Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1399 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1399/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Σαμέλη, που ανακάλεσε την από 12/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρακόιδα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 958/2015 μη οριστική και 8313/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2788/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2788/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 8313/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, για αξιώσεις του, από τη μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση ασφάλισης και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022). Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).
Εξάλλου, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 849/2007). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι, κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1474/2023, ΑΠ 1090/2023, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 250/2021). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 1206/2008). Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και συνοπτικά, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1346/2023, 544/2023, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 109/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας την αγωγή του, για την καταβολή σύνταξης, λόγω ολικής ανικανότητας προς εργασία από ασθένεια, στα πλαίσια της καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής σύμβασης, δεχόμενη ότι ο ίδιος δεν κατέστη ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία, έτσι ώστε να μην συντρέχει περίπτωση ενεργοποίησης του άρθρου 1 του προσαρτήματος 18 της σύμβασης για την επιδίκαση της παροχής αυτής, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις του ν. 2496/1997. Ωστόσο, ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Τούτο δε διότι στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπησή του, εκτίθεται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και η προδιαληφθείσα μεμονωμένη, αποσπασματική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ουδόλως εκτίθενται σ' αυτό οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη και αντιφατικά αιτιολογημένη κρίση του, να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Επιπλέον, ουδεμία αναφορά γίνεται στο αναιρετήριο στα παραπάνω αναγκαία, για το ορισμένο των προβαλλόμενων πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, στοιχεία, και δη δεν παρατίθενται και ενάριθμα ο φερόμενος ή οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου του ν. 2406/1997, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου το οποίο στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, ενώ αναφορικά με την αιτίαση από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου περί αντιφατικών αιτιολογιών, ουδόλως αναφέρεται, που εντοπίζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (α, β) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι μαρτυρικές καταθέσεις και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 961/2023, ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και, επομένως η κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση της, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 32/1990, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 273/2014). Ειδικότερα, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ακόμη κι αν διατάχθηκε υποχρεωτικά από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 386 ΚΠολΔ, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 123/2024, ΑΠ 284/2023, ΑΠ 2017/2019) και μάλιστα, ούτε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12, ελέγχεται, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 123/2024, ΑΠ 1020/2014). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 931/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο ίδιος δεν ήταν ολικά ανίκανος προς οποιαδήποτε εργασία από ασθένεια, ώστε να δικαιούται της προβλεπόμενης στο προσάρτημα 18 της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης παροχής, ουδόλως έλαβε υπόψη το πόρισμα της με αριθμό .../2015 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ιατρού, Γ. Κ., διότι κατέληξε όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένα και αναιτιολόγητα, σε αντίθετο πόρισμα, αν και δεσμευόταν από την έκθεση αυτή. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του άνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρά του, υιού του, Π. Μ., ο οποίος επιβεβαίωσε τόσο την ολική ανικανότητά του προς εργασία, όσο και το πόρισμα της πραγματο-γνωμοσύνης. Οι αναιρετικοί, όμως, αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τόσο η πραγματογνωμοσύνη, όσο και η άνω μαρτυρική κατάθεση δεν αποτελούν ''πράγματα'', υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης, υπόψη από το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, των πιο πάνω επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, οι αντίστοιχες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι στο αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, μεταξύ άλλων, ''από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ........... και της υπ' αριθμ. .../2015 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα, Γ. Κ., που εκτιμάται ελεύθερα'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του, τόσο την κατάθεση του άνω μάρτυρα, όσο και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με ειδική μάλιστα μνεία της έκθεσης αυτής και του περιεχομένου της, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους. Αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από το γεγονός ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της ανικανότητας του ενάγοντος για κάθε εργασία, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό του πραγματογνώμονα, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε κατ' άρθρο 368 ΚΠολΔ και δεν έχει αυξημένη δύναμη, σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο, εφόσον διέταξε την πραγματογνωμοσύνη να δεχθεί και το πόρισμά της. Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή του, δεχόμενο ότι αυτός δεν προσκόμισε στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του μετά τις αρχές του 2012 και επιπλέον δεν ανέφερε ότι έπασχε και από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και δεν προσκόμισε βεβαίωση για την εξέλιξη της ασθένειάς του, ως προς την κολπική μαρμαρυγή, ούτε και γνωμάτευση του ΟΑΕΕ, ως αποδεικτικά στοιχεία της ανικανότητάς του προς εργασία, δέχθηκε πράγματα που δεν προβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν ''πράγματα'', τελούντα σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς, κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ''πράγματα'', δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα ''πράγματα'' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 24/2022, ΑΠ 816/2021). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 45/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 529/2023, ΑΠ 1389/2021). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, α) το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και το περιεχόμενό του, ώστε να ληφθεί υπόψη η κρισιμότητά του (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 1079/2019), β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, γ) ο λόγος για τον οποίο είναι ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο και επίσης, δ) να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 156/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 873/2019, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1017/2018, ΑΠ 809/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 1081/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά το νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 1075/2022, ΑΠ 1230/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 209/2019). Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 677/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11α και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της μη ολικής ανικανότητας του ίδιου προς εργασία, α) δέχθηκε ως αληθινά τα αναφερόμενα στο προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη, έγγραφο - πόρισμα του ερευνητή - υπαλλήλου αυτής, σύμφωνα με το οποίο αυτός είναι ικανός προς εργασία, χωρίς αυτά να αποδεικνύονται, β) έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, το πιο πάνω πόρισμα, αν και το πόρισμα αυτό δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι για τον σχηματισμό της κρίσης του προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο πόρισμα αυτό. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, την με αριθμό 102/2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, όπου προσκομίστηκε το πόρισμα αυτό, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Όσον δε αφορά τον ίδιο άνω λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, (πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκθέτει τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το άνω πόρισμα και αφού εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά μη προβλεπόμενη, από το νόμο, αποδεικτική δύναμη, κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την ικανότητα του ενάγοντος προς εργασία. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2788/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης