ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1403/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1403/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1403/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1403 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1403/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον Δήμο Δάφνης - Υμηττού, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", που έδρευε στον Υμηττό Αττικής όπως δε νομίμως εκπροσωπείτο, κατόπιν της διασπάσεως της δικαιοπαρόχου με σύσταση δύο νέων ανωνύμων εταιρειών κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, σύμφωνα με την υπ' αρ. ...-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. του Χ. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Ζερδελή και Μαρία Πολυχρονίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 5)Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 6)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 7)Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 8)Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 9)Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 10)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 11)Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 12)Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 13)Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 14)Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 15)Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 16)Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 17)Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 18)Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 20)Λ. Κ. του Θ., κατοίκου ... Οι 4ος, 10η, 11ος, 12ος, 13η και 14ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 916/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδαφ. β του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 838/2019, ΑΠ 275/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (9-4-2024) α) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 4ος, 10η, 11ος, 12ος, 13η και 14ος αναιρεσίβλητοι Σ. Κ., Μ. Κ., Ι. Κ., Β. Κ., Δ. Κ. και Γ. Κ. αντίστοιχα, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους ως άνω διαδίκους η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και β) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Σπ. Κλαουδάτο οι 6ος, 9ος και 15ος αναιρεσίβλητοι Γ. Κ., Α. Κ. και Χ. Κ. αντίστοιχα. Περαιτέρω, προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. Σ., ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι (20), επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον κατόπιν παραγγελίας του Φωτίου Σπ. Κλαουδάτου με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου όλων των αναιρεσίβλητων, που αναφέρονται στο επιδοθέν δικόγραφο, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 14-11-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Όμως, ως προς τους 4ο, 10η, 11ο, 12ο, 13η και 14ο αναιρεσίβλητους που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αλλά και τους 6ο, 9ο και 15ο αναιρεσίβλητους, που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο Φώτιο Σπ. Κλαουδάτο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση των εν λόγω αναιρεσίβλητων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν άλλοθεν για να παραστούν στη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τους απολειπόμενους 4ο, 10η, 11ο, 12ο, 13η και 14ο αναιρεσίβλητους και τους μη προσηκόντως παριστάμενους 6ο, 9ο και 15ο αναιρεσίβλητους. Σημειώνεται, αναφορικά με τον 6ο αναιρεσίβλητο Γ. Κ., ότι η περιεχόμενη στις από 12-4-2024, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατατεθείσες από τους αναιρεσίβλητους προτάσεις - (των οποίων η κατάθεση δεν είναι υποχρεωτική στον Άρειο Πάγο - άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ) -, δήλωση, ότι αυτός (6ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε την 13-10-2016 και τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Β. Κ., σύζυγος του και Ι.-Α. Κ., τέκνο του, δεν επέφερε διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 286 περ.α ΚΠολΔ, διότι, εφόσον η ανωτέρω δήλωση περί θανάτου του ως άνω διαδίκου και συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του, δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ούτε και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο στις 13-2-2018, που έλαβε χώρα μετά τον επισυμβάντα θάνατο, δεν υφίσταται έγκυρη γνωστοποίηση του ως άνω διακοπτικού γεγονότος στην αντίδικο (άρθρο 287 παρ.1 ΚΠολΔ), ώστε να επέλθει νομότυπη διακοπή ως προς το διάδικο αυτόν της παρούσας δίκης και δυνατότητα συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του. Σημειώνεται ακόμη ότι λόγω της μη έγκυρης γνωστοποίησης του θανάτου, η αναιρεσείουσα δεν γνώριζε το συμβάν, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει τέτοια γνώση της και συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκήθηκε (ΟλΑΠ 8/1987), κατά του έκτου αναιρεσίβλητου Γ. Κ.

Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, ως προς την πρώτη εναγομένη, η από 22-6-2016 με αριθ. καταθ. 2825/5-7-2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 916/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 20-12-2013 με αριθ. καταθ. 173707/5831/20-12-2013 αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, έκρινε αυτήν νόμιμη κατά την κυρία βάση της και ακολούθως την έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία επιδικάζοντας στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεση ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους διαδίκους ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση την 31-1-2019 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα του φακέλου δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 830/2019).

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 1265/2021).

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, ή ματαιώνεται λόγω της καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336α και 338 ΑΚ.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ` αυτού με αγωγή κατ` άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015). Πριν από τη ματαίωση της παροχής και ωσότου επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, το δικαίωμα του ασφαλισμένου τελεί υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201) και ο δικαιούχος έχει το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του και είναι απαλλοτριωτό (ΑΠ 629/1978, ΑΠ 239/1962). Κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012), ως χρόνος δε πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης θεωρείται αυτός που θα πληρωνόταν η αίρεση, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρακωλυτική συμπεριφορά του ωφελούμενου από τη ματαίωσή της (ΑΠ 122/2014, ΑΠ 1274/1993). Εάν ο δικαιούχος αντιληφθεί τη ματαίωση της παροχής πριν από το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη αιτούμενος να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να αποζημιωθεί, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση δηλαδή επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ή, εάν το ποσό του ασφαλίσματος είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένο ή προσδιορίσιμο, να υποχρεωθεί βάσει του άρθρου 69 παρ. 1ε, 2 KΠολΔ ο εργοδότης να του καταβάλει ως αποζημίωση το συγκεκριμένο ποσόν μόλις πληρωθεί η αίρεση, ενώ δεν δικαιούται να ζητήσει την καταβολή αποζημιώσεως από τον εργοδότη προώρως προτού πληρωθεί η αίρεση. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο ασφαλιστικός κίνδυνος αφορά την αποχώρηση του δικαιούχου από την εργασία λόγω συνταξιοδότησης και δεν διαφοροποιούνται έστω και εάν το αίτημα καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη πριν την αποχώρηση του δικαιούχου επιχειρείται να θεμελιωθεί με την αγωγή επί ασφαλιστικής αναλογιστικής μελέτης (ΑΠ 55/2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2013 με αριθμό κατάθεσης 173707/5831/20-12-2013 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είχαν εκθέσει ότι είναι εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν κατά τα έτη 1979-2003, καθένας εξ αυτών αντίστοιχα, προσλήφθηκαν από τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.) για να απασχοληθούν σ' αυτή, με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν και ότι συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες άνω ειδικότητες, από το έτος 2003, οπότε η άνω εργοδότριά τους συγχωνεύθηκε μαζί με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε. (ΕΒΟ Α.Ε.), στην καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας τους πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΑΣ Α.Ε.) με το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", ως νέα ανώνυμη εταιρία, που συστάθηκε λόγω της συγχώνευσης. Ότι η αρχική εργοδότριά τους χορήγησε στο προσωπικό της τη σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με την εταιρεία Λαϊκή Ασφαλιστική και στη συνέχεια με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Ότι υπογράφηκε η με αρ. ...-1983 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις αναφερόμενες Πρόσθετες Πράξεις, με την οποία συμφωνήθηκε η καταβολή από τη δεύτερη εναγομένη εφάπαξ ποσού-ασφαλίσματος (πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων), που θα ήταν ίσο με τους μηνιαίους μισθούς του τελευταίου πριν την αποχώρησή του 12μήνου, πολλαπλασιαζόμενο επί τα έτη υπηρεσίας του, με ανώτατο όριο τους 35 μισθούς, ενώ καθοριζόταν όχι μόνο το ασφάλισμα, αλλά και το ασφάλιστρο, που θα κατέβαλε η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια, κατά την αποχώρηση καθενός από τους εργαζομένους της πρώτης εναγομένης από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης ή οικειοθελούς αποχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή μετάταξης σε υπηρεσία του Δημοσίου. Ότι με την από 31-12-2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, με θέμα το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και όλων των Σωματείων Εργαζομένων σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και το Σωματείο Εργαζομένων Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων Υμηττού Α.Β.Ε.Ε. του οποίου μέλη είναι όλοι οι ενάγοντες, η ως άνω ομαδική ασφάλιση επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της και αποτέλεσε κατά τον τρόπο αυτό αναπόσπαστο μέρος της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθενός από τους ενάγοντες. Ότι με την αναφερόμενη Πρόσθετη Πράξη ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του ασφαλίσματος η πρώτη ημέρα του μήνα, που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης σε κάθε εργαζόμενο ασφαλισμένο, ο οποίος, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, δεν έπρεπε να έχει υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας του....Ότι σε κάθε περίπτωση από το έτος 1983, οπότε η πρώτη εναγομένη προέβη το πρώτον στη χορήγηση της πιο πάνω παροχής στο προσωπικό της, μέχρι και το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των 25 ετών, εξαιτίας της μακρόχρονης, ομοιόμορφης και ανεπιφύλακτης εκ μέρους της συμπεριφοράς, δημιουργήθηκε στο πρόσωπό τους η εύλογη πεποίθηση για τη συμβατική δέσμευση της εργοδότριας τους για την καταβολή του ασφαλίσματος, κατά το χρόνο αποχώρησης εκάστου εξ αυτών από την υπηρεσία. Ότι παρόλα αυτά, η πρώτη εναγομένη επί σειρά ετών από υπαιτότητά της δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα στη δεύτερη εναγομένη, με αποτέλεσμα να υπάρξει έλλειμμα στο λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων και τελικά η δεύτερη εναγομένη να καταγγείλει, με την από 30-4-2013 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε την 2-5-2013, την σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με την πρώτη εναγομένη εργοδότριά τους, με χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της, ματαιώνοντας έτσι το δικαίωμά τους για τη λήψη των εφάπαξ παροχών που δικαιούνται να λάβουν βάσει του ως άνω συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης. Ότι, δεδομένης της καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, όλοι οι ενάγοντες, οι οποίοι μέχρι σήμερα εργάζονται στην πρώτη εναγομένη, απώλεσαν το δικαίωμα λήψης της εφάπαξ παροχής, το δε πταίσμα της πρώτης εναγομένης κατά το άρθρο 336 ΑΚ τεκμαίρεται. Ζήτησαν δε, με βάση το προεκτεθέν ιστορικό, επικαλούμενοι, ως προς την πρώτη εναγομένη, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, την αναφερόμενη επιχειρησιακή ΣΣΕ, τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια και την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ως προς τη δεύτερη εναγομένη τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ως σύμβασης υπέρ τρίτου και επικουρικά, ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος μερικών εξ αυτών από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και ότι οι εναγόμενες, ευθύνονται η κάθε μια εις ολόκληρον, α) να υποχρεωθούν να καταβάλουν στους 5ο, 13η, 17ο και 20ο εξ αυτών, και β) να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να καταβάλουν στους λοιπούς εξ αυτών, αντίστοιχα, τα αναφερόμενα για ένα έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέταξε το χωρισμό της δίκης, παρέπεμψε την αγωγή κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης εναγομένης (ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ" με το διακριτικό τίτλο " ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.") για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία και κράτησε και δίκασε αυτήν κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς την κυρία βάση της, με την αιτιολογία ότι η πρώτη εναγομένη είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και επομένως, ως προς την αιτούμενη εφάπαξ αποζημίωση εφαρμόζονται οι δημοσίας τάξεως κανόνες των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970 και ως αόριστη, ως προς την επικουρική βάση της που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και περί αδικοπραξιών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την από 22-6-2016 με αρ. κατάθεσης 2825/5-7-2016 έφεση επί της οποίας έκρινε το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, κατά το μέρος αυτής που αφορούσε τη δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, μη διάδικο στην παρούσα δίκη: Α) ερευνώντας το δεύτερο λόγο της έφεσης κατά το μέρος αυτής που αφορούσε την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, με τον οποίο οι ενάγοντες-εκκαλούντες ήδη αναρεσίβλητοι παραπονούνταν για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2112/1920 και του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν 173/1967 και την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης, δέχτηκε αυτόν ως βάσιμο κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την ως άνω αναφερόμενη αγωγή. Β) Ερευνώντας ακολούθως την νομική θεμελίωση της αγωγής, με αναφορά στις νομικές σκέψεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρότασή του, καταλήγοντας, με την επίκληση της απόφασης του ΑΠ 1276/2001 και την όμοια αυτής ΑΠ 1628/1998, ότι σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής (όπως και στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθεται) η οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία μπορεί να είναι και μειωμένη, αποτελεί θετικό διαφέρον ( ΑΚ 298) οφειλόμενο στο γεγονός ότι ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε τη βαρύνουσα αυτόν παροχή, συνιστάμενο σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, έστω και εάν ο εργαζόμενος δεν συμπλήρωσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις από την ασφαλιστική σύμβαση, έκρινε ότι, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι μη νόμιμη, ενώ, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, κατά την κυρία βάση της, είναι ορισμένη και νόμιμη και ερευνώντας αυτήν κατ' ουσία την έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία επιδικάζοντας σε κάθε ένα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα αντιστοίχως χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση ίση με την προϋπηρεσία του καθενός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης από τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", διαλαμβάνοντας ακολούθως κατά την έρευνα της αγωγής κατ' ουσίαν ότι: " Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και σε συνάρτηση των νομικών παραδοχών της παρούσας οι ενάγοντες δικαιούνται, βάσει της μεταξύ αυτών και της εφεσίβλητης-πρώτης εναγόμενης σύμβασης εργασίας, να λάβουν από την τελευταία ως αποζημίωση, λόγω υπαίτιας αδυναμίας αυτής να εκπληρώσει την παροχή αυτή και στέρησης του δικαιώματος προσδοκίας για τη λήψη της παροχής αυτής με την αποχώρησή τους, αποζημίωση που αποτελεί θετικό διαφέρον, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσαν να λάβουν οι εκκαλούντες-ενάγοντες εργαζόμενοι δανειστές αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής. Η παραπάνω αποζημίωση δεν παριστά το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί σαν να μην είχε λυθεί η σύμβαση ασφάλισης, συντρεχόντων δηλαδή υποχρεωτικά και των όρων της τελευταίας, αλλά αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή αυτή, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, ήτοι η καταβολή που αντιστοιχεί στο εφάπαξ ποσό που θα έπρεπε, κατά το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας του, να του καταβάλει η εφεσίβλητη- πρώτη εναγομένη με την αποχώρησή του (στην προκειμένη περίπτωση λόγω καταγγελίας της σύμβασής του), μειωμένου αναλογικά για έτη της πραγματικής υπηρεσίας του, όπως και ορθά ζητείται με την ένδικη αγωγή, ήτοι έως και την 2-6-2013 ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με την οποία η αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας είναι νόμιμη (και βάσιμη κατ' ουσία), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 410, 411, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, καθώς και αυτές των άρθρων 201, 204, 207, 382, 335, 336 και 338 ΑΚ, καθότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη. Τούτο δε διότι, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι οι αναιρεσίβλητοι εξακολουθούν να εργάζονται στην αναιρεσείουσα και δεν επικαλούνται ότι έχουν αποχωρήσει απ' αυτήν με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση- "οικειοθελή αποχώρηση"), προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την γέννηση της επικαλούμενης αξίωσής τους αρχικά για καταβολή της εφάπαξ παροχής από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης και ματαίωσης της καταβολής σ' αυτούς της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να μην είχε γεννηθεί η δευτερογενής υποχρέωση της εργοδότριας αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά ως αποζημίωση, ενώ δεν ήταν εφικτός και ο νόμιμος (σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση ομαδικής ασφάλισης) προσδιορισμός της εν λόγω παροχής που οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι δικαιούνταν και της αντίστοιχης οφειλόμενης αποζημίωσης, καθόσον, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν αποχώρησαν από την αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να υπολογιστεί ο "τελικός μέσος μισθός" αυτών, ο οποίος είναι ο μέσος όρος των μισθών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος εργαζόμενος κατά τη διάρκεια των τελευταίων πριν την αποχώρησή του 12 μηνών υπηρεσίας, ούτε βέβαια μπορεί να υπολογιστεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας τους, αφού συνεχίζουν να εργάζονται. Επί πλέον η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (αποχώρηση των ασφαλισμένων εργαζομένων από την εργασία τους) είναι αναγκαίος όρος της γέννησης της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων προς είσπραξη της εφάπαξ παροχής όχι μόνο στην περίπτωση που είναι σε ισχύ η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, αλλά και στην περίπτωση της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως εν προκειμένω, δοθέντος ότι ελλείποντος του αναγκαίου αυτού όρου δεν έχει επέλθει ζημία και ως εκ τούτου δεν έχει γεννηθεί η υποχρέωση της λήπτριας της ασφάλισης εργοδότριας-αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τα αιτούμενα αντιστοίχως ποσά. Με την υπό κρίση δε αγωγή δεν έχει υποβληθεί αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης ίσης με την αξία της ασφαλιστικής παροχής ίσης προς το ποσό του ασφαλίσματος, καταβλητέας κατά τον χρόνο της αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την υπηρεσία τους, δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίο επρόκειτο να πληρωθεί η αίρεση. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος από τον αριθμό 1(όχι δε και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επισημαίνεται ότι το αναφερόμενο στο λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης περί αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης των 10ης, 14ου, 15ου, 16ης και 20ου των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων δεν εκτίθεται στην ένδικη από 20-12-2013 αγωγή με αναφορά στο χρόνο αποχώρησής τους, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοδίκου Δικαστηρίου την 20-12-2013, και στο δικόγραφο της οποίας υφίσταται αντιθέτως σαφής αναφορά ότι "όλοι εμείς είμαστε εργαζόμενοι της 1ης εναγομένης με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και ακολούθως, "Δεδομένης λοιπόν της καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης όλοι εμείς οι μέχρι σήμερα εργαζόμενοι στην εναγομένη χάνουμε το δικαίωμα....", την οποία και επαναλαμβάνουν στο δικόγραφο της υπ' αυτούς ασκηθείσας έφεσης ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις σελίδες 3 και 4 αυτού, αλλά ούτε και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική παραδοχή.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...". Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 107/2023, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην υπό κρίση περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα του πρώτου και τρίτου αναιρετικών λόγων, καθώς αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω δευτέρου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 576/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια να απορριφθεί η έφεση δεδομένου ότι η από 20-12-2013 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ήταν μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της κατ' έφεση δίκης και της αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 576/31-1-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22-6-2016 έφεση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 916/19-4-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτήν κατ'ουσία.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη της κατ' έφεση δίκης και της αναιρετικής δίκης, μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή