Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1407 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1407/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Grand Security Solutions", η οποία εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Β. Δ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή της πρώτης. Αμφότεροι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Πατουχέα - Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1581/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5725/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4842/2021, προκύπτει ότι, τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, για να είναι παραδεκτά, πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου, που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια. Η παράλειψη του τελευταίου αυτού στοιχείου δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση (ΑΠ 210/2020).
Περαιτέρω δε, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για τον προαναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ' άρθρ. 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1507/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με τις από 8-5-2023 έγγραφες προτάσεις του, οι οποίες, επίσης, έχουν κατατεθεί την 8-5-2023, ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο της υπό κρίση από 30-1-2023 με αριθμό κατάθεσης 1002/80/2-2-2023 αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι δεν αναγράφονται σ' αυτό, ο αριθμός φορολογικού μητρώου [ΑΦΜ] των αναιρεσειόντων και η ακριβής διεύθυνση και ιδίως η οδός και ο αριθμός της έδρας της πρώτης αναιρεσείουσας και της κατοικίας του δευτέρου αναιρεσείοντος. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα, με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, τα απαιτούμενα κατ' άρθρ. 118 ΚΠολΔ στοιχεία του δικογράφου της αναίρεσης αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και, συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει η ταυτότητα των αναιρεσειόντων, την οποία, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης ούτε ο αναιρεσίβλητος, ούτε επίσης αυτός επικαλείται κάποια βλάβη από τις παραλείψεις αυτές ή ότι δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για το (νομικό ή φυσικό) πρόσωπό αυτών, η παράλειψη αναγραφής του αριθμού φορολογικού μητρώου αυτών (ΑΦΜ) και της οδού και αριθμού της έδρας και κατοικίας αυτών αντιστοίχως, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη και συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 KΠολΔ, αλλά παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 9-5-2023, που είχε αρχικώς ορισθεί η συζήτηση αυτής, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 28-11-2023 και ακολούθως, με αίτημα του αναιρεσιβλήτου αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο, επέσπευσαν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Γεωργίας Παπαευθυμίου, στην οποία είχαν χορηγήσει, δυνάμει της με από 3-2-2023 εξουσιοδότησης, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δευτέρου αναιρεσείοντος, ενεργούντος ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, σχετική πληρεξουσιότητα και με παραγγελία της οποίας κλητεύθηκε ο αναιρεσίβλητος κατά την ίδια αρχική δικάσιμο. Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την τελευταία μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση για τους απολειπομένους αναιρεσείοντες και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων, που απαιτούνται για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, η έλλειψη δε του στοιχείου τούτου συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.(ΑΠ 499/2015, ΑΠ 1742/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης περιέχει μόνο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους και για τις επικαλούμενες πλημμέλειες, επιδιώκεται και είναι δυνατή, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, η αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 5725/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της ενσωματωθείσας σ' αυτήν με αριθμό 1581/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στην εις ολόκληρον, μετά της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας, ευθύνη του δευτέρου εναγομένου-αναιρεσείοντος, ως προς τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, και έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία η αγωγή αυτού. Επομένως, εφόσον ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τον οποίο να αποδίδονται σ' αυτή σχετικές πλημμέλειες και για την ως προς αυτήν εν μέρει αποδοχή της ένδικης αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 KΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του KΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του KΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού. Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β KΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 KΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1963/2024, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1253/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς κρίση η από 30-1-2023 και με αριθμό κατάθεσης 1002/80/2-2-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5725/13-10-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (και της ενσωματωμένης σε αυτήν με αριθμό 1581/21-6-2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη παράστασης των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 23-10-2013 (και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6060/23-10-2013) έφεση που αυτοί είχαν ασκήσει κατά της με αριθμό 1581/21-6-2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 21-8-2012 (και με αριθμό κατάθεσης 139600/3819/2015) αγωγή του ενάγοντος, εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ισχυριζόταν ότι η πρώτη εναγομένη Ετερόρρυθμη Εταιρεία, υπό την επωνυμία της "Δ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Ε.Ε.", της οποίας διαχειριστής και ομόρρυθμος εταίρος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και με αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας, τον προσέλαβε με την από 23-10-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως φύλακα χώρων και εργάστηκε έναντι μηνιαίου μισθού 771,11 ευρώ, όπως στη συνέχεια αυτός θα καθοριζόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ και ΔΑ. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης παρείχε τις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή ώρες εργασίας κατά τις ημέρες Σαββάτων και Κυριακών, χωρίς όμως να λαμβάνει τις νόμιμες αμοιβές και επί πλέον δεν ελάμβανε τα νόμιμα επιδόματα αδείας, αποδοχές αδείας, δώρα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και αποζημίωση για μη χορηγηθείσες ημέρες ανάπαυσης. Με βάση τα ανωτέρω, επικαλούμενος και ότι η μη καταβολή των νόμιμων αποδοχών του προκάλεσε σ' αυτόν προσβολή της προσωπικότητάς του εκ της οποίας υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν για τις αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 36.557 ευρώ, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 3.956 ευρώ για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο. Συγκεκριμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη για το αίτημα καταβολής των ποσών που αντιστοιχούν στην προσαύξηση κατά 75% για την εργασία του κατά τις Κυριακές και για το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε τους εναγομένους να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 27.357,92 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της με αριθμό 5725/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 4-1-2023, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., και συνεπώς την 19-1-2023 συμπληρώθηκε η από το νόμο προβλεπόμενη δεκαπενθήμερη προθεσμία, εντός της οποίας οι εναγόμενοι-εκκαλούντες είχαν τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλ. το με αρ. πρωτ. 222/27-3-2023 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Ι. Δ.). Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 2-2-2023, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, είχε καταστεί η ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του KΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 22 ΕΝ, 29 ΕισΝΑΚ, 480, 481 και 482 ΑΚ προκύπτει ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι, οι αναφερόμενοι στο καταστατικό της εταιρίας, υπόκεινται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρίας (ΑΠ 1620/2014, ΑΠ 893/2008). Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 25 ΕΝ, η ευθύνη του ετερορρύθμου εταίρου περιορίζεται μέχρι το μερίδιο συμμετοχής του στην ετερόρρυθμη εταιρία. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 και 28 ΕΝ και του σκοπού αυτών προκύπτει ότι απαγορεύεται στον ετερόρρυθμο εταίρο η ενέργεια πράξεων διαχείρισης προς τα έξω, ήτοι προς τρίτους, με κύρωση, σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης, την ευθύνη αυτού ως ομορρύθμου εταίρου. Αυτό συμβαίνει διότι, όταν ο ετερόρρυθμος εταίρος εμφανίζεται ως διαχειριζόμενος την εταιρία απέναντι στους τρίτους, δημιουργεί σ` αυτούς την εντύπωση ότι είναι ομόρρυθμος εταίρος και πρέπει να υποστεί τη συνέπεια της δημιουργίας αυτής της εντύπωσης. Η εις ολόκληρον ευθύνη του ετερορρύθμου εταίρου δεν περιορίζεται μόνο στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της ανάμειξης του στη διαχείριση χρέη της εταιρίας, αλλά εκτείνεται και στα μέλλοντα χρέη της, δύνανται δε να επικαλεσθούν την ευθύνη του αυτή όχι μόνον εκείνοι που έχουν συναλλαγεί με τον ετερόρρυθμο εταίρο αλλά και κάθε δανειστής της εταιρίας.
Εξάλλου, το ποιες πράξεις εμπίπτουν στην απαγόρευση της εξωτερικής διαχείρισης του ετερορρύθμου εταίρου είναι ζήτημα πραγματικό. Έτσι, αρκεί και μια μεμονωμένη πράξη διαχείρισης, όταν όμως έχει τέτοια σπουδαιότητα, που να μπορεί να δημιουργήσει στους τρίτους την εύλογη εντύπωση ότι αυτός που την ενεργεί είναι στην πραγματικότητα ομόρρυθμος εταίρος, ενώ από την άλλη πλευρά δεν αρκεί η εντελώς περιστασιακή και ενδεχομένως από τη φύση των πραγμάτων επιβαλλόμενη ενέργεια. Δηλαδή, ο ετερόρρυθμος εταίρος υφίσταται τις συνέπειες του άρθρου 28 ΕΝ μόνο αν αναμείχθηκε στη διαχείριση της εταιρίας κατά τρόπο έντονο και συνεχή, που δημιουργεί στους τρίτους την εντύπωση ότι ενεργεί ως διαχειριστής της εταιρίας, ενώ δεν υφίσταται τις συνέπειες του ως άνω άρθρου όταν η ανάμειξη του στη διαχείριση είναι μεμονωμένη και σύντομη. Συνήθεις μορφές τέτοιων ενεργειών είναι οι αγορές και πωλήσεις για λογαριασμό της εταιρίας, η διεύθυνση του προσωπικού της, η εμφανής συμμετοχή στις εργασίες της εταιρίας κ.λπ., παραβίαση, όμως, της απαγόρευσης της εξωτερικής διαχείρισης υφίσταται και όταν ο ετερόρρυθμος εταίρος ενεργεί με το δικό του όνομα, δηλαδή χωρίς πράγματι να εκπροσωπεί την εταιρία, οι πράξεις του όμως δημιουργούν ευλόγως την εντύπωση στους τρίτους ότι αυτός έχει την ιδιότητα του εκπροσώπου ή διαχειριστή της εταιρίας. Ακόμη, κατά τα άρθρα 23 παρ. 2, 25, 28 ΕΝ, επί ετερόρρυθμης εταιρίας η εταιρική επωνυμία φέρει κατ` ανάγκην το όνομα ενός ή περισσοτέρων ομορρύθμων εταίρων (αλληλεγγύως ευθυνόμενων), ενώ το όνομα του ετερόρρυθμου εταίρου δεν μπορεί να περιλαμβάνεται στην εταιρική επωνυμία. Αν, όμως, παρά τη ρητή απαγόρευση του ως άνω άρθρου 25, περιληφθεί στην εταιρική επωνυμία το όνομα του ετερόρρυθμου εταίρου, ενόψει του σκοπού της απαγόρευσης, που συνίσταται στην αποτροπή του κινδύνου να εκληφθεί από τους συναλλασσόμενους με την εταιρία τρίτους ως απεριόριστα ευθυνόμενος, επέρχονται οι συνέπειες του παραπάνω άρθρου 28, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, δηλαδή ο εταίρος αυτός, μολονότι ετερόρρυθμος, ευθύνεται ως ομόρρυθμος απεριόριστα και εις ολόκληρον για τα χρέη της εταιρίας. Ενόψει δε της ρητής διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 25 και του δημοσίου σκοπού που υπηρετεί η διάταξη αυτή, ο οποίος συνίσταται στη βεβαιότητα και στην ασφάλεια του δικαίου, η ως άνω ευθύνη συντρέχει από μόνο το γεγονός της, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως, συμπεριλήψεως του ονόματος του ετερορρύθμου εταίρου στην επωνυμία της ετερόρρυθμης εταιρείας, ανεξαρτήτως, δηλαδή, του εάν αυτός προέβη σε πράξεις διαχειρίσεως ή εκπροσωπήσεως της εταιρείας (περίπτωση, για την οποία προβλέπει η διάταξη του άρθρου 27) και, κατ' ακολουθία, ανεξαρτήτως της τυχόν γνώσεως του τρίτου ως προς την ιδιότητα του εταίρου ως ετερορρύθμου.(βλ. ΣτΕ 1313/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1963/2024, ΑΠ 223/2024, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Επίσης, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007).
Περαιτέρω, η από μέρους του εναγόμενου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1126/2023, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ. Α.Π. 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου από τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017). Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑ.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 5725/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώθηκε η με αριθμό 1581/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους που στρέφονται κατ' αυτής: "..Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια υποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
ο ενάγων προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη Ετερόρρυθμη Εταιρία, διαχειριστής και ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος, που έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 23-10-2008, για ν' απασχοληθεί ως φύλακας χώρων· και εργάσθηκε με την παραπάνω ειδικότητα έναντι μηνιαίου μισθού που αρχικά ορίσθηκε σε 771,11 ευρώ και στη συνέχεια θα καθοριζόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ και ΔΑ. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης παρείχε τις εμπεριεχόμενες στο σχετικό προσκομιζόμενο πίνακα ώρες εργασίας κατά τις ημέρες Σαββάτων και Κυριακών, χωρίς όμως να λαμβάνει τις νόμιμες αμοιβές. Επιπλέον δεν λάμβανε τα νόμιμα επιδόματα αδείας, αποδοχές αδείας, δώρα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και αποζημίωση για τα μη χορηγηθέντα ρεπό. Ο ενάγων εργάστηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μέχρι την 31-5-2011, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς λόγω συνταξιοδότησης. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι με τις από 17-12-2009, 6-12-2010 και 27-3-2012 τροποποιήσεις καταστατικού της πρώτης εναγομένης εταιρίας ορίστηκε ως διαχειριστής και μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος ο κ. Κ. Ν., πλην όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την εις ολόκληρο ευθύνη του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος τυπικά εμφαινόμενος ως ετερρόρυθμος εταίρος ευθύνεται μόνο κατά το ποσοστό της συμμετοχής του, αλλά στην ουσία συνέχισε να είναι μέλος της εκ του νόμου προσωπικής εταιρίας και να επωφελείται των υπηρεσιών του ενάγοντος, οπότε η ευθύνη του έναντι του ενάγοντος παραμένει εις ολόκληρον......". Ακολούθως το Δικαστήριο, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, δέχθηκε την αγωγή, ως προς τον άνω ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και του επιδίκασε το αναφερόμενο χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο.
Ήδη ο δεύτερος αναιρεσείων, ως προς το ζήτημα της εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ευθύνης αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: α) με τον πρώτο από τους αριθμούς 1, 17, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 25 του ΕΝ, με το να κρίνει, με τις εκτιθέμενες παραδοχές αυτής, ότι και αυτός ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσείουσα χωρίς να μνημονεύει στο νομικό της συλλογισμό πάνω σε ποια πραγματικά περιστατικά βασίστηκε ώστε να θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη του ως ετερορρύθμου εταίρου και χωρίς αιτιολογία, περιέχουσα αντιφάσκουσες διατάξεις ως προς το διατακτικό της και β) με το δεύτερο από τους αριθμούς 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως ότι, β1) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β2) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένστασή του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού λόγω παύσης της ιδιότητάς του ως διαχειριστή-ομόρρυθμου εταίρου αρχής γενομένης την 17-12-2009, όπως προκύπτει και από τα από 17-12-2009, 6-12-2010 και 27-3-2012 τροποποιητικά του κατασταστικού της πρώτης αναιρεσείουσας ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία επίσης συνάγει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη αν και στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρεται στις ταυτόχρονες τροποποιήσεις του καταστατικού της πρώτης εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας, από τις οποίες προκύπτει ότι από 17-12-2009 διαχειριστής και ταμίας αυτής ορίζεται ο Κ. Ν. του Α. ως μόνος ομόρρυθμος εταίρος και ο ίδιος ετερόρρυθμος εταίρος αυτής και συνεπώς από τα έγγραφα αυτά αποδεικνυόταν ότι αυτός δεν είχε ευθύνη ως προς τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου. Εκ των ως άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, Α) ο πρώτος λόγος, κατά την νοηματική του απόδοση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 του ΕΝ σε συνδυασμό με τις λοιπές αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθόσον μόνη η, με τη συναίνεση του δευτέρου αναιρεσείοντος ως ετερορρύθμου εταίρου και κατά παράβαση του νόμου, συμπερίληψη του ονόματός του στην επωνυμία της πρώτης εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας αρκεί για τη γέννηση της εις ολόκληρον ευθύνης του για τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον τούτου, η τέλεση από αυτόν πράξεων διαχείρισης, όπως αντιθέτως αβάσιμα ισχυρίζεται ο δεύτερος αναιρεσείων. Επισημαίνεται ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αναίρεσης, περί μη αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένων πράξεων διαχείρισης που ενήργησε ή ενεργούσε ο ίδιος ως ετερόρρυθμος εταίρος κατά τον κρίσιμο χρόνο και μάλιστα τέτοιας βαρύτητας και σημασίας, ώστε να δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στους τρίτους και τον ενάγοντα, ότι ουσιαστικά είναι αυτός που φέρει την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου και οι οποίες συνιστούν παραβίαση της απαγόρευσης του ετερορρύθμου εταίρου, δηλαδή του ιδίου, να ενεργεί πράξεις διαχείρισης με συνέπεια την ευθύνη του ως ομορρύθμου εταίρου ή ήταν απλώς περιστασιακές και δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση διαχείρισης διαχειριστικών πράξεων από αυτόν, στηρίζονται επί εσφαλμένης προυπόθεσης, δεδομένου ότι αυτές συνιστούν διαφορετικές κατά τον νόμο περιπτώσεις γένεσης αυξημένης ευθύνης στο πρόσωπο του ετερορρύθμου εταίρου, που όμως δεν συντρέχουν στην ερευνώμενη εδώ υπόθεση, ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης. Β) 1) ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αυτό έλαβε υπόψη τον προβληθέντα υπό του αναιρεσείοντος ισχυρισμό, ως προς την έλλειψη παθητικής αυτού νομιμοποίησης, και τον απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, κατά το σκέλος δε αυτού, με τον οποίο αιτιάται ότι το ίδιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την άποψή του προκύπτουν από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), είναι απαράδεκτος. 2) ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από τις εκτιθέμενες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και ο ίδιος ο αναιρεσείων εκθέτει στο περιεχόμενο του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης, αυτό έλαβε υπόψη τα ως άνω επικαλούμενα και φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αναφερόμενα στη σελίδα 7 της απόφασης αποδεικτικά μέσα, αλλά σχημάτισε δικανική πεποίθηση διαφορετική από την εκτίμηση του αναιρεσείοντος. Επισημαίνεται ότι με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1002/80/2-2-2023 και του παρόντος Δικαστηρίου 222/16-2-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5725/15-10-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της ενσωματωμένης σ' αυτή με αριθμό 1581/21-6-2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ