Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1394 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1394/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Μ. Α. του Ι., συζύγου Χ. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παλάζη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 5) Κ. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Μούζουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 518/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 608/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της 518/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 15-4-2019 αγωγή τους, για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και την αδικοπραξία, στα πλαίσια της μεταξύ αυτών και των αναιρεσίβλητων, καταρτισθείσας σύμβασης παροχής πίστωσης, για τη χρηματιστηριακή αγορά κινητών αξιών (σύμβαση margin). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως, παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 71 AK, ''Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον''. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων, 65 παρ. 1 και 67 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, ''το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα'' και, ''όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...'', συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικά των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους. 2) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαίτια με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση της ίδιας νόμιμης υποχρέωσης (ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 253/2013). Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως, ''η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του'', προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του κατ' άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 1383/2022, ΑΠ 786/2023, ΑΠ 1885/2014). 3) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος από το αδίκημα (ΑΠ 786/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1723/2014) και 4) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεστεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 627/2009). Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί, κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 78/2020).
Περαιτέρω, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας, κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Κατά το άρθρο 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι, ''ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα''. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων, αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων, 297, 298, 330 και 335 ΑΚ.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως, η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση, τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1378/2024, ΑΠ 875/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 112/2016).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1109/2019). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1024/2022, ΑΠ 113/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Από τις ίδιες όπως παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, η οφειλόμενη από τον υπόχρεο αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική περιουσιακή ζημία νοείται η αμέσως, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαίτιου, προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου πριν την τέλεση της αδικοπραξίας και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής (θεωρία της διαφοράς, ΑΠ 1516/2022), ενώ ως διαφυγόν κέρδος, που αποτελεί μέλλουσα ζημία, νοείται το κέρδος το οποίο ο δικαιούχος προσδοκά με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές συνθήκες και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός και το οποίο αυτός στερήθηκε, αποτραπείσας έτσι της αύξησης της περιουσίας του (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 27/2017, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 1766/2013, ΑΠ 904/2010). Ως χρόνος δε προσδιορισμού του ύψους της ζημίας, λαμβάνεται καταρχήν υπόψη ο χρόνος της συζήτησης της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 1524/2022, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009). Δεν αποκλείεται, όμως, να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο επέλευσής της (ΑΠ 2047/2015) ή στο χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 1524/2022, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 802/ 2013). Επίσης, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147 - 149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση, αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011). Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.
Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017).
Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 560/2022). Η υπαίτια, όμως, πράξη ή παράλειψη μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019). Ενόψει αυτών, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 1378/2024, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011).
Περαιτέρω, στα άρθρα 2, 3, 4, 25 και 36 του ν. 3606/2007, ''Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις'', με τον οποίο έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ''Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου'' της 21ης Απριλίου 2004 και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις, που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/2018 (άρθρο 98 του νόμου αυτού), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (Άρθρο 2). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, νοούνται ως: 1. ''Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)'', κάθε νομικό πρόσωπο, του οποίου το σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μίας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή η διενέργεια μίας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση ... 2) ως, ''Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών'' (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) ορίζεται η Ε.Π.Ε.Υ., η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. ''Πιστωτικό ίδρυμα'', το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του ν. 3601/2007...... 6. ''Πελάτης'', το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες μια Ε.Π.Ε.Υ. ή ένα πιστωτικό ίδρυμα. 7. ''Επαγγελματίας πελάτης'', ο πελάτης ο οποίος διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται και ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 6. 8. ''Ιδιώτης πελάτης'', κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας ....... (Άρθρο 3). Πεδίο εφαρμογής. 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ,, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: α) το άρθρο 2, β) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7, 12 έως 15 και 19, γ) τα άρθρα 25 έως 30...... (Άρθρο 4) Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες. 1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών.... 2. Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής: α)......, β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η Ε.Π.Ε.Υ., η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο ...... (Άρθρο 25). Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών: 1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού...... (Άρθρο 36). Άδεια λειτουργίας, μετοχικό κεφάλαιο και τακτικός έλεγχος ΑΕΕΔ. 1.Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας. Στην επωνυμία τους πρέπει να προσδιορίζονται ως ''Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης'' και στο διακριτικό τους τίτλο, ως ''ΑΕΕΔ''. 2. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων, που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους. 3. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε: (α) ΕΠΕΥ που εδρεύουν σε κράτος - μέλος, (β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος - μέλος.......''. Ακολούθως, η παροχή πίστωσης για τη χρηματιστηριακή αγορά κινητών αξιών, ρυθμίστηκε για πρώτη φορά με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 ν. 2843/2000, "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις". Ωστόσο, οι εν λόγω διατάξεις καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 του ν. 4141/2013, "Επενδυτικά εργαλεία, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις", οι οποίες εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (άρθρα 12 και 48 του άνω νόμου). Στο κεφάλαιο Β' του τελευταίου νόμου (ν. 4141/2013, ΦΕΚ A' 81/5-4-2013), με τίτλο παροχή πίστωσης για την αγορά κινητών αξιών, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (Άρθρο 5, Ορισμοί). Για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 5 έως 11 του παρόντος νόμου, νοούνται ως : α) "Κινητές αξίες", οι κινητές αξίες των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, μερίδια ή μετοχές Ο.Σ.Ε.Κ.Α. του ν. 4099/2012, καθώς και τα μερίδια Α.Κ.Ε.Σ. του ν. 2992/2002 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή σε Πολυμελή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (Π.Μ.Δ.) .... δ) "Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας", το σύνολο της παρεχόμενης από επενδυτή ασφαλείας, αποτελούμενης από κινητές αξίες ή και μετρητά προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παροχή πίστωσης από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, ε) "Περιθώριο", η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών που περιέχονται στο χαρτοφυλάκιο ασφάλειας και του χρεωστικού υπολοίπου, στ) "Αρχικό περιθώριο", το ελάχιστο περιθώριο ως ποσοστό επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, το οποίο θα πρέπει να υφίσταται προκειμένου να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη αγορά κινητών αξιών με πίστωση, συμπεριλαμβανομένης της αξίας της εν λόγω αγοράς, ζ) "Διατηρητέο περιθώριο", το ελάχιστο περιθώριο ως ποσοστό επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, το οποίο πρέπει να υφίσταται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης, η) "Έλλειμμα Περιθωρίου", το ποσό κατά το οποίο το περιθώριο υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο Αρχικό ή Διατηρητέο περιθώριο. (Άρθρο 6, Όροι για την παροχή πίστωσης). 1. Ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), η οποία έχει λάβει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια λειτουργίας προκειμένου να παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης β' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, καθώς και πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να παρέχουν πίστωση σε πελάτες τους για την αγορά κινητών αξιών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 13 του παρόντος νόμου. 2. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. απαγορεύεται να παρέχουν κάθε άλλη πίστωση προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για σκοπό άλλον από τον οριζόμενο στην παράγραφο 1. 3. Για την παροχή πίστωσης σε επενδυτή απαιτείται η σύναψη έγγραφης σύμβασης. Η σύμβαση και οι συμβατικοί τόκοι που απορρέουν από αυτή δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτόσημου. 4. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν γνώμης της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την παροχή πίστωσης από Α.Ε.Π.Ε.Υ. και ιδίως :(α) το ελάχιστο διατηρητέο περιθώριο, ως ποσοστό επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, (β) το ελάχιστο αρχικό περιθώριο που πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση, (γ) οι περιορισμοί στη συμμετοχή των κατηγοριών κινητών αξιών που αποτελούν στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, (δ) ο τρόπος αποτίμησης του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, (ε) οι αποκλίσεις από τις περιπτώσεις α' έως δ' της παρούσας παραγράφου ανάλογα με τα χαρακτηριστικά, τον τύπο ή την κατηγορία των κινητών αξιών, (στ) οι κατηγορίες κινητών αξιών που τυχόν δεν μπορεί να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας και (ζ) κάθε άλλο θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια εν γένει που αφορά τη λειτουργία της παρεπόμενης υπηρεσίας της πίστωσης. 5. Με κοινή απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις της παραγράφου 4 που εφαρμόζονται για την παροχή πίστωσης από τα πιστωτικά ιδρύματα. (Άρθρο 7, Χαρτοφυλάκιο ασφαλείας). 1. Το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας αποτελείται από τις κινητές αξίες, οι οποίες αγοράζονται με πίστωση, μετρητά, και από άλλες κινητές αξίες, οι οποίες είναι καταχωρημένες ή παρακολουθούνται σε σύστημα καταχώρησης και παρακολούθησης τίτλων σε λογιστική μορφή που λειτουργεί στην Ελλάδα, τις οποίες παρέχει ο επενδυτής ως ασφάλεια για την οφειλή που γευνάται ύστερα από τη χορήγηση κάθε πίστωσης. 2. Για την εξασφάλιση της ομαλής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παροχή πίστωσης προς επενδυτή, συστήνεται νόμιμο ενέχυρο υπέρ της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή του πιστωτικού ιδρύματος επί των κινητών αξιών ή των απαιτήσεων επί κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας και διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Σε περίπτωση που οι κινητές αξίες που περιέχονται στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα φέρει την ευθύνη διενέργειας ελέγχου καταλληλότητας (due diligence) επί των αξιών αυτών, με γνώμονα τη νόμιμη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί αυτών και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου δικαίου. (Άρθρο 8, Αρχικό και διατηρητέο περιθώριο). 1. Η κάλυψη αρχικού περιθωρίου πραγματοποιείται πριν την εκτέλεση της εντολής αγοράς με καταβολή μετρητών ή με ένταξη στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας κινητών αξιών, που δεν περιέχονται μέχρι τότε σε αυτό. 2. Σε περίπτωση που το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα καλεί μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης τον επενδυτή να προβεί σε κάλυψη της διαφοράς το αργότερο μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ενημέρωση του. 3. Εάν ο επενδυτής δεν καλύψει εμπρόθεσμα το έλλειμμα του διατηρητέου περιθωρίου, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα, προκειμένου να αποκατασταθεί το διατηρητέο περιθώριο, προβαίνει το αργότερο μέχρι την επομένη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας κάλυψης, σε απευθείας εκποίηση κινητών αξιών που είναι δεσμευμένες στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας. (Άρθρο 9, Εκποίηση κινητών αξιών).
Προκειμένου για κινητές αξίες ή απαιτήσεις επί κινητών αξιών που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, οι κινητές αξίες εκποιούνται απευθείας από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή προϋπόθεση, κατά παρέκκλιση των άρθρων 1237 και 1239 του Αστικού Κώδικα και από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.
Προκειμένου για κινητές αξίες που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή το πιστωτικό ίδρυμα μεριμνά για την εκποίηση τους κατά τις διατάξεις του οικείου δικαίου. Τέλος, στο άρθρο 11 του άνω νόμου, με τίτλο, Κυρώσεις, ορίζεται ότι: Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αν παραβιαστούν διατάξεις των άρθρων 5 έως 10 του παρόντος νόμου, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών κανονιστικών αποφάσεων, επιβάλλει στον παραβάτη επίπληξη ή πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης και εάν το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται σε περίπτωση καθ' υποτροπή τέλεσης των ανωτέρω παραβάσεων....... Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη, η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της προκληθείσας ζημίας σε επενδυτές και της τυχόν αποκατάστασης της, η λήψη μέτρων από την εταιρία για τη συμμόρφωση της στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ' υποτροπήν τέλεση παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 5 έως 10 του νόμου αυτού ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.
Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 6 του ν. 4141/2013, εκδόθηκε η με αριθμό ...-2014 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ''Παροχή πίστωσης από Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών'' (ΦΕΚ Β' 1220/14-5-2014), με την οποία ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: (Άρθρο 2, Χαρτυφυλάκιο ασφαλείας). 1. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει επαρκή βαθμό διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου ασφαλείας με γνώμονα τη διασπορά κινδύνου μεταξύ των στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, λαμβάνοντας υπόψη κάθε πρόσφορο κριτήριο. Σε κάθε περίπτωση, το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας απαρτίζεται από κινητές αξίες τουλάχιστον τριών εκδοτών και η αξία οποιοσδήποτε στοιχείου που περιλαμβάνεται σε αυτό δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το 40% της τρέχουσας αξίας αυτού. Η παρούσα υποχρέωση δεν ισχύει όταν : i. Στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας περιλαμβάνονται μερίδια ή μετοχές ΟΣΕΚΑ του ν. 4099/2012 και μερίδια ΑΚΕΣ του ν. 2992/2002 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ), η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται τουλάχιστον στο 60% του συνόλου του. ii. Στη σύμβαση πίστωσης έχει συνομολογηθεί μεταξύ ΑΕΠΕΥ και Πελάτη της, ότι η εξόφληση της πίστωσης γίνεται εντός της προθεσμίας εκκαθάρισης των συναλλαγών. 2. Δεν μπορούν να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο ασφάλειας κινητές αξίες που τελούν υπό αναστολή διαπραγμάτευσης. 3. Σε περίπτωση αναστολής διαπραγμάτευσης κινητών αξιών οι οποίες περιλαμβάνονται ήδη στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, η ΑΕΠΕΥ οφείλει να αξιολογεί τους λόγους της αναστολής, προκειμένου να συμμορφωθεί άμεσα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1. 4. Τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου ασφάλειας είναι της αποκλειστικής κυριότητας του Πελάτη, ελεύθερα από κάθε βάρος και εν γένει οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου. 5. Η δέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας προϋποθέτει εντολή του πελάτη, εκτός από την περίπτωση κινητών αξιών που αγοράζονται με πίστωση. Αποδέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας, επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται ότι δεν δημιουργείται έλλειμμα περιθωρίου ή δεν αυξάνεται τυχόν υφιστάμενο έλλειμμα περιθωρίου. (Άρθρο 5, Πίστωση εντός της προθεσμίας εκκαθάρισης των συναλλαγών Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας). Δεν συνιστά εμπρόθεσμη εξόφληση του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, η πληρωμή του τιμήματος με το προϊόν της πώλησης των κινητών αξιών που αγοράστηκαν ή με το προϊόν της πώλησης άλλων κινητών αξιών αν δεν έχει συμφωνηθεί πίστωση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 του ν. 4141/2013, εάν η εκκαθάριση της χρηματιστηριακής συναλλαγής πώλησης γίνεται σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής αγοράς. (Άρθρο 6, Αρχικό και διατηρητέο περιθώριο). 1. Το ποσοστό του αρχικού περιθωρίου ορίζεται σε τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. 2. Το ποσοστό του διατηρητέου περιθωρίου ορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. 3. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4141/2013, αναφέρεται στην έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αθηνών. 4. Μέχρι την εκπλήρωση της υποχρέωσης κάλυψης του διατηρητέου περιθωρίου, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν θα προβαίνει για λογαριασμό του Πελάτη σε καμία άλλη αγορά κινητών αξιών με Πίστωση. (Άρθρο 7, Πληροφόρηση Πελατών). Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. τηρεί διαδικασίες έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι οι Πελάτες στους οποίους παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της πίστωσης λαμβάνουν επαρκή πληροφόρηση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν τους κινδύνους που ενέχει η συγκεκριμένη παρεπόμενη υπηρεσία. (Άρθρο 8, Ενημέρωση πελάτη). Επιπλέον των επιβαλλόμενων από την κείμενη νομοθεσία υποχρεώσεων ενημέρωσης, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. μέσω σταθερού μέσου (όπως ορίζεται στην παρ. 11 του άρθρου 2 της απόφασης 1/ 452/2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) τουλάχιστον μία φορά το μήνα ενημερώνει τον Πελάτη : α) αναλυτικά για τις συναλλαγές του και την κίνηση του λογαριασμού του σε χρήματα και σε στοιχεία του χαρτοφυλακίου ασφαλείας κατά τον προηγούμενο μήνα και β ) για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου ασφαλείας και το ύψος της Πίστωσης κατά την τελευταία ημέρα της περιόδου στην οποία αναφέρεται η ενημέρωση και (Άρθρο 9, Τήρηση αρχείων). 1. Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. τηρεί σε καθημερινή βάση τα εξής στοιχεία : α) Συνολικά υπόλοιπα ως προς τις συναλλαγές για τις οποίες δεν παρέχεται Πίστωση (χρεωστικά και πιστωτικά υπόλοιπα) με ιδιαίτερη αναφορά τυχόν εκπρόθεσμων χρεωστικών υπολοίπων, β) Συνολικά υπόλοιπα ως προς τις συναλλαγές για τις οποίες παρέχεται Πίστωση (χρεωστικά υπόλοιπα και συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου ασφαλείας των πελατών αυτών) με ιδιαίτερη αναφορά τυχόν εκπρόθεσμων χρεωστικών υπολοίπων, γ) Το συνολικό αριθμό των ενεργών συμβάσεων Πίστωσης. 2. Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. τηρεί ιδιαίτερο λογαριασμό στα βιβλία της για κάθε Πελάτη, στον οποίο καταχωρεί τις χρεοπιστώσεις και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά την παροχή Πιστώσεων σύμφωνα με την παρούσα απόφαση. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 2 της με αριθμό ...-2006 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ''Τροποποίηση της υπ' αριθμ. 3/304/ 10.6.2004 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Κανονισμός Λειτουργίας του Συστήματος Άϋλων Τίτλων (Φ.Ε.Κ. Β/1883/29-12-2006), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 105 παρ. 3 του ν. 2533/1997, προστέθηκε στην ως άνω Απόφαση, άρθρο 6Α υπό τον τίτλο, "Κοινή Επενδυτική Μερίδα", σύμφωνα με το οποίο: 1. Κοινή Επενδυτική Μερίδα δημιουργείται με αίτηση δύο ή περισσότερων φυσικών προσώπων, καθένα από τα οποία διαθέτει αυτοτελή Μερίδα Επενδυτή. Η Κοινή Επενδυτική Μερίδα προσδιορίζεται από τα πρόσωπα των συνδικαιούχων, τα οποία είναι από κοινού κύριοι των αξιών που καταχωρούνται σε αυτή. Η Κοινή Επενδυτική Μερίδα διέπεται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932, όπως ισχύει..... 3. Κάθε συνδικαιούχος Κοινής Επενδυτικής Μερίδας δύναται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κανονισμό, ενεργώντας ατομικά, χωρίς την σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων : α. να υποβάλλει αιτήσεις, όπως ενδεικτικά αίτηση μεταφοράς, δεσμεύσεως και αποδεσμεύσεως και β. να απευθύνει δηλώσεις βουλήσεως, προς το Κ.Α.Α. αναφορικά με τις κινητές αξίες που είναι καταχωρημένες στην Κοινή Επενδυτική Μερίδα. Ακολούθως δε, στη με αριθμό ....2007 Εγκύκλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με θέμα, "Λειτουργία των Κοινών Επενδυτικών Μερίδων και διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης ...-2006 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς", ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, οι Κοινές Επενδυτικές Μερίδες λειτουργούν κατά τα πρότυπα των κοινών τραπεζικών λογαριασμών του ν. 5638/1932, ότι όλοι οι συνδικαιούχοι της Κοινής Επενδυτικής Μερίδας, οι οποίοι είναι μόνο φυσικά πρόσωπα, θεωρούνται συγκύριοι του συνόλου των μετοχών που περιέχονται σε αυτή και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο που συνεπάγεται η παροχή πίστωσης και η διενέργεια συναλλαγών επί παραγώγων για λογαριασμό πελάτη του οποίου το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας περιλαμβάνει αξίες καταχωρημένες σε Κ.Ε.Μ., η πρακτική αυτή θα πρέπει να αποφεύγεται, ότι σε κάθε περίπτωση τα μέλη του Χ.Α.Α θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η παροχή της παρεπόμενης επενδυτικής υπηρεσίας συνάδει με τα επενδυτικά χαρακτηριστικά όλων των συνδικαιούχων της Κ.Ε.Μ, καθώς και ότι, οι εταιρίες και οι επενδυτές - πελάτες τους ρυθμίζουν συμβατικά μεταξύ τους σε ποιους εκ των συνδικαιούχων θα αποστέλλονται τα statements και οι λοιπές αναφορές. Σε κάθε περίπτωση, οι εταιρίες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι όλοι οι συνδικαιούχοι γνωρίζουν, καταλαβαίνουν και συμφωνούν με τους όρους της σύμβασης. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, ''περί προστασίας των καταναλωτών'', όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι ''ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή'' (παρ. 1 εδ. α), ότι ''ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας'' (παρ. 1 εδ. β), ότι ''ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας'' (παρ. 3), και ότι ''ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας'' (παρ. 4 εδ. α), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι με αυτές θεμελιώνεται ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994. Ειδικότερα, από το συνδυασμό όλων των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι οι τράπεζες, όταν παρέχουν νομίμως επενδυτικές υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση, στις οποίες υπηρεσίες περιλαμβάνεται και η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών τους, με σκοπό την κατάρτιση από αυτούς αγορών και πωλήσεων χρηματοπιστωτικού μέσου, όπως είναι και η αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών(ΧΑΑ), αλλά και η παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία της παροχής στους πελάτες τους πιστώσεων η δανείων για να προβαίνουν στις αγορές αυτές, υπό τις προαναφερθείσες αυστηρές προϋποθέσεις του ν. 4141/2013, έχουν, τόσο από την γενικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 3606/2007, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους, όσο και από την, από το άρθρο 288 ΑΚ, συναγομένη αρχή της καλής συναλλακτικής πίστης κατά την εκπλήρωση της παροχής τους, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία επιβάλλει σε αυτά, ακόμη και στην περίπτωση που οι εντολές δεν διαβιβάζονται απ' ευθείας από τον ίδιο τον πελάτη, αλλά με τη μεσολάβηση της παρέχουσας επίσης επενδυτικές υπηρεσίες σε αυτόν Ανώνυμης Εταιρίας Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης του αντισυμβαλλόμενου πελάτη τους, ιδιαίτερα δε του μη επαγγελματία πελάτη, και αποτροπής της μέλλουσας να επέλθει ζημίας του. Έτσι, έχουν υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη και στην περίπτωση της, εν αγνοία αυτού, χειραγώγησης μετοχών του, κατά την ανωτέρω έννοια, από την ΑΕΕΔ αυτή, για το οποίο γεγονός μάλιστα έχουν και συγκεκριμένη υποχρέωση, κατά το άρθρο 17 του Ν. 3340/2005, να ενημερώσουν και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προς προστασία του συνόλου των επενδυτών. Επιπλέον η συγκεκριμένη παράλειψη ενημέρωσης του πελάτη συνιστά παράβαση και της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Επομένως, αν από την ανωτέρω αντισυμβατική αλλά και παράνομη και υπαίτια παράβαση της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την τράπεζα, έναντι του έχοντος την ιδιότητα του καταναλωτή πελάτη της, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994, αυτός υπέστη ζημία που βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά αυτή, τότε θεμελιώνεται εκτός από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 288 ΑΚ και 8 Ν. 2251/1994 (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους περιεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή δε, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην περίπτωση, που στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1738/2022 ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018, ΑΠ 723/2022). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 756/2022, ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή τους, ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των, 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, επενδυτικής εταιρίας, είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, πραγματικών περιστατικών και απορρίπτοντας κατόπιν τούτου, το σχετικό λόγο της έφεσής τους, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 65, 67, 71, 914, 922, 932, 297, 298 ΑΚ, και των άρθρων 18 παρ. 1, 222 παρ. 1, 3 του ν. 2190/1920. Επίσης, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατά το οικείο σκέλος, λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ομοίως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή τους κατά το κύριο αίτημά της είναι μη νόμιμη, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και λόγω έλλειψης πραγματικής ζημίας τους, από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση (margin), δεχόμενο ότι η επικαλούμενη ζημία δεν παριστά πραγματική ζημία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 281, 288, 714, 297, 298, 330 ΕΔ. Β, 914, 919, 922, 932 του ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994, 4 παρ. 1,2, 25 παρ. 1, 3, 4, 5 του ν. 3606/2007, 1 έως 11 του ν. 4141/2013, 2 της υπ' αριθμ. ...-2006 απόφασης του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 12 παρ. 1, 13 και 14 της υπ' αριθμ. 1/452/11-11-2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς , 7 της υπ' αριθμ. 6/675/6-6-2014 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (περί παροχής πιστώσεων από ΑΕΠΕΥ) και της υπ' αριθμ. 32/28-6-2007 Εγκυκλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους. Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, με την από από 15-4-2019 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, ''ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ'', ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, 2) Α. Δ., με την ιδιότητά του, ως Αντιπροέδρου του ΔΣ, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2011 έως 4-3-2015, 3) Α. Δ., υπό την ιδιότητά του, ως Γενικού Διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα, από 18-5-2011 έως 9-6-2016 και με την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα, από 10-6-2016 και εφεξής, 4) Δ. Π., με την ιδιότητά του, ως Αντιπροέδρου του ΔΣ Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2015 έως 21-5-2018, 5) Κ. Ξ., με την ιδιότητά του, ως Αντιπροέδρου του ΔΣ Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2018 και εφεξής, ήδη δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, 6) Α. Μ. και 7) Σ. Σ., υπαλλήλων της εν λόγω εταιρίας, ήδη έκτου και έβδομου των αναιρεσίβλητων, εξέθεταν ότι, ο πρώτος αυτών είναι επιχειρηματίας, ασχολούμενος με τις εγκαταστάσεις και επισκευές ανελκυστήρων, μέσω εταιριών συμφερόντων του, ενώ η δεύτερη αυτών, σύζυγός του, ασχολείται με τα οικιακά και δεν ασκεί οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα. Ότι ο πρώτος αυτών διατηρούσε από το έτος 2000 συνεργασία με την ''Τράπεζα Κύπρου'', στο πλαίσιο της οποίας διενεργούσε προσωπικές και επαγγελματικές συναλλαγές και ότι μετά τη θέση του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση και τη διαδοχή του από την Τράπεζα Πειραιώς, συνέχισε τη συνεργασία του με την τελευταία. Ότι αμφότεροι είναι συντηρητικοί κατά τη διαχείριση των οικονομικών τους και ουδέποτε είχαν λάβει οποιοδήποτε δάνειο ή πίστωση από πιστωτικά ιδρύματα για οποιονδήποτε λόγο, το αυτό δε ισχύει και για τις εταιρίες, συμφερόντων του πρώτου αυτών. Ότι κατόπιν έντονης προτροπής των υπαλλήλων του τομέα, Private Banking της Τράπεζας Πειραιώς, με την οποία ο πρώτος αυτών διατηρούσε συνεργασία, κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την επωνυμία, ''ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ'', τις από 24-4-2013 δύο (2) πανομοιότυπες Συμβάσεις Παροχής Υπηρεσιών Ιδιωτών Πελατών (μια σύμβαση καθένας) και την από 24-4-2013 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Συνδικαιούχων Κοινής Επενδυτικής Μερίδας - Πρόσθετη Πράξη, µε αντικείµενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηµατοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό τους, την εκτέλεση εντολών αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικών µέσων για λογαριασμό τους και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, όπως αυτές (οι συμβάσεις) ενσωματώνονται αυτούσιες στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι οι όροι όλων των άνω συμβάσεων, ήταν μονομερώς διατυπωμένοι από την πρώτη εναγομένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Ότι τόσο οι ως άνω αρχικές δύο συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και η από 24-4-2013 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Συνδικαιούχων Κοινής Επενδυτικής Μερίδας - Πρόσθετη Πράξη λειτούργησαν αρχικά χωρίς προβλήματα ή άλλες δυσλειτουργίες, στο πλαίσιο δε της εκπλήρωσης αυτών, οι ίδιοι (ενάγοντες) τοποθέτησαν τα κεφάλαιά τους σε ασφαλείς (χαμηλού επενδυτικού κινδύνου) μετοχές, εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ήτοι σε μετοχές των τεσσάρων συστημικών ελληνικών Τραπεζών και μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων (ΕΛΠΕ, ΟΤΕ, ΤΕΡΝΑ κλπ), οι δε σχετικές συναλλαγές εκτελούνταν πάντοτε μετρητοίς, ήτοι με καταβολή της αξίας των μετοχών, χωρίς να δημιουργούνται χρεωστικά υπόλοιπα σε βάρος τους. Ότι περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2014, όταν η αξία του αποτελούμενου αποκλειστικά από "ασφαλείς" μετοχές των αναφερόμενων τραπεζών και μεγάλων εταιριών, χαρτοφυλακίου τους ανερχόταν στο ποσό των 3.384.306,30 ευρώ, ο προστηθείς της πρώτης εναγομένης, υπάλληλός της, έκτος εναγόμενος, Α. Μ., ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της, προσέγγισε τον πρώτο αυτών και με φορτικότητα τον παρακίνησε να υπογράψουν νέα σύμβαση, με την οποία θα είχαν τη δυνατότητα να εκτελούν συναλλαγές στο Χρηματιστήριο στην Κοινή Επενδυτική Μερίδα (Κ.Ε.Μ.) με πίστωση, χωρίς να διαθέτουν τα αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά με ασφάλεια. Ειδικότερα, ότι ο έκτος εναγόμενος, προκειμένου να κάμψει τις επιφυλάξεις του πρώτου αυτών, ότι δεν υφίσταται ανάγκη πίστωσης, αφού ως επενδυτές διαθέτουν μετρητά, παρέστησε σ' αυτόν, ψευδώς και με ιδιαίτερη φορτικότητα, ότι με τον τρόπο αυτό ήταν δυνατή η αγορά μετοχών με πίστωση, ''ολίγων ημερών'', µε ελάχιστη επιβάρυνση και μεγάλη ασφάλεια και ότι έτσι οι ενάγοντες θα πετύχαιναν τη μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση του χαρτοφυλακίου τους µε πολλαπλάσια κέρδη και αποδόσεις από αυτά που είχαν στο πλαίσιο των απλών συµβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών, διατεινόµενος μάλιστα, ότι θα μπορούσαν όλες οι συμβάσεις να λειτουργούν παράλληλα και να προβαίνουν σε συναλλαγές, άλλοτε τοις μετρητοίς και άλλοτε µε πίστωση, προβάλλοντας συστηματικά και αποκλειστικά τα πλεονεκτήματα της εν λόγω σύμβασης πίστωσης για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών μέσω της Κ.Ε.Μ., αποφεύγοντας, όμως, να εξηγήσει στον πρώτο αυτών ή να του επισημάνει οποιαδήποτε μειονεκτήματα ή συνδεόμενους με την ως άνω σύμβαση επενδυτικούς κινδύνους και παραλείποντας την εξέταση του επενδυτικού "προφίλ" καθενός από αυτούς, καθώς και τη διεξαγωγή οποιουδήποτε ελέγχου καταλληλότητας και συμβατότητας των ίδιων (εναγόντων). Ότι επίσης, ο έκτος εναγόμενος ουδέποτε επιχείρησε να έλθει σε επαφή καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη δεύτερη αυτών, προκειμένου να της εξηγήσει τους όρους και τους κινδύνους της προτεινόμενης σύμβασης διεξαγωγής χρηματιστηριακών συναλλαγών, με πίστωση του τιμήματος. Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες), πεισθέντες από τις επίμονες, παραπλανητικές και απατηλές διαβεβαιώσεις του έκτου εναγομένου, (ο οποίος μάλιστα, στις 14.8.2014 προσέφερε ευνοϊκό επιτόκιο στην υπό κατάρτιση σύμβαση πίστωσης, ανερχόμενο σε ποσοστό 8,5%, αντί του συνήθους ποσοστού 10%), στις 26-9-2014, κατάρτισαν με την πρώτη εναγοµένη Πρόσθετη Πράξη για την Παροχή Πιστώσεων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στην Κοινή Επενδυτική Μερίδα τους (Σύμβαση Μargin), µε αντικείµενο την παροχή πίστωσης σ' αυτούς, ως πελάτες της Κοινής Επενδυτικής Μερίδας, για τη διενέργεια αποκλειστικά και µόνο χρηματιστηριακών συναλλαγών και ειδικά για την εξόφληση του τιµήµατος χρηµατιστηριακής αγοράς µετοχών, που θα πραγματοποιούσε η πρώτη εναγοµένη κατόπιν εντολών και για λογαριασμό τους, όπως αυτή (η σύμβαση) περιέχεται αυτούσια στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης Margin, το κείμενο της οποίας δεν ανέγνωσαν, ο έκτος εναγόμενος παρέλειψε να τους εξηγήσει τους προδιατυπωμένους πολύπλοκους χρηματιστηριακούς όρους αυτής, οι οποίοι ουδέποτε κατέστησαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, τη λειτουργία της σύμβασης και ιδίως τους κινδύνους απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους, λόγω μεταβλητότητας των τιμών στο Χ.Α.Α. και δη σε περίπτωση μείωσης της αξίας τους, ειδικότερα δε, δεν τους εξήγησε την έννοια των όρων "αρχικό περιθώριο", "διατηρητέο περιθώριο" και "χαρτοφυλάκιο ασφαλείας", ότι είχαν υποχρέωση να διατηρούν δεσμευμένο το χαρτοφυλάκιό τους ως ενέχυρο σε λογαριασμό margin (τίτλων ή μετρητών ), ότι θα έπρεπε να υφίσταται αρχικώς ελάχιστο περιθώριο ποσοστού 40% επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για την πραγματοποίηση αγοράς κινητών αξιών με πίστωση ("αρχικό περιθώριο"), καθώς και ότι πρέπει να υφίσταται καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης ελάχιστο περιθώριο ποσοστού 30% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας ("διατηρητέο περιθώριο"). Ότι, αντίθετα, ο έκτος εναγόμενος, ενεργών κατ' εντολή και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Α.Ε.Π.Ε.Υ., (δια των νομίμων εκπροσώπων της), αφενός μεν σκοπίμως απέκρυψε τον τρόπο λειτουργίας και την έννοια των ειδικών όρων της Σύμβασης Margin και τους κινδύνους για την ακεραιότητα του χαρτοφυλακίου Κ.Ε.Μ., αφετέρου δε εν γνώσει παρέστησε ψευδώς στον πρώτο αυτών ότι η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αποτελεί ασφαλή και αποδοτική επενδυτική επιλογή, παράγουσα μόνο πλεονεκτήματα και οφέλη γι' αυτούς ως επενδυτές, καθόσον εξασφάλιζε την απόκτηση κερδών πολλαπλασίων εν σχέσει προς τις αποδόσεις των μέχρι τότε ισχυουσών "απλών" συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με ελάχιστη επιβάρυνση σε τόκο, στην πραγματικότητα δε σκοπός του έκτου εναγομένου υπό την ως άνω ιδιότητά του ήταν να τους παραπλανήσει, ώστε να συνάψουν την εν λόγω σύμβαση και να αποκομίζει η πρώτη εναγομένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε βάρος τους τόκους και προμήθειες, ως και να χρησιμοποιεί παράνομα και αυθαίρετα τα χρηματοπιστωτικά τους μέσα, τα οποία είχε δεσμεύσει, με σκοπό να πλουτίζει αδικαιολόγητα από την περιουσία τους, προκαλώντας σε αυτούς μεγάλη περιουσιακή ζημία. Ότι, περαιτέρω, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης Α.Ε.Π.Ε.Υ., κατά την κατάρτιση, τη λειτουργία και την καταγγελία της ως άνω σύμβασης margin, στην οποία οδηγήθηκαν από την παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης, παρέλειψαν δολίως, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, την παροχή ουσιωδών πληροφοριών προς τους ίδιους, ως προς τη φύση της σύμβασης, τους κινδύνους και τις από αυτή δεσμεύσεις, η γνώση των οποίων θα τους είχε αποτρέψει από την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης και επιπλέον παρέλειψαν τον έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας αυτών ως επενδυτών, όπως όφειλαν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 και τα άρθρα 12, 13 και 14 της 1/452/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ούτε ορίστηκε ποτέ το επενδυτικό τους προφίλ αν και είχαν χαρακτηριστεί, ως ιδιώτες πελάτες. Ότι, μετά την κατάρτιση της σύμβασης Margin η πρώτη εναγομένη Α.Ε.Π.Ε.Υ., εκπροσωπούμενη από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εναγόμενους, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, προέβη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της έκτου και έβδομου των εναγομένων, στις εξής αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες, είτε χωρίς εντολή τους, είτε αρνούμενη να εκτελέσει εντολές τους, με αποκλειστικό σκοπό να τηρεί δεσμευμένο το χαρτοφυλάκιό τους και να διαχειρίζεται αυτό κατά τη βούλησή της, προκαλώντας σε αυτούς περιουσιακή ζημία ως ακολούθως : α) στις 26-9-2014, μετέφερε χωρίς εντολή τους από τον λογαριασμό Cash (μετρητοίς) στο λογαριασμό Margin (Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας), χαρτοφυλάκιο αξίας 3.364.940 ευρώ, αποτελούμενο από 203.000 τεμάχια μετοχών της εταιρίας ΑΒΑΞ, αξίας 259.840 ευρώ, 210.000 τεμάχια μετοχών της ΕΛΠΕ (Ελληνικά Πετρέλαια), αξίας 1.117.200 ευρώ, 250.000 τεμάχια μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, αξίας 582.500 ευρώ, 2.000.000 τεμάχια μετοχών της Τράπεζας Eurobank, αξίας 648.000 ευρώ, 200.000 τεμάχια μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, αξίας 465.000 ευρώ, 97.890 τεμάχια μετοχών της ΜΛΣ (MLS ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΕ), αξίας 260.000 ευρώ και 10.000 τεμάχια μετοχών της ΤΕΝΕΡΓΑ (ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ), αξίας 32.400 ευρώ, ήτοι μετοχές συνολικής αξίας 3.364.940 ευρώ, β) στις 19-9-2014, µετά από παραίνεση και επίµονες συμβουλές του έβδομου των εναγοµένων, υπαλλήλου της πρώτης εναγοµένης, χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος καταλληλότητας και συμβατότητας, ο πρώτος ενάγων πείσθηκε να αγοράσει 414.767 τεμάχια warrants της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝK, µε µέση τιµή αγοράς 1,1014 ευρώ ανά τεμάχιο, συνολικής αξίας 585.961,87 ευρώ, τα οποία αποτελούν σύνθετο χρηματοπιστωτικό µέσο, ενώ η ανωτέρω αγορά έλαβε χώρα µε δανεισμό µέσω της σύμβασης margin, κατά παράβαση της εντολής του πρώτου ενάγοντος να πραγµατοποιηθεί τοις μετρητοίς, ενέργεια που έγινε εσκεμμένα, µε στόχο να μεταφερθούν και αυτά τα τεμάχια στις 26-9-2014 στο λογαριασμό margin (χαρτοφυλάκιο ασφαλείας) και να δεσμευτεί το σύνολο του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, στη συνέχεια δε, στις 11-12-2014 πωλήθηκαν 280.069 τεμάχια warrants της ΑLΡΗΑ ΒΑΝK, µε µέση τιµή πράξης 0,92082 ευρώ, αξίας 257.894,30 ευρώ, και 134.698 τεμάχια warrants της ΑLΡΗΑ ΒΑΝK, µε µέση τιµή πράξης 0,98737 ευρώ, αξίας 132.996,21 ευρώ, προξενώντας τους ζημία (585.961,87 - 257.894,30 - 132.996,21) 195.815,57 ευρώ στο χαρτοφυλάκιό τους (συμπεριλαμβανοµένων των εξόδων των συναλλαγών, ποσού 1.808,96 ευρώ) και ποσού 11.270,26 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 195.815,57 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση, γ) στις 28-1-2015, ο έβδομος εναγόμενος, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης, τους ενηµέρωσε ψευδώς ότι το χαρτοφυλάκιό τους βρίσκεται δήθεν σε κατάσταση margin call (κατάσταση όχλησης) και ότι όφειλαν άµεσα, πριν τη λήξη της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου, να καλύψουν το ποσό των 197.000 ευρώ, µε άµεση πώληση µετοχών, λόγω της πτώσης του διατηρητέου περιθωρίου του χαρτοφυλακίου ασφαλείας κάτω του ορίου του 30% κατά το ποσό αυτό, αποκρύπτοντάς τους περαιτέρω ότι είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τη διαφορά εντός δύο (2) εργασίμων ηµερών είτε µε καταβολή μετρητών, είτε µε µεταφορά µετοχών από το χαρτοφυλάκιο μετρητοίς, είτε με την πώληση μετοχών εντός δύο (2) εργασίμων ηµερών (αν και το χαρτοφυλάκιό τους δεν βρισκόταν πράγματι σε κατάσταση margin call, δηλαδή δεν υπήρχε έλλειμμα στο διατηρητέο περιθώριο, όπως ψευδώς τους παρέστησε), µε αποτέλεσµα ο πρώτος ενάγων να παραπεισθεί και να δώσει εντολή για την πώληση αυθημερόν 300.000 µετοχών της Εθνικής Τράπεζας και 2.000.000 μετοχών της Τράπεζας Eurobank, στο χαμηλότερο επίπεδο των τιμών τους εκείνης της περιόδου, µε τιµές εκτέλεσης 0,822 ευρώ και 0,104 ευρώ ανά τεμάχιο αντίστοιχα, αξίας 246.647,23 ευρώ και 208.715,93 ευρώ, αντίστοιχα, συνολικής αξίας 455.362,56 ευρώ, προκειµένου να καλυφθεί το δήθεν έλλειμμα του περιθωρίου του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, µε σκοπό να αποκομίσει η πρώτη εναγοµένη παράνομο περιουσιακό όφελος µέσω της είσπραξης προμήθειας και εξόδων, καθώς και της επιβολής τόκων συνεπεία του δανεισμού τους µε τη σύμβαση πίστωσης margin, ενώ η ζηµία τους, όσον αφορά στις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, µε βάση το µέσο κόστος κτήσης ανά µετοχή (1,687 ευρώ) και µέση τιµή πώλησης 0,819 ευρώ ανήλθε στο ποσό των 260.400 ευρώ, (συμπεριλαμβανοµένων των εξόδων) και, όσον αφορά στις μετοχές της Τράπεζας Eurobank, µε βάση το µέσο κόστος κτήσης ανά µετοχή (0,378 ευρώ) και µέση τιµή πώλησης 0,104 ευρώ ανήλθε στο ποσό των 584.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των εξόδων), ήτοι η συνολική ζηµία τους ανήλθε στο ποσό των (260.400 + 548.000 = 808.400 ευρώ, καθώς και στο ποσό των 30.227,93 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 808.400 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση, δ) στις 29-1-2015, παρόλο που ο πρώτος ενάγων είχε δώσει εντολή στον έβδομο των εναγοµένων, υπάλληλο της πρώτης εναγοµένης, να προβεί στην αγορά 800.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και µια δεύτερη εντολή για να αλλάξει αμοιβαία θέση από 825.000 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, που ήδη διέθεταν ως επενδυτές στο χαρτοφυλάκιό τους, µε αντίστοιχης αξίας μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, σε τιµή market - ελεύθερα (δηλαδή σε ό,τι τιµή πωλούνταν) για αμφότερες τις αγοραπωλησίες, ώστε να αποκτήσουν συνολικά 2.200.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, κατά παράβαση των ρητών αυτών εντολών του, αγοράστηκαν µόνο 300.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, µε µέση τιµή ανά µετοχή τα 0,523 ευρώ, συνολικής αξίας 261.496,32 ευρώ, και πωλήθηκαν οι 825.000 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς όµως να αγοραστούν οι 2.200.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, αλλά µόνο 600.000 μετοχές αυτής, µε αποτέλεσµα να προκληθεί ζηµία στο χαρτοφυλάκιό τους: ι) ύψους 95.500 ευρώ, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχαν οι επιπλέον 500.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς (αν οι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης εναγοµένης εκτελούσαν την εντολή του πρώτου ενάγοντος για αγορά 800.000 µετοχών και δεν προέβαιναν µόνο στην αγορά 300.000 µετοχών), µε µέση τιµή αγοράς ανά µετοχή 0,523 ευρώ και αξίας (500.000 Χ 0,523) = 261.500 ευρώ (αν είχαν αγοραστεί αυτές κατά την ηµέρα που δόθηκε η σχετική εντολή αγοράς από τον πρώτο ενάγοντα) και της αξίας που θα είχαν αν πωλούνταν µε τη µέση τιµή κλεισίματος της μετοχής κατά τις ημερομηνίες 4-2-2015, 12-2-2015, 13-2-2015 και 24-2-2015, ύψους 0,714 ευρώ ανά µετοχή και αξίας (500.000 Χ 0,714 =) 357.000 ευρώ (375.000 - 261.500) 95.500 ευρώ) και ιι) ύψους 535.091,47 ευρώ, που συνίσταται στη διαφορά µεταξύ του κόστους κτήσης 712.866 πωληθέντων µετοχών της Εθνικής Τράπεζας, αξίας (712.866 Χ 1,68700 ευρώ ανά µετοχή) 1.202.604,94 ευρώ χωρίς να πραγµατοποιηθεί γ' αυτές αλλαγή αμοιβαίας θέσης µε μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς (κατά παράβαση της σχετικής εντολής του πρώτου ενάγοντος) και της αξίας των ίδιων μετοχών κατά το χρόνο πώλησής τους, µε τιµή ανά µετοχή 0,93638 ευρώ, αξίας (712.866 Χ 0,93638) 667.513,47 ευρώ, και άρα ζημίας (1.202.604,94 - 667.513,47 =) 535.091,47 ευρώ, αφού από την πώληση των 825.000 µετοχών της Εθνικής Τράπεζας µε τιµή πώλησης 0,93638 ευρώ ανά µετοχή, αξίας 772.514,26 ευρώ, σε σχέση µε την αγορά µόνο 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς µε τιµή αγοράς 0,52500 ανά µετοχή, αξίας 105.000 ευρώ, αντιστοιχούν µόνο 112.134 τεμάχια µετοχών της Εθνικής Τράπεζας (από τα 829.000 τεμάχια για τα οποία δόθηκε εντολή για αλλαγή αμοιβαίας θέσης µε μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς) και οι λοιπές 712.866 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, αξίας (712.866 Χ 0,93638 =) 667.513,47 ευρώ πωλήθηκαν χωρίς να λάβει χώρα αλλαγή αμοιβαίας θέσης µε μετοχές της Τράπεζας Πειραιάς, κατά παράβαση της σχετικής εντολής, και ιιι) ποσού ύψους 20.011,94 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 535.091,47 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση, ε) στις 29-1-2015, ο έβδομος εναγόμενος, υπάλληλος της πρώτης εναγοµένης, αν και διαβεβαίωσε τον πρώτο αυτών (ενάγοντα) ότι είχε αγοράσει κατόπιν εντολής του 600.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, µε τιµή ανά µετοχή 0,52299 ευρώ, συνολικής αξίας 313.795,59 ευρώ, αυτός είχε αγοράσει µόνο 500.000 μετοχές, αξίας 261.496,95 ευρώ, δηλαδή 100.000 μετοχές λιγότερες, µε αποτέλεσµα να επιβαρυνθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού margin της Κοινής Επενδυτικής Μερίδας τους, µε το ποσό των 52.299,26 ευρώ, το οποίο αποτελεί και τη ζημία τους, συνιστάµενη στην αξία των 100.000 µετοχών, με τιμή κτήσης 0,52299 ευρώ ανά µετοχή (100.000 Χ 0,52299 = 52.299,26), αξία που δεν θα έπρεπε να προσµετρηθεί και να επιβαρυνθεί µε αυτή το χαρτοφυλάκιό τους, στ) στις 25-2-2015 αντί της αγοράς 250.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, µε τιµή ανά µετοχή 0,70911 ευρώ, σύμφωνα µε το πινάκιο αγοράς του λογαριασμού cash (τοις μετρητοίς) και τη θέση χαρτοφυλακίου πελάτη, που εξέδωσε η πρώτη εναγοµένη, η τελευταία, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, στην πραγματικότητα προέβη στην αγορά 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, σύµφωνα µε την ανάλυση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, µε αποτέλεσµα να έχει επιβαρυνθεί ο λογαριασμός cash (τοις μετρητοίς) της Κοινής Επενδυτικής Μερίδας των εναγόντων, κατά το ποσό των 35.455,51 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των 50.000 µετοχών που στην πραγματικότητα δεν αγοράστηκαν (50.000 Χ 0,70911 = 35.455,51) και το οποίο η πρώτη εναγοµένη ενθυλάκωσε στην περιουσία της, ζ) στις 25-2-2015, αν και οι ενάγοντες δεν έδωσαν εντολή για την πώληση 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, η πρώτη εναγοµένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, προέβη εν αγνοία τους στην πώληση αυτών, µε αποτέλεσµα να ζηµιωθούν το ποσό των 141.822 ευρώ, το οποίο υπολογίζουν πολλαπλασιάζοντας τις 200.000 μετοχές επί την τιµή αγοράς των 0,709110 ευρώ ανά µετοχή, λαμβάνοντας υπόψη την αγορά που πραγματοποίησαν την ίδια ηµέρα για μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, όπως αναφέρουν στην υπό στοιχείο (στ) ζηµιογόνο πράξη των εναγοµένων, ποσό μάλιστα που η πρώτη εναγοµένη ενθυλάκωσε στην περιουσία της, αφού δεν τους απέδωσε το αντίτιμο της πώλησης αυτής, η) στις 15-10-2014, παρόλο που ο πρώτος ενάγων είχε δώσει εντολή για την αγορά 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς µε τιµή 1,16 ανά µετοχή και την πώληση αυτών αυθημερόν σε περίπτωση πτώσης της τιμής στα 1,15 ευρώ ανά µετοχή, ο έβδομος εναγόµενος, ναι µεν αγόρασε τις μετοχές αυτές, αλλά, αν και η τιµή αυτής έκλεισε στα 1,10 ευρώ ανά µετοχή, δεν τις πώλησε, αλλά αυτές πωλήθηκαν τελικά στις 12-11-2014 µε µέση τιµή τα πώλησης 1,02022 ευρώ, µε αποτέλεσµα από τη µη εκτέλεση της εντολής του πρώτου ενάγοντος, να ζημιωθούν το ποσό των 28.386 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά µεταξύ της τιμής αγοράς τους (1,16215 ευρώ ανά µετοχή) και της τιμής πώλησής τους (1,02022 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων εξόδων και φόρων και θ) στις 20-2-2015, αν και οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν έδωσαν εντολή για την πώληση 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, η πρώτη εναγοµένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, προέβη εν αγνοία τους στην πώληση αυτών, µε αποτέλεσµα να ζηµιωθούν το ποσό των 127.400 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των μετοχών, με μέση τιµή αγοράς 0,637 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη αγορά που πραγματοποίησαν την ίδια ηµέρα, με αντικείμενο μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, το ποσό δε αυτό η πρώτη εναγοµένη ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, αφού δεν τους απέδωσε το αντίτιμο της πώλησης αυτής. Ακολούθως, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι, όταν διαπίστωσαν τις ανωτέρω παράνομες ενέργειες των εναγοµένων, απευθύνθηκαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την αναφερόμενη καταγγελία, προκειµένου να γνωστοποιήσουν σ' αυτή τις εν λόγω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων και να ζητήσουν τον έλεγχο των συγκεκριμένων συναλλαγών και στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την αναφερόμενη καταγγελία, καθόσον η πρώτη εναγοµένη είχε να τους παραδώσει τις απομαγνητοφωνηµένες συνομιλίες μεταξύ του πρώτου αυτών και των προστηθέντων υπαλλήλων της, επί της πρώτης δε καταγγελίας εκδόθηκε η με αριθμό ...-2016 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, µε την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη, Α.Ε.Π.Ε.Υ. συνολικό πρόστιµο ύψους 12.000 ευρώ για παραβάσεις της ειδικής περί κεφαλαιαγοράς νομοθεσίας, κατά τα αναλυτικά εκτιθέµενα στο αγωγικό δικόγραφο και η με αριθ. πρωτ. ...-2017 επιστολή της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, µε την οποία η πρώτη εναγοµένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. καλείται να καταθέσει τις απόψεις της και ιδίως να διευκρινίσει τους λόγους, για τους οποίους αρνείται να ικανοποιήσει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 12 ν. 2474/1997 δικαίωμα αυτών να έχουν πρόσβαση στα συγκεκριµένα δεδοµένα. Ότι μετά την προσφυγή τους στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η πρώτη εναγοµένη, στις 4-3-2016 κοινοποίησε σε αυτούς την από 23-2-2016 εξώδικη δήλωση - καταγγελία των από 24-3-2013 δύο συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ιδιωτών πελατών, της από 24-4-2013 σύµβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών συνδικαιούχων Κοινής Επενδυτικής Μερίδας -Πρόσθετη Πράξη, του από 24-4-2013 Προσαρτήµατος στη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ΚΕΜ για συναλλαγής στα Διεθνή Χρηματιστήρια και της φέρουσας ηµεροµηνία 11-8-2014 Πρόσθετης Πράξης για την Παροχή Πιστώσεων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών σε ΚΕΜ, κάλεσε δε αυτούς να ρυθμίσουν τις από τις συµβάσεις αυτς οικονομικές εκκρεμότητες και το χρεωστικό τους υπόλοιπο, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει το ύψος του υπολοίπου αυτού. Ότι σε απάντηση της ως άνω καταγγελίας, στις 24-3-2016 κοινοποίησαν στην πρώτη εναγομένη, την από 23-3-2016 εξώδικη δήλωση, µε την οποία διαμαρτυρήθηκαν για την καταγγελία των εν λόγω συµβάσεων, την οποία θεωρούν παράνομη και καταχρηστική για τους αναλυτικά παρατιθέµενους στο δικόγραφο της αγωγής λόγους, και κάλεσαν αυτήν, α) να απόσχει από την ενεργοποίηση των συνεπειών της καταγγελίας και β) να µην προβεί σε ενέργειες πώλησης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο εκποίησης ή δέσμευσης του χαρτοφυλακίου τους. Ότι, ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, µε την από 29-3-2016 επιστολή της, τους ενημέρωσε ότι θα προβεί αυθημερόν σε ρευστοποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου τους μέχρι κάλυψης του χρεωστικού τους υπολοίπου, το ακριβές ποσό του οποίου δεν τους γνωστοποίησε, καθώς και ότι το εναπομείναν χαρτοφυλάκιο πρόκειται να αποσταλεί στον "Ειδικό Λογαριασμό" του Αποθετηρίου Αξιών Αθηνών. Ότι στη συνέχεια, µε την από 1-4-2016 επιστολή, η πρώτη εναγομένη, για πρώτη φορά, ενημέρωσε αυτούς ότι, α) το χρεωστικό τους υπόλοιπο στις 29-3-2016, ανέρχεται στο ποσό των 343.914,41 ευρώ, πλέον τόκων μηνάς Μαρτίου, ύψους 2.427,41 ευρώ, β) στις 29-3-2016 κατέστη δυνατή η ρευστοποίηση µετοχών µε αξία πινακιδίου 229.980,19 ευρώ, γ) στις 30-3-2016 ρευστοποιήθηκαν μετοχές µε αξία πινακιδίου 116.406,09 ευρώ, ώστε να καλυφθεί το προαναφερόµενο χρεωστικό υπόλοιπο και δ) την 1-4-2016 το χαρτοφυλάκιο μεταφέρθηκε σε άλλη Α.Ε.Π.Ε.Υ. και το χρηματικό υπόλοιπο κατατέθηκε στον λογαριασμό τους. Ότι η ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους, στις 29-3-2016 και στις 30-3-2016, έλαβε χώρα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιµές µε αποτέλεσµα να προκληθεί θετική ζημία ύψους 276.218,36 ευρώ, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της µέσης τιµής κτήσης των µετοχών ΑΒΑΞ, ΕΛΠΕ, ΜΙΓ και ΤΕΝΕΓΡΑ και της τιµής πώλησής τους, καθώς και αποθετική ζηµία ύψους 107.201,90 ευρώ, η οποία συνίσταται στη διαφορά µεταξύ της µέσης τιμής κτήσης των ανωτέρω µετοχών και της µέσης χρηµατιστηριακής τιμής τους, κατά τους µήνες Δεκέμβριο 2017 και Ιανουάριο 2018, άλλως αποθετική ζημία ύψους 3.436,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 276.218,36 ευρώ, σε προθεσµιακή κατάθεση. Ότι η πρώτη εναγόµενη εταιρία ενέχεται προς αποζημίωση αυτών, τόσο µε βάση την ενδοσυµβατική της ευθύνη, για το πταίσµα των ανωτέρω υπαλλήλων της, έκτου και έβδομου των εναγοµένων, κατά την εκτέλεση και λειτουργία της µεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης πίστωσης margin, όσο και µε βάση τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, ως παρέχουσα πλημμελώς υπηρεσίες στους ίδιους, ως καταναλωτές, ενώ όλοι οι εναγόµενοι, και δη τόσο η πρώτη εναγόµενη εταιρία, όσο και οι λοιποί εναγόµενοι, νόμιµοι εκπρόσωποί της, ευθύνονται προς αποκατάσταση των ανωτέρω ζημιών τους, ένεκα της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, που συνίσταται στην εκ μέρους τους παραβίαση των οικείων διατάξεων του ν. 2396/1996 και του κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και των οικείων διατάξεων του ν. 3606/2007 Κεφαλαιαγοράς και των κανονιστικών αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ...-2007 και ...-2007, δεδομένου ότι, ενεργώντας µε πρόθεση, άλλως από βαριά τους αμέλεια, δεν έλαβαν τα µέτρα που όφειλαν για την προστασία των συμφερόντων τους και τους εξέθεσαν στον κίνδυνο να υποστούν ζημία από τις προεκτεθείσες ενέργειες των προστηθέντων τους, µε τις ειδικότερα μνημονευόµενες παράνομες τακτικές και πρακτικές. Ότι, τέλος, ένεκα της προπαρατεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγοµένων, έχουν υποστεί και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θα πρέπει να τους επιδικασθεί το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό, µετά την παραδεκτή τροπή του αιτήματος της ηθικής βλάβης των 100.000 ευρώ για καθένα των εναγόντων από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 80.000 ευρώ, παραμένοντας καταψηφιστικό για το ποσό των 20.000 ευρώ, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόµενοι, αλληλεγγύως και σε ολόκληρον, να τους καταβάλλουν, µε το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής µέχρι την εξόφληση: Α) Κυρίως μεν: Α.1.α. Το ποσό των 3.029.649,70 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία από τη διαφορά που είχε η αποτίµηση του χαρτοφυλακίου τους κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πίστωσης margin στις 26-9-2014, ύψους 3.364.940 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στην αγωγή, µε την αποτίµηση αυτού κατά το xρόνο ρευστοποίησης µέρους αυτού και μεταφοράς του σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία στις 30-3-2016, ύψους 335.290,92 ευρώ (3.364.940 - 335.290,32) 3.029.649,70 ευρώ. Α.1.β. Το ποσό των 80.340,37 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία που απορρέει από την καταβολή τόκων εξαιτίας της κατάρτισης της σύμβασης πίστωσης margin και της συνεπεία αυτής απατηλών, παράνομων και αντισυμβατικών ενεργειών των εναγοµένων, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η Κοινή Επενδυτική Μερίδα τους. Α.1.γ. Το ποσό των 1.426,93 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία, που απορρέει από τη χρέωσή τους µε έξοδα, από 31-7-2013 έως 31-3-2015, που επιβάρυναν τον λογαριασμό cash (τοις μετρητοίς), Α2. Το ποσό των 174.373,16 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική τους ζημία, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 3.029.649,70 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση, ήτοι συνολικά ποσό 3.285.790 ευρώ, για τη θετική και αποθετική τους ζημία συνεπεία της εξαπάτησης και παραπλάνησής τους, για την κατάρτιση με την πρώτη εναγομένη της ως άνω σύμβασης margin, την οποία δολίως αποφάσισαν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης, ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους Α3. Το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων, ως αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την απατηλή, παράνομη και αντισυµβατική συμπεριφορά των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, έκτου και έβδομου των εναγοµένων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν το ποσό των 80.000 ευρώ σε καθένα, απαγγέλλοντας σε βάρος τους και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους ως µέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Β) Επικουρικά δε: Β.1.α. Το ποσό των 195.815,97 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία, που απορρέει από την άνω αγορά και την πώληση 414.767 τεμάχια warrants της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Β.1.β. Το ποσό των 11.270,26 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική τους ζημία, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 195.815,57 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση. Β.2.α. Το ποσό των 808.400 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία, που απορρέει από την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγοµένης, ότι στις 28-1-2015 υπήρχε έλλειμμα διατηρητέου περιθωρίου στο χαρτοφυλάκιό τους και ήταν απαραίτητη η άµεση ρευστοποίηση µετοχών για την κάλυψή, του, όπως αναλύεται παραπάνω. Β.2.β. Το ποσό των 30.227,93 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική τους ζημία, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 808.400 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση. Β.3.α. Το ποσό των 95.500 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, που απορρέει από τη µη εκτέλεση της εντολής του πρώτου ενάγοντος για την αγορά 500.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς. Β.3.β. Το ποσό των 535.091,47 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, που απορρέει από την πώληση 712.866 µετοχών της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να λάβει χώρα η αλλαγή αμοιβαίας θέσης αυτών µε μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, κατά παράβαση της εντολής του πρώτου ενάγοντος για πώληση 825.000 μετοχών της Εθνικής Τράπεζας και αλλαγή θέσης τους µε μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, πραγµατοποιηθείσας της αγοράς µόνο 200.000 μετοχών της τελευταίας. Β.3.γ. Το ποσό των 20.011,94 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική τους ζημία, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 535.091,47 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση. Β.4. Το ποσό των 52.299,26 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία, που απορρέει από την ψευδή παράσταση του προστηθέντος υπαλλήλου της πρώτης εναγοµένης προς τον πρώτο ενάγοντα ότι αγοράστηκαν 600.000 μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ στην πραγματικότητα είχαν αγορασθεί 500.000 μετοχές, αλλά το χαρτοφυλάκιό τους είχε επιβαρυνθεί σαν να είχαν αγορασθεί 600.000 μετοχές. Β.5.α. Το ποσό των 35.455,51 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, που απορρέει από την ψευδή παράσταση ότι αγοράσθηκαν 250.000 µετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, ενώ στην πραγματικότητα είχαν αγορασθεί 200.000 μετοχές, αλλά το χαρτοφυλάκιό τους είχε επιβαρυνθεί σαν να είχαν αγορασθεί 250.000 μετοχές. Β.5.β. Το ποσό των 141.822 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, που απορρέει από την παράνομη ιδιοποίηση του τιµήµατος της πώλησης 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς εν αγνοία των εναγόντων και χωρίς να έχουν δώσει εντολή προς τούτο. Β.6. Το ποσό των 28.986 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, που απορρέει από τη µη εκτέλεση της εντολής του πρώτου ενάγοντος για την αγορά 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς σε τιµή 1,16 ανά µετοχή και την πώλησή τους αυθημερόν αν η τιµή της µετοχή πέσει στα 1,15 ευρώ ανά µετοχή, Β.7. Το ποσό των 127.400 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους που τους απορρέει από την παράνοµη ιδιοποίηση του τιµήµατος της πώλησης 200.000 µετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, εν αγνοία τους και χωρίς δική τους εντολής, Β.8.α. Το ποσό των 276.218,36 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζηµία, που απορρέει από τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους µετά την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης margin σε ιδιαίτερα χαμηλές τιµές, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της µέσης τιμής κτήσης των µετοχών και της τιμής πώλησής τους. Β.8.β. Το ποσό των 107.2011,30 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποθετική τους ζημίας, που απορρέει από τη ρευστοποίηση µετοχών του χαρτοφυλακίου τους µετά την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης margin σε ιδιαίτερα χαμηλές τιµές στις 29-3-2016 και στις 30-3-2016, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της µέσης τιµής κτήσης αυτών και της µέσης χρηµατιστηριακής τιµής τους κατά τους µήνες Δεκέμβριο 2017 και Ιανουάριο 2018, άλλως αποθετική ζημία, ύψους 3.436,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους που απώλεσαν, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαν επενδύσει το ανωτέρω ποσό των 276.218,36 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση. Β.9. Το ποσό των 100.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων, ως αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την απατηλή, υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και έβδομου των εναγοµένων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίοι οφείλουν να τους καταβάλουν το ποσό των 80.000 ευρώ σε έκαστο, απαγγέλλοντας σε βάρος των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, έκτου και έβδομου των εναγομένων, προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως µέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί......". Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 518/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, α) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγοµένων, με την ιδιότητα των νοµίµων εκπροσώπων της πρώτης εναγοµένης, β) ως μη νόμιμη, κατά το κύριο υπό στοιχ. Α αίτημά της στο σύνολό του και κατά το επικουρικό της αίτημα, ως προς τα υπό στοιχ. Β.2.α, Β.2.β, Β.3.β, Β.3.γ, Β.5.β, Β.6 Β.7, Β.8.Β αγωγικά κονδύλια και γ) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά. Μετά δε την άσκηση έφεσης από τους ενάγοντες, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, με αριθμό 608/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, η αγωγή, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, κρίθηκε ως απαράδεκτη, αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση αυτών, λόγω έλλειψης εξειδίκευσης των θεμελιωτικών αυτής στοιχείων, όπως και πρωτοδίκως, όσον δε αφορά το κύριο αίτημά της, κρίθηκε ως μη νόμιμη, απορριπτομένων των σχετικών λόγων έφεσης των εναγόντων. Ειδικότερα, όσον αφορά τους άνω εναγόμενους (2ο, 3ο, 4ο και 5ο), νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή χρονικά διαστήματα, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ως προς αυτούς, ότι, ''δεν διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο αναφορά συγκεκριμένων πράξεων και παραλείψεων, οι οποίες να φέρονται τελεσθείσες ατομικώς από τους άνω εκπροσώπους, υπό συγκεκριμένη ιδιότητα (λ.χ. του νομίμου εκπροσώπου ή του καταστατικού οργάνου της πρώτης εφεσίβλητης Α.Ε.Π.Ε.Υ.), ώστε να θεμελιώνεται αυτοτελής εις ολόκληρον μετά της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ. ευθύνη αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 481 επ. και 914 επ., 926 ΑΚ, μη αρκούσης μόνης της αναφοράς ότι αυτοί τυγχάνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ. καθ'ο χρόνο: α) φέρονται τελεσθείσες οι φερόμενες ως παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ., δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, έκτου και εβδόμου εφεσιβλήτων και β) έλαβε χώρα η καταγγελία της συμβάσεως margin με (την αναγομένη στον κύκλο των νομίμων καθηκόντων τους) υπογραφή της σχετικής εξώδικης δηλώσεως'', απορρίπτοντας κατόπιν τούτων, το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων. Ωστόσο, από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων - αναιρεσίβλητων, ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, προκύπτει ότι αναφέρονται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων αυτών. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας σε βάρος των εναγόντων, ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Δ. ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2011 έως 4-3-2015, ο τρίτος εναγόμενος, Α. Δ., ήταν Γενικός Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 18-5-2011 έως 9-6-2016 και Πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 10-6-2016 και εφεξής και ο τέταρτος εναγόμενος Δ. Π., ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2015 έως 21-5-2018, ότι οι τελευταίοι με τις άνω ιδιότητές του, εκπροσωπούσαν τη πρώτη εναγομένη, κατά την κατάρτιση, τη λειτουργία και την καταγγελία της ως άνω σύμβασης margin, στην οποία οι ενάγοντες οδηγήθηκαν από την παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης, ότι αυτοί παρέλειψαν δολίως, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, την παροχή ουσιωδών πληροφοριών προς τους αναιρεσείοντες, ως προς τη φύση της σύμβασης, τους κινδύνους και τις από αυτή δεσμεύσεις, η γνώση των οποίων θα τους είχε αποτρέψει από την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης και επιπλέον παρέλειψαν τον έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας αυτών (αναιρεσειόντων) ως επενδυτών, όπως όφειλαν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 ν. 3606/2007 και τα άρθρα 12, 13 και 14 της 1/452/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενώ δεν όρισαν ποτέ το επενδυτικό τους προφίλ, αν και είχαν χαρακτηριστεί, ως ιδιώτες πελάτες. Επιπρόσθετα, αφού γίνεται επίκληση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης, επενδυτικής εταιρίας και αποδίδεται υπαιτιότητα για τις πράξεις και παραλείψεις των καταστατικών οργάνων της (φυσικών προσώπων), δια μέσου των οποίων ενσαρκώνεται η βούλησή της, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός από τα εναγόμενα μέλη της διοίκησης για την κατ' αρχή θεμελίωση της δικής του, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για αποζημίωση των εναγόντων από αδικοπραξία, εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια των συγκεκριμένων εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, να προτάξουν με σχετική ένστασή τους, αμυνόμενοι, κατά της αγωγής, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιος καθένας από αυτούς για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία των εναγόντων. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ως άνω εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 65, 67, 71, 914, 932 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος των εναγόντων, ενώ παράλληλα παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, συνεπώς, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Όσον, ομως αφορά τον πέμπτο εναγόμενο, ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο, Κ. Ξ., ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2018 και εφεξής, η ένδικη αγωγή είναι πράγματι απαράδεκτη, αφού αυτός ουδόλως συμμετείχε κατά την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος των εναγόντων, φερόμενη ως τελεσθείσα κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, προηγούμενο της ανάληψης των καθηκόντων του και ως εκ τούτου ο άνω λόγος, κατά το μέρος που αφορά αυτόν είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά το κύριο αίτημά της, είναι μη νόμιμη, για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας και για έλλειψη πραγματικής ζημίας των εναγόντων, από την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης margin, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίους παραπονούνταν για την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ως προς το κύριο αίτημα της, ως μη νόμιμης, δεχόμενο τα εξής: '' ..... καθ' όσον αφορά στον πέμπτο λόγο εφέσεως και στον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, πρέπει να επισημανθεί ότι η σύμβαση παροχής πιστώσεως επί σκοπώ αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως αυτή ρυθμίζεται από τις παρατιθέμενες υπό στοιχείο Γ.Ι. της μείζονος σκέψεως διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 του Ν. 4141/2013, "Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις" (......), οι οποίες εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση λόγω καταρτίσεως της (φέρουσας ημερομηνία 11.8.2014) συμβάσεως μεταξύ των εκκαλούντων και της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ. υπό τον τίτλο, "Πρόσθετη Πράξη για την Παροχή Πιστώσεων για τη Διενέργεια Χρηματιστηριακών Συναλλαγών σε ΚΕΜ " (Σύμβαση Margin) μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, αποτελεί παρεπομένη επενδυτική υπηρεσία (άρθρο 4 παρ. 2 περ. β Ν. 3606/2007), με την οποία σκοπείται η διευκόλυνση - δια της παροχής πιστώσεως από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. - του επενδυτή κατά την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, έχει δε χαρακτήρα διαρκούς συμβάσεως, στο πλαίσιο της οποίας εκτελούνται από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. κατ' εντολή του επενδυτή αγορές (και αντίστοιχες πωλήσεις) χρηματοπιστωτικών μέσων. Οι διατάξεις των άρθρων 5 -11 του Ν. 4141/2013 ρυθμίζουν τους όρους παροχής της πιστώσεως, ως και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, ώστε η παρεχομένη πίστωση να διατηρείται λειτουργική και να εξυπηρετεί με ασφάλεια τον βασικό σκοπό, ήτοι την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων. Επομένως, η διαρκής αυτή πιστωτική σύμβαση απλώς παρέχει ένα πλαίσιο χρηματοδοτήσεως της αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων και δεν συνδέεται (τουλάχιστον ευθέως) με τον πυρήνα (και τα παραγωγικά αίτια) εκάστης επιμέρους αποφάσεως (αγοράς συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου σε δεδομένη χρονική στιγμή) εκ μέρους του επενδυτή ή την προσήκουσα ή μη εκπλήρωση της εντολής του τελευταίου προς αγορά χρηματοπιστωτικού μέσου ή την παράβαση ή την άρνηση εκτελέσεως ή την πλημμελή εκτέλεση εντολής ή, αντιθέτως, τη διενέργεια χρηματιστηριακής πράξεως (αγοράς ή πωλήσεως) άνευ εντολής εκ μέρους της Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες - και μόνον - δύνανται να προξενήσουν πραγματική και συγκεκριμένη (μετρήσιμη) περιουσιακή ζημία στον επενδυτή, ενώ ενδέχεται άλλες επενδυτικές επιλογές (αποφάσεις), λαβούσες χώρα με χρήση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως και συνδυαζόμενες με την προσήκουσα εκπλήρωση των όρων της κυρίας συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, (είτε πρόκειται περί συμβάσεως λήψεως, διαβιβάσεως και εκτελέσεως εντολών είτε περί συμβάσεως διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, είτε περί συμβάσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών ), να έχουν ευμενές για τον επενδυτή αποτέλεσμα και να αποφέρουν κέρδη και αύξηση της αξίας του χαρτοφυλακίου του. Επομένως, μόνη η κατάρτιση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως επί σκοπώ αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι απεκρύβησαν από την πρώτη εφεσίβλητο Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τους προστηθέντες υπαλλήλους της οι ακριβείς όροι καταρτίσεως και εκπληρώσεως αυτής και οι συναφείς κίνδυνοι από την μη προσήκουσα εξυπηρέτηση της πιστώσεως, δεν δΰναται να θεωρηθεί - εκ των προτέρων και άνευ άλλου τινός - ζημιογόνος για τους εκκαλούντες, ώστε, εάν μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής το χαρτοφυλάκιό τους έχει μικρότερη αξία, να θεωρείται ότι έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου τους κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως και της (ελάσσονος) αξίας του κατά το χρόνο της καταγγελίας και της ρευστοποιήσεώς του κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4141/2013, διότι πραγματική ζημία σε αυτούς προκαλείται μόνο από πράξεις ή παραλείψεις της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ. και των προστηθέντων υπαλλήλων της, συνιστάμενες στην αντισυμβατική και εν πάση περιπτώσει παράνομη και υπαίτια μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση εντολής των επενδυτών εκκαλούντων αναφορικώς με συγκεκριμένη χρηματιστηριακή συναλλαγή (επί πιστώσει αγορά χρηματοπιστωτικού μέσου ή πώληση αυτού ) ή στην άνευ εντολής διενέργεια τέτοιας συναλλαγής, οι οποίες οδήγησαν σε πραγματική μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους, και όχι σε κάθε περίπτωση χρηματιστηριακής συναλλαγής (επί πιστώσει αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων ή πωλήσεως αυτών) στο πλαίσιο της σχετικής συμβάσεως, δηλαδή ακόμη και εάν δεν προκαλείται περιουσιακή ζημία από αυτήν. Δηλαδή, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν δύναται να θεμελιωθεί αξίωση προς αποζημίωση λόγω της καταρτίσεως της ιδίας της συμβάσεως παροχής πιστώσεως επί σκοπώ αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων, προεχόντως ελλείψει της αναγκαίας προϋποθέσεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης (ήτοι της κατόπιν εξαπατήσεως καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως) και της φερομένης ως επελθούσας περιουσιακής ζημίας των εκκαλούντων, υπό την έννοια ότι η κατάρτιση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως δεν είναι αντικειμενικώς πρόσφορη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις επικρατούσες στο πεδίο των χρηματιστηριακών συναλλαγών ειδικές συνθήκες, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχεία Γ.IV.α. της προπαρατεθείσας μείζονος σκέψεως, αντιθέτως δε με αυτή σκοπείται η ευχερέστερη και ταχύτερη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Εξάλλου, καθ' όσον αφορά στον προσδιορισμό της περιουσιακής ζημίας, οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν ζητούν την ακύρωση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως λόγω απάτης (άρθρα 147 επ. ΑΚ), αλλά μόνο την ανόρθωση της ζημίας τους, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχείο Γ.IV.β. της προπαρατεθείσας μείζονος σκέψεως, δεν ισχυρίζονται ότι όλες οι εντολές τους προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά τη διάρκεια εκπληρώσεως της συμβάσεως παροχής πιστώσεως αγνοήθηκαν ή εκτελέσθηκαν πλημμελώς, με συνέπεια να υφίστανται βλάβη της περιουσίας τους, αλλά αναφέρονται - στην επικουρική βάση της αγωγής - σε συγκεκριμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές, δυνάμενες να εντοπισθούν και προσδιορισθούν επαρκώς, με ειδική αναφορά στις τιμές κτήσεως και πωλήσεως μετοχών, στις οποίες αφορούν οι εντολές αυτές. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη ότι η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής είναι μεταβαλλόμενο μέγεθος, επηρεαζόμενο από εξωγενείς παράγοντες, η παράθεση της τιμής κτήσεως αυτής αποτελεί, κατ' αρχήν, αναγκαία αφετηρία για τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης και πραγματικής ζημίας, συνισταμένης στη διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της τελικής τιμής πωλήσεώς της, η δε τιμή κτήσεως εκάστου χρηματοπιστωτικού μέσου ( μετοχής) των εκκαλούντων δεν παρατίθεται ευκρινώς στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά αναφέρονται απλώς η σύνθεση και η αξία του χαρτοφυλακίου των τελευταίων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως, ενώ ομοίως δεν μνημονεύεται ποιες συγκεκριμένες μετοχές εκποιήθηκαν σε τιμή ελάσσονα της τιμής κτήσεώς τους. Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί βάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι δεν απαιτείται παράθεση της τιμής κτήσεως των μετοχών του χαρτοφυλακίου τους (την οποία απαραδέκτως επιχειρούν το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως - άρθρο 526 εδ. α ΚΠολΔ ), αλλά αρκεί η αναφορά της αξίας τους κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως παροχής πιστώσεως και της μεταφοράς τους στο Λογαριασμό Margin, και πάλι δεν είναι δυνατός ο λογιστικός προσδιορισμός της πραγματικής ζημίας αυτών, με αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εφεσιβλήτου Α.Ε.Π.Ε.Υ., συνιστάμενες στην αντισυμβατική και εν πάση περιπτώσει παράνομη και υπαίτια μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση εντολής των εκκαλούντων επενδυτών αναφορικώς με συγκεκριμένη χρηματιστηριακή συναλλαγή (επί πιστώσει αγορά χρηματοπιστωτικού μέσου ή πώληση αυτού) ή στην άνευ εντολής διενέργεια τέτοιας συναλλαγής, οι οποίες οδήγησαν σε μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους, καθ' όσον δεν είναι εφικτή η διάκριση μεταξύ των συγκεκριμένων πράξεων και παραλείψεων και των περιπτώσεων προσήκουσας εκπληρώσεως (άλλων) εντολών αγοράς επί πιστώσει, είτε αυτές οδήγησαν σε πρόσκτηση κέρδους και επαύξηση της αξίας του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου είτε όχι, λόγω ακριβώς της ιδιαιτερότητας των συνθηκών των χρηματιστηριακών συναλλαγών και της συνεχούς διακυμάνσεως των τιμών των μετοχών κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου. Κατά συνέπεια, πέραν της μη συνδρομής της προϋποθέσεως του αιτιώδους συνδέσμου, μη νομίμως υπολογίζεται η ζημία των εκκαλούντων, ως η λογιστική διαφορά μεταξύ της αξίας του χαρτοφυλακίου τους κατά το χρόνο καταρτίσεως της Συμβάσεως Margin και εκείνης κατά το χρόνο καταγγελίας αυτής και ρευστοποιήσεως του εν λόγω χαρτοφυλακίου και ως εκ τούτου μη νόμιμα και εντεύθεν απορριπτέα παρίστανται στο πλαίσιο έρευνας της κυρίας αγωγικής βάσεως τα αιτήματα περί επιδικάσεως : α) ποσού 3.029.649,70 €, ως αποζημιώσεως για θετική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά της αξίας του χαρτοφυλακίου των εκκαλούντων κατά το χρόνο καταρτίσεως της Συμβάσεως Margin, ύψους 3.364.940 ευρώ και της αξίας αυτού κατά το χρόνο ρευστοποιήσεως και μεταφοράς του σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία την 30.3.2016, ύψους 335.290,32 ευρώ (3.364.940 ευρώ - 335.290,32 ευρώ), β) ποσού 80.340,37 ευρώ, ως αποζημιώσεως για θετική ζημία, απορρέουσα από την καταβολή τόκων στο πλαίσιο εκπληρώσεως της Συμβάσεως Margin και των συνεπεία αυτής αντισυμβατικών ενεργειών των εφεσιβλήτων, καθ' όσον η καταβολή τόκων αποτελεί συμβατική υποχρέωση των εκκαλούντων και δεν συνδέεται αιτιωδώς με συγκεκριμένες παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις των τελευταίων, γ) ποσού 1.426,93 €, ως αποζημιώσεως για θετική ζημία, απορρέουσα από τη χρέωσή τους με έξοδα κατά το χρονικό διάστημα από 31.7.2013 έως 31.3.2015, τα οποία επιβάρυναν τον Λογαριασμό Cash ( λογαριασμό μετρητοίς ), διότι τα έξοδα αυτά δεν αφορούν στο Λογαριασμό Margin και τη συνδεομένη με αυτόν σύμβαση παροχής πιστώσεως, και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη ζημία δεν συνδέεται με την εκπλήρωση της τελευταίας, προς την οποία συνάπτονται όλες οι αποδιδόμενες στους εφεσιβλήτους παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις και δ) ποσού 174.373,16 ευρώ, ως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), η οποία αντιστοιχεί στους τόκους, τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι απώλεσαν και θα είχαν εισπράξει, εάν είχαν επενδύσει το ως άνω ποσόν των 3.029.649,70 ευρώ σε προθεσμιακή κατάθεση, καθ' όσον πραγματική ζημία δεν υφίσταται για τους αναφερομένους ανωτέρω στο σκεπτικό λόγους''. Με τις παραδοχές δε αυτές αυτές, το Εφετείο, αφού συμπλήρωσε την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ομοίως είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το κύριο αίτημά της, ως προς το ζήτημα της πραγματικής ζημίας, απέρριψε τους σχετικούς, πέμπτο και δεύτερο πρόσθετο λόγους της έφεσης. Ωστόσο, με βάση το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως παρατέθηκε παραπάνω, αληθινό υποτιθέμενο, υφίσταται πράγματι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω παράνομης, υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων και νομίμων εκπροσώπων της, κατά την κατάρτιση, μετά από εξαπάτηση, της εν λόγω σύμβασης margin και ακολούθως κατά τη λειτουργία και την καταγγελία της σύμβασης αυτής και της ζημίας που επήλθε από τη συμπεριφορά αυτή. Και τούτο, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αληθινά υποτιθέμενα, η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, με παραπλανητικό και απατηλό τρόπο δια των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων αυτής, οι οποίοι παρέλειψαν να ενημερώσουν επαρκώς τους ενάγοντες για τους κινδύνους της συγκεκριμένης σύμβασης, προκειμένου οι τελευταίοι να κατανοήσουν πλήρως τη μορφή και το περιεχόμενό της και να αποφασίσουν συνειδητά εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη τοποθέτηση του κεφαλαίου τους σ' αυτήν, αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με αυτή, και να προβούν όπως είχαν υποχρέωση, στον κατά το άρθρο 25 παρ. 4 και 5 του ν.3606/2007, έλεγχο της συμβατότητας και καταλληλότητας πριν και κατά την σύναψη με τους ενάγοντες της εν λόγω σύμβασης παροχής πίστωσης για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας να προξενήσει την προαναφερθείσα ζημία των εναγόντων, υπό την έννοια της ύπαρξης ανάμεσά τους πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Η ζημία δε αυτή δεν ανάγεται γενικά στον εγγενή από τη λειτουργία της σύμβασης margin κίνδυνο, αλλά στην προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων και νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, ως προς τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσής τους για διαφώτιση και ενημέρωση των αντισυμβαλλομένων τους εναγόντων, σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με την υποδεικνυόμενη σύμβαση, η οποία απορρέει από την καλή πίστη, αλλά και την καταρτισθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών (αρθ. 25 ν. 3606/2007, 281, 288 ΑΚ) για την οποία ευθύνεται η πρώτη εναγομένη (αρθρ. 922 ΑΚ).
Περαιτέρω, όσον αφορά τον προσδιορισμό της ζημίας, οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή ότι η αξία του χαρτοφυλακίου τους κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πίστωσης margin, στην οποία οδηγήθηκαν συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και νομίμων εκπροσώπων αυτής, ανερχόταν στο ποσό των 3.364.940 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική αξία των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιό τους μετοχών συστημικών τραπεζών και μεγάλων εταιριών, όπως οι μετοχές αυτές και η αξία καθεμιάς αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, το οποίο (ποσό), λόγω της απατηλής και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγοµένης, που διενεργούσαν συναλλαγές, άλλοτε κατά παράβαση των εντολών τους και άλλοτε εν αγνοία τους, όπως οι συναλλαγές αυτές διαλαμβάνονται στις ενσωματωμένες στο δικόγραφο της αγωγής καταστάσεις των λογαριασμών τους, µε τις αγορές και πωλήσεις των μετοχών του χαρτοφυλακίου τους, κατά το επίμαχο χρονικό διάστηµα από την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης margin, έως την καταγγελία της, µετά την καταγγελία της τελευταίας σύμβασης πίστωσης και τη ρευστοποίηση µέρους του χαρτοφυλακίου τους, για την κάλυψη χρεωστικού υπολοίπου, ανήλθε στο ποσό των 335.290,32 ευρώ, µε αποτέλεσµα η ζημία τους να συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των ανωτέρω ποσών, ύψους (3.364.940 - 335.290,32 = 3.029.649,70 ευρώ. Επίσης, εκθέτουν ότι από την ίδια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστησαν θετική ζημία που συνίσταται στο ποσό των 80.340,37 ευρώ, που αφορά στην καταβολή τόκων εξαιτίας της κατάρτισης της σύμβασης πίστωσης margin, στο ποσό των 1.426,93 ευρώ, που αφορά στη χρέωσή τους µε έξοδα από 31-7-2013 έως 31-3-2015, που επιβάρυναν τον λογαριασμό cash (τοις μετρητοίς) (Α.1.γ.) και αποθετική ζημία, ποσού 174.373,16 ευρώ, που αφορά σε τόκους που θα ελάμβαναν αν είχαν τοποθετήσει το άνω ποσό των 3.029.649,70 ευρώ σε προθεσµιακή κατάθεση. Η ως άνω θετική και αποθετική ζημία των εναγόντων, οριζόμενη, α) ως η διαφορά μεταξύ του ποσού που τοποθέτησαν οι ενάγοντες στη συγκεκριμένη σύμβαση που κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη, μέσω της μεταφοράς του χαρτοφυλακίου τους σ' αυτή και του ποσού που απέμεινε στο χαρτοφυλάκιό τους, μετά την καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, β) τα ποσά των τόκων και εξόδων που κατέβαλαν για την ίδια σύμβαση και γ) το ποσό των τόκων που απώλεσαν από τη μη τοποθέτηση του κεφαλαίου τους σε τράπεζα, αποτελεί πράγματι την πραγματική και αποκαταστατέα ζημία των εναγόντων, που συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ως προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης των δικαιούχων - εναγόντων πριν την κατάρτιση της σύμβασης margin, στην οποία κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή οδηγήθηκαν συνεπεία της αδικοπρακτικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των προστηθέντων και νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής (θεωρία της διαφοράς) και ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο θα αποκόμιζαν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, που αποστερήθηκαν, αποτραπείσας έτσι της αύξησης της περιουσίας τους. Δεν ήταν δε αναγκαία για τον υπολογισμό της ζημίας, η αναφορά του τρόπου και της αξίας κτήσης των μετοχών του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, ως αναγκαία αφετηρία για τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης και πραγματικής ζημίας, από τη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης του εν λόγω χρηματοπιστωτικού μέσου και της τελικής τιμής πώλησής του, καθόσον αντικείμενο της επίδικης διαφοράς είναι η κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων, παροχή από την πρώτη αναιρεσίβλητη πίστωσης για την αγορά μετοχών και όχι η αποζημίωση από την πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών, που περιλαμβάνονταν στο χαρτοφυλάκιο των εναγόντων, κατά τη μεταφορά του για την εξυπηρέτηση της σύμβασης ''margin'', ούτε και η αναφορά των συγκεκριμένων συναλλαγών από τις οποίες προέκυψε η ζημία των εναγόντων, ενόψει και της παράθεσης στην αγωγή του συνόλου των συναλλαγών, όπως απαοτυπώνονται στις ενσωματωμένες στην αγωγή καταστάσεις. Επομένως, και οι άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει α)να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτού, όπως ορίζονται στο διατακτικό και β)να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του άνω λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το κύριο αγωγικό αίτημα, ως προς τους, πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομο των αναιρεσίβλητων, ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέβαλαν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι ως άνω, πρώτη, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 608/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος στρέφεται κατά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, Κ. Ξ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του άνω πέμπτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Αναιρεί την άνω με αριθμό 608/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς (πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομο) αναιρεσίβλητους, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στους καταθέσαντες αυτό.
Καταδικάζει τους, πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομο των αναιρεσίβλητων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης