ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1404/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1404/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1404/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1404 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1404/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ- ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στο Δήμο Δάφνης-Υμηττού-Ηλιουπόλεως Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με τον επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", που έδρευε στον Υμηττό Αττικής, κατόπιν διάσπασής της και σύστασης δύο νέων ανωνύμων εταιρειών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2014 συμβολαιογραφικής πράξης διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ.

Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Θεοδόση και Δημήτριο Ζερδελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Π., κατοίκου ..., 2.Δ. Π., κατοίκου ..., 3.Α. Π., κατοίκου ..., 4. Α. Π., κατοίκου ..., 5.Η. Π., κατοίκου ..., 6.Ν. Π., κατοίκου ..., 7.Α. Ρ., κατοίκου ..., 8.Κ. Ρ., κατοίκου ..., 9.Ν. Ρ., κατοίκου ..., 10.Π. Ρ., κατοίκου ..., 11.Θ. Ρ., κατοίκου ..., 12.Μ. Σ., κατοίκου ..., 13.Α. Σ., κατοίκου ..., 14.Γ. Σ., κατοίκου ..., 15.Ι. Σ., κατοίκου ..., 16.Ι. Σ., κατοίκου ..., 17.Σ. Σ., κατοίκου ..., 18.Γ. Σ., κατοίκου ..., 19.Ν. Σ., κατοίκου ..., 20.Δ. Σ., κατοίκου ..., 21.Κ. Σ., κατοίκου ..., 22.Β. Σ., κατοίκου ..., και 23.Α. Σ., κατοίκου ..., Οι 4ος, 6ος, 9ος, 12ος, 17ος, 18ος και 21ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2639/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 578/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδαφ. β του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 838/2019, ΑΠ 275/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1684/2025, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (9-4-2024), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 4ος, 6ος, 9ος, 12ος, 17ος,18ος και 21ος αναιρεσίβλητοι Α. Π., Ν. Π., Ν. Ρ., Μ. Σ., Σ. Σ., Γ. Σ. και Κ. Σ. αντίστοιχα, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους ως άνω διαδίκους η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της .υπόθεσης. Περαιτέρω, προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. Σ., ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι (23), επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθόσον κατόπιν παραγγελίας του Φωτίου Σπ. Κλαουδάτου με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου όλων των αναιρεσίβλητων, που αναφέρονται στο επιδοθέν δικόγραφο, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 14-11-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Όμως, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσίβλητους που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο Φώτιο Σπ. Κλαουδάτο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση των εν λόγω αναιρεσίβλητων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν άλλοθεν για να παραστούν στη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, ως προς την πρώτη εναγομένη, η από 22-6-2016 με αριθ. καταθ. 2826/5-7-2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 2639/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 20-12-2013 με αριθ. καταθ. 173650/5825/20-12-2013 αγωγή τους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, έκρινε αυτήν νόμιμη κατά την κυρία βάση της και ακολούθως την έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία επιδικάζοντας στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους διαδίκους ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση την 31-1-2019 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα του φακέλου δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 830/2019). Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 1265/2021). Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, ή ματαιώνεται λόγω της καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336α και 338 ΑΚ. Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ` αυτού με αγωγή κατ` άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015). Πριν από τη ματαίωση της παροχής και ωσότου επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, το δικαίωμα του ασφαλισμένου τελεί υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201) και ο δικαιούχος έχει το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του και είναι απαλλοτριωτό (ΑΠ 629/1978, ΑΠ 239/1962). Κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012), ως χρόνος δε πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης θεωρείται αυτός που θα πληρωνόταν η αίρεση, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρακωλυτική συμπεριφορά του ωφελούμενου από τη ματαίωσή της (ΑΠ 122/2014, ΑΠ 1274/1993). Εάν ο δικαιούχος αντιληφθεί τη ματαίωση της παροχής πριν από το χρόνο επελέυσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη αιτούμενος να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να αποζημιωθεί, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση δηλαδή επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ή, εάν το ποσό του ασφαλίσματος είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένο ή προσδιορίσιμο, να υποχρεωθεί βάσει του άρθρου 69 παρ. 1ε, 2 KΠολΔ ο εργοδότης να του καταβάλει ως αποζημίωση το συγκεκριμένο ποσόν μόλις πληρωθεί η αίρεση, ενώ δεν δικαιούται να ζητήσει την καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη προώρως προτού πληρωθεί η αίρεση. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο ασφαλιστικός κίνδυνος αφορά την αποχώρηση του δικαιούχου από την εργασία λόγω συνταξιοδότησης και δεν διαφοροποιούνται έστω και εάν το αίτημα καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη πριν την αποχώρηση του δικαιούχου επιχειρείται να θεμελιωθεί με την αγωγή επί ασφαλιστικής αναλογιστικής μελέτης (ΑΠ 55/2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2013 με αριθμό κατάθεσης 173650/5825/20-12-2013 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είχαν εκθέσει ότι είναι εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι μέχρι το έτος 2003 εργάζονταν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΛΙΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε) και έκτοτε στην καθολική διάδοχο αυτής, πρώτη των εναγομένων, η οποία προέκυψε από την συγχώνευση της ως άνω εταιρίας με την εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε." (ΕΒΟ Α.Ε.), διατηρώντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο συγχώνευσης, συμβάσεις και σχέσεις εργασίας, ότι η πρώην εργοδότριά τους, "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.", είχε αποφασίσει, ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της, την σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με την "Λαϊκή Ασφαλιστική" και στη συνέχεια με την δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, με την οποία υπέγραψε σχετικό συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης και σύμβαση ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού- ασφαλίσματος (πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων), ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 επ. ΑΚ, ότι με την από 31-12-2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), με θέμα το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων, η οποία υπεγράφη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και όλων των Σωματείων Εργαζομένων στην Εταιρεία, μέλη των οποίων είναι και οι ενάγοντες, η ως άνω ομαδική ασφάλιση επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της πρώτης εναγομένης και αποτέλεσε κατά τον τρόπο αυτό αναπόσπαστο μέρος της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκάστου εξ αυτών, ότι αντικείμενο της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης ήταν η εφάπαξ καταβολή από την δεύτερη των εναγομένων ενός ποσού-ασφαλίσματος κατά την αποχώρηση εκάστου από τους εργαζόμενους της πρώτης εναγομένης, όπως καθοριζόταν στο άρθρο 10 της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., ανάλογα με τον λόγο αποχωρήσεως (λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης λόγω μετάταξης ή λόγω συνταξιοδότησης), με ανώτατο όριο (πλαφόν) τους 35 μισθούς, ότι η πρώτη εναγόμενη, ως καθολική διάδοχος της "ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε." και σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 3195/2003, υποκαθίσταται στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τελευταίας, αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση, συνεπώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, ότι σύμφωνα με την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 7903/6-10-2005 Πρόσθετη Πράξη, προϋπόθεση για να υπάγεται κάποιος εργαζόμενος στην ως άνω ασφαλιστική ομάδα, ήταν να μην υπερβαίνει η ηλικία του το εβδομηκοστό έτος, με την ίδια δε ως άνω Πρόσθετη Πράξη καθορίσθηκε ότι η ημερομηνία κατά την οποία θεμελιώνεται δικαίωμα καταβολής του ως άνω εφάπαξ ποσού - ασφαλίσματος είναι η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης ή των αντίστοιχων προϋποθέσεων των άλλων περιπτώσεων αποχωρήσεως (απόλυσης από την υπηρεσία του, μετάταξης ή οικειοθελούς αποχώρησης), ότι σύμφωνα με την ίδια Πρόσθετη Πράξη το καταβλητέο στους ασφαλισμένους εργαζόμενους εφάπαξ ποσό - ασφάλισμα ισούται προς ένα "τελικό μέσο μισθό", επί τα έτη υπηρεσίας στην πρώτη εναγομένη, με ανώτατο όριο τους 35 μισθούς, ως δε "τελικός μέσος μισθός" ορίζεται ο μέσος όρος των μηνιαίων μισθών που έλαβε ο εργαζόμενος κατά την διάρκεια των δώδεκα μηνών που προηγούνταν της ημερομηνίας αποχώρησής του από την υπηρεσία του, ότι με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες απέκτησαν ευθεία αξίωση για καταβολή του ασφαλίσματος από τις εναγόμενες, οι οποίες ευθύνονται για την καταβολή του σε αυτούς αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, η μεν δεύτερη ως ασφαλίστρια και υποσχεθείσα υπέρ αυτών την καταβολή του ασφαλίσματος κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 επ. ΑΚ και τις ειδικές διατάξεις του Ν. 2496/1997, η δε πρώτη ως εργοδότριά τους, κατά τις διατάξεις 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν, 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, διότι η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης αποτέλεσε μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, αλλά και λόγω της ομοιόμορφης, μακροχρόνιας και ανεπιφύλακτης επιχειρησιακής πρακτικής που ακολουθούσε επί χρόνια (η πρώτη εναγομένη), ότι επί σειρά ετών η πρώτη εναγομένη εταιρία δεν κατέβαλλε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα να υπάρξει υψηλότατο έλλειμμα στον σχετικό λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων και, τελικά, η δεύτερη εναγομένη να καταγγείλει την ως άνω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης με την πρώτη εναγόμενη, με την από 30-4-2013 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 2-5-2013, αναγράφοντας ότι τα αποτελέσματα της θα επέλθουν μετά την παρέλευση 30 ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας, με συνέπεια όλοι οι μέχρι σήμερα εργαζόμενοι στην πρώτη εναγομένη να χάσουν το δικαίωμα λήψεως της εφάπαξ παροχής, με υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, οπότε οι ενάγοντες δικαιούνται να στραφούν κατά της πρώτης εναγομένης-εργοδότριάς τους, η οποία με την συμπεριφορά της ματαίωσε την καταβολή σε αυτούς της παροχής από την ασφαλιστική εταιρία, και να αξιώσουν αποζημίωση. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, και υπολογίζοντας τα ποσά των ως άνω παροχών εφάπαξ ασφαλισμάτων με βάση τον "μέσο τελικό μισθό" εκάστου επί τον χρόνο που έκαστος εργάστηκε συνολικά στην πρώτη εναγομένη έως και την 2-6-2013, ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας από την δεύτερη των εναγομένων της ως άνω σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, ζήτησαν, τόσο κατά την κυρία βάση όσο και την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος μερικών εξ αυτών από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εκάστη εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον 6ο των εναγόντων το ποσό των 19.401,96 ευρώ, στον 18ο το ποσό των 19.460,76 ευρώ, στον 22ο το ποσό των 19.706,76 ευρώ και στον 23ο το ποσό των 13.786,87 ευρώ, και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται, εκάστη εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο των λοιπών εναγόντων τα αντιστοίχως αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την οφειλή εκάστου κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής και κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την πρώτη εναγόμενη, άσκησαν οι ενάγοντες την από 22-6-2016 με αρ. κατάθεσης 2826/5-7-2016 έφεση, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού στη νομική σκέψη του αναφέρεται στην έννοια και λειτουργία της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης και στις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336, 410, 411, 648, 649, 653, 382, 335 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, καταλήγοντας, με την επίκληση της απόφασης του ΑΠ 1276/2001 και την όμοια αυτής ΑΠ 1628/1998, ότι σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής (όπως και στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθεται) η οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία μπορεί να είναι και μειωμένη, αποτελεί θετικό διαφέρον ( ΑΚ 298) οφειλόμενο στο γεγονός ότι ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε τη βαρύνουσα αυτόν παροχή, συνιστάμενο σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, έστω και εάν ο εργαζόμενος δεν συμπλήρωσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις από την ασφαλιστική σύμβαση, ερευνώντας στη συνέχεια τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες-εκκαλούντες ήδη αναρεσίβλητοι παραπονούνταν για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 382, 335, 338 και 336 του ΑΚ και την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες - ενάγοντες, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ισχυρίστηκαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 382, 335, 338 και 336 που προβλέπουν την υποχρέωση αποζημίωσης, στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου σύμβασης και δη της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης και απέρριψε, ως προς τη πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, τη κρινόμενη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, δεχόμενη στο σκεπτικό αυτής ότι οι ενάγοντες α) δεν επικαλούνται ότι έχουν αποχωρήσει από την εργοδότρια με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση - "οικειοθελή αποχώρηση"), προϋπόθεση που ήταν απαραίτητη για την γέννηση της επικαλούμενης αξίωσης τους αρχικώς για καταβολή της εφάπαξ παροχής από τη δεύτερη εναγόμενη και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης και ματαίωσης της καταβολής σε αυτούς της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης και β) δεν είναι εφικτός ο νόμιμος (σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή ομαδική σύμβαση ασφάλισης και την πρόσθετη πράξη αυτής) προσδιορισμός της εν λόγω παροχής, που έκαστος των εναγόντων ισχυρίζεται ότι δικαιούνταν και της αντίστοιχης οφειλόμενης σε έκαστο αποζημίωσης, καθώς, εφόσον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εργάζονται ακόμη στην πρώτη εναγομένη, άρα δεν έχουν αποχωρήσει από αυτήν, δεν μπορεί να υπολογισθεί ο "τελικός μέσος μισθός" εκάστου εξ αυτών, αφού αυτός είναι ο μέσος όρος των μισθών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος εργαζόμενος κατά την διάρκεια των τελευταίων πριν την αποχώρηση του δώδεκα μηνών υπηρεσίας, ούτε μπορεί να υπολογισθεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας εκάστου των εναγόντων, εφόσον συνεχίζουν να εργάζονται στην πρώτη των εναγόμενων, ο δε υπολογισμός των παραπάνω στοιχείων ("τελικού μέσου μισθού" και συνολικού χρόνου υπηρεσίας) και εν τέλει των ποσών που επικαλούνται ότι τους οφείλονται, στον οποίο προβαίνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους, λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς, αντί της ημερομηνίας αποχώρησης τους από την πρώτη εναγόμενη, την ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της ως άνω καταγγελίας της ομαδικής σύμβασης ασφάλισης από τη δεύτερη των εναγομένων, δεν είναι νόμιμος. Στη προκειμένη περίπτωση, ο παραπάνω λόγος της έφεσης, τυγχάνει βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη υπό στοιχ. I και II μείζονα σκέψη της παρούσας και τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, δεν απαιτείται εκ του νόμου για τη γένεση της επικαλούμενης αξίωσης των εκκαλούντων-εναγόντων η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης από τη σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης, ήτοι η αποχώρηση από την εργοδότρια με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση - "οικειοθελή αποχώρηση") και κατ' επέκταση ο προσδιορισμός του "τελικού μέσου μισθού" εκάστου των εκκαλούντων - εναγόντων, με βάση την ημερομηνία αποχώρησής τους, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η εκκαλούμενη απόφαση, δεδομένου ότι αυτοί (εκκαλούντες-ενάγοντες) δεν αιτούνται ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η οποία προϋποθέτει ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, αλλά αποζημίωση του κοινού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 Α.Κ, λόγω παραβίασης από υπαιτιότητα της εφεσίβλητης - πρώτης εναγομένης εργοδότριας της σύμβασης εργασίας και ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας λήψης του ασφαλίσματος από τους μισθωτούς εκκαλούντες-ενάγοντες.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και στην συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) να ερευνηθεί εκ νέου η από 20-12-2013 και με αρ. κατάθ. 173650/5825/20-12-2013 αγωγή, ως προς την ίδια διαδικασία, ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.". Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έκρινε ότι υπό το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη και ερευνώντας αυτήν κατ' ουσία την έκανε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία επιδικάζοντας σε κάθε ένα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα αντιστοίχως χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση ίση με την προϋπηρεσία του καθενός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης από τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", διαλαμβάνοντας ότι: " Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και σε συνάρτηση των νομικών παραδοχών της παρούσας οι ενάγοντες δικαιούνται, βάσει της μεταξύ αυτών και της εφεσίβλητης-πρώτης εναγόμενης σύμβασης εργασίας, να λάβουν από την τελευταία ως αποζημίωση, λόγω υπαίτιας αδυναμίας αυτής να εκπληρώσει την παροχή αυτή και στέρησης του δικαιώματος προσδοκίας για τη λήψη της παροχής αυτής με την αποχώρησή τους, αποζημίωση που αποτελεί θετικό διαφέρον, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσαν να λάβουν οι εκκαλούντες-ενάγοντες εργαζόμενοι δανειστές αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής. Η παραπάνω αποζημίωση δεν παριστά το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί σαν να μην είχε λυθεί η σύμβαση ασφάλισης, συντρεχόντων δηλαδή υποχρεωτικά και των όρων της τελευταίας, αλλά αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή αυτή, συνιστάμενη σε ό,τι θα μπορούσε να λάβει ο εργαζόμενος δανειστής αν ήταν δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, ήτοι η καταβολή που αντιστοιχεί στο εφάπαξ ποσό που θα έπρεπε, κατά το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας του, να του καταβάλει η εφεσίβλητη- πρώτη εναγομένη με την αποχώρησή του (στην προκειμένη περίπτωση λόγω καταγγελίας της σύμβασής του), μειωμένου αναλογικά για έτη της πραγματικής υπηρεσίας του, όπως και ορθά ζητείται με την ένδικη αγωγή, ήτοι έως και την 2-6-2013 ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με την οποία η αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας είναι νόμιμη (και βάσιμη κατ' ουσία), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 410, 411, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, καθώς και αυτές των άρθρων 201, 204, 207, 382, 335, 336 και 338 ΑΚ, καθότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη. Τούτο δε διότι, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι οι αναιρεσίβλητοι εξακολουθούν να εργάζονται στην αναιρεσείουσα και δεν επικαλούνται ότι έχουν αποχωρήσει απ' αυτήν με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση- "οικειοθελή αποχώρηση"), προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την γέννηση της επικαλούμενης αξίωσής τους αρχικά για καταβολή της εφάπαξ παροχής από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης και ματαίωσης της καταβολής σ' αυτούς της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να μην είχε γεννηθεί η δευτερογενής υποχρέωση της εργοδότριας αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά ως αποζημίωση, ενώ δεν ήταν εφικτός και ο νόμιμος (σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση ομαδικής ασφάλισης) προσδιορισμός της εν λόγω παροχής, που οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι δικαιούνταν και της αντίστοιχης οφειλόμενης αποζημίωσης, καθόσον, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν αποχώρησαν από την αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να υπολογιστεί ο "τελικός μέσος μισθός" αυτών, ο οποίος είναι ο μέσος όρος των μισθών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος εργαζόμενος κατά τη διάρκεια των τελευταίων πριν την αποχώρησή του 12 μηνών υπηρεσίας, ούτε βέβαια μπορεί να υπολογιστεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας τους, αφού συνεχίζουν να εργάζονται. Επί πλέον η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (αποχώρηση των ασφαλισμένων εργαζομένων από την εργασία τους) είναι αναγκαίος όρος της γέννησης της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων προς είσπραξη της εφάπαξ παροχής όχι μόνο στην περίπτωση που είναι σε ισχύ η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, αλλά και στην περίπτωση της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως εν προκειμένω, δοθέντος ότι ελλείποντος του αναγκαίου αυτού όρου δεν έχει επέλθει ζημία και ως εκ τούτου δεν έχει γεννηθεί η υποχρέωση της λήπτριας της ασφάλισης εργοδότριας-αναιρεσείουσας να τους καταβάλει τα αιτούμενα αντιστοίχως ποσά. Με την ένδικη δε αγωγή δεν είχε υποβληθεί αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης ίσης με την αξία της ασφαλιστικής παροχής ίσης προς το ποσό του ασφαλίσματος, καταβλητέας κατά τον χρόνο της αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την υπηρεσία τους, δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίο επρόκειτο να πληρωθεί η αίρεση. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος από τον αριθμό 1 (όχι δε και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επισημαίνεται ότι το αναφερόμενο στο λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης περί αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης των 2ου, 4ου, 11ου, 14ου, 15ου, 21ου και 22ου των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, δεν εκτίθεται στην από 20-12-2013 ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοδίκου Δικαστηρίου την 20-12-2013 με αναφορά στον χρόνο αποχώρησής τους και στο δικόγραφο της οποίας υφίσταται αντιθέτως σαφής αναφορά ότι "όλοι εμείς είμαστε εργαζόμενοι της 1ης εναγομένης με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και ακολούθως, "Δεδομένης λοιπόν της καταγγελίας της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης όλοι εμείς οι μέχρι σήμερα εργαζόμενοι στην εναγομένη χάνουμε το δικαίωμα....", την οποία και επαναλαμβάνουν στο δικόγραφο της υπ' αυτών ασκηθείσας έφεσης ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις σελίδες 3 και 4 αυτού, αλλά ούτε και στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται σχετική παραδοχή. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία αυτή παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης) και να απορριφθεί η έφεση, δεδομένου ότι η αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων ήταν μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τα δικαστικά έξοδα της κατ' έφεση δίκης καθώς και της αναιρετικής διαδικασίας, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 578/31-1-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 22-6-2016 έφεση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 2639/10-12-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτήν κατ'ουσία.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων της κατ' έφεση δίκης και της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή