Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1402 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1402/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Φωτεινή Μηλιώνη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δημακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Χ., 2) Χ. Α. του Ι., 3) Θ. συζύγου Ι. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ανδρεόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 4) Β. συζύγου Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευριπίδη Κωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που παρέπεμψε την ως άνω αγωγή προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/2/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων υπ` αριθ. 155/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, αφενός απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 48/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως προς τους πρώτο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους είχε απορριφθεί η από 27-12-2011 αγωγή του και αφετέρου έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, για τον οποίο είχε απορριφθεί η άνω αγωγή ως μη νόμιμη και αφού εξαφανίστηκε ως προς αυτόν η εκκληθείσα απόφαση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Με την αγωγή του ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των περιγραφομένων σε αυτή πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, λαμβανομένης υπόψη και της αναστολής προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων, που προβλέφθηκε εντός του άνω διαστήματος με το άρθρο 83 του Ν. 4790/2021 στο πλαίσιο λήψεως έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 83 του Ν. 4790/2021) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται.
Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής: α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ή την προσβολή της υγείας της τιμής ή της αγνείας του ή της στερήσεως της ελευθερίας του, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του εισαγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημιώσεως στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την ανταπόδειξη και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019). Γ. Aπό τις διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση (μεταξύ άλλων) από συμβολαιογράφο, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς του κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντίστοιχα, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου συμβολαιογράφου. Επομένως, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά του ανωτέρω είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 73/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, η αγωγή κακοδικίας μεταξύ άλλων και κατά συμβολαιογράφου υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία και πρέπει : α) να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων τη στηρίζει και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, β) να επισυνάπτονται σε αυτή τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη, ενώ δεν επιτρέπεται να ασκηθεί όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται προϋποθέσεις που διαφοροποιούν την άσκηση αγωγής κακοδικίας, μεταξύ άλλων και κατά συμβολαιογράφου, από την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη. Η διαφοροποίηση δε αυτή, δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύονται από την ανάγκη όπως, τα αναφερόμενα στην άνω διάταξη πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι συμβολαιογράφοι, ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική τους καταδίωξη δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από απόψεως βαθμού υπαιτιότητας, όσο και από απόψεως χρόνου και δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της σχετικής αγωγής. Αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας, αποτελεί ο χρόνος κατά τον οποίον ο εντολέας ή ο τρίτος ζημιωθείς έλαβε γνώση της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως. Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του συμβολαιογράφου, δεν είναι δε δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (713 ΑΚ) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (914ΑΚ), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες" (Ολ.ΑΠ 18/1999, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 592/2019). Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005), δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ. Α.Π. 8/2006, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 1182/2020). Με τον λόγο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά (ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 928/2019). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτή ως λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναιρέσεως παραβιάσθηκε (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 216/2017).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 73 ΕισΝΚΠολΔ, 914 και 330 του ΑΚ με το να κρίνει ότι η αγωγή του αναφορικά με την τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αποτελεί αγωγή κακοδικίας και ότι συνεπώς, ως τέτοια, είναι απαράδεκτη, με αποτέλεσμα να απορρίψει το σχετικό λόγο της εφέσεώς του. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο και χωρίς να λάβει υπόψη του όλα όσα εκτίθενται στην αγωγή του, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297, 298 και 330 του ΑΚ με το να απορρίψει την έφεσή του κρίνοντας την αγωγή του μη νόμιμη αναφορικά με την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτή τα ακόλουθα : Ότι στις 22-9-2004 διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της περιουσίας του ενώπιον της τέταρτης εναγομένης - αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου Φαρσάλων και εκπλειστηριάστηκε το περιγραφόμενο στο δικόγραφο ακίνητό του, το οποίο κατακυρώθηκε στον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, που ενεργούσε για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου. Ότι ο ως άνω αναγκαστικός πλειστηριασμός και η κατακύρωση του ακινήτου του στον δεύτερο εναγόμενο διενεργήθηκε ακύρως, διότι ο πρώτος εναγόμενος, συμμετείχε σε αυτόν, για λογαριασμό του δευτέρου, παράνομα, αφού δεν είχε καταβάλει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, που ήταν η τέταρτη εναγομένη, το 1/3 της τιμής πρώτης προσφοράς του ακινήτου, κατά παράβαση των άρθρων 965 παρ.1εδ δ' και 1003 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ στη συνέχεια η ίδια υπάλληλος παράνομα χορήγησε στον δεύτερο εναγόμενο περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως σε χρόνο που δεν είχε ακόμη καταβληθεί το εκπλειστηρίασμα, το οποίο καταβλήθηκε πολύ αργότερα. Ότι στη συνέχεια, ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, την επικαρπία του κατακυρωθέντος σε αυτόν ως άνω ακινήτου στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, μητέρα του, παρακρατώντας για τον εαυτό του την ψιλή κυριότητα επ' αυτού. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων: α) ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εκθέσεως του ως άνω αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου του, καθώς και της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως αυτού, β) επικαλούμενος τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή με το άνω περιεχόμενο ως προς την τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αποτελεί αγωγή κακοδικίας, αφού αναφέρεται σε παράνομες και υπαίτιες πράξεις αυτής που έλαβαν χώρα κατά την άσκηση του λειτουργήματός της, οι οποίες προκάλεσαν ζημία στον ενάγοντα, η δε μη αναγραφή στην αγωγή των αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη των λόγων αυτής επάγεται την ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η μη επισύναψη ειδικού πληρεξουσίου στον υπογράφοντα την αγωγή δικηγόρο επάγεται το απαράδεκτο αυτής.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τέταρτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, συμβολαιογράφου αποτελεί αγωγή κακοδικίας του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ και την απέρριψε ως απαράδεκτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία δεν παραβίασε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το ανωτέρω περιεχόμενο η ίδια αγωγή ως προς τους πρώτο και δεύτερο εναγομένους, ως προς τους οποίους επιχειρείται να θεμελιωθεί σε αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και σε σχέση προστήσεως του πρώτου από τον δεύτερο εναγόμενο, είναι αόριστη. Τούτο ειδικότερα, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τόσο ο πρώτος εναγόμενος, ως προστηθείς του δευτέρου εναγομένου, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος ενεργούντες από δόλο ή έστω από αμέλεια, προκάλεσαν την επίσπευση της επίδικης αναγκαστικής εκτελέσεως και τη διενέργεια του πλειστηριασμού μολονότι γνώριζαν ότι αυτός δεν ήταν νόμιμος, με σκοπό να προκαλέσουν στον ενάγοντα ζημία, ούτε και εκτίθενται συγκεκριμένες ενέργειες των εναγομένων αυτών, οι οποίες να οδήγησαν την τέταρτη εναγομένη να προβεί στην επικαλούμενη παράνομη διενέργεια του πλειστηριασμού. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 8 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Τέλος, αναφορικά με την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι μόνη η επικαλούμενη, μεταβίβαση από τον δεύτερο εναγόμενο σε αυτή της επικαρπίας του επίμαχου ακινήτου δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής κατά την έννοια του άρθρου 914ΑΚ καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται υπαίτια συμπεριφορά αυτής που να συνδέεται με τις παράνομες πράξεις των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις 914, 922, 297, 298 και 330 του ΑΚ. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ε. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1850/2023). Επομένως δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή του ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως αόριστη καίτοι δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεσή του και κράτησε την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προχώρησε σε κρίση επί της ουσίας, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου. Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 98/2024, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 45/2023).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που στη συνέχεια εξαφάνισε, δεχόμενο ειδικότερα ότι: "...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο δεν είναι νόμιμη, κρίνοντας ότι η αδικοπρακτική του ευθύνη θεμελιώνεται στη μεταβίβαση λόγω δωρεάς της επικαρπίας του πλειστηριασθέντος ακινήτου προς την τρίτη εναγομένη, παρόλο που ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του επιχειρεί να θεμελιώσει την ευθύνη του δευτέρου εναγομένου στη σχέση της πρόστησης και της αδικοπραξίας (όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με την έφεσή του), και την απέρριψε για το λόγο αυτό, ορθά μεν κατ' αποτέλεσμα έκρινε με εσφαλμένη όμως αιτιολογία, η οποία όμως, επιδρά στην έκταση του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου από τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται διότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα, ενώ ζήτημα εισαγωγής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο δεν τίθεται αφού ο αναιρεσείων δεν κατέθεσε παράβολο κατά την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως επειδή με την υπ' αρ. 252/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου έλαβε νομική βοήθεια για την υπόθεση αυτή και απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 155/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης