ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1396/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1396/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1396/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1396 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1396/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "Γ. Σ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Σουριαδάκι και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΥΠΕΡΑΓΟΡΕΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1861/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1630/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1630/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1861/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 18.6.2018 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 106η παρ. 2 εδ. α' και β' του ν. 3588/2007 όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης - μεταβίβασης επιχείρησης, όριζε ότι "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ή προβλέψεων της συμφωνίας, η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει επίπτωση στις ασφάλειες τρίτων, προσωπικές ή εμπράγματες, περιλαμβανομένων των προσημειώσεων, που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση της απαίτησης. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον". Από την διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν επιδρά στην ύπαρξη και την έκταση των ασφαλειών τρίτων, άρα και των εγγυήσεων. Εξαίρεση εισάγεται σε περίπτωση κατά την οποία αυτή η ίδια η συμφωνία εξυγίανσης προβλέπει κάτι διαφορετικό, όπως όταν με τη συμφωνία εξυγίανσης προβλέπεται απομείωση και των εγγυήσεων τρίτων. Αλλά και στην τελευταία αυτή περίπτωση είναι δυνατό με τη συμφωνία εξυγίανσης να διατηρείται ακέραιη συγκεκριμένη εγγύηση που δόθηκε για συγκεκριμένη οφειλή όπως αυτή ρυθμίστηκε απομειούμενη κατά την ως άνω συμφωνία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της προβλέψεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1381/2022).

1.Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847, 850, 851, 858 ΑΚ, 106η, 106θ του ν. 3588/2007, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η απαίτησή της κατά της εταιρείας "Μ. ΑΕ" απομειώθηκε κατά 50% και διατηρήθηκε μόνο η απαίτησή της κατά του εγγυητή Δ. Μ., ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι το 50% της απαίτησής της παρέμεινε στην ως άνω εταιρεία, η οποία το οφείλει και το υπόλοιπο 50% οφείλεται από την αναιρεσίβλητη.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία : "Με την υπ' αριθμ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 61/2017 και 426/2017 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η από 30/09/2016/59208/1112/2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Ε.", περί άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης - μεταβίβασης επιχείρησης, διατάχθηκε το άνοιγμα εξυγίανσης της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας και επικυρώθηκε η από 28.9.2016 συμφωνία εξυγίανσης - μεταβίβασης επιχείρησης, που συνάφθηκε μεταξύ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, πιστωτών αυτής και της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης. Στη συμφωνία αυτή περιλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εξής όροι : Όρος 23.3 : "Οι υποχρεώσεις αυτές (προς ανέγγυους πιστωτές) ως αποτυπώνονται στο ισοζύγιο με ημερομηνία 30.6.2016 και στον Πίνακα Πιστωτών, μετά την αφαίρεση τυχόν χρεωστικών υπολοίπων, εφόσον αφορούν τον ίδιο πιστωτή, διαγράφονται σε ποσοστό 50% επί του συνόλου των απαιτήσεων των ανέγγυων προμηθευτών κατά της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" Όρος 23.4 : "Το υπόλοιπο των ανωτέρω υποχρεώσεων, κατόπιν της διαγραφής ποσοστού 50%, μεταφέρεται στην ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης της Συναλλαγής", Όρος 23.5 : "Στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ μεταφέρεται αποκλειστικά και μόνον το σύνολο των χρεωστικών υπολοίπων προμηθευτών και υπό την προϋπόθεση ότι το υπόλοιπο προκύπτει χρεωστικό μετά την αφαίρεση τυχόν πιστωτικών υπολοίπων που αφορούν τον ίδιο πιστωτή, ανεξαρτήτως της αιτίας από την οποία απορρέουν", Όρος 23.6 : "Σε περίπτωση κατά την οποία μετά την 30.06.2016 απαιτήσεις προμηθευτών εξοφλήθηκαν μερικώς δια καταβολών από την ΕΤΑΙΡΕΙΑ, οι καταβολές αυτές εξοφλούν μέρος της απομειωθείσας απαίτησης που μεταφέρεται στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εφόσον αφορούν πληρωμές για εξόφληση υπολοίπων κατά την 30.06.2016", Όρος 23.7 : "Η αποπληρωμή των υποχρεώσεων αυτών από τη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, όπως θα διαμορφωθεί μετά την μεταβίβασή τους σε αυτή, θα γίνει εντός εξήντα Εργασίμων Ημερών από την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης της Συναλλαγής χωρίς την επιβολή τόκων, προστίμων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων", Όρος 23.9 : "Προμηθευτές/πιστωτές που έχουν στην κατοχή τους επιταγές ή/και γραμμάτια ή/και συναλλαγματικές ή/και έχουν προβεί σε πράξεις δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής τους τόσο κατά της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ όσο και κατά των Αλληλεγγύως Ευθυνόμενων και Εξ Αδικοπραξίας Ευθυνόμενων (ενδεικτικά έκδοση Διαταγών Πληρωμής, έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κατάθεση αγωγής, ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων), κατόπιν της απομείωσης των σχετικών απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ και κατά το χρόνο εξόφλησης και υπογραφής της σχετικής πράξης εξόφλησης, υποχρεούνται να παραδίδουν στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ τα σώματα των επιταγών ή/και τα απόγραφα των Διαταγών Πληρωμής και παράλληλα υποχρεούνται να παραιτούνται των σχετικών δικογράφων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους που απορρέουν από οποιαδήποτε αιτία", Όρος 25.3 : Οι απαιτήσεις της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ που απορρέουν από επιταγές, οι οποίες έχουν εκδοθεί από τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ και των οποίων νόμιμος κομιστής είναι τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεταφέρονται στο σύνολό τους στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Περαιτέρω, με βάση το με ημερομηνία 30/06/2016 ισοζύγιο και τον πίνακα πιστωτών, όπως αυτά επικυρώθηκαν από την ως άνω υπ' αριθμ. 8/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, οι συνολικές οφειλές της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας προς την ενάγουσα, κατά την ως άνω ημερομηνία (30/06/2016) ανέρχονταν στο ποσό των 4.410.278 ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 23.3 και 23.4 όρους της ως άνω συμφωνίας, η ως άνω οφειλή διαγράφηκε σε ποσοστό 50%, δηλαδή κατά ποσό 2.205.139 ευρώ, το δε υπόλοιπο αυτής, κατόπιν της ως άνω διαγραφής και απομείωσης, μεταφέρθηκε στην εναγομένη κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης της Συναλλαγής (28/02/2017). Η ενάγουσα - εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, διατείνεται, όπως ισχυρίστηκε και πρωτόδικα, ότι το ποσοστό 50% της συνολικής υποχρέωσης, δηλαδή ποσό 2.205.139 ευρώ δεν διαγράφηκε αλλά διατηρήθηκε ως υποχρέωση της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας, διότι με την υπ' αριθμ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι απαιτήσεις της πρώτης κατά της δεύτερης εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας εξυγίανσης και τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των ανέγγυων πιστωτών διαγράφονται μετά την αφαίρεση τυχόν πιστωτικών υπολοίπων κατά 50% και μεταφέρονται στην εναγομένη, εξοφλούνται δε εντός 60 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής, χωρίς την επιβολή τόκων, προστίμων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ενώ, επίσης, ορίστηκε ειδικά ότι τυχόν καταβολές μετά την 30/06/2016 λογίζονται ότι εξοφλούν μέρος της απομειωθείσας απαίτησης (σελ. 102 στίχοι 14-18 της απόφασης). Δηλαδή, με την ως άνω απόφαση δεν προβλέφθηκε καμία εξαίρεση ούτε διαφορετική μεταχείριση για συγκεκριμένο ανέγγυο πιστωτή. Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι οι υπ' αριθμ. 31.13, 31.14 εδ. β και γ και 31.15 όροι της συμφωνίας, με τους οποίους ορίζονται τα εξής : "31.13 τα αποτελέσματα της ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ως προς τον περιορισμό των απαιτήσεων ενός εκάστου πιστωτή, συμβαλλόμενου ή μη στην παρούσα, συμφωνείται ότι ισχύουν και έναντι συνοφειλετών εις ολόκληρο με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ προς καταβολή έναντι των μη συμβαλλομένων ακόμη και όσον αφορά τους φόρους εισοδήματος, τους επιρριπτόμενους και τους παρακρατούμενους φόρους (ενδεικτικά αναφερόμενους) καθώς και την τυχούσα ευθύνη τους προς αποζημίωση από αδικοπραξία ή/και ηθική βλάβη [... ] 31.14 [... ] Η δε οφειλή των εγγυητών και αλληλεγγύως ευθυνόμενων και εις ολόκληρο υπόχρεων προς καταβολή έναντι των πιστωτών της, ρητά συμφωνείται ότι περιορίζεται στα ποσοστά που ως άνω αναφέρονται και η καταβολή εκ μέρους της ΝΕΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ των περιοριζόμενων ποσών των οφειλών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, μεταβιβάζονται συνεπάγεται την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και απόσβεση των απαιτήσεων εκάστου πιστωτή. Τυχόν δε ευθύνη των εγγυητών και αλληλεγγύως ευθυνόμενων και εις ολόκληρο υπόχρεων προς καταβολή (ενδοσυμβατικά ή από αδικοπραξία ή/και οιαδήποτε άλλη αιτία), ρητά συμφωνείται ότι υπό την προϋπόθεση τήρησης εκ μέρους της ΝΕΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ όλων των όρων του παρόντος και της εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της προς έκαστο πιστωτή αποσβέννυται και διαγράφεται και οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν των ποσών αυτών διαγράφεται. 31.15 Τυχόν ευθύνη των εγγυητών και αλληλεγγύως ευθυνόμενων και εις ολόκληρο υπόχρεων προς καταβολή (ενδοσυμβατικά ή από αδικοπραξία ή/και οιαδήποτε άλλη αιτία) ακολουθεί την τύχη της υποχρέωσης αυτής και ρητά συμφωνείται ότι αποσβέννυται και διαγράφεται στο βαθμό που αποσβέννυται και διαγράφεται η εν λόγω υποχρέωση, εφόσον βεβαίως η Συμφωνία Εξυγίανσης επικυρωθεί αμετάκλητα ή/και δεν απωλέσει τις έννομες συνέπειές της για οιοδήποτε λόγο είτε αφορά τους υπαιτίους προς τούτο εγγυητές/αλληλεγγύως ευθυνόμενους/εις ολόκληρον υπόχρεων είτε όχι (οπότε και η ανωτέρω ρύθμιση αναβιώνει πλήρως)", δεν ισχύουν κατά της ενάγουσας για την απαίτηση της οποίας, την 27.6.2016 ... εγγυήθηκε ο Δ. Μ. του Λ. με την από 27.6.2016 "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΟΦΕΙΛΗΣ" διότι με αυτόν τον τρόπο πιθανολογείται ότι παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των ανωτέρω μη συμβαλλομένων πιστωτών αφού η μείωση των χρεών μιας επιχείρησης δεν πρέπει να θέτει τους μη συμβαλλομένους στη σχετική συμφωνία πιστωτές σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν με βάση την αναγκαστική εκτέλεση επί της ρευστοποίησης της περιουσίας της επιχείρησης ή και αυτής των υπέρ αυτής εγγυητών (σελ. 103 στίχοι 13 επ. και 104 στίχοι 4-14 της απόφασης). Επομένως, με την ως άνω απόφαση εξαιρέθηκε η απαίτηση της ενάγουσας από το πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω όρων, πλην όμως η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει μόνο τον εγγυητή Δ. Μ. του Λ., του οποίου η ευθύνη, έτσι, διατηρήθηκε μολονότι η απαίτηση της ενάγουσας κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" απομειώθηκε. Η διατήρηση από το Δικαστήριο της εγγυητικής ευθύνης του ως άνω Δ. Μ. του Λ., κατ' απόκλιση των οριζομένων στη συμφωνία εξυγίανσης, έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του πιστωτή καθόσον, κατόπιν της από 02/09/2016 αίτησης της ενάγουσας, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. .../2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση κι ο ανωτέρω εγγυητής διατάχθηκε να καταβάλει σε αυτήν -ενάγουσα- το ποσό των 5.039.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Ωστόσο, πέραν της διατήρησης της εγγυητικής ευθύνης του ως άνω Δ. Μ. του Λ., η ως άνω υπ' αριθμ. 8/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου δεν προέβλεψε καμία άλλη εξαίρεση από τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης υπέρ της ενάγουσας αναφορικά με την απαίτησή της, κάνοντας δεκτή εν μέρει την από 19-10-2016 κύρια παρέμβασή της, μόνο ως προς τους προαναφερόμενους όρους 31.13, 31.14 εδ. β και γ και 31.15, απορρίπτοντας δε αυτή ως προς όλα τα υπόλοιπα αιτήματά της. Η τυχόν αποδοχή του ισχυρισμού της ενάγουσας περί διατήρησης του 50% της αρχικής υποχρέωσης της ανώνυμης εταιρείας "Μ. ΑΕ", θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της προαναφερόμενης συμφωνίας εξυγίανσης, ουσιωδών όρων και συμφωνιών αυτής. Η απαίτηση της ενάγουσας διατηρήθηκε μόνο κατά του Δ. Μ. του Λ., όχι όμως και κατά της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, δοθέντος ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106η παρ. 2 του Ν. 3588/2007 - όπως ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης-, θεμελιωνόταν απόκλιση από την αρχή του παρεπομένου της εγγυητικής ευθύνης και, επομένως, ο εγγυητής εξακολουθούσε να ευθύνεται απέναντι στον πιστωτή, για όλη την έκταση της οφειλής του πρωτοφειλέτη, παρά τον εν μέρει περιορισμό της απαίτησης που καθορίστηκε με τη συμφωνία εξυγίανσης, αφού το διαγραφόμενο τμήμα της τελευταίας παρέμενε ως ατελής ενοχή και μπορούσε να επανέλθει στο αρχικό της ύψος, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης. Τυχόν δε επέκταση του αποτελέσματος της εξαίρεσης, που αφορά τους ως άνω όρους (31.13, 31.14 και 31.15), και σε άλλες ρυθμίσεις του Σχεδίου Εξυγίανσης δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της Συμφωνίας Εξυγίανσης και δεν εξυπηρετεί την προαγωγή των ουσιαστικών προϋποθέσεων επικύρωσης αυτής, υπό την έννοια ότι από το τμήμα της επιχείρησης της "Μ. ΑΕ", το οποίο παρέμεινε σε αυτή θα έπρεπε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας, και ως εκ τούτου, θα αλλοιωνόταν το αναφερόμενο στο άρθρο 26.23 της Συμφωνίας Εξυγίανσης ποσοστό ικανοποίησης από τη "Μ. ΑΕ" των λοιπών ανέγγυων πιστωτών, δοθέντος ότι το τμήμα της παραμένουσας στη "Μ. ΑΕ" Επιχείρησης, δεν θα επαρκούσε για την εξόφληση του συνόλου των υποχρεώσεων αυτής προς ανέγγυους πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων δεν μεταφέρθηκαν δυνάμει της Συμφωνίας Εξυγίανσης αλλά παρέμειναν ως υποχρέωση της ως άνω εταιρείας.
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας και ο συναφής (πρώτος) λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το ποσό της μεταβιβασθείσας στην εναγομένη υποχρέωσης (2.205.139 ευρώ) απομειώθηκε περαιτέρω : 1) κατά το συνολικό ποσό των 295.000 ευρώ συνεπεία καταβολών που έλαβαν χώρα προς την ενάγουσα ή σε τρίτο πρόσωπο δεκτικό καταβολής και κατ' εντολή της τελευταίας, μετά την 30/06/2016 και ειδικότερα, από 04/07/2016 έως 01/09/2016 (βλ. τα με ημερομηνίες 04/07/2016, 05/07/2016, 07/07/2016, 08/07/2016, 12/07/2016, 12/07/2016, 14/07/2016, 26/07/2016,18/07/2016, 13/07/2016, 22/07/2016, 13/07/2016, 22/07/2016, 15/07/2016, 26/07/2016, 26/07/2016, 26/07/2016, 28/07/2016 και 01/09/2016 για ποσά, αντίστοιχα, 10.000 €, 10.000 €, 35.000 €, 25.000 €, 12.000 €, 8.000 €, 8.000 €, 12.000 €, 10.000 €, 10.000 €, 10.000 €, 1.000 €, 4.000 €, 25.000 €, 25.000 €, 5.000 €, 5.000 €, 40.000 € και 40.000 € αντίγραφα αποδεικτικών μεταφοράς κεφαλαίων) και 2) κατά το συνολικό ποσό των 105.000 ευρώ που συνίστατο στην είσπραξη από την ενάγουσα : α) της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας ATTICA BANK, ποσού 60.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 03/01/2017 και β) της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας ATTICA BANK, ποσού 45.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 06/02/2017, τις οποίες - επιταγές- είχε εκδώσει ο Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Π.ΣΥ.Π. Δ.Ε.Η.) σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" και τις οποίες -επιταγές- η τελευταία είχε οπισθογραφήσει προς την ενάγουσα. Επομένως, κατά την ημερομηνία Ολοκλήρωσης της Συναλλαγής (28/02/2017), η προς την ενάγουσα υποχρέωση της εναγομένης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.805.139 ευρώ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι καταβολές που έλαβαν χώρα από την ως άνω ανώνυμη εταιρία μετά, τις 30/06/2016 δεν μειώνουν τη μεταβιβασθείσα στην εναγόμενη απαίτηση ύψους 2.205.139 ευρώ αλλά την απαίτηση ύψους 2.205.139 ευρώ που, κατά τους ισχυρισμούς της, διατηρείται σε βάρος της πρώτης και έτσι η απαίτησή της κατά της εναγομένης διατηρείται ακέραιη. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, με βάση το κείμενο της με αριθμό 8/2017 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου δεν προκύπτει εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του όρου 23.6 της συμφωνίας αναφορικά με την απαίτηση της ενάγουσας κατά της ανώνυμης εταιρίας "Μ. ΑΕ", η οποία -απαίτηση- δεν διατηρήθηκε αλλά μειώθηκε σε ποσοστό 50% (όρος 23.3) και μεταφέρθηκε στην εναγομένη, μειούμενη έτι περαιτέρω, με τις ανωτέρω καταβολές, ανερχόμενη πλέον στο τελικό ποσό των 1.805.139 ευρώ, Ακολούθως η ενάγουσα κατόπιν της απομείωσης της ως άνω απαίτησής της, υποχρεούται, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο της συμφωνίας εξυγίανσης (όρος 23.9), και κατά το χρόνο εξόφλησης και υπογραφής των σχετικών πράξεων εξόφλησης, να παραδίδει στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - εναγομένη, τα σώματα των επιταγών ή/και τα απόγραφα των Διαταγών Πληρωμής και παράλληλα υποχρεούται να παραιτείται των σχετικών δικογράφων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους που απορρέουν από οποιαδήποτε αιτία.
Συνεπώς, η ενάγουσα υποχρεούται να παραδώσει όλα τα αιτούμενα αξιόγραφα, που, όπως ισχυρίζεται, κατέχει, αφορώντα την εξόφληση τόσο των ως άνω απαιτήσεων συνολικού ποσού 400.000 ευρώ όσο και της τελικής απαίτησης εναπομείναντος ποσού 1.805.139 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της δήλωσης ανάκλησης της από 22-2-2016 με ΑΒΜ Γ 2016/342 έγκλησης κατά των Λ. Μ., Γ. Β., Σ. Μ., Π. Μ. του Ι. και Π. Μ. του Δ., που αφορά έκδοση ακάλυπτων επιταγών, όπως αυτές αναλυτικά μνημονεύονται στην σελίδα πέντε (5) της από 25-5-2017 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης-προσφοράς επιταγών σύμφωνα με την επικυρωθείσα συμφωνία εξυγίανσης που κοινοποίησε η εναγομένη στην ενάγουσα, δοθέντος ότι η ως άνω υποχρέωση της ενάγουσας αφορά παραίτηση από δικόγραφα και αντίστοιχα δικαιώματα που απορρέουν από οποιαδήποτε αιτία, απορριπτομένου του σχετικού συναφούς (δευτέρου) λόγου έφεσης της ενάγουσας ως αβάσιμου. Περαιτέρω, αναφορικά με τις απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρίας "Μ. ΑΕ" α) από την υπ' αριθμ. ...-2017 επιταγή της τράπεζας ATTICA BANK ποσού 45.000 ευρώ, την οποία είχε εκδώσει ο Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Π.ΣΥ.Π. Δ.Ε.Η.) σε διαταγή της πρώτης καθώς και β) από συναλλαγματικές που εκδόθηκαν από την πρώτη και έγιναν αποδεκτές από τον Π.ΣΥ.Π. Δ.Ε.Η., τα ανωτέρω αξιόγραφα, δυνάμει του από 27/06/2016 συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και διακανονισμού οφειλής που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" και του Δ. Μ. του Λ., παραδόθηκαν στην ενάγουσα χάριν καταβολής, δηλαδή προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας κατά της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, δοθέντος ότι αναφέρεται ρητά ότι η "Μ. ΑΕ" παρέδωσε κι οπισθογράφησε τις ανωτέρω επιταγές "σε μερική εξασφάλιση της συνολικής οφειλής". Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο ως άνω υπ' αριθμ. 23.9 όρος της συμφωνίας εξυγίανσης αφορά αξιόγραφα μόνο κατά κι όχι υπέρ της "Μ. ΑΕ" ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 8/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ούτε προβλέπει το Δικαστήριο αυτό κάποια εξαίρεση αναφορικά με τις αξιογραφικές απαιτήσεις της τελευταίας κατά του Π.ΣΥ.Π. Δ.Ε.Η. Ακόμη, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ανώνυμη εταιρεία "Μ. ΑΕ" εκχώρησε σε αυτή τις απαιτήσεις της από τον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό ΠΣΥΠ ΔΕΗ κι επομένως οι απαιτήσεις είχαν εξέλθει του ενεργητικού της "Μ. ΑΕ" πριν και την 30-6-2016. Όμως, από κανένα στοιχείο και πράξη δεν προκύπτει ότι υπεγράφη οποιαδήποτε σύμβαση εκχώρησης, σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω Συνεταιρισμός ουδέποτε προέβη σε δήλωση τρίτου εξομοιούμενης αυτής ως αρνητικής δήλωσης ενώ η κατάσχεση που επιβλήθηκε την 24-6-2016 δυνάμει του από 24-6-2016 κατασχετηρίου της ενάγουσας κατά της "Μ. ΑΕ" εις χείρας τρίτου (ΠΣΥΠ ΔΕΗ) για απαίτηση της "Μ. ΑΕ" κατά του ως άνω συνεταιρισμού για ποσό 1.090.624,73 ευρώ, ήρθη, όπως κι η ενάγουσα συνομολογεί με τις προτάσεις της, την 21-7- 2016.
Συνεπώς, με βάση τους υπ' αριθμ. 23.9 και 25.3 όρους της συμφωνίας εξυγίανσης, η ενάγουσα υποχρεούται να παραδώσει στην εναγομένη τα ανωτέρω αξιόγραφα, απορριπτομένου του συναφούς λόγου (τρίτου) έφεσης ως αβάσιμου. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη σε παρακατάθεση του ανωτέρω ποσού των 1.805.139 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 20/06/2017 την οποία και γνωστοποίησε στην ενάγουσα κοινοποιώντας της, παράλληλα, αντίγραφο του σχετικού γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, καλώντας, παράλληλα την ενάγουσα να παραλάβει το εις χείρας της πρωτότυπο γραμμάτιο υπό τον όρο προηγούμενης εκπλήρωσης των ανωτέρω αναφερομένων όρων, όπως προκύπτει από την από 21/06/2017 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση της εναγομένης και την υπ' αριθμ. ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας Ν. Χ.). Σύμφωνα δε με τον υπ' αριθμ. 23.10 όρο της συμφωνίας εξυγίανσης, με την ως άνω παρακατάθεση επήλθε απόσβεση της ενοχής. Μετά ταύτα, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της και απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε και ορθά, κατ' αποτέλεσμα, εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές και εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά με τις διαλαμβανόμενες στην παρούσα απόφασή του, που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό (άρθρο 534 ΚΠολΔ)..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την από 28.9.2016 συμφωνία εξυγιάνσεως - μεταβιβάσεως επιχειρήσεως που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "Μ. ΑΕ", των πιστωτών αυτής και της αναιρεσίβλητης, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συμφωνήθηκε ότι όλες οι υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας προς τους ανέγγυους πιστωτές της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα, διαγράφονται σε ποσοστό 50%, το υπόλοιπο δε αυτών μετά τη διαγραφή μεταφέρεται στη νέα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) και ότι ο άνω περιορισμός των απαιτήσεων των πιστωτών ισχύει και έναντι των συνοφειλετών εις ολόκληρον με την ως άνω εταιρεία, των εγγυητών και αλληλεγγύως ευθυνομένων και εις ολόκληρον, με εξαίρεση την εγγυητική ευθύνη του Δ. Μ., ο οποίος, είχε εγγυηθεί στις 27.6.2016 για την επίδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, η οποία (εγγυητική ευθύνη) δεν απομειώθηκε, αλλά διατηρήθηκε ως είχε με την ως άνω υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση, καθόσον είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμόν .../2016 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ο εγγυητής είχε διαταχθεί να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 5.039.500 ευρώ νομιμοτόκως, με συνέπεια, ο εν λόγω εγγυητής να ευθύνεται απέναντι στην αναιρεσείουσα για ολόκληρη την απαίτησή της κατά της πρωτοφειλέτριας, παρά την ως άνω απομείωσή της. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 2.Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σε αυτούς, μολονότι διαπίστωσε αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων μερών στη συμφωνία εξυγίανσης και επικουρικά, αφού προσέφυγε στους ως άνω κανόνες, το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ότι η εγγυητική ευθύνη του Δ. Μ. διατηρείται για ολόκληρη την απαίτηση της αναιρεσείουσας, που έχει απομειωθεί στο 50% είναι εσφαλμένο. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην από 28.9.2016 συμφωνία εξυγίανσης μεταβίβασης επιχείρησης, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι : α) με τον όρο 23.3 ορίστηκε ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας "Μ. ΑΕ" προς τους ανέγγυους πιστωτές, ως αποτυπώνονται στο ισοζύγιο της 30.6.2016 και στον πίνακα πιστωτών, μετά την αφαίρεση τυχόν χρεωστικών υπολοίπων, εφόσον αφορούν τον ίδιο πιστωτή, διαγράφονται σε ποσοστό 50 % επί του συνόλου των απαιτήσεων των ανέγγυων προμηθευτών κατά της εταιρείας, β) με τον όρο 23.4 ορίστηκε ότι το υπόλοιπο των ανωτέρω υποχρεώσεων, κατόπιν της διαγραφής ποσοστού 50 %, μεταφέρεται στην ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής, γ) σύμφωνα με τους ως άνω όρους η οφειλή της εταιρείας προς την αναιρεσείουσα διαγράφηκε σε ποσοστό 50%, δηλαδή κατά ποσό 2.205.139 ευρώ, το δε υπόλοιπο αυτής κατόπιν της διαγραφής και απομείωσης, μεταφέρθηκε στην αναιρεσίβλητη κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής, δ) οι όροι 31.13, 31.14β,γ και 31.15 της συμφωνίας που ορίζουν ότι τα αποτελέσματα της συμφωνίας ως προς τον περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτών ισχύουν και έναντι των συνοφειλετών εις ολόκληρον με την εταιρεία, των εγγυητών και αλληλεγγύως ευθυνομένων και εις ολόκληρον υποχρέων, δεν ισχύουν για τον εγγυητή Δ. Μ., ο οποίος εγγυήθηκε για την απαίτηση της αναιρεσείουσας, του οποίου η εγγυητική ευθύνη διατηρήθηκε με την υπ' αριθ. 8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικύρωσε την ως άνω συμφωνία, μολονότι η απαίτηση απομειώθηκε, διότι με την υπ' αριθ. .../2016 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ανωτέρω εγγυητής είχε ήδη διαταχθεί να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 5.039.500 ευρώ, νομιμοτόκως. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω όρων, συσχετίζοντας αυτούς με άλλους όρους της συμφωνίας, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός της συμφωνίας. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από τους περιεχόμενους στη συμφωνία εξυγίανσης όρους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 1150/2011).

Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους επανέφερε με λόγο έφεσης και ειδικότερα ότι: α) τα αξιόγραφα του ΠΣΥΠ ΔΕΗ, ήτοι τρεις επιταγές της ATTICA BANK εκδόσεώς του και οι συναλλαγματικές αποδοχής του, δεν καταλαμβάνονται από τη συμφωνία εξυγίανσης, καθόσον μετά τη νόμιμη μεταβίβασή τους στην αναιρεσείουσα με την οπισθογράφηση και παράδοσή τους, αυτά εξήλθαν από το ενεργητικό της εταιρείας "Μ. ΑΕ" και ανήκαν στην αναιρεσείουσα, β) ο όρος 23.9 της συμφωνίας εξυγίανσης αναφέρεται μόνον σε αξιόγραφα κατά της "Μ. ΑΕ", ενώ τα ως άνω ήταν αξιόγραφα υπέρ της "Μ. ΑΕ", ο δε όρος 25.3 αναφέρεται μόνον σε επιταγές και όχι σε συναλλαγματικές και γ) τα εν λόγω αξιόγραφα που είχαν δοθεί από τον ΠΣΥΠ ΔΕΗ προς εξασφάλιση απαίτησης της "Μ. ΑΕ", την οποία απαίτηση κατέσχεσε η αναιρεσείουσα στη συνέχεια την απέκτησε με εκχώρηση στις 21.7.2016 με την άρση της κατάσχεσης μέσω εξώδικης δήλωσης παραίτησης από αυτήν. Με τους ίδιους ως άνω λόγους, κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 99 επ., 106α, 106ε, 106ζ επ. ν. 3588/2007, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η επιταγή της ATTICA BANK ποσού 45.000 ευρώ την οποία είχε εκδώσει ο ΠΣΥΠ ΔΕΗ σε διαταγή της "Μ. ΑΕ" και οι συναλλαγματικές εκδόσεώς της που έγιναν αποδεκτές από τον ΠΣΥΠ ΔΕΗ, δυνάμει του από 27.6.2016 συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και διακανονισμού οφειλής μεταξύ της αναιρεσείουσας, της "Μ. ΑΕ" και του Δ. Μ., παραδόθηκαν στην αναιρεσείουσα χάριν καταβολής, προς εξασφάλιση της απαίτησής της κατά της ως άνω εταιρείας, δοθέντος ότι αναφέρεται ρητά ότι η "Μ. ΑΕ" παρέδωσε και οπισθογράφησε, τα ανωτέρω σε μερική εξόφληση της συνολικής οφειλής, ότι από τον όρο 23.9 της συμφωνίας εξυγίανσης, ο οποίος ορίζει ότι : "Προμηθευτές, πιστωτές που δεν έχουν στην κατοχή τους επιταγές ή και γραμμάτια ή και συναλλαγματικές... υποχρεούνται να παραδίδουν στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ τα σώματα αυτών..." δεν προκύπτει εξαίρεση για τα ως άνω αξιόγραφα του ΠΣΥΠ ΔΕΗ, ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι καταρτίστηκε σύμβαση εκχώρησης των απαιτήσεων της εταιρείας "Μ. ΑΕ" από τον ΠΣΥΠ ΔΕΗ στην αναιρεσείουσα, ενώ η κατάσχεση που επιβλήθηκε από την αναιρεσείουσα σε βάρος της "Μ. ΑΕ" εις χείρας τρίτου (ΠΣΥΠ ΔΕΗ) ήρθη στις 21.7.2016 και με βάση τους όρους 23.9 και 25.3 της συμφωνίας εξυγίανσης που ορίζουν : "προμηθευτές, πιστωτές που έχουν στην κατοχή τους επιταγές ή και γραμμάτια ή και συναλλαγματικές... υποχρεούνται να παραδίδουν στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ τα σώματα των επιταγών ή και τα απόγραφα των διαταγών πληρωμής..., οι απαιτήσεις της εταιρείας που απορρέουν από επιταγές που έχουν εκδοθεί από τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μεταφέρονται στο σύνολό τους στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η αναιρεσείουσα υποχρεούται να παραδώσει στην αναιρεσίβλητη τα ανωτέρω αξιόγραφα. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά τα οικεία σκέλη τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 99 επ., 106α, 106ε, 106ζ επ. του ν. 3588/2007, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι προϋπόθεση για την εξόφληση της αναιρεσείουσας είναι η παράδοση από την τελευταία της δήλωσης ανάκλησης της έγκλησής της κατά των Λ. Μ., Γ. Β., Σ. Μ., Π. Μ. του Ι. και Π. Μ. του Δ.. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να παραδώσει όλα τα αξιόγραφα που κατέχει, τα αφορώντα την εξόφληση τόσο των απαιτήσεων ποσού 400.000 ευρώ όσο και της τελικής απαίτησης ποσού 1.805.139 ευρώ συμπεριλαμβανομένης και της δήλωσης ανάκλησης της από 22.6.2016 έγκλησης κατά των Λ. Μ., Γ. Β., Σ. Μ., Π. Μ. του Ι. και Π. Μ. του Δ., που αφορά έκδοση ακάλυπτων επιταγών, δοθέντος ότι η υποχρέωση αυτή της αναιρεσείουσας αφορά παραίτηση από δικόγραφα και αντίστοιχα δικαιώματα που απορρέουν από οποιαδήποτε αιτία. Η παραδοχή αυτή είναι σύμφωνη με τον ως άνω 23.9 όρο της συμφωνίας εξυγίανσης που παρατίθεται στην απόφαση και ορίζει ρητά τα εξής : "Προμηθευτές, πιστωτές που έχουν στην κατοχή τους επιταγές, γραμμάτια, συναλλαγματικές ή και έχουν προβεί σε πράξεις δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής τους τόσο κατά της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ όσο και κατά των αλληλεγγύως ευθυνομένων και εξ αδικοπραξίας ευθυνομένων (ενδεικτικά έκδοση διαταγών πληρωμής, έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κατάθεση αγωγής, ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων), κατόπιν της απομείωσης των απαιτήσεών τους κατά το χρόνο της εξόφλησης και υπογραφής της πράξης εξόφλησης υποχρεούνται να παραδίδουν στη ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ τα σώματα των επιταγών, τα απόγραφα των διαταγών πληρωμής και υποχρεούνται να παραιτούνται των δικογράφων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους που απορρέουν από οποιαδήποτε αιτία". Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 124/2022). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. (ΑΠ 124/2022, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).

Κατά την έννοια του άνω άρθρου έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως αποφάσεις των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους, προσκομίζονται δε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1086/2015, ΑΠ 1056/2014). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 372/2024, ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο επικουρικό σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των όρων 23.9 και 25.3 της συμφωνίας εξυγίανσης - μεταβίβασης δεχόμενο ότι, όσον αφορά τον όρο 23.9, αυτός δεν διακρίνει μεταξύ αξιογράφων υπέρ και αξιογράφων κατά της εταιρείας Μ. Α.Ε. και ότι, όσον αφορά τον όρο 25.3, αυτός εκτός από τις επιταγές αφορά και τις συναλλαγματικές. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των όρων του ως άνω αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2022 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "Γ.. Σ. Α.Β.Ε.Ε." κατά της υπ' αριθμόν 1630/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή