ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1401/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1401/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1401/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1401 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1401/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΚΑΙ Ν. Α. Ο.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας, τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 365/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 632/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 Ν. 3601/2007, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την ταυτόσημη ρύθμιση του άρθρου 145 Ν. 4261/2014, ορίζονται τα ακόλουθα : "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α` 94) και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.... δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτιστεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...".

Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ως άνω ρητής εξουσιοδότησης, απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα. Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) ορίζεται ότι "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες" (πρβλ. και τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του άρθρου 100 παρ. 1,4 Ν. 4738/2020). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθάρισης και της πτώχευσης, συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση αποκλειστικά δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης, αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 68 Ν. 3601/2007 και ήδη 145 Ν. 4261/2014 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα, οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο, εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθ. 68 Ν. 3601/2007, εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 1410/2022, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 822/2015). Οι πιστωτές της εκκαθάρισης ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτώχευσης, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθάρισης) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά τον χρόνο θέσης του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθάρισης υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικώς επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1101/2021). Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, όταν κηρυχθεί η πτώχευση, οι πιστωτές που μετέχουν σ' αυτήν και που ικανοποιούνται από το ενεργητικό της ή μέσω σχεδίου αναδιοργάνωσης είναι οι "πτωχευτικοί πιστωτές". Αντιθέτως, οι πιστωτές που δημιουργούνται μετά την κήρυξη της πτώχευσης δεν είναι πτωχευτικοί, αλλά "μεταπτωχευτικοί". Η διάκριση πτωχευτικών και μεταπτωχευτικών πιστωτών αντιστοιχεί στη διάκριση πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας. Ενώ οι πτωχευτικοί πιστωτές ικανοποιούνται αποκλειστικά από την πτωχευτική περιουσία, οι μεταπτωχευτικοί ικανοποιούνται από τη μεταπτωχευτική (ΑΠ 63/2013). Έτσι ούτε οι μεταπτωχευτικοί πιστωτές μπορούν να επιληφθούν της πτωχευτικής περιουσίας ούτε οι πτωχευτικοί της μεταπτωχευτικής, εκτός αν περατωθεί η πτώχευση.

Εξάλλου, η απαίτηση είναι "γεννημένη", όταν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις δημιουργίας της. Έτσι, αρκεί να έχει γεννηθεί η βασική σχέση, από την οποία απορρέει η συγκεκριμένη απαίτηση, έστω και αν η τελευταία ανακύπτει μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Οι μελλοντικές αξιώσεις κατά του οφειλέτη, που δεν πρέπει πάντως να συγχέονται με τις απαιτήσεις υπό αίρεση, δεν είναι πτωχευτικές, αλλά, αν τελικά γεννηθούν, μεταπτωχευτικές. Κατόπιν τούτων, καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης, οι πιστωτές του υπαχθέντος σ' αυτήν πιστωτικού ιδρύματος απαγορεύεται να ασκήσουν αγωγή, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα, κατά του πιστωτικού αυτού ιδρύματος και η δίκη, που άρχισε πριν από την υπαγωγή στην ειδική εκκαθάριση, δεν μπορεί να συνεχισθεί μετά απ' αυτή (και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής), σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, ούτε κατά του ειδικού εκκαθαριστή (ΑΠ 1414/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 και 25 του ΠτΚ, 39 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, 288 και 330 ΑΚ και απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι επίδικες απαιτήσεις της κατά της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση, λόγω παράβασης των καταρτισθεισών μεταξύ τους συμβάσεων ενεχύρου, υπάγονται στην περιουσία της ειδικής εκκαθάρισης της αναιρεσίβλητης και πρέπει να ικανοποιηθούν απ' αυτή, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι η ζημία της επήλθε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο παραγράφηκαν οι αξιώσεις των τόκων για έκαστο εκ των αναφερομένων στην αγωγή ποσών κεφαλαίου, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας από τότε που η αναιρεσίβλητη μπορούσε να εισπράξει τους τόκους. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 31.7.2018 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτή τα εξής : Ότι με την υπ' αριθ. ...-2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη συνεταιριστική τράπεζα χορήγησε σ' αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού του 1.200.000 ευρώ και η ενάγουσα εκχώρησε στην εναγομένη, από το έτος 2009 και εντεύθεν, δυνάμει των συναφθεισών εγγράφως συμβάσεων λόγω ενεχύρου και για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης ως πιστοδότριας από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, τις αναφερόμενες ονομαστικές χρηματικές απαιτήσεις της, ως αναδόχου εργολάβου, κατά των αναφερομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ", ως εργοδοτών της, από την εκτέλεση δημοσίων έργων. Ότι η εναγομένη τράπεζα εδικαιούτο να εισπράττει μόνη, χωρίς τη μεσολάβησή της, τις εκχωρηθείσες λόγω ενεχύρου απαιτήσεις της και να φέρει το προϊόν αυτών, μετά την αφαίρεση των εξόδων, σε πίστωση του λογαριασμού της. Ότι ως προς τις ως άνω αξιώσεις υποβλήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας οι παρατιθέμενοι στην ένδικη αγωγή λογαριασμοί στις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες των δημοσίων φορέων και εκδόθηκαν απ' αυτούς οι αντίστοιχες εντολές πληρωμής και συγκεκριμένα α) ως προς την πρώτη σύμβαση έργου, την 22.7.2010 η 2η Εντολή Πληρωμής του Τμήματος ΤΥΔΚ Κορίνθου ποσού 128.522,70 ευρώ και την 27.9.2010 η 3η Εντολή Πληρωμής της ιδίας Υπηρεσίας, ποσού 88.178,70 ευρώ, β) ως προς τη δεύτερη σύμβαση έργου, την 9.7.2010 η 7η Εντολή Πληρωμής του Γραφείου Επίβλεψης Έργων της Διεύθυνσης Πελοποννήσου, ποσού 78.251,38 ευρώ και την 16.2.2011 η 9η Εντολή Πληρωμής της ιδίας Υπηρεσίας, ποσού 74.200 ευρώ, γ) ως προς την τρίτη σύμβαση έργου, την 11.5.2010 η 2η Εντολή της ΤΥΔΚ Ν. Ηλείας, ποσού 140.311,60 ευρώ και την 24.8.2010 η 3η Εντολή της ιδίας Υπηρεσίας, ποσού 74.983,70 ευρώ, δ) ως προς την τέταρτη σύμβαση έργου, την 12.7.2010 η 2η Εντολή Πληρωμής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Δήμου Λουτρακίου - Περαχώρας, ποσού 46.125 ευρώ και την 1.9.2010 η 3η Εντολή πληρωμής της ιδίας Υπηρεσίας ποσού 49.876,50 ευρώ, ε) ως προς την πέμπτη σύμβαση έργου, την 22.10.2009 η 2η Εντολή Πληρωμής της Γενικής Διεύθυνσης Έργων ΟΣΚ, ποσού 165.874,10 ευρώ, στ) ως προς την έκτη σύμβαση έργου, την 26.11.2009 η 3η Εντολή Πληρωμής της Γενικής Διεύθυνσης Έργων ΟΣΚ, ποσού 81.895,8 ευρώ και ζ) ως προς την έβδομη σύμβαση έργου, την 25.1.2010 η 3η Εντολή Πληρωμής της ΤΥΔΚ Νομού Ηλείας, ποσού 53.204,90 ευρώ. Ότι η εναγομένη εισέπραξε για το κεφάλαιο των απαιτήσεων τα ακόλουθα ποσά: α) ως προς την πρώτη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση των από 23-07-2010 και 19-11-2010 συμβάσεων ενεχύρου, στις 27-04-2012 τα ποσά των 128.522,70 ευρώ και 88.178,70 ευρώ, β) ως προς τη δεύτερη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση των από 23-07-2010 και 10-03-2011 συμβάσεων ενεχύρου, στις 13-10-2010 το ποσό των 78.251,38 ευρώ και στις 08-06-2011 το ποσό των 74.200 ευρώ, γ) ως προς την τρίτη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση των από 13-05-2010 και 26-08-2010 συμβάσεων ενεχύρου, στις 24-12-2010 το ποσό των 138.165,60 ευρώ και στις 29-04-2011 το ποσό των 74.983,70 ευρώ, δ) ως προς την τέταρτη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση των από 15-07-2010 και 03-09-2010 συμβάσεων ενεχύρου, στις 25-08-2010 το ποσό των 46.125 ευρώ και στις 19-10-2010 το ποσό των 49.876,50 ευρώ, ε) ως προς την πέμπτη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση της από 23-09-2009 σύμβασης ενεχύρου, στις 22-01-2010 το ποσό των 165.874,10 ευρώ, στ) ως προς την έκτη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση της από 27-11-2009 σύμβασης ενεχύρου, στις 19-04-2010 το ποσό των 81.895,80 ευρώ και ζ) ως προς την έβδομη σύμβαση έργου και σε εκπλήρωση της από 26-01-2010 σύμβασης ενεχύρου, στις 27-05-2010 το ποσό των 53.125,09 ευρώ. Ότι η εναγομένη ενεχυρούχος δανείστρια εισέπραξε ολόκληρο το κεφάλαιο των απαιτήσεων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2010-2012, πλην, όμως, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμβάσεων ενεχύρου, δεν αξίωσε από τους δημόσιους φορείς την πληρωμή των οριζομένων από τη διάταξη του άρθρου 4 Π.Δ. 166/2003 τόκων υπερημερίας, με αφετηρία την παρέλευση ενός μήνα από την επομένη ημέρα έγκρισης εκάστου λογαριασμού με την έκδοση των προαναφερομένων αντίστοιχων εντολών πληρωμής, μέχρι την εξόφληση του ποσού εκάστης εντολής πληρωμής, με συνέπεια να μην έχουν εισπραχθεί με υπαιτιότητα της εναγομένης τόκοι υπερημερίας συνολικού ποσού 50.380,19 ευρώ. Ότι παραλείποντας η εναγομένη να εισπράξει αμέσως δικαστικά τους ως άνω τόκους υπερημερίας, προκάλεσε την απόσβεση και κατ' επέκταση την αδυναμία ικανοποίησης της αξίωσης καταβολής τους. Ότι εξαιτίας της ως άνω περιγραφόμενης υπαίτιας, παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης συνεταιριστικής τράπεζας, ως ενεχυρούχου δανείστριας, έναντι της αντισυμβαλλόμενης της ενεχυράστριας ενάγουσας, που αντίκειται στη συναλλακτική καλή πίστη, υπέστη αυτή ισόποση περιουσιακή ζημία καθώς και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 50.380,19 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ'ουσίαν την ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, κρίνοντας ειδικότερα ότι : "την 19-03-2012, δυνάμει της με αριθμό 34/2/18-3-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Ε.Π.Α.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) (Φ.Ε.Κ. Β' 790/19-3-2012) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του εδρεύοντος στην Πάτρα πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.Π.Ε." και τέθηκε αυτό σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, ενώ παράλληλα διορίσθηκε ως ειδικός του εκκαθαριστής του, ο Ι. Γ. του Α., ο οποίος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια δυνάμει της με αριθμό ...-2013 απόφασης της Ε.Π.Α.Θ. (Φ.Ε.Κ. Β' 1227/21-5-2013) και ήδη ειδική εκκαθαρίστρια είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ".

Εξάλλου δια της από 29-03-2012 πρόσκλησης του τότε ειδικού εκκαθαριστή του υπαχθέντος σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης ειδοποιήθηκαν οι πιστωτές αυτού να αναγγείλουν τις εναντίον του απαιτήσεις αυτών. Η εν λόγω πρόσκληση δημοσιεύθηκε νομίμως στα φύλλα ημερήσιων εφημερίδων και στην ιστοσελίδα της Τ.τ.Ε. με ημερομηνία τελευταίας δημοσιεύσεως την 12-04-2012 και είχε ως απότοκο η νόμιμη προθεσμία για την κατάθεση των αναγγελιών των προαναφερθεισών αξιώσεων να παρέλθει ένας μήνας ύστερα από την τελευταία δημοσίευση, δηλαδή την 14-05-2012, ενώ δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης της περιουσίας του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος. Η αξίωση καταβολής των τόκων για κάθε μία από τις απαιτήσεις με βάση τις ως άνω εντολές πληρωμής γεννήθηκε, όταν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών, δηλαδή 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης των ως άνω εντολών πληρωμής. Ωστόσο οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας γεννήθηκαν στις 23-07-2010, 19-11-2010, 23-07-2010, 10-03-2011, 13-05-2010, 26-08-2010, 15-07-2010, 03-09-2010, 23-09-2009, 27-11-2009 και 26-01-2010 αντίστοιχα, οπότε και είχε συναφθεί η καθεμία από τις προαναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή συμβάσεις ενεχύρου, δηλαδή πριν από τη θέση του εναγόμενου πιστωτικού ιδρύματος σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στις 18-03-2012, χωρίς να ασκεί εν προκειμένω επιρροή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, ο χρόνος, κατά τον οποίο παραγράφηκαν οι αξιώσεις των τόκων, αφού τα θεμελιωτικά της αξίωσης γεγονότα επήλθαν με την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση των ως άνω εντολών πληρωμής. Από τότε δε, κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη τόκων επί την καθυστερούμενων ως άνω απαιτήσεων. Επομένως, οι αξιώσεις αυτές, για τις οποίες η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι είναι ασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια ή ότι είναι εξοπλισμένες με προνόμιο, γεννήθηκαν πριν από τη θέση του εναγόμενου πιστωτικού ιδρύματος σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στις 18-03-2012, οπότε και δεν μπορούν πλέον να απαιτηθούν από την ενάγουσα.

Συνεπώς, οι αξιώσεις αυτές θεωρούνται ότι υπάγονται στην περιουσία της ειδικής εκκαθάρισης και πρέπει επομένως, να ικανοποιηθούν απ' αυτήν. Άρα η ενάγουσα στερείται τη δυνατότητα να επιδιώξει ατομικά την ικανοποίηση των ανωτέρω ενδίκων ενοχικών αξιώσεών της κατά της εναγομένης καθόλο το χρονικό διάστημα της αναστολής των ατομικών διώξεων, δηλαδή καθόλη τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης, γενομένης δεκτής και της αντιστοίχως προβαλλόμενης από την εναγόμενη ένστασης απαραδέκτου της αγωγής και η οποία πρέπει να απορριφθεί για τον ως άνω λόγο.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 και 25 του ΠτΚ, 39 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, 288 και 330 ΑΚ. Και τούτο διότι η αξίωση καταβολής των τόκων, για κάθε μία από τις απαιτήσεις με βάση τις ως άνω εντολές πληρωμής, γεννήθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αγωγή και κατ` εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 166/2003, 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης των ως άνω εντολών πληρωμής. Αντίστοιχα δε γεννήθηκαν και οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, οι οποίες είναι αξιώσεις αποζημίωσης λόγω της αντίθετης προς τις συμβάσεις ενεχύρου μη διεκδίκησης τόκων από την εναγομένη, εκδοχέα - ενεχυρούχο δανείστρια των απαιτήσεών της, χωρίς να ασκεί εν προκειμένω επιρροή ο χρόνος κατά τον οποίο παραγράφηκαν οι αξιώσεις των τόκων, αφού τα θεμελιωτικά των αξιώσεων γεγονότα επήλθαν με την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των τριάντα ημερών από την έκδοση κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 των εντολών πληρωμής και από τότε κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη τόκων από την εναγομένη επί των καθυστερούμενων ως άνω απαιτήσεων. Επομένως, οι αξιώσεις αυτές, για τις οποίες η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι είναι ασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια ή ότι είναι εξοπλισμένες με προνόμιο, γεννήθηκαν πριν από τη θέση του εναγομένου πιστωτικού ιδρύματος σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στις 18-3-2012, οπότε και δεν μπορούν πλέον να απαιτηθούν με την ένδικη από 31.7.2018 αγωγή από την ενάγουσα.
Συνεπώς, οι αξιώσεις αυτές θεωρούνται ότι υπάγονται στην περιουσία της ειδικής εκκαθάρισης και πρέπει να ικανοποιηθούν απ` αυτήν, η δε ενάγουσα στερείται τη δυνατότητα να επιδιώξει ατομικά την ικανοποίηση των ανωτέρω ενοχικών αξιώσεών της κατά της εναγομένης καθ' όλο το χρονικό διάστημα της αναστολής των ατομικών διώξεων, ήτοι καθ` όλη τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.12.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 365/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή