ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1405/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1405/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1405/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1405 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1405/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Φ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (Δ.Υ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 808/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4422/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 23-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 4196/419/11-5-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 614 και 621 επ. KΠολΔ), με αριθμό 4422/27-10-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, συνεκδικάστηκαν και έγιναν τυπικά δεκτές και κατ' ουσίαν, α) η από 18-9-2019 με αριθμό κατάθεσης 90463/7175/18-10-2019 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 22-7-2020 με αριθμό κατάθεσης 7239/632/29-9-2020 αντέφεση του εναγομένου-αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθμό 808/30-4-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 3-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 73611/2067/8-11-2016 αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης και της αντέφεσης, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 11-5-2023 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-10-2021 (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του KΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του KΠολΔ). Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998). Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού. Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται. Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η παρεχόμενη από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ενόψει της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΟλΑΠ 5/2013, 6/2011). Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (ΟλΑΠ 6/2018). Ωστόσο, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δε προστατεύει την απλή προσδοκία διατηρήσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ευνοϊκής ρυθμίσεως, ούτε κωλύει το νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998). Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής. Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 410/2017). Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1504/2018). Στους λόγους δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3177/2014).

Περαιτέρω, με το ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 άλλαξε ο σκοπός του ΕΟΠΥΥ και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης, ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5. ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. "Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4. Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26.

Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (ΑΠ 1464/2021).

Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ΝΔ 1204/1972 (όσο αυτό ίσχυε μέχρι την 1.6.2011, οπότε κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του 3818/2011 "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας", όπως κατωτέρω ειδικότερα θα αναφερθεί), προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων. Σαν τέτοιοι νοούνται και οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Εξάλλου, ορίζονται στο άρθρο 5 του ίδιου διατάγματος, υπό τον τίτλο "Νομική Κατάστασις", ότι: "1.Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του ΙΚΑ 2. Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι.". Επομένως, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ΝΔ, υπό τον τίτλο "Ειδικαί συμβάσεις", ορίζεται ότι "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τίνος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων. Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών.". Περαιτέρω, το άρθρο 18 του Ν 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους, στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ. στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή. Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972, ενώ, τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι ιατροί που συνδέονται με το ΙΚΑ βάσει σύμβασης διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ΝΔ, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του Ν 2150/1993 μισθολογική εξομοίωσή τους με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000), οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτών του Ν. 2112/1920, ούτε του ΠΔ 410/1988, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και θεμελιώνουν την υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας, καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ή σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, θεμελιώνουν υπέρ του εργαζόμενου, αξίωση αποδοχών υπερημερίας. Επομένως, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του Ν 2150/1993, του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός.

Εξάλλου, μετά την προαναφερθείσα 5/2000 απόφαση του ΑΕΔ ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο Ν 3232/12.2.2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου". Όμως, η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του. Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του ΠΔ 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.. Με το άρθρο 55 αυτού ορίσθηκε η αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του προσωπικού που καταλαμβάνει και με το άρθρο 89 ορίζεται ότι για θέματα που δεν ρυθμίζονται από το υπόψη ΠΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Οι παρατιθέμενες, όμως, αυτές διατάξεις του ΠΔ 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση κατά τα προαναφερόμενα. Συνοψίζοντας όσα προαναφέρθηκαν, για τους γιατρούς που έχουν συνάψει ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου με βάση το άρθρο 10 του ανωτέρω ΝΔ 1204/1972 εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου ΝΔ, κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα. Οι συμβάσεις αυτές, "ειδικές" κατά τη διατύπωση του νόμου, που καταρτίζονται κατ' επίκληση του άρθρου 10 του εν λόγω ΝΔ αποτελούν συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον για τη σύναψη αυτών δεν διαγράφεται από τον νόμο ειδική διοικητική διαδικασία, ούτε προβλέπονται στον νόμο ρήτρες, οι οποίες θα εξασφάλιζαν υπέρ του ΙΚΑ υπερέχουσα θέση έναντι των αντισυμβαλλομένων ιατρών κατά την λειτουργία των εν λόγω συμβάσεων.

Εξ άλλου, η φύση της σχέσης, που συνδέει τους ιατρούς με το ΙΚΑ με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις, ως ιδιωτικού δικαίου, δεν μεταβλήθηκε με την μισθολογική εξομοίωση ορισμένων από τους ιατρούς αυτούς (δηλαδή εκείνων που δεν εμπίπτουν στις προβλεπόμενες στην παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 εξαιρέσεις) με τους μόνιμους ιατρούς θεραπευτές του Ιδρύματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν 2150/1993 (ΑΠ 1642/2022, ΑΠ 2091/2022, ΑΠ 290/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 904 του ΑΚ ορίζει ότι " Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εκτός αν η διατήρησή της δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 του ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 735/2022, ΑΠ 562/2021). Από τα παραπάνω, επίσης, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 1005/2023, ΑΠ 735/2022, ΑΠ 422/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 5/2023, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 223/2024, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 3-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 73611/2067/8-11-2016 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε εκθέσει ότι είναι οδοντίατρος και υπό την ιδιότητά της αυτή, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το ΙΚΑ, παρέχοντας τις υπηρεσίες της στις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας αυτού (ήτοι του ΙΚΑ), με δικαίωμα παράλληλα να διατηρεί το ιδιωτικό της ιατρείο και να παρέχει εκεί τις ιατρικές της υπηρεσίες σε μη ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α. ασθενείς. Ότι μετά την ενοποίηση, κατά τις επιταγές του Ν.3918/2011, των περισσότερων ασφαλιστικών φορέων σ' έναν ενιαίο φορέα και δη στο συσταθέν με τον ανωτέρω νόμο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ)", ο Κλάδος Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ και όλο τον εξοπλισμό του μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό στο ως άνω νπδδ (ήτοι τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στο οποίο κατά τις προβλέψεις του ίδιου ως άνω νόμου (3918/2011), εντάχθηκε αυτοδικαίως και το σύνολο των ιατρών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με την ίδια εργασιακή σχέση και στην ίδια οργανική θέση, βαθμό κλάδο και ειδικότητα. Ότι ακολούθως με το Ν.4238/2014, η αρμοδιότητα παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μεταφέρθηκε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις ΔΥΠε, οι δε υπηρετούντες στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και προηγουμένως στις μονάδες υγείας του ΙΚΑ ιατροί, δυνάμει των άρθρων 16 και 17 του ανωτέρω νόμου, τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, έχοντας δικαίωμα να υποβάλουν αιτήσεις για τη μεταφορά των εργασιακών τους σχέσεων στις Δ.Υ.Πε, υπό τον όρο, όμως ότι κατά την ανάληψη της υπηρεσίας τους θα προσκομίσουν βεβαίωση διακοπής του ελευθέριου επαγγέλματος το οποίο είχαν δικαίωμα να ασκούν από την έναρξη των συμβάσεων εργασίας τους και παράλληλα με την παροχή των υπηρεσιών τους αρχικά στο Ι.Κ.Α. και εν συνεχεία στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ότι η ίδια παρείχε τις υπηρεσίες της στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μέχρι την 18.02.2014, οπότε στα πλαίσια των επιταγών του ως άνω νόμου (4238/2014), τέθηκε σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Ότι μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της διαθεσιμότητας υπέβαλε αίτηση για τη μεταφορά της υφιστάμενης σύμβασης εργασίας της στην οικεία ΔΥΠε, η οποία ωστόσο δεν συνοδευόταν από βεβαίωση διακοπής του ελευθέριου επαγγέλματος που ασκούσε , γεγονός που προκάλεσε την αυτοδίκαιη απόλυσή της, η οποία αποφασίστηκε με την ....2014 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου νπδδ που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 675/Γ/02.06.2014. Ότι τόσο η ένταξή της σε καθεστώς διαθεσιμότητας όσο και η επιχειρούμενη βίαιη και αιφνίδια μεταβολή των όρων των εργασιακών της σχέσεων και ιδίως σε ότι αφορά το δικαίωμά της για άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος αντίκειται τόσο στο Σύνταγμα όσο και σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές. Ότι στο μεταξύ είχε ασκήσει από κοινού με άλλους συναδέλφους της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η 9253/03.09.2014 απόφαση, η οποία υποχρέωσε το εναγόμενο νπδδ προσωρινά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας αγωγής που άσκησε, να αποδέχεται την τταρεχόμενη εργασία της ίδιας και των λοιπών συναδέλφων της, χωρίς διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος τους. Ότι ακολούθως και σε εκτέλεση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, το εναγόμενο συμμορφούμενο με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης επέτρεψε την απασχόλησή της στις υπηρεσίες του. Ότι έκτοτε καίτοι παρείχε καθημερινά τις υπηρεσίες της, το αντίδικο δεν της κατέβαλε τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές της για όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής της, καταστρατηγώντας το διατακτικό της ως άνω εκδοθείσας απόφασης, επικαλούμενη ταμειακές δυσχέρειες. Ότι συνεπεία της μη. καταβολής των τακτικών μηνιαίων αποδοχών της από το εναγόμενο , προέβη από τις 04.05.2016 σε επίσχεση εργασίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτώς περιορίσθηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ), ζήτησε με βάση τις διατάξεις από έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση εργασίας με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφενός μεν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου νπδδ να της καταβάλει το ποσό των 25.272 ευρώ που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας (λόγω της επίσχεσης εργασίας στην οποία προέβη) για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2016 και σε δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου 2014 έως και Μαρτίου 2015, αφ' ετέρου δε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 19.440 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές που αντιστοιχούν στους μήνες Απρίλιο , Μάϊο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Οκτώβριο, Δεκέμβριο 2015 και από Ιανουάριο 2016 έως και Μάρτιο του ιδίου έτους ,νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ζήτησε επίσης να κηρυχθεί η απόφαση (κατά το καταψηφιστικό της σκέλος) προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ερειδόμενη ως προς την κύρια βάση της στις διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653, 655, 340, 341, 345, 346, 361 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ και ως προς την επικουρική βάση στις διατάξεις του άρθρου 904 επ.ΑΚ και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως προς δε την επικουρική βάση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα περί καταβολής μισθών υπερημερίας και κατά τα λοιπά ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 16.038,00 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για την ίδια ως άνω αιτία το ποσό των 10.264,32 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης και αντέφεσης, με τους οποίους οι διάδικοι παραπονούντο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, η μεν ενάγουσα-εκκαλούσα κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή της, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, το δε αντεκκαλούν-εναγόμενο κατά το μέρος που έγινε δεκτή, δέχθηκε αυτές ως βάσιμες κατ' ουσία και ακολούθως, στο πλαίσιο και του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ως προς την κυρία βάση της αγωγής, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτήν και ως προς τις δύο βάσεις της ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: " Με την αγωγή στην προκειμένη περίπτωση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε ανωτέρω, η εκκαλούσα, επικαλέστηκε ότι ήταν οδοντίατρος της ενταχθείσας με το Ν.3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μονάδας υγείας του ΙΚΑ με το οποίο είχε συνάψει ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, έχοντας παράλληλα το νόμιμο δικαίωμα να ασκεί και ελευθέριο επάγγελμα (......) και ότι ακολούθως με το Ν.4238/2014 αποφασίστηκε η θέση της σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση της θέσης που κατείχε και η μεταφορά της προς το εναγόμενο νπδδ (1η ΔΥ.Πε Αθηνών),ως δημόσια δομή παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., σε οργανική θέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκε για το σκοπό αυτό, κατόπιν σχετικής αίτησής της περί αποδοχής της θέσης, ενώ, παράλληλα καθιερώθηκε το ασυμβίβαστο της άσκησης ελευθέριου ιατρικού επαγγέλματος και της αποκλειστικής απασχόλησης στην ως άνω θέση, με αποτέλεσμα να τεθεί αρχικά σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα και εντέλει να απολυθεί δυνάμει της ....2014 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου επειδή δεν υπέβαλε μαζί με την εκ του νόμου απαιτούμενη αίτηση περί αποδοχής της θέσης στο νέο φορέα τη βεβαίωση διακοπής του ελευθέριου οδοντιατρικού επαγγέλματος. Σε ακολουθία αυτών και ισχυριζόμενη ότι μετά την ως άνω αυτοδίκαιη απόλυσή της, εξακολούθησε να απασχολείται με το αυτό καθεστώς στο εφεσίβλητο, το οποίο υποχρεώθηκε, κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 9253/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου να αποδέχεται την εργασία της, χωρίς διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας αγωγής που αυτή άσκησε, ζήτησε να της καταβληθούν από το εφεσίβλητο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 648 επ. ΑΚ οι δεδουλευμένες αποδοχές της για χρονικό διάστημα 23 μηνών αρχόμενο από τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 (πλην δύο μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2015 που πληρώθηκε) τις οποίες δεν της κατέβαλε το εναγόμενο παρότι αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της καθώς και μισθοί υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας στην οποία αυτή προέβη από τις 04.05.2016 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2016. Ωστόσο, κατά τα ίδια τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, η σχέση που συνέδεε την εκκαλούσα-ενάγουσα με το ΙΚΑ πριν την αυτοδίκαιη μεταφορά και ένταξή της στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.ΠΎ.Υ.)" κατ' επιταγή του Ν.3918/2011, αλλά και μετά την, κατά τα ως άνω ένταξή της, αφού σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, το σύνολο των ιατρών και του προσωπικού των φορέων που συγχωνεύτηκαν υπό τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ίδια εργασιακή σχέση, με την ίδια οργανική θέση, τον ίδιο βαθμό, τον ίδιο κλάδο και την ίδια ειδικότητα (άρθρο 26 παρ.1), οι δε διατάξεις που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη, τις αποδοχές, το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του προσωπικού που μεταφέρεται εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξή τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (άρθρο 26 παρ.5) και ακολούθως δυνάμει των άρθρων 16 και 17 του Ν.4238/2014 και στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο-αντεκκαλούν, αποτελούσε ειδική σύμβαση που καταρτίστηκε στα πλαίσια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 με συνέπεια να μην έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙΙΓ νομική σκέψη, οι ιατροί που συνδέονταν με το ΙΚΑ βάσει σύμβασης διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972, όπως εν προκειμένω η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, συνδέονταν με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος. Η ενάγουσα κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνδεόταν με το ΙΚΑ βάσει σύμβασης διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 καθόσον είχε το δικαίωμα παράλληλα με την ανωτέρω σύμβαση που κατάρτισε με το ΙΚΑ να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, ήτοι να παρέχει οδοντιατρική φροντίδα ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνταν παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ. Τούτο δε το δικαίωμα διατήρησε η ενάγουσα και με την 9523/2014 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε το εναγόμενο προσωρινά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κύριας αγωγής που άσκησε η ενάγουσα κατά του κύρους της απόλυσής της, να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Η γενόμενη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των ιατρών που συνδέονται με το ΙΚΑ με συμβάσεις του άρθρου 10 με τους ιατρούς του ΙΚΑ που συνδέονται μ' αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε τη φύση της σχέσης που συνδέει του ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ, ούτε μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, ως ψευδοερμηνευτική διάταξη, η διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ.γ' Ν.3232/12.02.2004.

Συνεπώς, στην επίδικη ειδική σύμβαση που διέπεται από το άρθρο 10 του ν. 1204/1972 δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Επομένως, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της την οποία η ενάγουσα επιχείρησε να θεμελιώσει στις διατάξεις του άρθρου 648 επ.ΑΚ και ως εκ του λόγου αυτού απορριπτέα.

Περαιτέρω, όσον αφορά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ασκήθηκε υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής συνεπεία της για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, είναι επίσης απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη ως εκ της επιβοηθητικής της φύσης, όπως προελέχθη, αφού ασκείται μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις άσκησής της εκ της κυρίας σχέσεως (δικαιοπρακτικής ή αδικοπρακτικής ) αγωγής, προϋπόθεση που σύμφωνα με τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα δεν συντρέχει. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά την κύρια βάση της και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, περαιτέρω δε έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση και εν συνεχεία έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη εσφαλμένα σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχ. ΙΙΙΓ και Δ νομική σκέψη το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση ως μη νόμιμες για τους προεκτεθέντες για την κάθε μία εξ αυτών λόγους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής, ενόψει της εξουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να εξετάσει και χωρίς παράπονο το νόμιμο της αγωγής δεδομένου ότι με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα- ενάγουσα παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη αυτής κατά την κύρια βάση της και για το λόγο τούτο ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της.........".

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως μη νόμιμη τόσο κατά την κυρία βάση της όσο και κατά την επικουρική της βάση, τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: Α) με τον πρώτο, πράγματι από τον αριθμό 1, και όχι και από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση α) των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946, με το να κρίνει ότι η επίδικη σύμβαση αυτής διεπόταν από το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 και δεν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις οποίες και δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, δοθέντος ότι δεν ερεύνησε ως όφειλε αν στην προκειμένη περίπτωση βρισκόταν υπό συνθήκες εξάρτησης, δηλαδή αν το αναιρεσίβλητο και οι εργοδότες τους οποίους εκείνο διαδέχθηκε ασκούσαν σ' αυτή το διευθυντικό δικαίωμα, καθορίζοντας τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της και αν η ίδια όφειλε να ακολουθεί τι οδηγίες αυτές του αναιρεσιβλήτου και των εκπροσώπων του και ενώ με την αγωγή της είχε νομίμως ισχυριστεί ότι η αληθής φύση της έννομης σχέσης που την συνέδεε με το αναιρεσίβλητο ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, β) των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το να κρίνει ότι η ρύθμιση με την οποία αναγκάζεται να εγκαταλείψει στα τέλη του επαγγελματικού της βίου την παράλληλη άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, επιβάλλεται και δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενώ η ρύθμιση αυτή ανατρέπει τη διαμορφωθείσα νόμιμη κατάσταση κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και το συνταγματικό της δικαίωμα της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας, προσβάλλοντας και το ατομικό της δικαίωμά προστασίας της περιουσίας. Β) με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι, σε κάθε περίπτωση αν η έννομη σχέση που την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, είτε είχε τον χαρακτήρα ειδικής σύμβασης του άρθρου 10 του ν. 1204/1972, όπως δέχθηκε το Εφετείο, είτε σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, λύθηκε νομίμως με το ν. 4238/2014 και ως εκ τούτου έκτοτε με το αναιρεσίβλητο δεν την συνέδεε καμία έγκυρη εργασιακή σύμβαση στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να είχε γίνει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής της, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί ο μισθός, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 επ. ΑΚ), για το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της μετά την ως άνω λύση της σύμβασης εργασίας της, την οποία αποδεχόταν το αναιρεσίβλητο δυνάμει δικαστικής απόφασης.

Με την ως άνω κρίση του και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, Α) ως προς το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν. 4238/2014 καθώς και τις Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς κατά το σκέλος αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι, α) πράγματι, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας κυριαρχικά εκτίμησε το Δικαστήριο με αναφορά και στις σχετικές νομικές διατάξεις, η διέπουσα την αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο σχέση, τόσο κατά την έναρξη της με το ΙΚΑ και στη συνέχεια μετά την αυτοδίκαιη μεταφορά και ένταξη της στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατ' επιταγή του ν. 3918/2011 και ακολούθως δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, αποτελεί την ειδική σύμβαση του ν.δ. 1204/1972 διεπόμενη αποκλειστικά από τη διάταξη αυτή και όχι από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας του ν. 2112/1920 και του π.δ. 410/1988 και δεν έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως είχε εκθέσει η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, επιχειρώντας να θεμελιώσει σ' αυτή τις αγωγικές αξιώσεις της. Μάλιστα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και όπως δέχεται κυριαρχικά το Δικαστήριο της ουσίας, υπό την ίδια αυτή ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.1204/1972, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της κατά το χρονικό διάστημα από την απόλυσή της και μετά δυνάμει της με αριθμό 9523/2014 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Σε κάθε περίπτωση, αν και στην ένδικη αγωγή δεν περιέχεται σχετικός ισχυρισμός και αίτημα, η σύμβαση της αναιρεσείουσας που καταρτίστηκε το έτος 1987 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 συνιστούσε πάντοτε ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και δεν είχε λάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ακόμη και μετά την έναρξη της ισχύος την 12-2-2004 του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α 48/12-2-2004) επειδή η διάταξη αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι ψευδοερμηνευτική και συνεπώς δεν έχει αναδρομική δύναμη (άρθρο 77 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος) και επί πλέον δεν επιφέρει έννομες συνέπειες ως προς τη νομική φύση της σύμβασης εργασίας αυτής ακόμη και για το χρονικό διάστημα, αφότου άρχισε να ισχύει, διότι είναι αντίθετη ως προς την πρόβλεψή της αυτή με το άρθρο 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, β) οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν προς τον σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς τον σκοπό αυτό. Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιασδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού. Έτσι, για τον λόγο αυτό και ενόψει του ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά τον ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών, είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.

Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για τον σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός της σύντομης προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού που προαναφέρθηκε και υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στον χώρο της δημόσιας υγείας.
Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από τον νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ., βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της, κατά το Σύνταγμα, ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση. Επιπλέον, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 3232/12.2.2004, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, η ως άνω διάταξη του άρθ. 24 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 3232/2004, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται όπως προαναφέρθηκε για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε αλλά ισχύει μόνον από τη δημοσίευσή της. Επομένως, ενόψει τούτων το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως παραπάνω ειδικότερα αναφέρεται, ότι κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η σύμβαση που είχε καταρτίσει η αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο το έτος 1987 σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 συνιστούσε πάντοτε ειδική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι οι επίμαχες διαρθρωτικές ρυθμίσεις δικαιολογούνταν από λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν είναι αντισυνταγματικές, απορρίπτοντας εντεύθεν την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, δεν έσφαλλε και έτσι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Επισημαίνεται ότι αβάσιμα η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την κατά την άποψή της αντισυνταγματικότητα των ως άνω προαναφερθέντων διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 26 του ν. 4461/2017 και του άρθρου 10 του ν. 4999/2022, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, συνάγεται ότι δεν συνέτρεχε κανένα δημόσιο συμφέρον για τις επίμαχες ρυθμίσεις με βάση τις οποίες απολύθηκε, αφού, με την μεν πρώτη ανατράπηκαν οι ως άνω απολύσεις και ορίστηκε ότι οι ιατροί των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις Δ.Υ.Πε. ασκώντας παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους δυνάμει δικαστικών αποφάσεων ή/και προσωρινών διαταγών, όφειλαν ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης και των δικαστικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί να παύσουν το ελευθέριο επάγγελμα τους μέχρι την 31-12-2018, ανατρέποντας την απόλυση τους, με τη δε δεύτερη, ορίστηκε ότι "Κατ' εξαίρεση δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ που υπηρετούν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ η λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου ή η παροχή ιατρικών υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής του συμβούλου, σε ιδιωτική κλινική ή ιδιωτικό διαγνωστικό ή θεραπευτικό εργαστήριο και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες υγείας, έως δύο (2) φορές την εβδομάδα μετά από άδεια του Διοικητή ή του Προέδρου του νοσοκομείου, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου ιατρού". Τούτο δε διότι 1) η με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 4461/2017 ρύθμιση ένταξης των ιατρών οδοντιάτρων στο δημόσιο τομέα υγείας, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση που σκοπό έχει, κατά την αιτιολογική έκθεση, την ορθή λειτουργία και ανάπτυξη του δημοσίου συστήματος υγείας προς όφελος των ασθενών, των πολιτών και της δημόσιας υγείας της χώρας που καθιστά επιβεβλημένη την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του ιατρικού προσωπικού που επιλέγει να ενταχθεί και να προσφέρει σε αυτό τις υπηρεσίες του με την επισήμανση ότι οι ιατροί-οδοντίατροι που εντάσσονται στο Ε.Σ.Υ. και παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο δημόσιο σύστημα υγείας δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικών ταχυτήτων και 2) η με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 4999/2022 (ΦΕΚ Α' 225/07.12.2022) με την οποία τροποποιήθηκε η περ. α' παρ. 1 του άρθρου 11 ν. 2889/2001 (Α 37) και με την οποία ορίζεται ότι: " α. Οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Η λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου εντός ή εκτός του νοσοκομείου ή του κέντρου υγείας ή η με οποιονδήποτε τρόπο απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αποτελεί εκτός από το παράπτωμα της περ. (α) της παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 2071/1992 (Α' 123), το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 107 του ν. 3528/2007 (Α' 26) και συνεπάγεται την άμεση θέση του παραβάτη σε κατάσταση αναστολής καθηκόντων, κατά το άρθρο 104 του ιδίου νόμου, με απόφαση του Διοικητή της οικείας Δ.Υ.ΠΕ., που δεν απαιτείται να έχει περαιτέρω αιτιολογία εκτός από τη διαπίστωση της παράβασης, καθώς και την παραπομπή του υπαιτίου στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με το ερώτημα της οριστικής παύσης. Κατ' εξαίρεση δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ που υπηρετούν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ η λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου ή η παροχή ιατρικών υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής του συμβούλου, σε ιδιωτική κλινική ή ιδιωτικό διαγνωστικό ή θεραπευτικό εργαστήριο και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες υγείας, έως δύο (2) φορές την εβδομάδα μετά από άδεια του Διοικητή ή του Προέδρου του νοσοκομείου, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου ιατρού", πρόβλεψη, μεταξύ άλλων, της κατ' εξαίρεση δυνατότητας λειτουργίας ιδιωτικού ιατρείου από τους ιατρούς του κλάδου ΕΣΥ, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και σε εντελώς περιορισμένη έκταση, που σκοπό έχει, κατά την αιτιολογική έκθεση, τον εκσυγχρονισμό του δημοσίου συστήματος υγείας με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με τη βελτίωση του πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των νοσοκομείων του ΕΣΥ, εντάσσονται στο πλαίσιο γενικότερης προσπάθειας συνολικής αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης και εξορθολογισμού της οργάνωσης και στελέχωσης των υπηρεσιών παροχής υγείας και συνεπώς, σύμφωνα και με τις ανωτέρω αναφερόμενες νομικές σκέψεις, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Β) ως προς το πρώτο σκέλος του, ο αυτός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, ο εκτιθέμενος με το σκέλος αυτό ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά, όχι μόνο δεν περιεχόταν στην αγωγή της αναιρεσείουσας, αλλά ούτε και είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα και συνεπώς δεν τέθηκε προς κρίση με την αγωγή, με την οποία αυτή δεν ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο συνδέουσα αυτήν ειδική σύμβαση εργασίας του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 έχει, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εκθέτοντας και τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά, αλλά αντίθετα, αξίωνε την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας θεμελιώνοντας τις σχετικές αξιώσεις της στην ύπαρξη εξ αρχής και στη συνέχεια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Γ) ως προς το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως μη νόμιμη και συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι δεχόμενο το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα συνδεόταν με το αναιρεσίβλητο, τόσο κατά την έναρξη της με το ΙΚΑ και στη συνέχεια μετά την αυτοδίκαιη μεταφορά και ένταξη της στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατ' επιταγή του ν. 3918/2011 και ακολούθως δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, με έγκυρη ειδική σύμβαση εργασίας, που προβλέπεται από το ν.δ. 1204/1972, με βάση την οποία συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της σ' αυτό και κατά το χρονικό διάστημα από την απόλυσή της και μετά δυνάμει της με αριθμό 9523/2014 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διεπόμενη αποκλειστικά από τη διάταξη αυτή και όχι από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας του ν. 2112/1920 και του π.δ. 410/1988 και δεν είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα δεν απασχολείτο στο αναιρεσίβλητο με απλή σχέση εργασίας και επομένως μπορούσε να ασκήσει τα εκ της έγκυρης αυτής ειδικής σύμβασης εργασίας, προβλεπομένης από ειδική διάταξη νόμου, δικαιώματά της και όχι από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν έσφαλλε και έτσι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Σημειώνεται ότι το αναιρεσίβλητο που παρέστη, δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στη δικαστική του δαπάνη και για αυτό δεν θα τεθεί διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 4196/419/11-5-2023, αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4422/27-10-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή