ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1388/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1388/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1388/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1388 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1388/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Αποστολίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Β. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Β. του Β. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Γασπαράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. Β. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Σύμφωνα με την από 3-12-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις από 3-12-2024 κοινές προτάσεις του δικηγόρου Χρυσοστόμου Γασπαράτου και την υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2024, και την παρούσα δίκη συνεχίζει οο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Ι. Β. του Ε. και της Θ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Γασπαράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε κοινές με τους ανωτέρω προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2012, 28/2017 μη οριστικές, 43/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2020 αίτηση και τους από 8-9-2023 προσθέτους λόγους αυτού.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 §1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του αναγκαίου ομοδίκου, κατ' άρθρο 288 του ΚΠολΔ έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με το ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, η οποία δήλωση περί επανάληψης μπορεί να γίνει και σιωπηρά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 575/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Χ. Γ., με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου στη δίκη στο Εφετείο του 1ου αναιρεσίβλητου (Λ. Β.) με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που κατέθεσε νόμιμα στις 3-12-2024, γνωστοποίησε ότι ο 1ος ενάγων και ήδη 1ος αναιρεσίβλητος (Λ. Β. ) απεβίωσε στις ...-2024, κατέθεσε δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα της .../2024 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αθηνών, τα ...-2024 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου Κεφαλληνίας με τα οποία δημοσιεύθηκε η από ...-2021 ιδιόγραφη διαθήκη του ανωτέρω με την οποία εγκατέστησε στο σύνολο της περιουσίας του μοναδικό κληρονόμο τον ανιψιό του Ι. Β. του Ε. και της Θ. , καθώς και τα πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ...2024 περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, ...2024 περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος του ανωτέρω και ...-2024 περί μη αποποίησης της κληρονομίας, στη συνέχεια δε, δήλωσε ότι συνεχίζει την ως άνω δίκη ο Ι. Β. του Ε., ως καθολικός διάδοχος του 1ου αναιρεσίβλητου, ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε. Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - του διαδίκου αυτού είναι νόμιμη, όπως και η δήλωση επανάληψης της δίκης, οπότε διακόπτεται βιαίως η δίκη ως προς όλους τους αναγκαίους (καθόσον πρόκειται για αγωγή διανομής) ομοδίκους και επαναλαμβάνεται άμεσα από τον Ι. Β. του Ε.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 553 §1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 502 §1 ΚΠολΔ) ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ ορίζεται ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες. Εξάλλου, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την (πραγματική ή πλασματική) απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, και επομένως το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής δηλ. με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του. Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου, το Εφετείο, δικάζοντας σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 §4 ΚΠολΔ, απέρριψε την έφεση του αντιμωλία δικαζόμενου εκκαλούντα και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν. Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 887/2023). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται είτε με συνομολόγηση της τελεσιδικίας (ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 887/2023, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2065/2007, ΑΠ 1262/2003), είτε με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 60/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση με αρ. κατ. 4/3-2-2020 αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η 204/4-12-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αντιμωλία του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγομένου και των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων - εναγόντων, ερήμην δε του 3ου αναιρεσίβλητου - εφεσίβλητου - ενάγοντος (Ε. Β.), απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 43/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δέχθηκε την αγωγή διανομής κοινού ακινήτου και των συμπροσβαλλόμενων με αυτή 105/2012 και 28/2017 μη οριστικών αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου. Ο ερημοδικασθείς στο Εφετείο 3ος εφεσίβλητος (ενάγων) και νυν αναιρεσίβλητος Ε. Β. με τις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ. σελ.6 § 1 αυτών), που υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεράσιμος Θεοδωράτος (δυνάμει του ...-2023 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α. Λ.) συνομολόγησε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου είναι τελεσίδικη και ως προς αυτόν, παραιτηθείς έτσι σιωπηρά από το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της 204/4-12-2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (ΟλΑΠ 17/2013). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 4/8-2-2020 του ηττηθέντος εκκαλούντος-εναγομένου με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της και την συνομολογηθείσα τελεσιδικία της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α'και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της (ΑΠ 145/2024). Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το με αρ. κατ. 119/8-9-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 19-9-2023 στον 1ο, στις 11-10-2023 στον 2ο και στις 15-9-2023 στον 3ο (βλ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αργοστολίου Α. Β., ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Χ. και ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αργοστολίου Α. Β., αντίστοιχα), ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (4-12-2024), άσκησε παραδεκτά, δηλ. νομότυπα και εμπρόθεσμα προσθέτους λόγους αναίρεσης, των οποίων πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙV. Η προσβαλλόμενη εν προκειμένω απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα: Με την με αρ. κατ. 92/29-4-2010 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας οι νυν αναιρεσίβλητοι (Λ., Ε. και Ε. Β.) στρεφόμενοι κατά του νυν αναιρεσείοντος (Ν. Β.) επικαλούμενοι ότι είναι συγκύριοι έκαστος των εναγόντων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου, ο δε εναγόμενος κατά ποσοστό 4/7 εξ αδιαιρέτου του με ΚΑΕΚ 25 009 09 23 006/0/0 γεωτεμαχίου (οικοπέδου) μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας και πρόσθετων επ' αυτής κτισμάτων, συνολικής αξίας 450.000 ευρώ και ότι ο εναγόμενος τους αποκλείει την σύγχρηση, οπότε καθίσταται αναγκαία η λύση της μεταξύ τους κοινωνίας, ζήτησαν την λύση αυτής με την αυτούσια διανομή του ανωτέρω ακινήτου με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας , ζητώντας να λάβουν οι ενάγοντες κοινή μερίδα, άλλως με πλειστηριασμό. Ο εναγόμενος, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, πέραν της αοριστίας της αγωγής, προέβαλλε ένσταση εκκρεμοδικίας από προηγούμενη αγωγή και αρνήθηκε την δυνατότητα αυτούσιας διανομής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 105/13-11-2012 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία αφού απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας, έκρινε αυτή ορισμένη και νόμιμη και διέταξε την διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το τεχνικά εφικτό της αυτούσιας διανομής κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος των εναγόντων.

Ακολούθως, επειδή ο 3ος ενάγων (Ε. Β.) με το ...2014 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ε. -Α. Π., νομίμως καταχωρισθέν στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με αρ. κατ. 494/21-11-2024, μεταβίβασε το ιδανικό του μερίδιο εκ 1/7 στον εναγόμενο, ο τελευταίος άσκησε την με αρ. κατ. ΠΤ 48/5-12-2016 κύρια παρέμβαση ζητώντας να "αναμορφωθεί" το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίδικο επίκοινο ακίνητο σε 5/7. Επί της αγωγής και της κύριας παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 28/7-9-2017 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που απέρριψε την κύρια παρέμβαση ελλείψει εννόμου συμφέροντος και διέταξε την διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το αν υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές και για το ύψος της δαπάνης που θα απαιτηθεί για την διαρρύθμιση του χώρου σε περίπτωση αυτούσιας διανομής.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 43/22-5-2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, αντιμωλία των διαδίκων, που δέχθηκε την αγωγή και διέταξε την αυτούσια διανομή του επίκοινου με την σύσταση επ' αυτού δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών και δη μίας εμβαδού 47,70 τμ με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινά μέρη της οικοδομής εκ 42,9% , την οποία επιδίκασε κατ' ισομοιρία στους τρεις ενάγοντες και μία εμβαδού 63,59 τμ με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινά μέρη της οικοδομής εκ 57,1%, την οποία επιδίκασε στον εναγόμενο. Επί της ασκηθείσης από τον εναγόμενο έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η 204/4-12-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (αναιρεσιβαλλόμενη) , που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν ταύτη.

V. Κατά το άρθρο 225 του ΚΠολΔ, "1. Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα .2. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση.3. Αν ο ενάγων μετεβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο." Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου κατά την εκκρεμοδικία δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά συνεχίζεται κανονικά με τους ίδιους (αρχικούς) διαδίκους, έως ότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι το χρονικό αυτό σημείο εξακολουθεί η εξουσία του μεταβιβάσαντος για τη διεξαγωγή της δίκης. Επομένως, επί μεταβίβασης του επίδικου πράγματος δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής, καθώς δεν λαμβάνει χώρα αντικατάσταση διαδίκου, δεν αλλάζει δηλαδή η νομιμοποίηση των αρχικών διαδίκων, αλλά απλώς το θεμέλιό της, ο δε ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου, ούτε εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, δικαιούται όμως να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη και να καταστεί έτσι διάδικος, η δίκη όμως συνεχίζει να διεξάγεται με τον αρχικό διάδικο, που απαλλοτρίωσε το επίδικο αντικείμενο, ο οποίος εξακολουθεί να νομιμοποιείται εξαιρετικά και αποκλειστικά ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος. Ο μεταβιβάσας ως αποκλειστικά και εξαιρετικά (πλέον) νομιμοποιούμενος διάδικος εξακολουθεί να επιχειρεί και να είναι αποδέκτης όλων των διαδικαστικών πράξεων, οι οποίες ενεργούν έτσι τόσο υπέρ όσο και κατά του αποκτήσαντος ειδικού διαδόχου. Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 225 §2 του ΚΠολΔ σκοπό έχει την προστασία του αντιδίκου ή ακόμα και του ομοδίκου του μεταβιβάσαντος από τις δυσμενείς συνέπειες μιας, παρά τη βούλησή του κατά τη διάρκεια της δίκης, μεταβολής των διαδίκων , εφόσον ο ειδικός διάδοχος δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, έτσι δε και τον τερματισμό της δίκης με τους αρχικούς διαδίκους. Επιπρόσθετα, συνεκτιμάται το συμφέρον του αποκτήσαντος το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα με τη θέσπιση της δυνατότητάς του να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη όχι μόνον με κύρια, αλλά και με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έως την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 522/2014, ΑΠ 1345/2009, ΑΠ 1727/2006, ΑΠ 870/2006, ΑΠ 1591/2003,ΑΠ 372/1989).

Τα ανωτέρω ισχύουν και στη δίκη διανομής (ΑΠ 152/2000, ΑΠ 437/1998) με την έννοια ότι δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση από οποιοδήποτε συγκύριο του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στο κοινό ακίνητο είτε σε τρίτο πρόσωπο, είτε σε άλλο συγκύριο και ήδη διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο), η δε ανωτέρω μεταβίβαση ουδεμία μεταβολή επιφέρει στη δίκη και δη αναφορικά με τα μερίδια των συγκοινωνών, ενώ ο ειδικός διάδοχος, εφόσον είναι τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 868/2014), έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Σημειωτέον ότι, σε περίπτωση που η μεταβίβαση του μεριδίου του κοινωνού γίνει στον αντίδικο, στην δίκη διανομής δεν υπάρχει σύμπτωση στο αυτό πρόσωπο της ιδιότητας ενάγοντος-εναγομένου και άρα κατάργηση της δίκης, διότι ήδη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 798 και 799 του ΑΚ, 480 §3, 481 αριθ. 2, 482 §1, 483 και 489 ΚΠολΔ, η αγωγή περί διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, διότι επιδιώκει τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλ' είναι και διπλού χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργεί δίκη, κατά την οποία προκαταβολικά και ανεξάρτητα από αυτήν, ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, ως και κάθε εναγόμενος είναι συνάμα και αντίδικος του συνεναγόμενού του, εφόσον υφίσταται η δυνατότητα οποιοσδήποτε από τους εναγομένους να υποβάλει αίτηση (η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα ανταγωγής, ώστε να είναι εφαρμοστέα τα όσα ορίζονται στο άρθρο 268 §2 του ΚΠολΔ) επί τη βάσει πραγματικού διάφορου της αγωγής ως προς το επίκοινο και τη διάπλαση αυτού και σε περίπτωση παραδοχής της αίτησης αυτής, να αποβεί η δίκη σε βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με τη διάπλαση της έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο του επιδιωχθέντος με την αγωγή και συνεπώς να καταλήξει η δίκη εις βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και του ετέρου ή των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι μεταξύ τους και δεσμεύονται από τη διαπλαστική ενέργεια της εκδιδόμενης απόφασης (ΑΠ 617/2014).

Περαιτέρω, η περί διανομής δίκη που άρχισε είναι ομοίως διπλή καθ' όλη την πορεία της και συνεπώς και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Το ότι ένας ή ορισμένοι από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα σε κάθε στάδιο αυτού είναι όλως συμπτωματικό, αφού κάθε ένας από αυτούς, ανεξάρτητα από την ως άνω θέση του, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα προς τον άλλο, όπως εκτέθηκε, και, προβάλλοντας αυτά, να είναι ουσιαστικώς αντίδικος του άλλου. Τέλος, μετά το αμετάκλητο της απόφασης που δέχεται την αγωγή διανομής, αν μεν διατάσσει την πώληση του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό - από την οποία το δεδικασμένο δεσμεύει και τον γενόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης ειδικό διάδοχο κατ' άρθρο 325 §2 ΚΠολΔ - η όλη διαδικασία του πλειστηριασμού διεξάγεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η συμμετοχή του ειδικού διαδόχου (ΑΠ 152/2000), αν δε, διατάσσει την αυτούσια διανομή, αν μεν γίνει κλήρωση μεταξύ ίσων μερών, σε αυτήν (κλήρωση) μετέχει ο μεταβιβάσας και αρχικός διάδικος, αν δε, γίνει με απονέμηση, το μέρος που αντιστοιχεί στο μερίδιο του μεταβιβάσανατος διαδίκου απονέμεται σε αυτόν και στη συνέχεια υπεισέρχεται ο ειδικός διάδοχος.

VI. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο 3ος εφεσίβλητος-ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος Ε. Β.) και μετά την μεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητάς του εκ 1/7 στον ενάγοντα εκκρεμούσης της δίκης διανομής, εξακολουθεί και διατηρεί την ιδιότητα του διαδίκου κατά το αρχικό ποσοστό συγκυριότητάς του, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 225 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο από τον αρ. 1 του 559 ΚΠολΔ λόγος δίδεται μόνον επί παράβασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις του άρθρου 225 ΚΠολΔ (ΑΠ 898/2009).

VIΙ. α. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ( ΟλΑΠ 11/1996).

VIΙ.β. Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω και περί του διοριστέου προσώπου ως πραγματογνώμονα λόγω των ειδικών γνώσεων που διαθέτει, καθώς και της ακολουθητέας από τον πραγματογνώμονα επιστημονικής μεθόδου, ως αναγκαίας για την εκτίμηση της υπόθεσης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, για την διενέργεια νέας ή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ.8 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/2003). Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κρινόμενου αναιρετηρίου δικογράφου κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο- υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ-, ψέγεται το Εφετείο, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού προηγουμένως απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που αποτέλεσε και λόγο της έφεσής του, για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

VIΙ.γ. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει την αναιρεσιβαλλομένη για την αυτή πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που προέβαλε αφενός με τις προτάσεις της μεταγενέστερης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφετέρου ως λόγο έφεσης, ότι πλέον το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του επίκοινου είναι 5/7 (μετά την μεταβίβαση σε αυτόν του μεριδίου του 3ου ενάγοντος) και με βάση αυτό το νέο ποσοστό συγκυριότητας πρέπει να διαμορφωθούν τα μέρη μετά τη λύση της κοινωνίας και να του επιδικασθεί αντίστοιχο μέρος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον έλαβε μεν υπόψη, αλλά τον απέρριψε, με την παραδοχή ότι "ο εναγόμενος (εκκαλών) εξακολουθεί να είναι διάδικος στην εν λόγω δίκη διανομής κατά το αρχικό ποσοστό του, των 4/7 εξ αδιαιρέτου επί του επίκοινου, μέχρι την τελεσίδικη περάτωσή της". Συναφώς απορριπτέος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη "το γεγονός της μεταβίβασης από διάδικο σε διάδικο", καθώς, όπως προεκτέθηκε στην παρ. V της παρούσας, η ως άνω μεταβίβαση δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης λόγω σύμπτωσης στο αυτό πρόσωπο της ιδιότητας ενάγοντος-εναγομένου. Επιπλέον και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 225 ΚΠολΔ , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με το να δεχθεί ότι η δίκη, παρά την μεταβίβαση συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων.

VIΙ.δ. Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά σκέλη του, με τα οποία επαναφέρει τους 2ο και 3ο λόγους έφεσης πλήττοντας την αναιρεσιβαλλομένη για την ίδια πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφενός γιατί έλαβε υπόψη ως αξία του επίκοινου το ποσό των 450.000 ευρώ και αφετέρου επειδή δεν έλαβε υπόψη την από 19-2-2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ. Γ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προρρηθείσα έννοια, που εκτίθεται στην παρ. VIIα της παρούσας.

VIII. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 42/2002). Καμιά όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1763/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο εκκαλών και νυν αναιρεσείων και που αναλυτικά αναφέρει στο αναιρετήριο (τίτλοι κτήσης της συγκυριότητας του ιδίου, πληρεξούσια, πίνακα εργασιών επισκευής της οικίας επί του επίκοινου, τοπογραφικό διάγραμμα και φωτογραφίες του επίκοινου, πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ, έγγραφα νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών του επίκοινου και τεχνικές εκθέσεις). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "το σύνολο των εγγράφων, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων (εναγόμενος) τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να έχει υποχρέωση (το Εφετείο) να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.

ΙΧ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 79 και 80 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον παρεμβαίνοντα, ο οποίος πρέπει να είναι τρίτος και όχι διάδικος. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη της παρέμβασης ως απαράδεκτης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται η ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος ως προς την άσκηση παρέμβασης (ΑΠ 1644/2009).

Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων- εναγόμενος άσκησε πρωτοδίκως, αλλά μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, την με αρ. κατ. ΠΤ48/5-12-2016 κύρια παρέμβαση με την οποία, επικαλούμενος ότι κατέστη ειδικός διάδοχος του 3ου αναιρεσίβλητου- ενάγοντα εκκρεμούσης της δίκης διανομής, ζήτησε να διαφοροποιηθούν τα ποσοστά συγκυριότητας στο επίκοινο ακίνητο, σε ποσοστό 5/7, εξ αδιαιρέτου, γι' αυτόν και σε ποσοστό 1/7, εξ αδιαιρέτου, για τον καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων. Η ως άνω ασκηθείσα παρέμβαση απορρίφθηκε τόσο πρωτοδίκως (με τις 28/2017 και 43/2018 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας) όσο και με την αναιρεσιβαλλομένη, ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, με τις ακόλουθες παραδοχές: "ο ειδικός διάδοχος νομιμοποιείται σε άσκηση κυρίας παρεμβάσεως, μόνον εφόσον το δικαίωμά του αμφισβητείται και από τον δικαιοπάροχό του και ως εκ τούτου διώκει τη δημιουργία δεδικασμένου και ως προς αυτόν, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. ...η ασκηθείσα παρέμβαση ούτε και ως πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να εκτιμηθεί, υπέρ του δικαιοπαρόχου του παρεμβαίνοντος, ενόψει του ως άνω αιτήματος της, που δεν προσήκει σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου (στην προκειμένη περίπτωση ποσοστού εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου), διαρκούσης της δίκης διανομής, λαμβανομένου υπόψη, επιπροσθέτως, ότι στρέφεται κατά του ανωτέρω δικαιοπαρόχου του." Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, καθόσον τα ανωτέρω εκτιθέμενα από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση της παρέμβασής του, όπως αυτή έχει διατυπωθεί στη νομική σκέψη, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων -εναγόμενος, αν και ειδικός διάδοχος του 3ου αναιρεσίβλητου, δεν ήταν τρίτος στη δίκη διανομής, αλλά διάδικος που μετείχε σε αυτήν (ΑΠ 868/2014).

Χ. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε οι αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελ. του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 4/8-2-2020 αίτηση μετά των με αρ. κατ. 119/8-9-2023 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 204/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή