωμές, με συνέπεια η εξόφληση των τιμολογίων να πραγματοποιείται κατά σειρά προτεραιότητας, ακολουθώντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραγωγών-προμηθευτών, β) παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, η εναγομένη συνεχίζει να καταβάλλει στο ακέραιο το τίμημα των τιμολογίων, γ) η ενάγουσα επιδεικνύοντας μακροχρόνια αδράνεια για την αναζήτηση διά της δικαστικής οδού των τόκων υπερημερίας και παραλείποντας να ασκήσει το συμβατικά προβλεπόμενο δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω πλημμελούς εκπλήρωσής της, δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη εντύπωση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά της, το οποίο ασκεί καταχρηστικά, (δέχθηκε ότι) ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι τα ως άνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον δεν συνεπάγονται από μόνα τους προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στον ως άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα συγκεκριμένα: ότι η αναιρεσίβλητη έχει εξοφληθεί πλήρως για τα επίδικα τιμολόγια και ότι αιτήθηκε τόκους υπερημερίας για τιμολόγια, των οποίων η πληρωμή είχε ανασταλεί με νόμο, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αθροιστικά μαζί με τα ως άνω υπό στοιχεία α) έως γ) περιστατικά. Όμως, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα με τα ήδη αξιολογηθέντα από το δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης-αναιρεσείουσας και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ' ουσίαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. V. Κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν n καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του. Περίπτωση απαλλαγής του οφειλέτη σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις συντρέχει και όταν η αδυναμία ή η καθυστέρηση οφείλονται σε συμπεριφορά του δανειστή αντίθετη προς την σύμβαση, ή τον νόμο, ή την καλή πίστη, ειδικότερα δε και στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία αδυνατεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή, οπότε αυτός περιέρχεται σε υπερημερία δανειστού, κατ` άρθρο 351 ΑΚ (ΑΠ 605/2024, ΑΠ 2043/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 511/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσης ισχυρισμό της, που θεμελιώνεται στο άρθρο 342 ΑΚ, ότι αυτή δεν κατέστη υπερήμερη περί την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων, καθόσον βασική προϋπόθεση για την εμπρόθεσμη πληρωμή των τιμολογίων, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' και ε' της ΠΟΛ 1274/2013 (ΦΕΚ Β' 3398/2013) σε συνδυασμό με την Υ.Α. Φ21/116/27-6-2000 (ΦΕΚ Β' 839/10-7-2000), ήταν η εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προσκομιδή κατά τον κρίσιμο χρόνο φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας του άρθρου 12 του Ν. 4174/2013, η οποία δεν έλαβε χώρα. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η αναφορά στον αυτό ερευνώμενο λόγο έφεσης επιπλέον πλημμέλειας της εκκαλουμένης, εδραζόμενης στο γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την κρίση του και ως προς την ουσιαστική κρίση του αναφορικά με το ζήτημα της απόδειξης προσκομιδής ή μη τέτοιων βεβαιώσεων [φορολογικής ενημερότητας], προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον το συγκεκριμένο γεγονός, ελλείψει προβολής σχετικής ένστασης από την εκκαλούσα-εναγομένη, δεν αποτέλεσε αντικείμενο απόδειξης στην πρωτοβάθμια δίκη, και για το λόγο τούτο δεν περιλήφθηκε σχετική σκέψη στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να δύναται να προσβληθεί με λόγο έφεσης. Παρά ταύτα, με τον παραπάνω λόγο έφεσης διατυπώνεται έστω και έμμεσα ισχυρισμός περί μη περιέλευσης της εκκαλούσας σε κατάσταση υπερημερίας και επομένως περί μη υποχρέωσης της για καταβολή τόκων υπερημερίας, ελλείψει προσκομιδής από την ενάγουσα βεβαιώσεων ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας για την είσπραξη των αναγραφόμενων στα ένδικα τιμολόγια ποσών. Όμως, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, με τον οποίο εισάγεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη ένσταση καταλυτική της αξίωσης της ενάγουσας για τόκους υπερημερίας, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 527 εδ. α' ΚΠολΔ, καθόσον δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής καμίας από τις εξαιρέσεις του εν λόγω άρθρου και ιδίως εκείνη της απόδειξης με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (αρ. 6), ενόψει και της ρητής εναντίωσης της εφεσίβλητης-ενάγουσας ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλόμενου από την αντίδικό της ισχυρισμού.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος και ως προς το παραπάνω εξετασθέν σκέλος του..". Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον ως άνω λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη περιέλευσής της σε κατάσταση υπερημερίας λόγω της μη προσκομιδής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, της φορολογικής και ασφαλιστικής της ενημερότητας και τον απέρριψε ως απαράδεκτο.

Συνεπώς ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9739/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή