Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1393 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1393/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ REAL ESTATE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ REAL ESTATE Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυπριανή Ψηλού και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. - Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Μπανταλούκα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Β. του Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Χ. - Α. του Χ., κατοίκου ..., 4) Κ. Β. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μπανταλούκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη Σ. Β. του Α. απεβίωσε στις .../2018 σύμφωνα με το προσκομισθέν υπ' αριθμό .../2018 πιστοποιητικό θανάτου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής α) Φ. - Ο. Β. του Ρ. - Μ., β) Ρ. - Α. Γ. Μ. Γ. του Ρ. - Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Ακολούθως, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/5/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 236/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 53/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 4.5.2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος, σε περίπτωση δε που η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου. Πρόκειται για νόμιμους υπό στενή έννοια τόκους, οι οποίοι γεννώνται και χωρίς όχληση του εργολάβου και ανεξάρτητα από τυχόν υπερημερία του (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 2055/2017, ΑΠ 940/2002). Οι τυχόν εργασίες, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 728/2017). Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 346/2010). Ο εργοδότης, που αν και κλήθηκε από τον εργολάβο, αρνείται να παραλάβει το έργο περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή κατ' άρθρο 349 ΑΚ (ΑΠ 1327/2014, ΑΠ 877/2013). Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων, και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στην μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ 1587/2013), καθώς και στην περίπτωση ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτού δυνάμει σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης (πλασματική παραλαβή). Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).
Τέλος, η από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002). Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 1221/ 2001). Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 1516/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1381/2022).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 690 και 694 ΑΚ, ενώ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404, 405, 341 παρ. 1 και 342 ΑΚ, δεχόμενο ότι η όχληση της αναιρεσείουσας από τους αναιρεσίβλητους για συμπλήρωση - διόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου δεν ήταν προϋπόθεση για την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και ότι δεν απαιτείτο προηγούμενη όχληση της αναιρεσείουσας για την εκκίνηση της υπερημερίας της και της συνεπεία αυτής υποχρεώσεώς της περί καταβολής της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Με το με αριθμό ....2011 προσύμφωνο α) μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδων επί αντιπαροχή, β) σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και γ) Κανονισμού πολυκατοικίας και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Άρτας Φ. Ν.-Ζ., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την με αριθμό ....2011 Πράξη της αυτής συμβολαιογράφου οι ενάγοντες και οι Π. Β., Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία, Σ. Γ., Α. Κ., Ε. Γ., Π. Γ., Α. Γ., Σ. χήρα Λ. Ζ. και Κ. Ζ., συνιδιοκτήτες της ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΘΕΤΟΥ αυτοτελούς, ανεξάρτητης και διαιρεμένης κάθετης ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στην πόλη της Άρτας, στη δημοτική οδό ... (Τομέας Α, Ο.Τ 125) με ΚΑΕΚ 040103004036/2/0 ανέθεσαν στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία την ανέγερση στο παραπάνω οικόπεδο της κάθετης ιδιοκτησίας μίας πολυώροφης οικοδομής με τέσσερις υπόγειους ορόφους με το σύστημα της αντιπαροχής με αποκλειστική δαπάνη και μέριμνα της εναγόμενης με τους όρους και συμφωνίες που λεπτομερώς αναφέρονται στις εν λόγω συμβολαιογραφικές πράξεις, ρητώς δε συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες και οι λοιποί ως άνω οικοπεδούχοι, να λάβουν πλήρως αποπερατωμένες και σε πλήρη λειτουργία τις κατωτέρω αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες που με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα περιγράφονται στο με αριθμό ....2011 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της ως άνω Συμβολαιογράφου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω και στις οποίες αντιστοιχούν τα 485/1000 επί του ενιαίου οικοπέδου και τα 544/ 1000 επί της κάθετης ιδιοκτησίας, ενώ η εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία συμφωνήθηκε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, να λάβει σταδιακά και κατά τον τρόπο που περιγράφεται στα παραπάνω συμβόλαια όλες τις υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες της πιο πάνω πολυώροφης οικοδομής, στις οποίες αντιστοιχούν τα 403/ 1000 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου και των 456/1000 εξ αδιαιρέτου επί της κάθετης ιδιοκτησίας. Ακόμη με το προαναφερόμενο με αριθμό ....2011 προσύμφωνο συμβόλαιο προσυμφωνήθηκε μεταξύ όλων των οικοπεδούχων και της εναγόμενης εργολήπτριας εταιρίας η υπαγωγή του ως άνω τμήματος οικοπέδου μετά της οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί σ' αυτό (κάθετη ιδιοκτησία) στις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 του ΑΚ και το Ν.3741/1929, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 1024/1971 και η σύσταση του κανονισμού πολυκατοικίας.
Παράλληλα με το ίδιο συμβόλαιο μεταξύ των προαναφερομένων έγινε και η σύνταξη του οικείου εργολαβικού, κατά τα ανωτέρω. Δυνάμει δε του με αρ.5811 /7-11-2011 συμβολαίου δωρεάς "εν ζωή", που νόμιμα καταχωρίστηκε στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άρτας στις 16-11-2011 με αριθ. καταχώρησης 1866 οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων και ο Π. Β. μεταβίβασαν στον πρώτο των εναγόντων από κοινού και αδιαίρετα ποσοστό 85/1000 επί της καθέτου ιδιοκτησίας με στοιχεία ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ και ειδικότερα μεταβίβασε η Σ. Β. τα 18,41/1000, ο Π. Β. ολόκληρο το ποσοστό συνιδιοκτησίας του, ήτοι τα 45,05/1000, ο Κ. Β. τα 10,77/1000 και η Κ. Β. τα 10,77/1000.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες καθώς και οι λοιποί πιο πάνω οικοπεδούχοι, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβαν με το πιο πάνω με αριθμό ....2011 προσύμφωνο παραχώρησαν μεταβίβασαν και παρέδωσαν στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ποσοστό 403/1000 εξ αδιαιρέτου επί του πιο πάνω ενιαίου οικοπέδου και ποσοστό 456/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας, ελεύθερα από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση κατάσχεση, τρίτου διεκδίκηση, φόρων παντός είδους, φιλονικία ή διένεξη, ρυμοτομία, προσκύρωση, ορθογωνισμό, απαλλοτρίωση και αποζημίωση από τις αιτίες αυτές, απαίτηση από κληρονομιά ή άλλη αιτία, χρήση, μίσθωση και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα και δικαίωμα τρίτου. Συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία τα 59,30/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας και τα 53,22/1000 αδιαίρετα του ενιαίου οικοπέδου. Η δεύτερη μεταβίβασε στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία τα 14,74/1000 αδιαίρετα του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας και τα 13/1000 αδιαίρετα του ενιαίου οικοπέδου. Ο τρίτος μεταβίβασε στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία τα 4,98/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας και τα 4,23/1000 αδιαίρετα του ενιαίου οικοπέδου. Ο τέταρτος μεταβίβασε στην εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία τα 4,98/1000 αδιαίρετα του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας και τα 4,23/1000 αδιαίρετα του ενιαίου οικοπέδου. Η δε εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο, όπως αυτό τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, ανέλαβε τη ρητή υποχρέωση, να παραδώσει στους ενάγοντες κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή κοινά και αδιαίρετα τις πιο κάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυώροφης οικοδομής, που αυτή θα ανεγείρει στο πιο πάνω ενιαίο οικόπεδο και συγκεκριμένα: 1. στον πρώτο ενάγοντα: (α) την υπό στοιχεία ύψιλον τρία [ Υ3 ] αποθήκη του πρώτου (1ου) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α/ επί του ενιαίου οικοπέδου 3/1000 εξ αδιαιρέτου και β/ επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 3/1000 αδιαίρετα. (β) το υπό στοιχεία Γιώτα δύο Άλφα[ Ι2Α ] κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 52,10 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α/ επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 17/1000 εξ αδιαιρέτου και β/ επί της κάθετης ιδιοκτησίας 19/1000 αδιαίρετα. (Υ) το υπό στοιχεία Γιώτα δύο Βήτα[ Ι2Β] κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 47,23 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α/ επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 15/ 1000 εξ αδιαιρέτου και β/ επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 17/1000 αδιαίρετα. (δ) τα 75,58/100 αδιαίρετα του υπό στοιχεία Ζήτα ένα [ Ζ 1 ] διαμέρισμα του έβδομου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 100,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας α/ επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 23/1000, β/ επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 26/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 54/1000 εξ αδιαιρέτου. (ε) τον υπό στοιχεία Θήτα-Βήτα δεκαπέντε (ΘΒ15) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του δεύτερου (Β) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας2/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000. (στ) τον υπό στοιχεία Θήτα-Βήτα δεκαέξι (ΘΒ16)χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του δεύτερου (Β) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 2/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000. (ζ) τον υπό στοιχεία Θήτα-Βήτα δεκαεπτά (ΘΒ17)χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του δεύτερου (Β) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000. (η) τον υπό στοιχεία Θήτα-Γάμα δεκαέξι (ΘΓ16)χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000. (θ) τον υπό στοιχεία Θήτα-Γάμα δεκαεπτά (ΘΓ17) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000. (ι) τον υπό στοιχεία Θήτα-Γάμα δεκαοκτώ (ΘΓ18) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/ 1000. (ια) τον υπό στοιχεία Θήτα-Γάμα δεκαεννέα (ΘΓ19) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 και (ιβ) τα 11,48 /100 αδιαίρετα επί των μελλοντικών να ανεγερθούν καθ' ύψος ορόφων στην παραπάνω οικοδομή, που έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας 21,93/1000 επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου και 27/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της καθέτου. 2. - στη δεύτερη ενάγουσα: (α) τον υπό στοιχεία Θήτα Γάμα έντεκα (ΘΓ 11) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο εμβαδού 11,40 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 2/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου.(β) τον υπό στοιχεία Θήτα Γάμα δώδεκα (ΘΓ 12) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 2/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου γ) τον υπό στοιχεία Θήτα Γάμα δεκατρία (ΘΓ 13) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου δ) τα 24,42/100 του υπό στοιχεία Ζήτα ένα [ Ζ 1 ] διαμερίσματος του έβδομου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 100,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας α/ επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 23/1000, β/ επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 26/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 54/1000 εξ αδιαιρέτου. ε) τα 5,74/100 αδιαίρετα επί των μελλοντικών να ανεγερθούν καθ' ύψος ορόφων στην παραπάνω οικοδομή, που έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας 21,93/1000 επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου και 27/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της καθέτου. 3) στον τρίτο ενάγοντα α) τα 50/100 αδιαίρετα του υπό στοιχεία Θήτα Γάμα δεκαπέντε (ΘΓ 15) χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο εμβαδού 11,40 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα. β) τον υπό στοιχεία Θήτα Γάμα είκοσι ένα δεκατρία (ΘΓ 21) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο εμβαδού 11,40 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου. γ) τα 50/100 αδιαίρετα του υπό στοιχεία Σίγμα Ταφ τέσσερα (ΣΤ4) γραφείου του έκτου (Στ) ορόφου, εμβαδού 28,10 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 8/1000 εξ αδιαιρέτου , β) επί του κοινού οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 9/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 15/ 1000 εξ αδιαιρέτου. δ) τα 2,87 /100 αδιαίρετα επί των μελλοντικών να ανεγερθούν καθ' ύψος ορόφων στην παραπάνω οικοδομή, που έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας 21,93/1000 επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου και 27/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της καθέτου. 4) στην τέταρτη ενάγουσα α) τα 50/100 αδιαίρετα του υπό στοιχεία Θήτα Γάμα δεκαπέντε (ΘΓ15) χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου. β) τον υπό στοιχεία Θήτα Γάμα είκοσι (ΘΓ20) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του τρίτου (Γ) υπογείου κάτω από το ισόγειο, εμβαδού 11,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 1/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 12,19/1000 εξ αδιαιρέτου. γ) τα 50/100 αδιαίρετα του υπό στοιχεία Σίγμα Ταφ τέσσερα (ΣΤ4) Γραφείου του έκτου (Στ) ορόφου, εμβαδού 28,10 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας α) επί του ενιαίου οικοπέδου 8/1000 ,β) επί του οικοπέδου της κάθετης ιδιοκτησίας 9/1000 αδιαίρετα και ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 15/1000 εξ αδιαιρέτου (δ) τα 2,87 /100 αδιαίρετα επί των μελλοντικών να ανεγερθούν καθ' ύψος ορόφων στην παραπάνω οικοδομή, που έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας 21,93/1000 επί του κοινού ενιαίου οικοπέδου και 27/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της καθέτου. Ακολούθως η εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία με το αυτό, ως άνω, με αριθμό ....2011 προσύμφωνο ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε, να κατασκευάσει το παραπάνω έργο με δικές της δαπάνες, μέριμνα και ευθύνη και να παραδώσει στους ενάγοντες, ως αντιπαροχή τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες πλήρως αποπερατωμένες και σε πλήρη λειτουργία (με το κλειδί) κατάλληλες και έτοιμες για χρήση και εκμετάλλευση, μετά των κοινοχρήστων χώρων και εγκαταστάσεων μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη σύνταξη και υπογραφή της πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα γίνει μόλις ολοκληρωθεί η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, βάσει της οποίας θα ανεγειρόταν η παραπάνω οικοδομή. Εάν δεν παραδοθεί μέσα στην παραπάνω συμφωνηθείσα προθεσμία η ως άνω αντιπαροχή των εναγόντων από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης συνομολογήθηκε με το εν λόγω προσύμφωνο για κάθε μήνα καθυστέρησης καταβολή μέρους της εναγόμενης εργολήπτριας εταιρίας, ως ποινική ρήτρα: για κάθε τετραγωνικό μέτρο γραφείου 8 ευρώ, για κάθε τετραγωνικό μέτρο καταστήματος 16 ευρώ, για κάθε τετραγωνικό μέτρο διαμερίσματος 8 ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο αποθήκης 5 ευρώ, για κάθε γκαράζ 60 ευρώ για την αποπεράτωση των κοινοχρήστων χώρων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής και τη διαμόρφωση του ακαλύπτου χώρου για την καθεμιά οριζόντια ιδιοκτησία (εξαιρούμενων των χώρων γκαράζ) 15 ευρώ και για 6 μήνες από την ημέρα που η εναγόμενη καταστεί υπερήμερη και μετά την παρέλευση των έξι (6) μηνών υπερημερίας της εργολήπτριας το πιο πάνω ποσό διπλασιάζεται για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών ακόμη.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ίδιο ως άνω προσύμφωνο, ότι εκτός από την παραπάνω συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα οι ενάγοντες δικαιούνται σωρευτικά να ζητήσουν από την εναγόμενη εταιρία να τους αποζημιώσει για διαφυγόντα κέρδη τους για κάθε μήνα καθυστέρησης της αποπεράτωσης των πιο πάνω περιερχομένων σ' αυτούς οριζοντίων ιδιοκτησιών (βλ.σελ.53-54 1 του ως άνω προσυμφώνου). Στις 22.12.2011 στην Άρτα, μεταξύ των εναγόντων και των λοιπών πιο πάνω οικοπεδούχων, αφενός, και αφετέρου της εναγόμενης καταρτίστηκε η με αριθμό ....2011 πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών (Ν.3741/1929 και Ν.Δ. 1024/1971), διανομής μελλοντικών κτισμάτων και Κανονισμού πολυκατοικίας της πιο πάνω συμβολαιογράφου Άρτας, η οποία στις 10-1-2012 καταχωρίστηκε ως σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας με αριθμό 25 και ως κανονισμός σχέσεων ιδιοκτητών με αριθμό 25 στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Άρτας. Επομένως από 23.12.2011 (επόμενη ημέρα από τη σύνταξη και υπογραφή της εν λόγω Πράξης) άρχισε, να τρέχει η πιο πάνω ταχθείσα προθεσμία των 24 μηνών, εντός της οποίας η εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραδώσει σε καθένα από τους ενάγοντες τις πιο πάνω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίας που με το εν λόγω συμβόλαιο διανομής περιήλθαν στον καθένα τους. Πράγματι η εναγόμενη ξεκίνησε τις εργασίες, και είχε ήδη ολοκληρωθεί ένα μέρος των εργασιών επί δίμηνο, ωστόσο στις 21-3-2012 διατάχθηκε από την ΛΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Άρτας- Πρέβεζας παύση εργασιών. Οι εργασίες συνεχίστηκαν στις 10-1-2014 και οι οριζόντιες ιδιοκτησίες έπρεπε να παραδοθούν, σύμφωνα με τα ως άνω αναλυτικά αναφερόμενα, εντός 22 μηνών (αφαιρουμένου του διμήνου που είχε εκτελέσει εργασίες η εναγόμενη), ήτοι μέχρι 09-11-2015. Σημειωτέον ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εξιστορούνται στην αγωγή και δη στις σελίδες από 1-13 ομολογούνται από την εναγόμενη (βλ. 2η σελίδα πρωτόδικων προτάσεων της, όπου επί λέξει αναφέρει "το εκτιθέμενο στην αγωγή ιστορικό της ένδικης διαφοράς μέχρι τη σελίδα 13 της αγωγής είναι ακριβές").
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη απέστειλε στους ενάγοντες επιστολή, με ημερομηνία 6-10-2016, με την οποία τους ενημέρωνε για το πέρας των εργασιών κατασκευής της οικοδομής και τους καλούσε στις 11.10.2016 να παραλάβουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που δικαιούντο με βάση τη συμφωνία τους, οι δε ενάγοντες απέστειλαν σε απάντηση, την από 11-11-2016 εξώδικη απάντηση - δήλωση, με την οποία ανέφεραν τις εργασίες που δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί και αρνούνταν την ολοκλήρωση του έργου ως είχε συμφωνηθεί. Πράγματι, ως προκύπτει από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και δη από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από Ιούνιο 2017 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ε. Χ., δεν είχε ολοκληρωθεί το έργο, σύμφωνα με τα ως άνω συμφωνηθέντα και ήταν αδύνατη η ολοκληρωμένη χρήση του κτιρίου αφού, κατά τα λέξη αναφερόμενα στην άνω έκθεση "1. Στις υπόγειες θέσεις στάθμευσης δεν υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης οχημάτων, ο περιβάλλων χώρος του οικοπέδου και οι κοινόχρηστοι χώροι δεν έχουν ολοκληρωθεί, η οικοδομική άδεια δεν έχει τελική θεώρηση τουλάχιστον για το κτίριο 1 και δεν γνωρίζουμε τις τροποποιήσεις των μελετών σύμφωνα με την τελευταία αναθεώρηση (εάν έχει όλες τις εγκρίσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία και εάν αντίκειται στο προσύμφωνο και το εργολαβικό), η κατοικία του 7ου ορόφου έχει έντονο θόρυβο από τις κλιματιστικές μονάδες που απαγορευόταν να τοποθετηθούν στο δώμα του 7ου ορόφου σύμφωνα με το προσύμφωνο και γενικά υπάρχουν αρκετές αλλαγές-τροποποιήσεις με τα λεγόμενα του εκπροσώπου της οικογένειας Β. αλλά και το προσύμφωνο-εργολαβικό για τα οποία μετά από συνεννόηση με την εργολήπτρια εταιρία θα προβώ σε περαιτέρω λεπτομερή αυτοψία και σύνταξη νέας τεχνικής έκθεσης". Η εναγόμενη εταιρεία, ισχυρίζεται πρωτόδικα, ισχυρισμό που επαναφέρει σχετικό λόγο της έφεσης της (υπό στοιχ.Ι) ότι η κατασκευή των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήταν σε άμεση συνάρτηση με έτερη κατασκευή άλλης οικοδομής. Ειδικότερα αναφέρει ότι αμέσως πριν από την υπογραφή του προσυμφώνου και εργολαβικού και σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών έγινε με την με αριθμό ...-2011 πράξη της Συμβολαιογράφου Άρτας Φ. Ν.-Ζ., στο κείμενο της οποίας γίνεται εκτενής αναφορά στο ιστορικό του τμήματος του οικοπέδου ονομαζόμενη ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ επί του οποίου θα κτιζόταν η μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή, υπογράφτηκε η με αριθμό ...-2011 πράξη σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου μεταξύ των αρχικών οικοπεδούχων των τεσσάρων οικοπέδων που αποτέλεσαν το ενιαίο οικόπεδο, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία διαχωρίστηκαν δυο κάθετες ιδιοκτησίες, οι οποίες περιήλθαν η μεν ΚΑΘΕΤΗ ΠΡΩΤΗ, επιφάνειας 201 τ.μ. στον εκ τω αρχικών οικοπεδούχων Ι. Σ. και η δε ΚΑΘΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ επιφάνειας 1.048,00 τ.μ,. στο σύνολο των υπολοίπων αρχικών οικοπεδούχων με τα ποσοστά που αναφέρονται στην υπ' αρίθμ. ...-2011 πράξη της Συμβολαιογράφου Άρτας Φ. Ν.- Ζ., με ποσοστά 112 και 888 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου η κάθε μια αντίστοιχα, επ' αυτών δε θα ανεγείροντο 2 οικοδομές. Η άμεση εξάρτηση των δυο οικοδομών δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο υπογεγραμμένο από τους διαδίκους, γεγονός το οποίο εφόσον συνέβαινε και είχε συμφωνηθεί, θα είχε λάβει ομοίως έγγραφη διατύπωση, όπως όλες οι υπόλοιπες συμφωνίες μεταξύ τους. Το γεγονός ότι η πρόσβαση στα υπόγεια της οικοδομής της δεύτερης κάθετης ιδιοκτησίας στην οποία ανοικοδομήθηκε η επίδικη οικοδομή θα γινόταν από την πρώτη κάθετη, η οποία έχει πρόσωπο στην οδό ... σε αντίθεση με την δεύτερη κάθετη η οποία έχει πρόσωπο στην οδό ..., σαφώς και ήταν γνωστό στην εναγόμενη, η οποία θεωρούσε όμως ότι θα ολοκληρωνόταν τουλάχιστον κατά το σκέλος της κατασκευής της ράμπας πρόσβασης, σε κάθε δε περίπτωση, η όποια καθυστέρηση της έτερης οικοδομής, δεν οφείλεται σε γεγονότα που συνδέονται με τους ενάγοντες, αλλά σε ενέργειες που όφειλε να κάνει η εναγόμενη, και τις οποίες γνώριζε και αποδεχόταν, πλην όμως δεν εκτέλεσε. Άλλωστε, η εναγόμενη μπορούσε να κατασκευάσει την πρόσβαση στα γκαράζ των εναγόντων, χωρίς απαραίτητα να κατασκευάσει όλη την πρώτη κάθετη οικοδομή (βλ. ιδίως την με αριθμό 378/2017 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ.). Η εναγόμενη, σημειωτέον, ομολογεί ότι ακόμα και σήμερα, η χρήση των υπογείων των εναγόντων είναι ανέφικτη, λόγω της μη εισέτι κατασκευής των υπογείων της έτερης οικοδομής του Ι. Σ., γεγονός, που καθιστά προφανώς αβάσιμο τα υποστηριζόμενα από αυτή πρωτόδικα αλλά και με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της ότι το επίδικο έργο είχε ολοκληρωθεί και ότι οι ιδιοκτησίες των εναγόντων ήταν έτοιμες προς παραλαβή και χρήση απ' αυτούς ήδη από τον Απρίλιο του 2016. Απορριπτέος, εξάλλου, ως ουσία αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγόμενης, που υποστήριξε πρωτόδικα και επαναφέρει με το σχετικό τρίτο και τελευταίο λόγο τη έφεσης της, ότι η ως άνω καθυστέρηση στην παράδοση του έργου (που κατ' αυτήν, ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2016, κατά τα ανωτέρω) οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, συνιστάμενους στην αδυναμία χρηματοδότησης του έργου το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 2015, λόγω των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) που επιβλήθηκαν στα τέλη Ιουνίου 2015 και εμπόδισαν τη συνέχιση των εργασιών της οικοδομής για ένα πεντάμηνο περίπου, μέχρι την αρχική μερική χαλάρωση τους που έγινε τέλη Οκτωβρίου 2015. Και αυτό διότι αφενός μεν, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν έχουν ούτε σήμερα ολοκληρωθεί, αφετέρου, ο περιορισμός στην κίνηση κεφαλαίων, δεν συναρτάται ως βάσιμη αιτία καθυστέρησης στην προκειμένη περίπτωση, καθώς πέραν της γενικής αναφοράς της εναγόμενης για την επιβολή των capital controls στις τραπεζικές συναλλαγές, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχτηκε έλλειψη ρευστότητας της εναγόμενης, αδυναμία χρηματοδότησης και αρνητική απάντηση από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα και ως εκ τούτου αδυναμία έγκαιρης παράδοσης του έργου για την ως άνω αιτία, ως αβασίμως ισχυρίζεται. Δικαιούνται, επομένως οι ενάγοντες, αφού η εναγόμενη αθέτησε από υπαιτιότητα της την παράδοση προς αυτούς των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών κατάλληλων και έτοιμων (με το κλειδί στο χέρι) για χρήση και εκμετάλλευση απ' αυτούς μέχρι τις 9.11.2015, ενόψει των ανωτέρω, ... ως ποινή τις συμφωνηθείσες με το ως άνω προσύμφωνο χρηματικές ρήτρες και ως εκ τούτου η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει: Α)Στον πρώτο ενάγοντα: 1) τη ρήτρα της Y3 αποθήκης εκ 3600 ευρώ, ήτοι α) από 10.11.2015 έως 09. 5.2016 μήνες 6: 40 τ.μ. Χ 5 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 1200 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 40 τ.μ. Χ 10 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 2400 σύνολο 3600 ευρώ. 2)τη ρήτρα επτά θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων εξ 7.560 ευρώ, ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 7 θέσεις γκαράζ Χ 60 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 2520 ευρώ, β)από 10.5.2016 έως 9 .11.2016 μήνες 6: θέσεις γκαράζ Χ 120 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες =5040 ευρώ, σύνολο 7560 ευρώ, 3) τη ρήτρα διαμερίσματος εκ 10948,82 ευρώ, ήτοι: α)από 10.11.2015 έως μήνες 6: 100,6 τ.μ.Χ 8 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 4828,8 ευρώ β) από έως 9.11.2016 μήνες 6: 100,6 τ.μ. Χ 16 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 9657,6 ευρώ, σύνολο 14.486,4 ευρώ. Ο πρώτος των εναγόντων, έχει ποσοστό 75,58% εξ αδιαιρέτου, ήτοι πρέπει να του επιδικαστεί ποσό 14.486,4 ευρώ Χ 75,58 % = 10.948,82 ευρώ. 4)τη ρήτρα των καταστημάτων Ι2Α + l2B εξ 28.607,04 ευρώ, ήτοι: α) από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 99,33 τ.μ. Χ 16 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 9.536,68 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 99,33 τ.μ. Χ 32 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 19071,36 ευρώ και σύνολο 28.607,04 ευρώ. 5)τη ρήτρα κοινοχρήστων χώρων εκ 744,06 ευρώ ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 3 οριζόντιες ιδιοκτησίες Χ 15 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 270 ευρώ, 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 15 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 75,58% =68,02 ευρώ, β)από 10.5.2015 έως 9.11.2016 μήνες 6= 2 οριζόντιες ιδιοκτησίες Χ 30 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 540 ευρώ, 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 30 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 75,58% =136,04 ευρώ και σύνολο 1014,06 ευρώ. Ήτοι συνολικά για τον πρώτο των εναγόντων, το ποσό των (3600 7560 + 10948,82 + 28.607,04+1014,06 =) 51.729,92 ευρώ. Β) στη δεύτερη των εναγόντων: 1) τη ρήτρα 3 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων εξ 3.240 ευρώ, ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 3 θέσεις γκαράζ Χ 60 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 1080+3 θέσεις γκαράζ Χ 120 ευρώ εκάστη Χ 6 &Ϊ&0.Ζ μήνες = 2160 ευρώ και σύνολο 3.240 ευρώ, 2) τη ρήτρα του Ζ1 διαμερίσματος εξ 3537,60 ευρώ, ήτοι: α) από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 100,6 τ.μ. Χ 8ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 4828,8 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 100,6 τ.μ. Χ 16 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 9.657,6 ευρώ και σύνολο 14.486,4 ευρώ. Η δεύτερη των εναγόντων, έχει ποσοστό 24,42 % εξ αδιαιρέτου, ήτοι πρέπει να της επιδικαστεί ποσό 14.486,4 ευρώ Χ 24,42%=3.537,6 ευρώ. 3)τη ρήτρα κοινοχρήστων χώρων εξ 66 ευρώ ήτοι: α) από 10.11.2015, έως 9.5.2016 μήνες 6:1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 15 ευρώ Χ 6 μήνες χ 24,42%=22 ευρώ, β)από 10.5.2015 έως 9.11.2015 μήνες 6 = 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 30 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 24,42 % = 44 ευρώ, σύνολο 66 ευρώ. Ήτοι συνολικά για τη δεύτερη των εναγόντων, το ποσό των (3240 + 3537,6 + 66 =) 6843,6 ευρώ. Γ) Στον τρίτο ενάγοντα : 1)τη ρήτρα 1 1/2 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων εκ 1620 ευρώ, ήτοι: α) από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 1/2 θέσεις γκαράζ Χ 60 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 540 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 1 1/2 θέσεις γκαράζ Χ 120 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 1080 ευρώ και σύνολο 1620 ευρώ. 2)τη ρήτρα των 50/100 του ΣΤ4 γραφείου εκ 2023,20 ευρώ ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 14,5 τ.μ. Χ 8 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 674,40 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 14,5 τ.μ. Χ 16 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες - 1348,80 ευρώ και σύνολο 2023,20 ευρώ. 3) τη ρήτρα κοινοχρήστων χώρων ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 15 ευρώ Χ 6 μήνες Χ1/2 = 45 ευρώ, β)από 10-5-2015 έως 9-11-2016 μήνες 6: 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 30 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 1/2 = 90 ευρώ και σύνολο 135 ευρώ. Ήτοι συνολικά για τον τρίτο των εναγόντων, το ποσό των (1620 + 2023,2 + 135) 3.778,2 ευρώ. Δ)Στην τέταρτη ενάγουσα: 1) τη ρήτρα 1 1/2 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων εκ 1620 ευρώ, ήτοι: α) από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 1 1/2 θέσεις γκαράζ Χ 60 ευρώ εκάστη Χ6 μήνες = 540 ευρώ, β) από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 1 1/2 θέσεις γκαράζ Χ 120 ευρώ εκάστη Χ 6 μήνες = 1080 ευρώ, σύνολο 1620 ευρώ, 2)τη ρήτρα των 50/100 του ΣΤ4 γραφείου εκ 2023,2 ευρώ ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 14,5 τ.μ. Χ 8 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 674,40 ευρώ, β)από 10.5.2016 έως 9.11.2016 μήνες 6: 14,5 τ.μ. Χ 16 ευρώ το τ.μ. Χ 6 μήνες = 1348,80 ευρώ και σύνολο 2023,20 ευρώ. 3)τη ρήτρα κοινοχρήστων χώρων ήτοι: α)από 10.11.2015 έως 9.5.2016 μήνες 6: 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 15 ευρώ Χ 6 μήνες Χ 1/2 = 45 ευρώ, β)από 10.5.2015 έως 9.11.2016 μήνες 6= 1 οριζόντια ιδιοκτησία Χ 30 ευρώ Χ 6μήνες Χ 1/2 = 90 ευρώ και σύνολο 135 ευρώ. Ήτοι συνολικά για την τέταρτη των εναγόντων, το ποσό των (1620 + 2023,2 + 135 =) 3.778,2 ευρώ, ως ορθώς εκτιμώντας τις αποδείξεις, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτόμενης, ως εκ τούτου της από 26.3.2019 και με αριθ.καταχώρησης στο Δικαστήριο αυτό 299/2019 έφεσης της εναγόμενης-εκκαλούσας ως ουσία αβάσιμης... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τα μεταξύ των διαδίκων ως άνω συμφωνηθέντα, ... οι ενάγοντες δικαιούνται, πέραν των ως άνω χρηματικών ποσών, ως ποινική ρήτρα και τα κατωτέρω χρηματικά ποσά ως αποζημίωση, λόγω μη εκτέλεσης του συμφωνηθέντος έργου, εξαιτίας της αποθετικής ζημίας που υπέστησαν, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτοί θα εκμίσθωναν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες τους σε τρίτους, λαμβάνοντας μισθώματα. Η επίδικη ως άνω οικοδομή, όπου ευρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους κτίσθηκε στο εμπορικό κέντρο της Άρτας και επομένως η θέση τους είναι προνομιακή προς εκμετάλλευση τους και δη ενοικίαση τους από τρίτους προς άσκηση εμπορικής δραστηριότητας (τα καταστήματα και τα γραφεία), κατοίκησης τους (το διαμέρισμα) και ανάλογης αξιοποίησης τους (οι αποθήκες και οι θέσεις στάθμευσης). Με βάση τα ανωτέρω, το μηνιαίο μίσθωμα που θα μπορούσαν να αποκομίσουν οι ενάγοντες για το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα (από 10.11.2015 έως 10.5.2017, ήτοι επί 18 μήνες) για τις ως άνω ιδιοκτησίες τους, ενόψει της θέσης και του ως άνω εμβαδού τους, ανέρχεται, ως προέκυψε από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 500 ευρώ για έκαστο κατάστημα, 300 ευρώ για το γραφείο, 400 ευρώ για το διαμέρισμα και 80 ευρώ για έκαστη αποθήκη και θέση στάθμευσης. Συγκεκριμένα, απώλεσαν έκαστος των εναγόντων τα κατωτέρω μισθώματα τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζαν μηνιαίως και δη: 1)Ο πρώτος ενάγων: α) για τα δύο ισόγεια καταστήματα προς 500 ευρώ έκαστο μηνιαίως: 500 ευρώΧ2 καταστήματαΧ18 μήνες=18.000 ευρώ β)για την υπόγεια αποθήκη προς 80 ευρώ μηνιαίως: 80 ευρώΧ18 μήνες=1.440 ευρώ γ) για το διαμέρισμα του εβδόμου ορόφου, του οποίο είναι κύριος κατά ποσοστό 75,58% εξ αδιαιρέτου προς 400 ευρώ μηνιαίως και επομένως: 400 ευρώ Χ 18 μήνες Χ 75,58% = 5.441,76 ευρώ δ) για 7 θέσεις στάθμευσης προς 80 ευρώ έκαστη μηνιαίως και δη: 80 ευρώ Χ7 θέσεις στάθμευσης Χ 18 μήνες= 10.080 ευρώ 2) η δεύτερη ενάγουσα: α) για το ως άνω διαμέρισμα του εβδόμου ορόφου, του οποίου είναι συγκυρία κατά ποσοστό 24,42 % εξ αδιαιρέτου προς 400€ μηνιαίως και επομένως: 400 ευρώ Χ 18 μήνεςΧ 24,42% =1.758,24 ευρώ β) για 3 θέσεις στάθμευσης προς 80 ευρώ έκαστη και επομένως: 80 ευρώΧ3Χ18 μήνες=4.320 ευρώ.3) Ο τρίτος ενάγων: α) για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του γραφείου προς 300 ευρώ μηνιαίως και επομένως: 300€ Χ 18 μήνεςΧ 50% =2.700 ευρώ β) για μία θέση στάθμευσης και 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας έτερης θέσης στάθμευσης προς 80 € μηνιαίως έκαστη επομένως: 80€ Χ 18 μήνες =1440 ευρώ+80Χ18 μήνεςΧ 50% =720 ευρώ και συνολικά 2.160 ευρώ και 4) η τέταρτη ενάγουσα : α) για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω γραφείου προς 300 ευρώ μηνιαίως και επομένως: 300€ Χ 18 μήνεςΧ 50% =2.700 ευρώ β) για μία θέση στάθμευσης και 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας έτερης θέσης στάθμευσης προς 80 € μηνιαίως έκαστη επομένως: 80€ Χ 18 μήνες =1440 ευρώ+80Χ18 μήνεςΧ 50% =720 ευρώ και συνολικά 2.160 ευρώ.
Συνεπώς το διαφυγόν κέρδος τους για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα ανέρχεται για το μεν πρώτο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των 34.961,76 ευρώ (18.000+1.440+5.441,76+10.080) για τη δεύτερη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 6.078,24 ευρώ (1758,24+4320) και για έκαστο των τρίτου και τέταρτης των εναγόντων στο ποσό των 4.860 ευρώ (2.700+2.160), απορριπτόμενου ως αναπόδεικτου και ως εκ τούτου ουσιαστικά αβάσιμου του επιπλέον ποσού που αιτείται για την ως άνω αιτία έκαστος εξ αυτών...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των διαδίκων μερών και τις δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμόν 53/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Ακολούθως, δίκασε επί της ουσίας την από 4.5.2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας την οποία και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσό 86.691,68 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ποσό 12.921,84 ευρώ και σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ποσό 8.632,2 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341 παρ. 1, 404, 405 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 688, 689, 690, 694, 342 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο η εργολήπτρια εταιρεία - αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε να κατασκευάσει το επίδικο έργο με δικές της δαπάνες, μέριμνα και ευθύνη και να παραδώσει στους αναιρεσίβλητους ως αντιπαροχή τις περιγραφόμενες σ' αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες πλήρως αποπερατωμένες και σε πλήρη λειτουργία (με το κλειδί), κατάλληλες και έτοιμες για χρήση και εκμετάλλευση, μετά των κοινοχρήστων χώρων και εγκαταστάσεων μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από τη σύνταξη και υπογραφή της πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, σε περίπτωση δε μη παράδοσης εντός της ως άνω προθεσμίας της αντιπαροχής των αναιρεσιβλήτων από αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, συμφωνήθηκε για κάθε μήνα καθυστέρησης η καταβολή εκ μέρους της εργολήπτριας της αναφερόμενης στο προσύμφωνο ποινικής ρήτρας για κάθε τ.μ. οριζόντιας ιδιοκτησίας, καταστήματος, αποθήκης, υπόγειου γκαράζ, για την αποπεράτωση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής και για τη διαμόρφωση του ακάλυπτου χώρου και επιπλέον συμφωνήθηκε, εκτός της ποινικής ρήτρας, ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να ζητήσουν και αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη τους για κάθε μήνα καθυστέρησης της αποπεράτωσης των περιερχόμενων σ' αυτούς οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ενώ κατά τα συμφωνηθέντα οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής έπρεπε να παραδοθούν στους αναιρεσίβλητους μέχρι τις 9.11.2015, η αναιρεσείουσα με την από 6.10.2016 επιστολή της τους κάλεσε να παραλάβουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, ενημερώνοντας αυτούς για το πέρας των εργασιών κατασκευής της οικοδομής, οι οποίες όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι στις υπόγειες θέσεις στάθμευσης δεν υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης οχημάτων, ο περιβάλλων χώρος του οικοπέδου και οι κοινόχρηστοι χώροι δεν είχαν ολοκληρωθεί, η κατοικία του 7ου ορόφου είχε έντονο θόρυβο από τις κλιματιστικές μονάδες που είχαν τοποθετηθεί στο δώμα αυτής, ενώ αυτό απαγορευόταν.
Περαιτέρω, η καθυστέρηση στην παράδοση του επίδικου έργου δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας (έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία χρηματοδότησης της αναιρεσείουσας εξαιτίας των Capital Controls), αφού οι οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν έχουν εισέτι ολοκληρωθεί, αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση να παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες πλήρως αποπερατωμένες και σε πλήρη λειτουργία, κατάλληλες και έτοιμες για χρήση και εκμετάλλευση, και ως εκ τούτου υποχρεούται να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τη συμφωνημένη ποινική ρήτρα. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διέπουσες την επίδικη σχέση νομικές διατάξεις και ότι στερείται νόμιμης βάσης αναφορικά με τα αποδεικτικά της πορίσματα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει την συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, τις παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, ούτε προσδιορίζει αν η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το τέταρτο σκέλος του και τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη τους συνεπεία της μη εκμετάλλευσης των ακινήτων τους, χωρίς προηγούμενη όχληση της αναιρεσείουσας για παράδοση των ακινήτων τους, χωρίς την επιμέτρηση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου χωρίς την παραλαβή αυτού, έστω και ατελούς. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, στο προσύμφωνο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι εκτός από την ποινική ρήτρα οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται σωρευτικά να ζητήσουν από την εργολήπτρια εταιρεία - αναιρεσείουσα να τους αποζημιώσει για τα διαφυγόντα κέρδη τους για κάθε μήνα καθυστέρησης της αποπεράτωσης των περιερχομένων σ' αυτούς οριζοντίων ιδιοκτησιών και ότι εξαιτίας της μη παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών κατάλληλων και έτοιμων προς χρήση και εκμετάλλευση οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημία, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αυτοί θα εκμίσθωναν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους σε τρίτους, λαμβάνοντας μισθώματα, δεδομένου ότι η επίδικη οικοδομή κτίσθηκε στο εμπορικό κέντρο της Άρτας, τα οποία απώλεσαν κατά το χρονικό διάστημα από 10.11.2015 έως 10.5.2017. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 803/2019). Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Ο λόγος είναι αόριστος αν στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθορίζοντας συγχρόνως το νόμιμο τρόπο προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης είτε με τις κατατεθείσες προτάσεις στο εφετείο, έστω κι αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του αιτήματος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη από την μη εκμίσθωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι πρόβαλε τον ισχυρισμό περί αοριστίας του του ως άνω αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε ότι επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό νομίμως ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις της. Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ1935/2014).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι οι αναιρεσίβλητοι συνεπεία της μη εκμετάλλευσης των ακινήτων τους απώλεσαν τα κέρδη που θα αποκόμιζαν από την εκμίσθωσή τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που νομότυπα με επίκληση προσκόμισαν οι ενάγοντες είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης σε βάρος της εναγομένης, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται για το καθένα ειδική μνεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.5.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 236/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης