Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1398 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1398/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ.Ε.Ι.Μ. BLUE.GR A.E." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ι. Μ. BLUE.GR A.E." (πρώην "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "MINOS BEACH"), που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χρηστάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2010 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/4/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βρυσηίδα Θωμάτου, ανέγνωσε την από 16/2/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του πδ/τος της 11/12-11-1929, ''περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων'', το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 α.ν. 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής κατέστη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ, ε και στ, 3 παρ.1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 642/2023, ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτή την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπόκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (αρθρ. 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του π.δ/τος της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002, ΑΠ 1379/2013, ΑΠ 40/2013). Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 π.δ/τος από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης, για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων. Η πιο πάνω διάταξη δεν ορίζει, αν η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων καταλαμβάνει ή όχι και τις υποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, που ήταν ήδη εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων, κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4072/2012 (11-4-2012), όπως ορίζουν άλλες διατάξεις του (π.χ. το ίδιο άρθρο 326 παρ. 1 για τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ, που έχει γενική ισχύ και ορίζει ότι, ''το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση''. Ως απόφαση δε, κατά τη διάταξη αυτή, εννοείται η προσβαλλόμενη (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 2148/2014, ΑΠ 929/2014). Σύμφωνα με αυτά, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες, εφόσον, όμως, η απόφαση που προσβάλλεται δημοσιεύτηκε μετά την 11-4-2012, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 326 παρ. 3 ν. 4072/2012 (ΑΠ 642/2023, ΑΠ 1229/2021, ΑΠ 579/2017, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 285/2016). Αντίθετα, είναι παραδεκτή η άσκηση των ένδικων μέσων που ασκήθηκαν κατά προσβαλλόμενης με αυτά απόφασης, η οποία εκδόθηκε πριν από την παραπάνω ημερομηνία, οπότε δεν ίσχυε κατά τα προεκτεθέντα, η απαγόρευση της άσκησής τους (ΑΠ 1786/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 30-11-2022 κλήση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, φέρεται προς συζήτηση η από 24-4-2013 αίτησή του, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής, τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-3-2015, όσο κατά την επαναπροσδιορισθείσα δικάσιμο της 20-5-2019. Με την εν λόγω αίτηση, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αριθμό 171/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 219/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που είχε δεχθεί την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, για αυθαίρετη χρήση αιγιαλού. Η πιο πάνω προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δημοσιεύτηκε στις 11-5-2010. Έτσι, αφού η δημοσίευσή της έλαβε χώρα πριν την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, υπόκειται σε προσβολή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων που προβλέπεται με τον ως άνω νόμο και η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 30-4-2013, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015, ΟλΑΠ 10/2018), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η κατά το προαναφερόμενο άρθρο (115 παρ. 1 και 2 του από 11/12-11-1929 π.δ/τος, ''περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων''), βεβαίωση αποζημίωσης, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός (άρθρα 968 και 969 ΑΚ), ορίζεται, με πρωτόκολλο, εκδιδόμενο από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β και 4 του π.δ/τος 551/1998), που κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο.
Εξάλλου, ο αιγιαλός, ως πράγµα κοινής χρήσης, εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκει στο δηµόσιο (άρθρα 967, 965 ΑΚ), µπορεί δε κατά των ποιούµενων χρήση ή κάρπωση, άνευ αδείας, των αιγιαλών, ιδιωτών, να εκδοθεί πρωτόκολλο αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 115 του άνω π.δ/τος, αφού επί κοινοχρήστων πραγμάτων, όπως ο αιγιαλός υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος κατάληψης ή κατάκτησης ή αυθαίρετης χρήσης αυτών, από ό,τι τα λοιπά κτήµατα. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, προκύπτει ότι η διαφορά η οποία δημιουργείται από την επιβολή της άνω αποζηµίωσης µε το πρωτόκολλο του αρµόδιου οργάνου και μάλιστα µε προσδιορισμό της αποζηµίωσης αυτής κατά την κρίση αγαθού ανδρός, φέρει τα χαρακτηριστικά ιδιωτικής διαφοράς, αφού η εν λόγω αποζημίωση, που επιβάλλεται σε βάρος εκείνου που κάνει αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, έχει τον χαρακτήρα ανταλλάγματος για την ωφέλεια που αποκοµίζει ο αυθαίρετος χρήστης, ήτοι ανταλλάγµατος αναλόγου µε εκείνο που οφείλεται στον εκµισθωτή ιδιωτικού ακινήτου, ως µίσθωµα, για την όμοια ωφέλεια που αποκοµίζει ο µισθωτής από τη χρήση του µισθίου. Επομένως, δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς ως ιδιωτικής, έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΕΔ 10/1993, 39/1989, ΟλΣτΕ 3408/2001).
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 1, 2, του ν.δ/τος 4109/1960 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την εκπλήρωση των σκοπών αυτού και την εκμετάλλευση εν γένει της περιουσίας του, ο Ελληνικός Οργανισµός Τουρισμού ενεργεί, είτε δια των αναδόχων, είτε µέσω συνιστώμενων µετά νομικών ή φυσικών προσώπων κατ' εφαρµογή των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου και συμφώνως προς τους κανόνες της ιδιωτικής οικονοµίας, καθορίζοντας ελευθέρως τις απαιτούμενες προς τούτο ενέργειες, ιδίως δε ο Οργανισμός δύναται να αποκτά, λαμβάνει στην συμμετοχή του, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται κινητά ή ακίνητα πράγµατα και να απαλλοτριώνει τέτοια ή να παραχωρεί τη χρήση τους διά πωλήσεως, ανταλλαγής, εκμισθώσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του α.ν. 1565/1950, που κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 1624/1951, ο Ε.Ο.Τ. απολαμβάνει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών και προνομίων νομικής, διοικητικής, οικονοµικής, δικαστικής φύσεως και των τοιούτων των διατάξεων του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ), ως να είναι αυτό τούτο το Δημόσιο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, σε συνδυασμό και µε τις λοιπές αναφερθείσες διατάξεις, προκειµένου περί καταλογισμού από τον Ε.Ο.Τ. χρηματικού ποσού υπό µορφή αποζηµίωσης για αυθαίρετη χρήση ακινήτων, των οποίων έχει την διαχείρηση και εκμετάλλευση, ενεργώντας ως κύριος αυτών, έχουν εφαρµογή οι αναφερόμενες στην προηγούµενη σκέψη ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων (άρθρο 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος), που αυτός µόνο νομιµο-ποιείται να ενεργήσει, χωρίς να παρέχεται παράλληλη δυνατότητα προς τούτο και στο Ελληνικό Δημόσιο. Ως εκ τούτου, από την επιβολή εκ µέρους του Ε.Ο.Τ. αποζηµίωσης για την αυθαίρετη χρήση τέτοιου ακινήτου, γεννάται ιδιωτική διαφορά, για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 91/2003).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 11, 12, 13, 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2636/27-6-1998 συστήθηκε η ''Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας του ΕΟΤ'', που περιλαμβάνει τις οριζόµενες επιχειρηματικές µονάδες του Ε.Ο.Τ., των οποίων αναλαμβάνει τη διοίκηση και διαχείρηση από την κοινοποίηση σ' αυτή σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ και έκτοτε οι εκκρεµείς δίκες που αφορούν την περιουσία των άνω μονάδων, συνεχίζονται αυτοδικαίως από την εν λόγω εταιρία. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2636/27-8-1998 ορίζεται ότι, '' 1. Η εκτέλεση των κάθε είδους συµβάσεων ή άλλων εν γένει δικαιοπραξιών, οι οποίες αφορούν τα περιουσιακό στοιχεία ή τις ως άνω επιχειρηματικές µονάδες, των οποίων τη διοίκηση και διαχείριση αναλαμβάνει η εταιρία και οι οποίες έχουν συναφθεί από τον Ε.Ο.Τ. µε οποιοδήποτε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο µέχρι την ημερομηνία ανάληψης της διοίκησης και διαχείρισης αυτών από την εταιρία, συνεχίζεται και ολοκληρώνεται από αυτήν. 2. Εκκρεμείς δίκες για διαφορές που αφορούν περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές µονάδες, των οποίων τη διοίκηση και διαχείριση αναλαμβάνει η εταιρία, συνεχίζονται αυτοδικαίως από την εταιρία. Η συζήτηση των δικών αυτών µπορεί να αναβάλλεται ύστερα από αίτηση του Ε.Ο.Τ. ή της εταιρίας''. Μετά δε την τροποποίηση του άνω νόµου µε το άρθρο 9 του ν. 2837/2000, η παραπάνω εταιρία μετονομάσθηκε σε, ''Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία'', µε τα παραπάνω δικαιώµατα, καθώς και το δικαίωµα να ενάγει και ενάγεται και να διεξαγάγει κάθε δίκη στο όνομά της για την περιουσία των άνω επιχειρηματικών μονάδων που έχει τη διοίκηση. Ήδη, µετά την έκδοση του επίδικου πρωτοκόλλου, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 3139/2003, ''Ακίνητα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και µετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2636/1996 (ΦΕΚ 198 Α) χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηρίζονται εφεξής ως ''Τουριστικά Δημόσια Κτήματα'', σύμφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 α του ν.δ/τος 180/1946, όπως αυτό προστέθηκε µε το άρθρο 2 του α.ν. 827/1948, περιέρχονται κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ. και η διοίκηση και διαχείρισή τους παραμένει, όπου έχει ήδη ανατεθεί, ή ανατίθεται εφεξής στην ''ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ''. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 12 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1624/1951, 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, 11, 12, 13 και 23 παρ. 2 του ν. 2636/1998 και του άρθρου 9 του ν. 2837/2000, με τις παραδοχές ότι, επί ακινήτων του Δημοσίου, των οποίων τη χρήση και διαχείριση έχει ο Ε.Ο.Τ., μόνο αυτός μπορεί να επιβάλλει σε βάρος του αυθαίρετου κατόχου αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση και όχι το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο), δια της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου στα πλαίσια έρευνας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, µετά από συνεκτίµηση των αποδεικτικών µέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το άρθρο µόνο του Β.Δ. 311/1968 (ΦΕΚ Α' 98), χαρακτηρίστηκε ως δηµόσιο κτήµα, τµήµα του αιγιαλού στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, που βρίσκεται µπροστά από τις τουριστικές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου ΜΙΝΟS ΒΕΑCΗ της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρίας, (ήδη αναιρεσίβλητης) και έχει μήκος 900 περίπου µέτρων. Η διοίκηση και διαχείριση του κτήµατος αυτού ανατέθηκε στον (τότε) Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) µε την υπ' αριθμ. 41497/8-5-1968 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονοµικών (ΦΕΚ Β' 286). Ακολούθως, σε εκτέλεση των .../1968 και .../1968 αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου του ΕΟΤ, ο τελευταίος µε την από ...-1968 σύμβαση μίσθωσης, εκµίσθωσε στην ανακόπτουσα το πιο πάνω τµήµα του αιγιαλού, µε αρχικό χρόνο διάρκειας της μίσθωσης µέχρι την 30-5-1983, που παρατάθηκε, όµως, στη συνέχεια µέχρι την 30-5-1988, µε την .../1985 απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Τ. και την .../1985 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. και µέχρι την 30-5-1993, µε την .../1958 απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Τ. και την .../1989 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. Έκτοτε, ο Ε.Ο.Τ. ως εκµισθωτής και η ανακόπτουσα ως µισθώτρια δεν ανανέωσαν τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης, ούτε συνήψαν νέα μίσθωση λόγω ασυμφωνίας τους ως προς το ύψος του µισθώματος, όµως, παρά ταύτα η ανακόπτουσα κάνει αυθαίρετη χρήση, ως κάτοχος του αιγιαλού, έχοντας προβεί χωρίς αντίρρηση του Ε.Ο.Τ. (βλ. την από 12-7-1993 βεβαίωσή του) και στην εκτέλεση εργασιών εξωραϊσμού του περιβάλλοντος χώρου, και γι' αυτό ο Ε.Ο.Τ. της επιβάλλει για την αυθαίρετη αυτή χρήση, αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε την υπ' αριθμ. .../1989 απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών (βλ. τις υπ' αριθμ. .../1991, .../1993, .../ 1997 αποφάσεις του Ε.Ο.Τ. για επιβολή αποζημίωσης ποσού 2.005.950 δρχ., 4.658.727 δρχ. και 9.926.569 δρχ., για τα χρονικά διαστήματα 1-1-1989 έως 31-12-1989, 1-1-1992 έως 31-12-1992 και 1-1-1996 έως 31-12-1996, αντίστοιχα). Μεταξύ των εξουσιών που απορρέουν από το δικαίωμα της διοίκησης και διαχείρισης του άνω δημόσιου κτήματος που, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε ο ΕΟΤ δυνάµει του ΒΔ 311/1968 και της κοινής Υπουργικής Απόφασης 41497/1968 (και ήδη έχει περιέλθει στην εταιρία ''Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία'', κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2636/1998), περιλαμβάνεται, πλην της είσπραξης του µισθώματος, και η επιβολή και είσπραξη αποζηµίωσης για αυθαίρετη χρήση του κτήματος αυτού, το δε καθού Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) µετά την εκ μέρους του παραχώρηση στον ΕΟΤ αυτής της διοίκησης και διαχείρισης, έπαψε να έχει αρμοδιότητα για έκδοση πρωτοκόλλου αποζηµίωσης για αυθαίρετη χρήση του προαναφερόµενου δηµόσιου κτήματος (......). Επομένως, η Κτηµατική Υπηρεσία του Δημοσίου δεν ήταν αρμόδια για την έκδοση του προσβαλλόµενου υπ' αρ. 26/2001 πρωτοκόλλου µε το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος της ανακόπτουσας αποζημίωση ποσού 2.437.000 δραχμών και η εκκαλουµένη απόφαση που δέχθηκε ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιµο τον πρώτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε το πρωτόκολλο αυτό, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε µε τους το νόµο, γι' αυτό και ο τρίτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης του καθού, με οποίους ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιµοι. Καθόσον αφορά τους (σχετικούς µε τους πιο πάνω) λοιπούς λόγους έφεσης, µε τους οποίους το καθού υποστηρίζει ότι αρμόδια για την επιβολή αποζηµίωσης είναι η Κτηµατική Υπηρεσία του Δημοσίου γιατί µε την αρχική μίσθωση ο Ε.Ο.Τ. παραχώρησε στην ανακόπτουσα την απλή χρήση του αιγιαλού και όχι και την εκτέλεση έργων (πρώτος λόγος) και γιατί τα έργα που εκτέλεσε επί του αιγιαλού δεν είναι νόµιµα, αλυσιτελώς προβάλλονται από αυτό, εφόσον, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, για την άσκηση όλων των εξουσιών που αποτελούν περιεχόµενο της ανατεθείσας στον Ε.Ο.Τ. διοίκησης και διαχείρισης του ανωτέρω δημοσίου κτήματος (άρα και για από την επιβολή κάθε µορφής αποζημίωσης που απορρέει από τη χρήση του εν λόγω ακινήτου), αποκλειστικά αρμόδιος κατέστη ο τελευταίος σύμφωνα µε το, έχον εφαρµογή εν προκειμένω, άρθρο 115 του 11/12-11-1929 Διατάγματος ''περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων'', το οποίο ορίζει ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζηµίωση για το χρονικό διάστηµα που έκαναν χρήση, χωρίς να διακρίνει και χωρίς να διαφοροποιεί την αρμοδιότητα απλής χρήσης και χρήσης εκτέλεσης έργων". Με βάση δε τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας έτσι, την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, ακύρωσε το προσβαλλόμενο μ' αυτή υπ' αριθ. 26/2001 πρωτόκολλο καθορισμού αποζηµίωσης του Προϊσταμένου της Κτηµατικής Υπηρεσίας Λασιθίου, για αυθαίρετη χρήση δηµοσίου κτήµατος, και συγκεκριµένα του παραπάνω τμήματος αιγιαλού, η διοίκηση και διαχείριση του οποίου είχε παραχωρηθεί στον ΕΟΤ, µε το οποίο καθορίστηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αποζημίωση ποσού 2.437.000 δραχμών (7.151,87 ευρώ), για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2000 έως 31-12-2000. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του ανακοπτόµενου από την αναιρεσίβλητη πρωτοκόλλου για αυθαίρετη χρήση δηµόσιου κτήματος από τον Προϊστάμενο της Κτηµατικής Υπηρεσίας του Ν. Λασιθίου, αλλά αρμόδια για την έκδοση αυτού, ήταν ήδη, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη, η εταιρία, ''Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία''. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το χαρακτηρισθέν ως δημόσιο κτήμα, τμήμα αιγιαλού στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, που βρίσκεται μπροστά από τις τουριστικές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου ΜΙΝΟΣ ΒΕΑCΗ της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρίας, μήκους 900 περίπου µέτρων, απέκτησε ο ΕΟΤ δυνάµει του ΒΔ 311/1968 και της υπ' αριθμ. 41497/8-5-1968 κοινής απόφασης των Yπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονοµικών (ΦΕΚ Β 268) και το οποίο ήδη έχει περιέλθει, κατά τα προεκτεθέντα, στην εταιρία,''Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία'', κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2636/1998, περιελάμβανε δε η παραχώρηση και κτήση του άνω ακινήτου, πλην της είσπραξης του µισθώματος, και την επιβολή και είσπραξη αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του κτήµατος αυτού, καθώς και αποζημίωση για κάθε άλλη, πέραν της απλής αυθαίρετης χρήσης, παράνομη ενέργεια (αυθαίρετη εκτέλεση έργων εξωραϊσμού στο εν λόγω τµήµα του αιγιαλού), το δε καθού Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) µετά την εκ µέρους του παραχώρηση στον Ε.Ο.Τ. της διοίκησης και διαχείρισης της παραπάνω εδαφικής έκτασης, έπαψε να έχει αρμοδιότητα για έκδοση πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του προαναφερόµενου δηµόσιου κτήµατος, ώστε η Κτηµατική Υπηρεσία του Δημοσίου δεν ήταν αρμόδια για την έκδοση του προσβαλλόµενου υπ' αριθμ. 26/2001 πρωτοκόλλου µε το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος της ανακόπτουσας αποζημίωση ποσού 2.437.000 δραχμών για την περίοδο 1-1-2000 έως 31-12-2000. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον µε τον άνω λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο µέρος του, µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιµα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο, διαφορετικά θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, επικουρικά προβαλλόμενο, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, α) το με αριθμό πρωτοκ. 1557/30-3-1993 έγγραφο του ΕΟΤ προς την Κτηματική Υπηρεσία, στο οποίο αναφέρεται ότι, ''δεν έχει δοθεί (από τον ΕΟΤ) έγκριση για την κατασκευή των αναφερόμενων στην από 30-5-2001 έκθεση ελέγχου και στην από 18-3-1993 τεχνική περιγραφή έργων και ως εκ τούτου αυτά έχουν πραγματοποιηθεί από την αντίδικο παρανόμως και αυθαιρέτως και β) την από 30-5-2001 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο πιθανολογήθηκαν από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, και ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, σημειώνεται ότι το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ/τος της .../10-7-1944, σε συνδυασμό με άρθρο 36 του πδ/τος 28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 386/2024, ΑΠ 1959/2022, ΑΠ 966/2022, ΑΠ 1098/2021), γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2013 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 171/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης