Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1392 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1392/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Ν. Χ., το γένος Π. Μ., 2) Π. Χ. του Ν., 3) Σ. Χ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεχαγιόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5535/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 311/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 5535/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 20.3.2018 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 794, 904 επ., 1101-1107 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση κοινωνίας δικαιώματος, όπως συμβαίνει όταν η κυριότητα πράγματος ανήκει σε περισσότερους από κοινού (άρθρο 1113 ΑΚ), κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους υπόλοιπους κοινωνούς κατά την αναλογία της μερίδας του για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού. Ο κοινωνός που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει αυτά που κατέβαλε επί πλέον της μερίδας του από τους υπόλοιπους κοινωνούς, κατά την αναλογία των μερίδων τους. Η υποχρέωση αυτή για τις δαπάνες αποτελεί το αντιστάθμισμα της συμμετοχής του κοινωνού στους καρπούς και τα ωφελήματα του κοινού πράγματος. Η διάταξη αυτή καλύπτει και τα βάρη του κοινού πράγματος με την έννοια του άρθρου 965 ΑΚ (π.χ. φόροι, τέλη κ.λπ.), επειδή και τα βάρη του πράγματος αποτελούν με ευρύτερη έννοια έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1694/2013, ΑΠ 189/2011). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στις εν λόγω δαπάνες που μπορούν να αναζητηθούν αυτές που προκαλούνται από την ατομική χρησιμοποίηση - εκμετάλλευση του κοινού πράγματος από έναν κοινωνό. Η αναζήτηση των εξόδων γίνεται απ' ευθείας βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή μετά από απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που ελήφθησαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου και με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τα έξοδα έχουν καταβληθεί από τον κοινωνό, ο οποίος κατά συνέπεια αξιώνοντας την καταβολή τους, πρέπει να επικαλεσθεί, μεταξύ των άλλων και να αποδείξει ότι κατέβαλε τα έξοδα αυτά σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 274/2012). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 794 και 792 ΑΚ, δεχόμενο ότι η κύρια βάση της ένδικης αγωγής που θεμελιώνεται στις περί κοινωνίας διατάξεις πάσχει νομικής αοριστίας, καθόσον πρόκειται περί επωφελών και πολυτελών δαπανών επί των κοινών ακινήτων, χωρίς να γίνεται στο δικόγραφο της αγωγής επιμερισμός αυτών σε αναγκαίες και μη δαπάνες. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 20.3.2018 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εξέθετε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων έχω την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 5/8 των εξής δύο ακινήτων: Α.ΑΚΙΝΗΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 1: Πρόκειται για ένα οικόπεδο εκτάσεως 5.891,57 τ.μ. ... Εντός του οικοπέδου κατά την ημερομηνία που εγώ και ο αδελφός μου Ν. Χ. γίναμε κύριοι αυτού υπήρχε 1) διώροφη οικία εμβαδού του κάθε ορόφου της 22,24 τ.μ., 2) έτερη ισόγεια οικία που αποτελούνταν από ένα δωμάτιο και WC εμβαδού 31,30 τ.μ., 3) έτερη ισόγεια οικία που αποτελούνταν από ένα δωμάτιο εμβαδού 17,87 τ.μ. και 4) ένα κτίσμα που αποτελούνταν από δύο δωμάτια, κουζίνα και WC εμβαδού 21,03 τ.μ., καθώς και μία αποθήκη εμβαδού 34,30 τ.μ. και ένα φρέαρ. Β.ΑΚΙΝΗΤΟ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 2 (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ) Πρόκειται για ένα οικόπεδο στη θέση "Σιλιμπάρι" στην Αίγινα εκτάσεως 631,30 τ.μ. που εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α. στο από Ιανουάριου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., βρίσκεται στην ειδική θέση "Σιλιμπάρί", και κατά την ημερομηνία κατά την οποία εγώ και ο αδελφός μου καταστήκαμε κύριοι του ακινήτου αυτού, περιείχε ένα οίκημα το οποίο χρησιμοποιείτο ως ξενοδοχείο Γ' κατηγορίας, και το οποίο ανεγέρθη δυνάμει των υπ'αριθ. 1.270/07.04.1979, 1.848/27.05.1981 και 000872/19.12.1995 αδειών οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιώς, συνολικού εμβαδού 623,50 τ.μ. Συγκεκριμένα αποτελούνταν από α) το υπόγειο εμβαδού 205,00 τ.μ., το οποίο ήταν αδιαμόρφωτο και άκτιστο, β) το ισόγειο εμβαδού 210,00 τ.μ. συγκείμενο από 7 δωμάτια με αντίστοιχα WC τους και χώλλ και γ) ο πρώτος (α') υπέρ το ισόγειο όροφος, εμβαδού 208,50 τ.μ. συγκείμενος από 9 δωμάτια με τα αντίστοιχα WC τους και λίβινγκ ρουμ. Συνορεύει δε αυτό ανατολικώς επί προσώπου Α.Δ. μέτρων 21,40 με δρόμο, δυτικώς επί πλευράς Β.Γ μέτρων 21,90 με ιδιοκτησία Ν. Τ., αρκτικώς επί πλευράς Γ.Δ. μέτρων 27,00 με ιδιοκτησία Ν. Χ. και μεσημβρινώς επί πλευράς Α.Β. μέτρων 32,0 με ιδιοκτησία Δ. Χ.... Συγκύριος των ως άνω ακινήτων κατά ποσοστό 3/8 ήταν ο αδελφός μου Ν. Χ. του Π. και της Π.... Κατ'αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε ανάμεσα σε εμένα και στον αδελφό μου στα ως άνω ακίνητα σχέση κοινωνίας... Κατά την διάρκεια κατά την οποία είχε διαμορφωθεί ανάμεσα σε εμένα και στον αδελφό μου σχέση κοινωνίας στα ως άνω ακίνητα, εγώ, έχοντας την πλειοψηφία των μερίδων της κοινής μας περιουσίας και την διοίκηση αυτής, προέβην σε σημαντικές εργασίες στα ως άνω ακίνητα, που πολλαπλασίασαν την αξία τους. Ειδικότερα, επειδή εγώ ασχολούμουν κατ'αποκλειστικότητα με την φροντίδα των γερόντων και κατάκοιτων γονέων μας, είχα αναλάβει επίσης εξολοκλήρου και την επιμέλεια της πατρικής οικίας μας (υπ'αριθ. 1 ακίνητο] και την λειτουργία του ξενοδοχείου μας (υπ'αριθ. 2 ακίνητο]. Τα δύο αυτά ακίνητα λόγω της παλαιότητας τους χρειάζονταν εργασίες συντήρησης. Ειδικά η παλαιά οικία ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και έπρεπε να γίνουν οπωσδήποτε εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες σε αυτήν. Στο δε ξενοδοχείο προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την συνήθη αυτού χρήση δηλαδή την τουριστική του αξιοποίηση ως τουριστικό κατάλυμα έπρεπε να γίνουν προσθήκες και τροποποιήσεις που θα εξασφάλιζαν την δυνατότητα αξιοποίησης του. Στο πλαίσιο αυτό και επειδή το ξενοδοχείο ως ένα παλιό κτίσμα έχρηζε ούτως ή άλλως ριζικής ανακαίνισης και άρα έπρεπε ούτως ή άλλως να γίνουν σημαντικές δαπάνες σε αυτό, έκρινα σκόπιμο προς την καλύτερη και αποδοτικότερη αξιοποίηση του ξενοδοχείου, να μετατραπούν τα δωμάτια του σε αυτοτελή διαμερίσματα, καθώς λόγω του είδους του τουρισμού της περιοχής, τα αυτοτελή δωμάτια θα μπορούσαν να ενοικιαστούν πιο εύκολα. Αυτό μάλιστα στην πορεία κατέστη απολύτως αναγκαίο, καθώς την 01.11.2004 ανακλήθηκε η άδεια του ξενοδοχείου λόγω ανάκλησης του νόμιμου σήματος του EOT, ανάκληση που σημειώνω ότι έλαβε χώρα κατόπιν καταγγελίας του ίδιου μου του αδελφού, ο οποίος διατηρούσε δικό του ξενοδοχείο πολύ κοντά στο δικό μας ξενοδοχείο. Για να μπορεί λοιπόν να συνεχιστεί η λειτουργία του ξενοδοχείου, έπρεπε να μετατραπεί η χρήση αυτού σε χρήση ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων αστικών μισθώσεων. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες έλαβα την απόφαση να μετατρέψω τα δωμάτια του ισογείου του ξενοδοχείου σε αυτοτελή διαμερίσματα και να χτίσω καινούργια αυτοτελή διαμερίσματα στο υπόγειο του ξενοδοχείου που ήταν ως τότε αδιαμόρφωτα, ενώ στο πλαίσιο των εργασιών αυτών ολοκλήρωσα και την διαμόρφωση των δωματίων του πρώτου ορόφου του ξενοδοχείου, που δεν ήταν ολοκληρωμένα, με σκοπό την αρτιότερη αξιοποίηση του ξενοδοχείου. Οι εργασίες αυτές που έγιναν αποκλειστικά με δικά μου έξοδα έλαβαν χώρα σταδιακά και οι περισσότερες πραγματοποιήθηκαν μέσα στην διετία 2004-2005. Ταυτόχρονα ανανέωσα και όλον τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου καθώς όπως είναι κατανοητό σε ένα ξενοδοχείο άνω της 20ετίας ο εξοπλισμός που είχε το ξενοδοχείο ήταν πλέον εντελώς φθαρμένος. Όλες αυτές οι δαπάνες που έκανα στην κοινή ακίνητη περιουσία μας στόχευαν στην αξιοποίηση αυτής και έγιναν προς το συμφέρον τόσο το δικό μου όσο και του αδελφού μου. Ο αδελφός μου όμως δεν συμμετείχε καθόλου στις δαπάνες και τα έξοδα που έκανα για τα κοινά μας ακίνητα. Λόγω των δαπανών και εξόδων αυτών, γεννήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο απαίτηση μου κατά του αδελφού μου. Ο αδελφός μου, ο οποίος ήταν κάτοικος εν ζωή Αίγινας, απεβίωσε στις 22.07.2006. Νόμιμοι κληρονόμοι του αδελφού μου εκ διαθήκης είναι οι εναγόμενοι. Η κληρονομική τους ιδιότητα βασίζεται στην ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος Ν. Χ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα δυνάμει των υπ'αριθ. 793/12.07.2017 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την διαθήκη εκείνη ο Ν. Χ. ορίζει ότι αφήνει στην σύζυγο του Μ. Χ., θυγατέρα Π. Μ., όλη την περιουσία του που θα βρεθεί κατά τον θάνατό του, εκτός από δύο οικόπεδα στην Βαγία Αίγινας, 677,85 τ.μ. και 878,74 τ.μ. που αφήνει και στην σύζυγο του Μ. και στους υιούς του Π. και Σ. κατά το νόμιμο ποσοστό. Οι αντίδικοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά του θανόντος. Κατά τον ανωτέρω τρόπο κατέστησαν κληρονόμοι του θανόντος Ν. Χ. τόσο στο ενεργητικό της περιουσίας του όσο και στο παθητικό της περιουσίας του. Κατόπιν αυτών η κατανομή της υποχρέωσης τους ως προς το παθητικό της κληρονομιάς θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο ενεργητικό της κληρονομιάς (οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός ΑΚ 1885). Δυνάμει της υπ'αριθ. ....2006 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αίγινας Μ. συζ. Π. Ε. το γένος Σ. και Σ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας, στον τόμο 207 και με αριθμό 387 η Μ. Χ. απεδέχθη ποσοστό 3/32 της κληρονομιάς του θανόντος συζύγου της, ο Π. Χ. απεδέχθη ποσοστό 9/64 της κληρονομιάς του θανόντος πατρός του και ο Σ. Χ. απεδέχθη ποσοστό 9/64 της κληρονομιάς του θανόντος πατρός του, των εξής δύο οικοπέδων που βρίσκονται εντός των ορίων του οικισμού "Βαγία" της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας και τα οποία εμφαίνονται με τους αριθμούς 1 και 2 στο από τον Οκτώβριο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Λ. Μ. που προσαρτάται στην ως άνω πράξη, και όπως τα ακίνητα αυτά περιγράφονται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο και συγκεκριμένα α) ένα οικόπεδο εκτάσεως 878,74 τ.μ. και β) ένα οικόπεδο εκτάσεως 677,85 τ.μ. Η αξία του πρώτου οικοπέδου ανέρχονταν κατά την ημερομηνία της αποδοχής στο ποσό των 45.000,00 Ευρώ και η αξία του δεύτερου οικοπέδου ανέρχονταν στο ποσό των 40.000,00 Ευρώ. Ως εκ τούτου η πρώτη των εναγομένων απεδέχθη κληρονομιά αξίας 7.968,75 Ευρώ και ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων απεδέχθη ο καθένας κληρονομιά αξίας 11.953,12 Ευρώ. Επίσης, δυνάμει της υπ'αριθ. ....2008 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αίγινας Μ. συζ. Π. Ε. το γένος Σ. και Σ. Χ. νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας, στον τόμο 213 και με αριθμό 4 η Μ. Χ. απεδέχθη κληρονομιά του θανόντος συζύγου της συνολικής αξίας 313.544,40 Ευρώ και συγκεκριμένα : Ποσοστό 3/8 ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.350,63 τ.μ. που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού στη θέση Κακονίκολα της περιοχής Βαγία της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας, όπως εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στο συμβόλαιο αυτό και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία της αποδοχής κληρονομιάς ανέρχονταν στο ποσό των 20.394,45 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 6.798,15 Ευρώ. Ποσοστό 3/8 ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.771,98 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας, το οποίο εν μέρει κατά ένα τμήμα (που έχει έκταση 744 τ.μ.) βρίσκεται εντός του οικισμού Βαγία και το οποίο κατά υπόλοιπο τμήμα (που έχει έκταση 1.027,98 τ.μ.) ευρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού στη θέση Βαγία, όπως εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στην υπ'αριθ. ....2003 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία της αποδοχής ανέρχονταν στο ποσό των 53.159,40 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 17.719,80 Ευρώ. Ποσοστό 3/8 του υπό στοιχεία 1 ακινήτου που περιγράφεται ανωτέρω στην αγωγή μου (οικόπεδο 5.891,57 τ.μ. με παλαιά διώροφη οικία 22,74 τ.μ., παλαιά ισόγεια οικία 31,30 τ.μ., παλαιά ισόγεια οικία 17,87 τ.μ., παλαιό κτίσμα 21,03 τ.μ., παλαιά αποθήκη 34,30 τ.μ. ) Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία της αποδοχής ανέρχονταν στο ποσό των 559.769,40 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 186.589,80 Ευρώ. Ποσοστό 3/8 ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.116,74 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στη θέση "Αμυγδάλα" εντός του οικισμού Βαγία της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας όπως εμφαίνεται με τον αριθμό 2 στο στο από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στην υπ'αριθ. .../1999 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία της αποδοχής ανέρχονταν στο ποσό των 67.004,40 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 22.334,80 Ευρώ. Ποσοστό 3/8 ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.055,34 τ.μ. το οποίο ευρίσκεται εντός του οικισμού Βαγία της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας όπως εμφαίνεται με τον αριθμό 3 στο από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στην υπ'αριθ. .../1999 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία της αποδοχής ανέρχονταν στο ποσό των 84427,2 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 28.142,40 Ευρώ. Ποσοστό 3/8 ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.948,48 τ.μ. το οποίο ευρίσκεται εντός του οικισμού Βαγία της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Μεσαγρού του Δήμου Αίγινας όπως εμφαίνεται με τον αριθμό 4 στο στο από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στην υπ'αριθ. .../1999 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο ως άνω συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά την ημερομηνία αποδοχής ανέρχονταν στο ποσό των 155.878,40 Ευρώ και η αξία του ποσοστού της Μ. Χ. στο ποσό των 51.959,46 Ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι: α) η συνολική αξία της κληρονομιάς των εναγομένων ανερχόταν στο ποσό των 345.419,40 Ευρώ, β) η αξία της κληρονομιάς της πρώτης των εναγομένων ανερχόταν στο ποσό των 321.513,20 Ευρώ, γ) η αξία της κληρονομιάς του δεύτερου των εναγομένων ανερχόταν στο ποσό των 11.953,12 Ευρώ, δ) η αξία της κληρονομιάς του δεύτερου των εναγομένων ανερχόταν στο ποσό των 11.953,12 Ευρώ, αυτών προκύπτει ότι η κληρονομική μερίδα της Μ. ανέρχεται σε ποσοστό 93% η κληρονομική μερίδα του Π. Χ. ανέρχεται σε ποσοστό 3,5% και η κληρονομική μερίδα του Σ. Χ. ανέρχεται σε ποσοστό 3,5% ...
Εν προκειμένω, έχοντας εγώ την πλειοψηφία των μερίδων της κοινής με τον αδελφό μου περιουσίας, προέβην σε έξοδα επί της κοινής αυτής περιουσίας μας, τα οποία θα αναλυθούν κατωτέρω, συνολικού ποσού 302.994,10 Ευρώ. Από τα έξοδα αυτά, το ποσό των 113.622,00 € υπερέβαινε την δική μου μερίδα στο ακίνητο και αφορούσε την μερίδα συμμετοχής του αδελφού μου σε αυτά (3/8). Για το ποσό αυτό οι εναγόμενοι ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτού, ενέχονται απέναντι μου. Επιπλέον η παρούσα αγωγή στηρίζεται επικουρικά στις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων... Όπως αναφέρω ανωτέρω, στην κοινή ακίνητη περιουσία που είχαμε με τον αδελφό μου, εκτέλεσα κάποιες εργασίες. Δεδομένου ότι ο αδελφός μου είχε τα 3/8 της κυριότητας της περιουσίας αυτής, η εκτέλεση των εργασιών αυτών ως προς το δικό του ποσοστό κυριότητας στα ακίνητα συνιστούσε εκ μέρους μου διοίκηση αλλότριας υπόθεσης. Τις εργασίες αυτές τις εκτέλεσα σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του αδελφού μου και προς το συμφέρον του, καθώς ήταν εργασίες που αύξαναν την αξίας της περιουσίας μας. Για τις εργασίες αυτές προέβην σε πολύ σημαντικές δαπάνες, στις οποίες δεν συμμετείχε καθόλου ο αδελφός μου. Για τις δαπάνες αυτές δημιουργήθηκε αξίωση κατά του αδελφού μου βασιζόμενη στην διάταξη 736ΑΚ, δεδομένου ότι οι εργασίες αυτές έγιναν σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του αλλά και προς το συμφέρον του (σημειώνεται ότι το γεγονός ότι με τη. διαχείριση της ξένης υποθέσεως εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων). Οι δαπάνες που αναζητώ κατά την διάταξη 736 ΑΚ ανέρχονται στο ποσό των 113.622,00 Ευρώ. Επιπλέον επικουρικά, και στην περίπτωση που κριθεί ότι επρόκειτο για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και ότι απέβλεπα στο δικό μου συμφέρον και όχι στο συμφέρον του συγκοινωνού αδελφού μου, αναζητώ τις δαπάνες αυτές σύμφωνα με την 739 ΑΚ. Ειδικότερα, οι εργασίες που τέλεσα και τα υλικά που χρησιμοποίησα αύξησαν χωρίς νόμιμη αιτία την περιουσία του αδελφού μου κατά το ποσό των 113.622,00 Ευρώ. Ο πλουτισμός του αδελφού μου συνίστατο στο γεγονός ότι με τις δαπάνες που έκανα για την κοινή ακίνητη περιουσία μας περιήλθε σε αυτόν (λήπτη του πλουτισμού) οικονομική αξία, η οποία είχε γι' αυτόν επωφελή επίπτωση καθώς αυξήθηκε η αξία της περιουσίας του. Ο πλουτισμός αυτός σώζεται σήμερα εις χείρας των εναγομένων ως κληρονόμων του αδελφού μου. Οι εναγόμενοι λοιπόν αποκόμισαν πραγματική ωφέλεια εις βάρος της περιουσίας μου, χωρίς νόμιμη αιτία, αφού δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση αιτία, που ν' αναγνωρίζεται από το δίκαιο και να δικαιολογεί τον πλουτισμό των εναγομένων. Κατά την διάταξη λοιπόν του άρθρου 739 εδ. β' ΑΚ, που προβλέπει την απόδοση του επιβαλλόμενου πλουτισμού και, συγκεκριμένα, την απόδοση των δαπανών που έγιναν από αυτόν που διαχειρίστηκε εν γνώσει ξένη υπόθεση σαν δική του, πρέπει οι εναγόμενοι να μου αποδώσουν τις δαπάνες που έκανα οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό των εναγομένων. Να υποχρεωθούν οι αντίδικοι για τις αιτίες που αναφέρω ανωτέρω να μου καταβάλουν τα εξής ποσά: α) η πρώτη των εναγομένων να μου καταβάλει το ποσό των εκατόν πέντε χιλιάδων εξακοσίων εξήντα οχτώ λεπτών και σαράντα έξι λεπτών (105.668,46 €), β) ο δεύτερος των εναγομένων να μου καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα έξι Ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (3.976,77 €) και γ) ο τρίτος των εναγομένων να μου καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα έξι Ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (3.976,77 €) και τα κονδύλια αυτά νομιμοτόκως από την επίδοσης της παρούσας αγωγής.".
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η κύρια βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων κοινωνός, έχων την πλειοψηφία των μερίδων, προέβη στις περιγραφόμενες στην αγωγή δαπάνες για την συντήρηση, τη διοίκηση και την χρησιμοποίηση των κοινών ακινήτων. Το αν επήλθε ουσιώδης μεταβολή των κοινών ή δυσανάλογα δαπανηρές προσθήκες σε αυτά, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά θα προκύψει από τις αποδείξεις. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της πάσχει νομικής αοριστίας διότι, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτήν, πρόκειται για δυσανάλογα δαπανηρές προσθήκες, κατ' άρθρο 792 παρ. 1 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε κριθεί νόμιμη μόνον για τις γενόμενες για τη συντήρηση των κοινών ακινήτων αναγκαίες δαπάνες, είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 794 και 792 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της πρώτης, η οποία ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της δεύτερης η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου. Δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στις σκέψεις της απόφασης με τις οποίες η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 369/2014).
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη, είναι απαράδεκτος, αφού η προσβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίδεται από τις διατάξεις του άρθρου 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και την διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρο 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως, διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται, κατά το άρθρο 737 ΑΚ, να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αντίθετα, πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 668/2007), οπότε, αν μεν αγνοεί, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε, κατά το άρθρο 740 ΑΚ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει. Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική ευθύνη του διοικητή, ο νόμος, με σκοπό την πληρέστερη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κυρίου της υποθέσεως, ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρ. 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως. Κατ` αυτόν τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους, που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 1343/2013). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματική βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφραστεί περί της ανάγκης της ενεργείας των πράξεων, ενώ εικαζόμενη βούληση είναι, όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υπόθεσης, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων. Αν ο διοικητής αλλοτρίων ενεργεί παρά την αντίθετη, ρητώς εκφρασθείσα βούληση του κυρίου, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υπόθεσης, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μία τέτοια περίπτωση. Λαμβάνεται δε υπόψη όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέληση του. Κατ` αρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Το γεγονός ότι, με τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης, εξυπηρετείται συγχρόνως, έμμεσα ή εν μέρει, και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων. Οι διατάξεις των άρθρων 730, 736 ΑΚ, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμόζονται και όταν η διοικηθείσα υπόθεση συνίσταται στην εξόφληση χρέους του κυρίου, διότι στην καταβολή ενυπάρχει το συμφέρον του υπόχρεου, όπως απαλλαγεί αυτού, σε συνδυασμό με την άλλη προϋπόθεση της διοίκησης αλλότριας υπόθεσης, δηλαδή εκείνη της διεξαγωγής αυτής, κατά την εκπεφρασμένη ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 2091/2013).
Εξάλλου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υπόχρεου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς την θέλησή του. Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ` αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων, όπως προαναφέρεται, μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοίκησης (ΑΚ 737 εδ. β`) ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ. β`), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 562/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 855/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά την προσήκουσα εκτίμηση αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, τις στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 736, 739 και 904 ΑΚ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ως προς τις επικουρικές βάσεις αυτής ο αναιρεσείων, εξέθετε τα ακόλουθα: "Επειδή εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 794, τα εν λόγω έξοδα αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επειδή επικουρικά βασίζω την εν λόγω αξίωσή μου στις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων και ειδικότερα στην ΑΚ 736 καθώς τις δαπάνες αυτές τις κατέβαλα σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του συγκοινωνού αδελφού μου και προς το συμφέρον του, γνωρίζοντας ότι ως προς το σκέλος του δικού του ποσοστού συγκυριότητας διαχειριζόμουν αλλότρια υπόθεση. Επειδή επιπλέον επικουρικά, και στην περίπτωση που κριθεί ότι απέβλεπα στο δικό μου συμφέρον και όχι στο συμφέρον του συγκοινωνού αδελφού μου, αναζητώ τις δαπάνες αυτές σύμφωνα με την 739 ΑΚ και βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού καθόσον οι εργασίες που τέλεσα και τα υλικά που χρησιμοποίησα αύξησαν χωρίς νόμιμη αιτία την περιουσία του αδελφού μου κατά το ποσό των 113.622,00 Ευρώ. Επειδή ειδικότερα για το θέμα το αδικαιολόγητου πλουτισμού αναφέρω ότι κατά τα αντίστοιχα ποσά που δαπάνησα ως περιγράφονται ανωτέρω για την κοινή μας περιουσία στοιχειοθετείται α) ο πλουτισμός του συγκοινωνού αδελφού μου, β) η επέλευση του πλουτισμού σε βάρος μου αφού όλες οι εργασίες έγιναν με δικές μου δαπάνες, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό του αδελφού μου και στην επιβάρυνσή μου και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού του αδελφού μου, ε) διατήρηση του πλουτισμού στα χέρια σήμερα των κληρονόμων του αδελφού μου. Επειδή οι εναγόμενοι ως κληρονόμοι του θανόντος αδελφού μου είναι υπόχρεοι για την απαίτηση που διατηρούσα σε βάρος του. Επειδή οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με την μερίδα του καθενός. Επειδή η μερίδα των εναγομένων στην κληρονομιά του αδελφού ανέρχεται σε ποσοστό 93% στην πρώτη των εναγομένων, 3,5% στον δεύτερο των εναγομένων και 3,5% στον τρίτο των εναγομένων... ". Με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής : Α) η πρώτη επικουρική βάση, η στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 736 ΑΚ, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, το αναλογούν στο ιδανικό μερίδιό τους ποσό των 113.622 ευρώ, ήταν επαρκώς ορισμένη, διότι ο αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή ότι ως προς το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας του συγκοινωνού αδελφού του επί των κοινών ακινήτων διαχειρίστηκε ξένη υπόθεση προς το συμφέρον και σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του κυρίου της υποθέσεως, αδελφού του, περιέγραφε τις εκτελεσθείσες εργασίες επί των κοινών ακινήτων, καθώς και τις δαπάνες οι οποίες απαιτήθηκαν για την εν λόγω διοίκηση, Β) η δεύτερη επικουρική βάση, η στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 739 ΑΚ, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, το ως άνω ποσό ήταν επαρκώς ορισμένη, διότι ο αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή ότι ως προς το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του συγκοινωνού αδελφού του επί των κοινών ακινήτων, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση, την διοίκησε σαν δική του, περιέγραψε τις εκτελεσθείσες εργασίες επί των ακινήτων αυτών, καθώς και τις δαπάνες οι οποίες απαιτήθηκαν για την διοίκηση της υπόθεσης, ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν αύξησαν, χωρίς νόμιμη αιτία, την περιουσία του συγκοινωνού αδελφού του κατά το ως άνω ποσό των 113.622 ευρώ, σε βάρος της δικής του περιουσίας και ο πλουτισμός αυτός διατηρείται στα χέρια των κληρονόμων του αδελφού του. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή και ως προς τις ως άνω επικουρικές βάσεις της ως αόριστη, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 311/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της αναιρέσεως στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης