Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1406 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1406/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΛΑΜΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΥΛΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PLAMAL AEBE", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Βάια Λάμπρου και Νικόλαο Κατσαμπέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 976/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1651/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30-6-2023 και με αρ. εκθ. καταθ. 5431/553/30-6-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με αριθμό 1651/28-3-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ενόψει ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ προβλεπόμενης διετούς προθεσμίας. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του με αυτήν προβαλλόμενου μοναδικού λόγου (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 17-12-2021 με αριθμό κατάθεσης 102202/2509/17-12-2021 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, είχε εκθέσει ότι την 8-10-2012 προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στον τομέα παραγωγής υλικών εύκαμπτης συσκευασίας και κατασκευής πλαστικών τσαντών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως περιοδεύων πωλητής. Ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του περιελάμβανε αφενός μεν τον βασικό μισθό του περιοδεύοντος πωλητή προστιθεμένων και των νομίμων επιδομάτων και αφετέρου προμήθεια (bonus) ποσοστού 2% επί των τζίρων των πωλήσεων που πραγματοποιούσε ο ίδιος ως πωλητής στις περιοχές ευθύνης του. Ότι από το 2012 έως τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2017, οπότε αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εργασία του, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 620 ευρώ μηνιαίως, χωρίς τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και διακοπών και του ποσοστού 2% επί των τζίρων των πωλήσεων που έκανε ο ίδιος. Ότι βάσει του πίνακα αμοιβών των περιοδευόντων πωλητών σύμφωνα με την από 29-11-2011 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) που κηρύχτηκε υποχρεωτική έπρεπε να λαμβάνει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2016 το ποσό των 858,11 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 30-11-2017 το ποσό των 882,67 ευρώ μηνιαίως. Ότι του οφείλεται το ποσό των 238,11 ευρώ μηνιαίως, ως διαφορά μεταξύ του καταβαλλομένου και του νόμιμου μισθού για το άνω πρώτο χρονικό διάστημα και συνολικώς το ποσό των 5.714, 64 ευρώ και το ποσό των 262,67 ευρώ ως διαφορά μεταξύ του καταβαλλομένου και του νόμιμου μισθού για το άνω δεύτερο χρονικό διάστημα και συνολικώς το ποσό των 2.889,37 ευρώ και συνολικώς για τα άνω δύο χρονικά διαστήματα το ποσό των 8.604,01 ευρώ. Ότι του οφείλονται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 εκ συνολικού ποσού 5.076,95 ευρώ. Ότι τα έτη 2015, 2016 και 2017 πραγματοποίησε τις αναφερόμενες στην αγωγή πωλήσεις, οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 379.203,58 ευρώ, των 562.342 ευρώ και των 673.271,46 ευρώ αντιστοίχως και δικαιούται με βάση το άνω ποσοστό το ποσό των 7.584,07 ευρώ , των 11.246,84 ευρώ και των 13.465,43 ευρώ αντιστοίχως. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτή παραίτησή του από το αίτημα καταβολής ποσού 5.076,95 ευρώ, που αφορούσε τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει α) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2015 έως 30-11-2017 το ποσό των 8.604,01 ευρώ και β) για αμοιβή του επί ποσοστού των υπ' αυτού πραγματοποιηθέντων πωλήσεων της επιχείρησης κατά τα έτη 2015, 2016 και 2017 το ποσό των 32.296,34 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που το κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 976/12-9-2022 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω αγωγή, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως την δέχτηκε ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία για αμφότερα τα αιτήματά της, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 29.464,16 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Επί της ασκηθείσας υπό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από 16-1-2023 με αριθμό κατάθεσης 5215/309/17-1-2023 έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά το αίτημα καταβολής στον ενάγοντα προμήθειας ποσοστού 2% επί του τζίρου των πωλήσεων, για το χρονικό διάστημα των ετών 2016 και 2017, ως προς το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και δικάζοντας την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτό, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά) σε χρονικές περιόδους ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 2056/2006). Κατά συνέπεια μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πώλησης των πωλουμένων ειδών, είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό-πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας (ΑΠ 491/2019, ΑΠ 379/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του KΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 878/2024, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 1629/2022, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε ( ΟλΑΠ 2/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: ".....Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία την 8-10-2012, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής υλικών εύκαμπτης συσκευασίας και κατασκευής πλαστικών τσαντών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάστηκε σε αυτή ως περιοδεύων πωλητής, αποχώρησε δε οικειοθελώς από την εργασία του στην εναγομένη την 17-11-2017. Μέχρι την αποχώρησή του από την εναγομένη ασχολούταν ως περιοδεύων πωλητής αυτής στην Αθήνα και στην Βόρεια Ελλάδα. Με την εκκαλουμένη επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 4.751,90 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 30-11-2017 ήτοι διαφορές αποδοχών ανάμεσα στις καταβαλλόμενες σε αυτόν και τις νόμιμες αποδοχές με βάση Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. (........).
Περαιτέρω όμως δεν αποδείχτηκε ότι κατά την πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγομένη υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για προμήθεια σε ποσοστό 2% επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε ο ενάγων για λογαριασμό της. Η εναγομένη μία μικρομεσαία εταιρεία δεν είχε πολιτική παροχής προμήθειας στους πωλητές της, μόνο προς το τέλος του έτους 2016 και ενόψει του περιβαλλοντικού τέλους που θα επιβαλλόταν από 1-1- 2018 τέθηκε ζήτημα στοχοθεσίας για το έτος 2017 ήτοι οι πωλητές να λαμβάνουν μία επιπλέον αμοιβή αν πετύχαιναν ορισμένους στόχους πωλήσεων, για να δοθεί κίνητρο σε αυτούς να πετύχουν μεγαλύτερες πωλήσεις, καταρτίστηκε μάλιστα και ένας πίνακας στόχων από άποψη πωλήσεων κλιμακωτός και διαφορετικός για καθένα πωλητή της εναγομένης και ανάλογα με τι θα πετύχαινε έκαστος πωλητής θα λάβαινε ένα μπόνους που σε καμία περίπτωση δεν ανερχόταν σε ποσοστό 2%, τους στόχους δε αυτούς κανένας πωλητής της εναγομένης εταιρείας δεν πέτυχε. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από τις ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Β. πωλητή της εναγομένης από την 1-9-2016, Ε. Κ. πωλητή της εναγομένης από ...-2017 έως τα τέλη ... 2019 και Β. Ζ. εξωτερικού συμβούλου διοίκησης της εναγομένης από τις αρχές του 2015 έως τις αρχές του 2021. Ενώ δεν μπορούν να αναιρεθούν από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διότι όσον αφορά το θέμα της προμήθειας αναφέρει " Βεβαίως έτσι είθισται σε κάθε επιχείρηση που έχει πωλητές ", επίσης δεν μπορούν να αναιρεθούν από τις ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ. και Ν. Κ., ο μεν πρώτος είναι διευθυντής άλλης εταιρείας και όσα γνωρίζει τα γνωρίζει από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο δε δεύτερος δεν ήταν πωλητής στην εναγομένη εταιρεία αλλά οδηγός της εναγομένης στο λεκανοπέδιο της Αττικής και όχι πωλητής, μάλιστα αναφερόμενος στην προμήθεια σε ποσοστό 2% αναφέρει " Απ' ότι κατάλαβα ο κ. Μ. (νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης) ήθελε να δελεάσει αρχικά τον κ. Χ. με το ποσοστό του 2% και εν συνεχεία όταν κατάλαβε ότι του ήταν ασύμφορο έκανε πίσω ....". Αυτή η κατάθεση του άνω μάρτυρα σε συνδυασμό με το από 15-5-2012 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Κ. Μ. (νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης) προς τον ενάγοντα, πέντε περίπου μήνες πριν από την πρόσληψη του, στο οποίο αναφέρεται " Προτείνω ένα ποσό της τάξης 600 700 η 800 ευρώ και βλέπουμε ανάλογα τα ποσοστά πως μπορούν να διαμορφωθούν " αποδεικνύει ότι μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Κ. Μ. και του ενάγοντος υπήρξαν κάποιες αρχικές συζητήσεις για κάποιο ποσοστό προμήθειας χωρίς να προσδιορίζονται οι όροι αυτής, λόγω των φιλικών σχέσεων μεταξύ αυτών που αποδεικνύονται από το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης φιλοξένησε τον ενάγοντα στην οικία του για μεγάλο χρονικό διάστημα πέραν του έτους, παρά την ανωτέρω αναφερομένη πολίτικη της εναγόμενης, αλλά δεν κατέληξαν σε τέτοια συμφωνία. Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγων αν και εργάστηκε στην εναγομένη επί μακρό χρόνο δεν του καταβλήθηκε κάποια προμήθεια και δεν προέβη σε καμία διαμαρτυρία για μη καταβολή προμήθειας ενώ και μετά την οικειοθελή αποχώρηση του από την εναγομένη, γιατί βρήκε εργασία με καλυτέρους όρους, συνέχισε να συνεργάζεται μαζί της διατηρώντας συγκεκριμένους πελάτες της εναγομένης και λαμβάνοντας προμήθεια σε ποσοστό 5%.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που επιδίκασε στον ενάγοντα προμήθεια σε ποσοστό 2% στο συνολικό τίμημα των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν κατά τα έτη 2016 και 2017 για λογαριασμό της εναγομένης.".
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 653, 654, 655 και 361 ΑΚ τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και παράλληλα παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης περί καταβολής στον αναιρεσείοντα ως μέρος του μισθού του προμήθειας 2% επί του τζίρου των πωλήσεων. Ειδικότερα δε για τη θεμελίωση του λόγου αυτού εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, α) με την παραδοχή της "...ο ενάγων αν και εργάστηκε στην εναγομένη επί μακρό χρόνο δεν του καταβλήθηκε κάποια προμήθεια....." διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ως άνω ζήτημα, καθόσον αυτό ήταν το επίδικο και η προσβαλλόμενη το μεταμόρφωσε σε αιτιολογία και με βάση αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ των διαδίκων η προαναφερθείσα συμφωνία, β) με την παραδοχή της ότι "... η εναγομένη μια μικρομεσαία εταιρεία δεν είχε πολιτική προμήθειας στους πωλητές της...." και στη συνέχεια ότι "....ο ενάγων... συνέχισε να συνεργάζεται μαζί της διατηρώντας συγκεκριμένους πελάτες της εναγομένης και λαμβάνοντας προμήθεια 5%.", διέλαβε αντιφατική αιτιολογία στο δικανικό της συλλογισμό, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα, η οποία έγκειται στο ότι ενώ η αναιρεσίβλητη-εναγομένη ισχυρίζεται και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι δεν ήταν στην πολιτική της η καταβολή προμήθειας, ότι μόνο για το έτος 2017 τέθηκε ζήτημα στοχοθεσίας προς τους πωλητές της εταιρείας αλλά για ποσοστό που σε καμία περίπτωση θα ανερχόταν στο 2%, στόχους τους οποίους όμως κανένας πωλητής δεν πέτυχε, αίφνης δέχεται ότι ο ίδιος μετά την αποχώρησή του για το έτος 2018 και μετά πληρωνόταν με ποσοστό 5%. Η εν λόγω δε αντίφαση μεταξύ των επιμέρους παραδοχών της προσβαλλόμενης για την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς το ως άνω ζήτημα, μπορεί να θεωρηθεί και ως αντίθετη στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία κακώς δεν εξέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, υποπίπτοντας παράλληλα και στον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γ) ενώ δέχεται ότι ο ίδιος είχε φιλικές σχέσεις με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Κ. Μ., ο οποίος μάλιστα τον είχε φιλοξενήσει και σπίτι του, στη συνέχεια για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους ως μέρος του μισθού του η καταβολή προμήθειας 2% επί του τζίρου των πωλήσεων, με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ακολούθως δέχεται ότι δεν του καταβλήθηκε ποτέ η προμήθεια και ότι αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε για την μη καταβολή προμήθειας, παραδοχές όμως που δεν οδηγούν στο παραπάνω συμπέρασμα αλλά στο ότι ο ίδιος λόγω της στενής τους σχέσης και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης δεν ήθελε να διαρρήξει τις σχέσεις του με τον Κ. Μ. γι αυτό και δεν διαμαρτυρήθηκε και μάλιστα με εξώδικα ή αγωγικά δικόγραφα, κάτι που δεν συνάδει με μια φιλική σχέση και μάλιστα αυτού του είδους. Ο λόγος αυτός, Α) ως προς το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, από τις εκτεθείσες παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το προαναφερόμενο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι ανάμεσα στους διαδίκους δεν είχε συμφωνηθεί να πληρώνεται ο αναιρεσείων για την παρεχόμενη εργασία του εκτός από τον πάγιο μηνιαίο μισθό του και με ποσοστά επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, όπως αβάσιμα είχε ισχυριστεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του. Σημειώνεται επίσης ότι οι επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφάσεις, στην πλειονότητά τους αφορούν πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτού και εφόσον συνέχονται ιδίως με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως αιτιολογία της απόφασής του ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και αυτήν του άρθρου 361 ΑΚ και ο λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του αυτό, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Β) ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφόμενους στο αναιρετήριο για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και παρέστη, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2023 και με αριθμό κατάθεσης 5431/553/30-6-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1651/28-3-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ