ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1389/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1389/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1389/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1389 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1389/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Σ. του Β. και της Ο., χήρας Ι. Δ., 2) Φ. Δ. του Ι. και της Ο., 3) Α. Δ. του Ι. και της Ο., 4) Ο. Δ. του Ι. και της Ο., απάντων ως καθολικών διαδόχων, συζύγου και τέκνων, αντίστοιχα, του Ι. Δ. του Φ. και της Α., κατοίκων ..., 5) Κ. Δ. του Φ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 576 §1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη νόμιμα παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 206/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6Α του Κώδικα Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944), που προστέθηκε με το άρθρο 46 §3 του ν. 4305/ 2014 "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις." (ΑΠ 124/2025).

Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η με αρ. κατ. 4/27-1-2023 αίτηση του εκκαλούντος- ενάγοντος για αναίρεση της 76/14-7-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την με αρ. κατ. 51/3-9-2018 έφεση του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 100/26-7-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, με την οποία (αναιρεσιβαλλομένη) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Με την δε εκκαλουμένη απορρίφθηκε η με αρ. κατ. 109/13-10-2017 αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και στην κατ' έφεση δίκη οι νυν αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παππά (Δ.Σ.Θεσπρωτίας), κάτοικο ... (...). Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι` αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 §2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 §1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, το δε αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπήθηκε νόμιμα με την από 14-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 §2 του ΚΠολΔ, προσκόμισε την 14-11-2024 μαζί με την ως άνω δήλωση και την ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Ε. Σ. Από αυτήν (έκθεση επίδοσης) προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 4-12-2024, επιδόθηκε νόμιμα στον Πέτρο Παππά, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων κατ' άρθρο 6Α του Κώδικα Δικών του Δημοσίου (παρέλαβε ο ίδιος), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Χ. Γ., δικαστικής πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με το άρθρο 576 §2 ΚΠολΔ. Η δε αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. εντός διετίας από την δημοσίευσή της και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).

ΙΙΙ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).

ΙV. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 613/2023, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 78/2015, ΑΠ 1592/2008). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 31/2019). Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 613/2023, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 232/2017, ΑΠ 309/2015).

V. Στο άρθρο 6 § 2 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας Σύμβασης περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ /14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τoν οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως." Στη συνέχεια με το άρθρο 2 §5 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914), που εφαρμόζεται στις Νέες Χώρες που βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο νομός Θεσπρωτίας (στον οποίο από την 1η.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 §1 του ιδίου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία) ορίζεται ότι "..εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία . Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους", στην δε διάταξη της §2 του ιδίου άρθρου αναφέρονται τα νομοθετήματα του Παλαιού Βασιλείου δηλ. του μέχρι τότε ελληνικού κράτους που εισάγονται στις Νέες Χώρες, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ούτε το ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836), ούτε ο ν. ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών". Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 1 του περί δασών νόμου της 11ης Σεβάλ 1286 (χριστιανικό έτος 1870), στην οθωμανική επικράτεια τα δάση διαιρούνταν σε τέσσερις κατηγορίες, δηλ. 1) τα δημόσια (ορμάν ή μιρί ορμάν), που ανήκαν στην πλήρη κυριότητα του οθωμανικού κράτους και κατά το άρθρο 30 του κατωτέρω αναφερόμενου νόμου ως οθΝπΓαιών ήταν ελεύθερα εξουσίασης (μουμπάχ), χαρακτηρίζονταν δε από αυτοφυή βλάστηση επί ορέων -αδέσποτων εδαφών, 2) τα βακουφικά (βακούφ), που είχαν αφιερωθεί είτε από ιδιώτη είτε από τον Σουλτάνο προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς σκοπού, έτσι ώστε να θεωρούνται ιερό πράγμα, 3) τα κοινοτικά (μπαλταλίκ), που επίσης ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, αλλά χρησιμοποιούνταν και καρπώνονταν από τους κατοίκους ενός ή περισσότερων χωρίων και 4) τα ιδιωτικά (κουρί) (ΑΠ 124/2025, ΑΠ 325/1910) . Στην §2 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι τα ιδιωτικά δάση (κουρί) διέπονται από τον νόμο περί γαιών, με τις διατάξεις του οποίου κρίνονται τα της νομικής κατάστασης αυτών, τα της εξουσίασης αυτών και ότι σε αυτά δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ως άνω περί δασών νόμος. Με το προρρηθέν άρθρο 2 §5 του ν. 147/1914 διατηρήθηκε σε ισχύ ο Νόμος περί γαιών (Kanunname-i arazi) της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856- που στο εξής για συντομία θα αναφέρεται ως οθΝπΓαιών), στο άρθρο 3 §1 εδάφ. α' του οποίου ορίζεται ότι δημόσιες γαίες ("εραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") είναι οι αγροί , οι λειμώνες, οι θερινοί και χειμερινοί βοσκότοποι, τα δάση (κουρί , δηλ. τα ιδιωτικά) και λοιπά παρεμφερή κτήματα. Η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) των δημοσίων γαιών ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023). Τίτλος αναγνωριστικός έναντι του Οθωμανικού Δημοσίου του ανωτέρω δικαιώματος εξουσίασης επί δημόσιας γαίας, αποτελούσε το "ταπί" ("tapu"), που εκδιδόταν από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου. Ο σχετικός έγγραφος τίτλος (αποδεικτικός και όχι συστατικός) (άρθρα 3, 68 επ. και 78 του οθΝπΓαιών) αποτελεί αλλοδαπό δημόσιο έγγραφο, που έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με τα ημεδαπά δημόσια έγγραφα, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 του ΚΠολΔ, πλην όμως για τα ταπία του νεωτέρου Τουρκικού Κτηματολογίου επειδή υπάρχουν υπόνοιες ανακρίβειας των βεβαιώσεων, που έγιναν με αυτά, διότι κατά την κατάρτισή τους έλλειπαν οι ιδιαίτερες εκείνες εγγυήσεις που υπήρχαν κατά την κατάρτιση των παλαιοτέρων, επιτρέπεται η αμφισβήτηση του περιεχομένου τους (νεωτέρων ταπίων) και η διάψευση της ακρίβειας του περιεχομένου τους (ΑΠ 1243/1996). Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του οθΝπΓαιών ορίζεται ότι με εξαίρεση τα επί των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ) ορέων αυτοφυών δασών και των ανηκόντων στην ολότητα των κατοίκων πόλης ή χωρίου δασών (μπαλταλίκ), τα ιδιωτικά δάση (κουρί) εξουσιάζονται βάσει ταπίου για ξύλευση και υλοτομία από πάππου προς πατέρα, υλοτομούνται μόνον από τον έχοντα ταπί , απαγορευομένης της υλοτομίας των από τρίτους με την παρέμβαση του αρμοδίου υπαλλήλου. Στο δε άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, ορίζεται ότι εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εξουσίασης. Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 78) δεν εφαρμόζεται επί δασών και βοσκοτόπων , αλλά μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών(αγρών), αφού βασική προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος είναι πέραν της κατοχής και η καλλιέργεια (Ολ ΑΠ 411/1963 και 409/1963). Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση επιβεβαιώνεται από την ερμηνευτική εγκύκλιο του Οθωμανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (χριστιανικού 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών και ειδικότερα των άρθρων 9, 30 και 71 (ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 957/2023). Ακολούθως, με το διάταγμα 2468/20.5.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' 305 της 29.12.1917), καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, παραχωρήθηκε αυτοδικαίως στον έχοντα δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δημοσίας γαίας, είτε δυνάμει τίτλου (ταπί) , είτε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, είτε δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, δηλ της 10ετούς εξουσίασης συμπληρωθείσας έως 20-5-2017,το δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου της εξουσιαζόμενης δημόσιας γαίας, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου ανακτώμενου από το Ελληνικό Δημόσιο κατά συγκυριότητα και συγκατοχή. Προβλέφθηκε δε, ότι αν επρόκειτο για καλλιεργούμενη δημόσια γαία έκτασης έως 100 στρεμμάτων, η παραχώρηση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας στον εξουσιαστή (δηλ. χωρίς να ανακτά το Ελληνικό Δημόσιο το 1/5) γινόταν με την έκδοση παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφόμενου (άρθρο 3 του ως άνω διατάγματος). Ακολούθησε ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ. Α' 49 της 28.2.1920) "Αγροτικός νόμος", ο οποίος επαναλαμβάνει στα άρθρα 49-50 τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917, προβλέποντας ειδικά στο άρθρο 51 ότι σε γεωργούς κατέχοντες και αυτοκαλλιεργούντες γαίες ή σε ιδιοκτήτες φυτειών, των οποίων (γαιών ή φυτειών) η έκταση δεν υπερβαίνει τα 200 στρέμματα, η ως άνω παραχώρηση της πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας γίνεται εφ' όλης της έκτασης και χωρίς αντάλλαγμα για το Δημόσιο, είτε αυτοί είχαν τίτλο (ταπί) είτε εξουσίαζαν δυνάμει του άρθρου 78 του οθΝπΓαιών, ενώ στο άρθρο 52 παρ.3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά." Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην παρ.1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις τα κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών , είτε των ιδιωτικών (κουρί), των τελευταίων δε εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου. Εντούτοις, κατ' αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΦΕΚ 69/Α/1-12-1836)(το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί) με το οποίο εξουσίαζαν δάσος (ή δασική έκταση) κείμενο στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο "παρά τω Υπουργείω Γεωργίας" , που συστήθηκε με το ν. 2201/1920 (ΦΕΚ Α 133/18-6-1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22-4-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (ΦΕΚ Α 188/16-5-1926)(ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1100/2014). Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες δηλ. την 1-2-1914 (ΑΠ 124/2025,ΑΠ 111/1923). Για το τι ήταν δάσος και δασική έκταση εκείνο το χρονικό σημείο εφαρμόζεται ο ορισμός που δίνεται στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3 του ν. 998/1979, όπως εκτίθεται κατωτέρω στην παρ. VΙ της παρούσας.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 57 του ν.3077/1924 ορίζεται ότι "Δάσος είναι πάσα έκτασις εδάφους εν όλω ή εν μέρει υπ' αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας καλυπτόμενη, και προς παραγωγήν ξυλείας και άλλων προϊόντων προωρισμένη. Δασικά δε εδάφη αι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, αι ασκεπείς κορυφαί των ορέων και αι πλευραί αυτών με απότομον κλίσιν", ενώ στα επόμενα άρθρα του ν.3077/1924 γίνεται διάκριση σε δημόσια και ιδιωτικά δάση και προβλέπεται η διαχείριση τους. Σημειωτέον ότι αργότερα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" (ΦΕΚ Α 399/12-11-1929) και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους προρρηθέντες συγκυρίους του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έναντι τιμήματος ίσου με το 1/10 της τρέχουσας αγοραίας αξίας του όλου κτήματος (υποχρέωση που κατά τα ανωτέρω αφορούσε εκτάσεις άνω των 200 στρεμμάτων ) και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου ( ΑΠ 124/2025, ΑΠ 1551/2023 , ΑΠ 957/2023). Με τη συνδρομή των ανωτέρω κατά περίπτωση προϋποθέσεων η πρώην εξουσιαζόμενη δημόσια γαία κατέστη περαιτέρω δεκτική χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του ν.ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτική. Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

VΙ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 § 1, 2,3,4, 5 και 6 του ν.998/1879 " 1.Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών. ...4. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και .... οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις.5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου ...υπάγονται...: α) Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα. β) Οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών. γ) Οι εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β του παρόντος δεν κηρύσσονται αναδασωτέες, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του παρόντος νόμου, δύνανται όμως να κηρυχθούν δασωτέες, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 37. Σε περίπτωση καταστροφής τους από πυρκαγιά ή άλλη αιτία δεν αποβάλλουν το χαρακτήρα τους, αποκαθίστανται και προστατεύονται και διαχειρίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. ....δ) Η αναγνώριση της κυριότητας ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των εκτάσεων αυτών υπάγεται στην αρμοδιότητα των προβλεπομένων στο άρθρο 8 του παρόντος νόμου Συμβουλίων και των πολιτικών δικαστηρίων. ....ε) Οι εκτάσεις των περιπτώσεων 5α και 5β του παρόντος χαρτογραφούνται και διατίθενται ιδίως για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος νόμου ή χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι ή για τη δημιουργία νέων δασών.6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Οι ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις. β) Οι εκτάσεις που έχουν τη μορφή της περίπτωσης α` της παραγράφου 5 του παρόντος, που στη λήψη Α/Φ έτους 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, εμφάνιζαν αγροτική μορφή..." Με τις δε διατάξεις των άρθρων 13 έως 24 του ν. 3889/2010, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθορίζεται η διαδικασία κατάρτισης, ανάρτησης και κύρωσης του δασικού χάρτη. Ως δασικός χάρτης νοείται η απεικόνιση σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφία ή χαρτογραφικό υλικό, αφού τούτο προηγουμένως έχει συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών και τα διαθέσιμα στοιχεία της δασικής υπηρεσίας, των δασικών εν γένει εκτάσεων των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, που διέπονται από τις προστατευτικές διατάξεις αυτού. Η κατάρτιση, η θεώρηση, η ανάρτηση και η κύρωση των δασικών χαρτών (άρθρα 17 και 19 του ν.3889/2010) κατατείνουν, κατά νόμον, στην κατάρτιση του Δασολογίου, σε εφαρμογή της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρο 24 §1 του Συντάγματος), καθώς και των εκδοθεισών για τον σκοπό αυτό διατάξεων της κοινής νομοθεσίας (βλ. το άρθρο 3 του ν. 3208/2003, όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 4 αντικατεστάθησαν με το άρθρο 154 παρ. 8 του ν. 4389/2016, Α' 94) (ΣτΕ 879/2024,ΣτΕ 1412/2019, ΣτΕ 2417/2019).

H ολοκλήρωση, εξάλλου, της διαδικασίας κύρωσης των δασικών χαρτών και, περαιτέρω, της κατάρτισης του Δασολογίου, αποσκοπεί, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, στον ακριβή εντοπισμό των δασών και των δασικών εκτάσεων στο σύνολο του εθνικού χώρου και στην αξιόπιστη και συστηματική καταγραφή τους. Οι διατάξεις, όμως, αυτές, μεριμνώντας για την ακριβή οριοθέτηση των εκτάσεων με δασικό χαρακτήρα, ως αντικειμένου συνταγματικής προστασίας, δεν συνιστούν οι ίδιες το προστατευτικό των εν λόγω εκτάσεων νομικό καθεστώς, το οποίο συγκροτείται από την εν γένει δασική νομοθεσία και, ιδίως, τον ν. 998/1979 (Α' 289), ως ισχύει. Η δασική νομοθεσία, η οποία εκδόθηκε κατ' επιταγή των οικείων συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 24 §1 και 117 §3), περιέχει πλέγμα ρυθμίσεων για την προστασία των εκτάσεων με δασικό χαρακτήρα και ισχύει ανεξαρτήτως της προόδου της διαδικασίας κατάρτισης των δασικών χαρτών, οι οποίοι, εφ' όσον κυρωθούν και αποτελέσουν την βάση του Δασολογίου, θα εξασφαλίσουν στις περιλαμβανόμενες σε αυτούς εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα την επί πλέον προστασία που παρέχει η πλήρης αποδεικτική ισχύς τους, ενώπιον των διοικητικών και των δικαστικών αρχών, ως προς τον χαρακτήρα αυτόν (άρθρα 17 §5 και 19 §3 του ν. 3889/2010, ως ισχύει), ενώ, κατά τα λοιπά, το προστατευτικό πλέγμα των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας θα εξακολουθήσει, όπως και πριν, να ισχύει επί των εκτάσεων, οι οποίες, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών, έχουν κριθεί ή κρίνονται ως δασικές. Ενόψει τούτων, μόνη η θεώρηση των δασικών χαρτών με πράξη της δασικής αρχής - προκειμένου αυτοί να αναρτηθούν - καθώς και η ανάρτησή τους με πράξη της ιδίας αρχής -προκειμένου να υποβληθούν, εν συνέχεια, στην διαδικασία των αντιρρήσεων - ουδεμία έννομη συνέπεια επάγονται, δεδομένου ότι η εφαρμογή της εν γένει δασικής νομοθεσίας επί των περιλαμβανομένων ως δασικών σε αυτούς εκτάσεων, χωρεί ανεξαρτήτως της θεώρησης και της ανάρτησής τους, ενώ, εξάλλου, οι ενέργειες αυτές δεν αρκούν για να εξοπλίσουν τους χάρτες που θεωρούνται ή αναρτώνται - υποκειμένους, άλλωστε, σε αντιρρήσεις - με την, κατά τα ανωτέρω, πλήρη αποδεικτική ισχύ που θα εξασφάλιζε σε αυτούς η κύρωσή τους (ΣτΕ 879/2024). Οι αντιρρήσεις κατά του δασικού χάρτη αφορούν αποκλειστικά και μόνο στην αμφισβήτηση του χαρακτήρα ή της μορφής των εμφανιζόμενων στο χάρτη εκτάσεων, χωρίς να εξετάζονται θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θίγονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Μετά την εξέταση των αντιρρήσεων από ειδική επιτροπή και τις ανάλογες διορθώσεις, ο δασικός χάρτης κυρώνεται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθίσταται οριστικός, με την έννοια ότι έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για τις εκτάσεις που αποτυπώνονται σε αυτόν ως δασικές αποκλειστικά για το δασικό χαρακτήρα αυτών κατ' άρθρο 17§4 του ν.3889/2010. Έτσι, ο οριστικός δασικός χάρτης δεν αφορά κατ' αρχήν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, πλην, όμως, ο οριστικός χαρακτηρισμός με αυτόν ορισμένης έκτασης ως δασικής ενεργοποιεί επ' αυτής το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου κατ' άρθρο 2 §3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, περιπτώσεις εξαίρεσης από το οποίο προβλέπονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3208/2003. Σημειωτέον ότι οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν.998/1979, που προέβλεπαν την κατάρτιση δασικών χαρτών και στη συνέχεια δασολογίου καταργήθηκαν με το άρθρο 28 §15 του ν.2664/1998. Ακολούθως, ίσχυσε το άρθρο 27 του ν.2664/1998 που ρύθμιζε την κατάρτιση δασικών χαρτών, πλην όμως και τούτο καταργήθηκε με το άρθρο 26§1 του ν.3889/2010 και πλέον εφαρμόζονται οι προρρηθείσες διατάξεις του ν.3889/2010.
VIΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο με την αγωγή του, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ του αγωγικού δικογράφου, ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 18 072 14 01 158/0/0 (στην περιοχή Πλαισίου Φιλιατών Θεσπρωτίας), εμβαδού 2969,04 τμ, ως ανέκαθεν δασικής έκτασης δυνάμει του τεκμηρίου κυριότητας του Β.Δ.της 17/29-11-1836, άλλως με έκτακτη χρησικτησία δυνάμει της τεκμαιρόμενης νομής επί των δημοσίων κτημάτων κατ' άρθρο 2 του α.ν.1539/1938, άλλως ως λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά το β.δ. της 3/15-12-1883, άλλως ως δημόσιας γαίας επί οθωμανικής κυριαρχίας που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή από το Τουρκικό Δημόσιο και ότι αυτό (γεωτεμάχιο) καταχωρίσθηκε ανακριβώς στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές με δικαιούχους κυριότητας κατά ποσοστό 50% τον Ι. Δ., του οποίου καθολικοί διάδοχοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι 1η, 2η,3η και 4η των αναιρεσιβλήτων και κατά ποσοστό 50% τον Κ. Δ., 5ο αναιρεσίβλητο, οι οποίοι και το κατέχουν, ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν και να διορθωθούν σχετικά οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές. Το δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, συγκροτηθέν από Κτηματολογικό Δικαστή, με την 190/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων. Στη συνέχεια άσκησε έφεση το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο παραπονούμενο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δικάζοντας και απορρίπτοντας επί της ουσίας την έφεση που άσκησε το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, έκρινε απορριπτέα (την αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη με τις ακόλουθες παραδοχές: " Το επίδικο ακίνητο, είναι μία έκταση εμβαδού 2.969,04 τμ που βρίσκεται στη Δημοτική Κοινότητα Φιλιατών του ομώνυμου Δήμου, στην ειδικότερη θέση "ΚΙΑΦΑ", και έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Φιλιάτων ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 18 072 14 01 158/0/0 με ιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστο εξ αυτών, τους Ι. Δ., καθολικό δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και Κ. Δ., πέμπτο εναγόμενο, με τίτλο κτήσεως "κληρονομιά". Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο, συνορεύει γύρωθεν, σύμφωνα με το συνημμένο στην αγωγή από 9 Ιουλίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου Σ. Μ. με δασικό δρόμο (δημόσια έκταση) και με δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ σύμφωνα με την από 8-3-2016 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο ίδιος δασολόγος έχει έδαφος το οποίο εδράζεται σε γαιώδες - ημιχαλικώδες, μέτρια βαθύ έως βαθύ, μέτρια γόνιμο ως γόνιμο, το οποίο εδράζεται πάνω σε ασβεστολιθικά πετρώματα που αποτελούν το μητρικό πέτρωμα. Επίσης αποδείχθηκε ότι τούτο (επίδικο) βρίσκεται σε υπερθαλάσσιο ύψος 540μ. απέχει από την εθνική οδό ... περίπου 5.180 μ. από την θάλασσα περίπου 8.400 μ, από τον οικισμό Πλαισίου 1.100 μέτρα και τον επαρχιακό δρόμο Φιλιάτων - Σαγιάδας 1250 μ, και τέλος έχει έκθεση νότια - νοτιανατολική και παρουσιάζει κλίση 10%. Στο δασικό χάρτη έχει τον χαρακτηρισμό ΑΔ περιλαμβανόμενο στον κωδικό ΑΔ ..., που σημαίνει ότι έχει μη δασική μορφή στις αεροφωτογραφίες του 1945, και ότι έχει μορφή δάσους και δασικής έκτασης στην πρόσφατη αεροφωτογραφία. Από την εξέταση των συζυγών αεροφωτογραφιών (αριθ. ... και ...) έτους 1945 προκύπτει ότι η επίδικη έκταση το έτος αυτό έχει μορφή ξηρικού αγρού σε αγρανάπαυση, χωρίς δασική βλάστηση. Σήμερα η έκταση καλύπτεται από σχετικά πυκνή θαμνώδη και δενδρώδη δασική βλάστηση δρυός πρίνου, γκορτζιάς και ασφάκας, ενώ στο νότιο μέρος της έκτασης υπάρχει και μία χωμάτινη υδατοδεξαμενή για το πότισμα των ζώων (λούτσα), ενώ ακόμη και σήμερα υπάρχουν στο έδαφος του επιδίκου διάσπαρτα ίχνη λίθινων αναβαθμίδων.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης κατά το χρόνο ισχύος του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" και επομένως δεν ισχύει γι' αυτή το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου.... Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι σήμερα, τούτο (επίδικο), ενόψει της εγκαταλειφθείσας καλλιέργειάς του, και της γειτνίασής του με δασική έκταση, καλύπτεται από σχετικά πυκνή (ποσοστό κάλυψης δεν προσδιορίζεται ειδικότερα) κατά τα ανωτέρω. Πέραν τούτου, με το υπ' αριθ. .../1939 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα την 7η Μαρτίου 1939 εις τόμο ΙΑ με αύξοντα αριθμό 115, ο Φ. Δ. του Ι., πατέρας του πέμπτου εναγόμενου και πάππους εκ πατρός των λοιπών εναγόμενων, κατέστη κύριος ενός αγρού, δυο χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων ή δύο στρεμμάτων περίπου, κειμένου στη θέση "Κιάφα" της περιοχής Πλαισίου το οποίο συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με Γ. Μ., δυτικά με Ι. Μ., βόρεια με λόφο και δυτικά με κοινοτική βοσκή εξ αγοράς από την αληθή κυρία τούτου τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος". Στην τελευταία είχε παραχωρηθεί και το εξουσίαζε με την έκδοση οθωμανικού ταπίου από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο που ήταν καταχωρημένο στον Αυτοκρατορικό Νομό Ιωαννίνων 8458 υπ' αύξοντα αριθμό 10 βιβλίου μηνός Σεπτεμβρίου 1916, έχοντας επ' αυτού δικαίωμα εξουσιάσεως, το οποίο [δικαίωμα εξουσίασης] αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμό 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, κυρωθέν με το ν. 1072/1917 και από το άρθρο 50 του ν. 2052/1920. Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, το εν λόγω δικαίωμα, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5, του υπολοίπου 1/5 ανήκοντος στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά όμως την ισχύ του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929, περιήλθε σ' αυτόν και το ποσοστό του 1/5 του Ελληνικού Δημοσίου, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, ως συνιδιοκτητών κατά τα 4/5 του παραπάνω αγρού, κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Δ/τος. Έκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθόσον πρόκειται για ακίνητο στο οποίο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, οπότε αυτό μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούσε να χρησιδεσποθεί σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη νομική σκέψη. Από το έτος 1939 δε ο Φ. Δ. του Ι. εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου, ασκώντας εμφανείς πράξεις νομής χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια των διάφορων Υπηρεσιών του δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητάς του. Ειδικότερα, το καλλιεργούσε, χρησιμοποιώντας το παράλληλα και για τη βοσκή των ζώων του, έως το έτος 1970, οπότε παρέδωσε τη νομή του επιδίκου στους υιούς του Κ. και Ι. Δ., οι οποίοι φρόντιζαν για τον καθαρισμό του. Ενόψει των ανωτέρω, ήτοι του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είχε δασικό χαρακτήρα καθώς και ότι κατά τη διαδοχή των Ελληνικού Κράτους από το Οθωμανικό είχε το χαρακτήρα δημόσιας δασικής γαίας, αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι είχε χαρακτήρα καλλιεργήσιμης γαίας επί της οποίας απέκτησε δικαίωμα εξουσιάσεως, δια εκδοθέντος ταπίου, η απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο εν συνεχεία κατά τα ανωτέρω μετετράπη σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, προκύπτει ότι το ενάγον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν κατέστη κύριος τούτου ως διάδοχος δικαιώματι πολέμου του Τουρκικού Δημοσίου, ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η άσκηση νομής του επ' αυτού εκ μέρους του, και ως εκ τούτου, η μη εγγραφή του στις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχου κυριότητας στο επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 18 095 16 01 146/0/0 δεν είναι εσφαλμένη.

Σημειώνεται, τέλος, ότι σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφοι 4 και 5 του νόμου 3889/2010, ο δασικός χάρτης μόνο από την κύρωση του και τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως καθίσταται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση, τα οποία αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3 ,4 και 5 του άρθρου 3 του νόμου 998//1979, όπως ισχύει, εφαρμοζομένων των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δοθέντος ότι ο καταρτισθείς δασικός χάρτης δεν έχει εισέτι κυρωθεί (βλ.σχ. το από 8-3-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας). Ομοίως δεν ασκεί έννομη επιρροή, ότι αφορά την κρίση σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου το γεγονός ότι το επίδικο περιλαμβάνεται εντός ευρύτερης έκτασης που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθ. 1264/14-04-1989 απόφαση του Νομάρχη Θεσπρωτίας λόγω πυρκαγιάς, αφού αυτή αφορά το δασικό της χαρακτήρα και όχι την κυριότητα." VIIΙ. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται εκτενώς στην παρ. V της παρούσας περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των κειμένων στις Νέες Χώρες δασών και δασικών εκτάσεων (όπου βρίσκεται και το επίδικο), με το να δεχθεί ότι "δεν αποδείχθηκε ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης κατά το χρόνο ισχύος του β.δ. της 17/29-11-1836 περί ιδιωτικών δασών και επομένως δεν ισχύει γι' αυτήν το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου". Έτσι που αποφάσισε το Εφετείο, δηλ. με το να μην εφαρμόσει το προβλεπόμενο από το ως άνω β.δ. τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκή, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογία, αφού συγκεκριμένα δέχθηκε: Α) 'Οτι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο εισφέρθηκε ενώπιόν του αναφορικά με τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο επικυριαρχίας του Οθωμανικού Κράτους και εν συνεχεία κατάληψης του από το Ελληνικό Κράτος και της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας την 1-2-1914, ώστε να ισχύσει το τεκμήριο κυριότητας των δασών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που ναι μεν καθιερώθηκε το πρώτον με το ΒΔ της 17/29-11-1836 για τις περιοχές του πρώτου ελληνικού κράτους (Παλαιό Βασίλειο), πλην όμως εφαρμόσθηκε αναλογικά και στις Νέες Χώρες (όπως η Θεσπρωτία εν προκειμένω) σε συνέχεια του προβλεπόμενου από την οθωμανική νομοθεσία τεκμηρίου κυριότητας των δημοσίων γαιών και δη των δασών, μέσω των προβλεπόμενων στο ν. 2201/1920 και στο ΝΔ της 22-4-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (ΦΕΚ Α 188/16-5-1926). Άλλωστε και το αναιρεσείον-ενάγον στην αγωγή του, κατά την κύρια βάση αυτής, επικαλούμενο τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού δυνάμει του τεκμηρίου του προβλεπόμενου με το ΒΔ της 17/29-11-1836. Και β) Ότι το 1945 (όπως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα -από το ίδιο το ενάγον- αεροφωτογραφίες, δασικό χάρτη και έκθεση αυτοψίας δασολόγου) το επίδικο είχε μορφή ξηρικού αγρού σε αγρανάπαυση, χωρίς δασική βλάστηση, γεγονός που οδηγεί αναμφισβήτητα στο συμπέρασμα ότι και σε προγενέστερο χρόνο δηλ. την 1-2-1914, όταν διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο το Οθωμανικό Δημόσιο, δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, αλλά καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΧ. Με τον δε τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24§1 και 117§3 του Συντάγματος, 12-14 του ν.998/1979 και 27§2,3 και 4 του ν.2664/1998 , με το να δεχθεί ότι ο δασικός χάρτης , που αποτυπώνει το επίδικο ακίνητο ως δασικό, "δεν αποδεικνύει κατά τρόπο αναμφισβήτητο το δασικό χαρακτήρα διότι είναι προσωρινός και ότι μόνο οι οριστικοί δασικοί χάρτες αποτελούν πλήρη απόδειξη". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός διότι σύμφωνα με τη νομική σκέψη της παρ. VΙ της παρούσας, οι προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 12-13 του ν.998/1979 (το άρθρο 14 δεν καταργήθηκε, πλην όμως προβλέπει την διαδικασία πριν την ανάρτηση των δασικών χαρτών, που εν προκειμένω είναι αδιάφορη) και 27§2,3 και 4 του ν.2664/1998 καταργήθηκαν, αφετέρου, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του ν.3889/2010, που πλέον υλοποιούν την συνταγματική επιταγή περί κατάρτισης δασικών χαρτών και Δασολογίου και εν γένει προστασίας των δασών, στο άρθρο 17 § 5 του οποίου ρητά ορίζεται ότι μόνο ο οριστικός δασικός χάρτης από την ημέρα δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση, τα οποία αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις, στην κρινόμενη δε περίπτωση μέχρι και το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε δημοσιευθεί οριστικός δασικός χάρτης για την περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο, οπότε να δεσμεύεται το Δικαστήριο αναφορικά με τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου.

Χ. Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον βάλλει κατά της απόφασης του Εφετείου, επικαλούμενο κατά το πρώτο σκέλος του τον αναιρετικό λόγο εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και δη ότι αφού "η επίδικη έκταση ανήκε στις δημόσιες γαίες, δεν μπορούσε ταυτόχρονα να αποτελεί και καλλιεργήσιμη έκταση, όπως, όλως αντιφατικώς δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα δεν μπορούσε να αποκτήσει τρίτος δικαίωμα κυριότητας επ' αυτής με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία". Κατά το ανωτέρω σκέλος ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με τις ως άνω (στην παρ.VII της παρούσας) παραδοχές του δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατ' άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ της διαδοχής του Οθωμανικού Κράτους από το Ελληνικό, δεν είχε μεν δασικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία, οπότε κατ' άρθρο 3 §1 εδάφ. α' του Νόμου περί γαιών (Kanunname-i arazi) της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856), ήταν δημόσια γαία ("εραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") , μπορούσε δε να εξουσιασθεί από τρίτο είτε με την έκδοση ταπίου (όπως δέχεται εν προκειμένω το Εφετείο ότι συνέβη), είτε με δεκαετή αδιατάρακτη εξουσίαση, το δε δικαίωμα εξουσίασης κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρ. V της παρούσας ετράπη εκ του νόμου σε δικαίωμα κυριότητας και έτσι πλέον εξέφυγε της δημόσιας κτήσης και έγινε δεκτικό (το ακίνητο) χρησικτησίας.

Περαιτέρω, όμως, κατά το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου , το αναιρεσείον επικαλούμενο τον αναιρετικό λόγο εκ του αρ.10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δέχθηκε την καταλυτική της αγωγής ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Φ. Δ., που κατά τους ισχυρισμούς τους απέκτησε κατά κυριότητα το επίδικο εξ αγοράς από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει του .../1939 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μ., η δε δικαιοπάροχός του (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) με ταπί, δηλ. το Εφετείο δέχθηκε τον βασικό αμυντικό ισχυρισμό των εναγομένων περί εξόδου του επιδίκου από την δημόσια κτήση με την έκδοση ταπίου, χωρίς απόδειξη, καθώς δεν προσκομίσθηκε το ταπί και παρά την αμφισβήτηση της ύπαρξής του από το ενάγον- εκκαλούν τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ' έφεση δίκη. Με το δε τρίτο σκέλος του αυτού λόγου, κατ' εκτίμηση, το αναιρεσείον επικαλούμενο την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων που αναφέρονται στην παρ.V της παρούσας αναφορικά με την κτήση δικαιώματος κυριότητας κατά μετατροπή του οθωμανικού δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ), διότι (το Εφετείο) με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την ως άνω ένσταση. Ο λόγος αυτός, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, είναι βάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τις ως άνω παραδοχές του (βλ. παρ. VII της παρούσας), αφού απέρριψε τα περί δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, δέχθηκε ότι αυτό ήταν καλλιεργήσιμη γαία επί οθωμανικής κυριαρχίας, άρα δημόσια γαία. Στη συνέχεια δέχθηκε, χωρίς να προσκομισθεί το ταπί, αρκούμενο στην "αφηγητική" μνεία μόνο του ως άνω .../1939 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ. Μ. (που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι εναγόμενοι στο Εφετείο και που, σημειωτέον, δεν προσκομίστηκε ενώπιον μας, αλλά το αναιρεσείον αναφέρει ότι γίνεται σχετική μνεία σε αυτό), ότι το επίδικο εξέφυγε της δημόσιας κτήσης με την μεταβίβαση του δικαιώματος εξουσίασης του στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος "με την έκδοση οθωμανικού ταπίου από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο που ήταν καταχωρημένο στον Αυτοκρατορικό Νομό (ενν. Νόμο) Ιωαννίνων 8458 υπ' αύξοντα αριθμό 10 βιβλίου μηνός Σεπτεμβρίου 1916". Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον: α) ουδόλως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη εάν το ακίνητο που περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο και κατ' επέκταση στο ταπί, ταυτίζεται με το επίδικο, πολύ δε περισσότερο που διαφέρει ουσιωδώς το εμβαδόν (2969 τμ το επίδικο, ενώ το συμβόλαιο αναφέρεται σε ακίνητο 2000 τμ), αλλά και τα όμορα ακίνητα (δέχεται ότι το επίδικο συνορεύει γύρωθεν με δασικό δρόμο, δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ το ακίνητο που περιγράφεται στο συμβόλαιο συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με Γ. Μ., δυτικά με Ι. Μ., βόρεια με λόφο και δυτικά με κοινοτική βοσκή) και το ως άνω συμβόλαιο δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, β) δεν αναφέρει πότε εκδόθηκε το ταπί και γιατί αυτό καταχωρίσθηκε "στον Αυτοκρατορικό Νόμο Ιωαννίνων" τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν πλέον στην Θεσπρωτία, όπου βρίσκεται το επίδικο, από 1-2-1914 εφαρμοζόταν η ελληνική νομοθεσία και οι εμπράγματες δικαιοπραξίες διέπονταν από αυτήν, η ως άνω δε έλλειψη αιτιολογίας επιτείνεται από το γεγονός ότι η φερόμενη ως αποκτήσασα δικαίωμα εξουσίασης δυνάμει ταπίου "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" συστάθηκε με το ν.4332/1929 και γ) ενώ δέχεται ότι από το έτος 1939 ο Φ. Δ. του Ι. εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου, το καλλιεργούσε, χρησιμοποιώντας το παράλληλα και για τη βοσκή των ζώων του έως το έτος 1970, οπότε παρέδωσε τη νομή του επιδίκου στους υιούς του Κ. και Ι. Δ., οι οποίοι φρόντιζαν για τον καθαρισμό του, όλως αντιφατικά δέχεται ότι αυτό (επίδικο) το 1945 είχε μορφή ξηρικού αγρού σε αγρανάπαυση, στη συνέχεια δε καλύφθηκε από σχετικά πυκνή θαμνώδη και δενδρώδη δασική βλάστηση δρυός, πρίνου, γκορτζιάς και ασφάκας, παραδοχές δηλ. που δεν συνάδουν με καλλιέργεια, βόσκηση και καθαρισμό του αγρού.

ΧΙ. Εφόσον κρίθηκε βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 76/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 76/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή