Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1408 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1408/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γ. Φ., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μεγαλούδη και Αντιγόνη Κίσσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4418/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, Ε. Κ. Λ. που εδρεύει στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-7-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6382/633/12-7-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμ. 4418/18-9-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 26-9-2023 μετά της με αριθμό πρωτ. ...-2022 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής στην σημερινή, μετ' αναβολή της αρχικώς ορισθείσας, δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Όμως ο αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την υπό κρίση από 10-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4418/18-9-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 7-11-2012 έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης με αριθ. 697/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 3-2-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη. Η αίτηση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κλπ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή Συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε αλληλοδιαδόχως στη συνέχεια και με το άρθρο 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α 111) ισχύοντος από 8 Μαΐου 2003 ορίσθηκε σε 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970, "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αποζημιώσεως, εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεως κοινής ωφελείας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους αποτελούν, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία των πολιτών. Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση των κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ. ΑΠ 20/2006, Ολ. ΑΠ 10/1998, Ολ. ΑΠ 33-34/1997, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 16/2021, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 1235/2020, ΑΠ 174/2019). Υπό την έννοια αυτή η Ολυμπιακή Αεροπορία που συνεστήθη σε εκτέλεση της με το Ν.Δ/γμα 3560/1956 κυρωθείσας από 30-7-1956 Σύμβασης με την οποία παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον ανάδοχο Α. Ω., μεταξύ άλλων, το προνόμιο αποκλειστικής εκμετάλλευσης των αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού για τους επιβάτες, τα εμπορεύματα και το ταχυδρομείο, υπήρξε από τη σύστασή της, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της και ανεξαρτήτως του φορέα αυτής, επιχείρηση κοινής ωφελείας. Ο χαρακτήρας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας διατυπώθηκε ακολούθως και ρητά στη διάταξη του έκτου άρθρου παρ. 1 του Ν. 96/1975 "περί εξαγοράς των μετοχών της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε παρά του Ελληνικού Δημοσίου και παραλαβής αυτής", με την οποία ορίσθηκε ότι "επιτρέπεται εις την Ολυμπιακήν Αεροπορίαν Α.Ε, ήτις αποτελεί από της ιδρύσεώς της επιχείρησιν κοινής ωφελείας, όπως προέρχεται εις σύναψιν δανείων, εις τε το εσωτερικόν και εξωτερικόν, του Δημοσίου δυναμένου να παρέχη πάσαν απαιτουμένην εγγύησιν δια την σύναψιν, ανάληψιν, διακονονισμόν ή εξόφλησιν των δανείων τούτων ως και των πάσης φύσεως εν γένει πιστώσεων υπό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε .". Και ναι μεν η άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 1 περ. ια` του Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α) και της Ολυμπιακής Αεροπλοίας Α.Ε", πλην όμως η κατάργηση αυτή έγινε σε προσαρμογή προς την από 7-10-1994 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (94/696/ΕΚ) που αναφερόταν στις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για τα συναπτόμενα από την Ο.Α και την Ολυμπιακή Αεροπλοία Α.Ε. δάνεια και δεν καταλαμβάνει τον χαρακτηρισμό της εταιρείας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, η περί του οποίου αναφορά στην άνω διάταξη έχει εμφανώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ίδιου νόμου (2271/1994), με την οποία, κατ` εξαίρεση, ορίζεται ότι στους οικειοθελώς αποχωρούντες μέχρι 31.12.1997 εργαζόμενους (των παραπάνω εταιρειών) καταβάλλεται η αποζημίωση του Ν. 2112/1920 με τις εκεί προβλεπόμενες προσαυξήσεις, "χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο από το χαρακτηρισμό της Ο.Α. και της Ολυμπιακής Αεροπλοίας Α.Ε, ως επιχειρήσεων κοινής ωφελείας". Εξάλλου, τόσον με το Π.Δ/γμα 362/1991 που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του Ν.1914/1990, όσο και με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, η Ολυμπιακή Αεροπορία και οι θυγατρικές της εταιρείες έπαυσαν να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, ενώ με το Π.Δ/γμα 359/1996, καταργήθηκε το προνομιακό δικαίωμα αυτής για αποκλειστική εκμετάλλευση των αεροπορικών μεταφορών (επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου) εξωτερικού, καθώς και το προνομιακό δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης δρομολογίων εσωτερικού μεταξύ σημείων της ηπειρωτικής Ελλάδας προς/από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις η Ολυμπιακή Αεροπορία, πριν από την 1-1-1993 ή προς/από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις κατά συνεχή τρόπο από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Οι ως άνω όμως ρυθμίσεις δεν επηρέασαν τον χαρακτήρα της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, αφού με αυτές δεν μεταβλήθηκε η μορφή των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών ως εξυπηρετικών ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Τέλος, ο ως άνω χαρακτήρας της Ολυμπιακής Αεροπορίας διαφαίνεται και από τις διατάξεις τόσο του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", όπως αυτός ίσχυε, πριν την κατάργησή του από 31.12.2005 με το άρθρο 20 του Ν. 3429/2005, ο οποίος στο μεν άρθρο 1 αυτού την απαριθμεί ως δημόσια επιχείρηση, στο δε άρθρο 2 παρ. 3 ορίζει ότι "...οι δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιρειών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφελείας", όσο και από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 1α του Ν.2602/1998 "Για την ολοκλήρωση και εξυγίανση και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", με την οποία ορίζεται ότι "...Σκοπός των ρυθμίσεων του παρόντος είναι η ολοκλήρωση της εξυγίανσης και η ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον, που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό" (Ολ.ΑΠ 20/2006, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 194/2008, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 1916/2007). Ακολούθως, μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α 229/26-9-2003) περί "Μετασχηματισμού Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" και σε εφαρμογή του άρθρου 27 αυτού, αποσχίσθηκε από την εταιρεία Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε. το πτητικό έργο, το οποίο ανέλαβε η εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε. ", η δε Ολυμπιακή Αεροπορία μετονομάστηκε σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.". Και πάλι όμως δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας της τελευταίας ως δημόσιας επιχείρησης κοινής ωφέλειας, καθόσον ο σκοπός της (ΦΕΚ 1485/19.2.2004 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) είναι, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση με επίγεια μέσα όλων των μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού, επιβατών και εμπορευμάτων που εκτελούνται με τακτικά ή έκτακτα δρομολόγια μεταξύ σημείων της Ελληνικής επικράτειας, καθώς και σημείων εκτός αυτής, η με επίγεια μέσα εξυπηρέτηση αεροσκαφών τα οποία προσγειώνονται ή απογειώνονται από ή σε ελληνικούς αερολιμένες, η εγκατάσταση και εκμετάλλευση συνεργείου γενικών επισκευών κινητήρων και αεροσκαφών, η πρακτόρευση αεροπορικών εταιρειών και ή άσκηση κάθε άλλης, συναφούς με τις ανωτέρω δραστηριότητες, τεχνικής εμπορικής, τουριστικής εργασίας και εκμετάλλευσης. Έτσι και μετά το Ν. 3185/2003 διατηρήθηκε ο χαρακτήρας της εναγομένης-αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες Α.Ε." ως επιχείρησης κοινωφελούς χαρακτήρα, καθόσον αυτή αποσκοπεί με τις παρεχόμενες ως άνω υπηρεσίες της στην προαγωγή της επιβατικής κίνησης και την εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου που συνδέονται με τις αεροπορικές μεταφορές.(ΑΠ 86/2022, ΑΠ 309/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ Α 276/22-12-2006) "Στους εργαζόμενους των εταιρειών ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε., ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε. και ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε., που έχουν προσληφθεί με σύμβαση αορίστου χρόνου μέχρι την 31.12.2005, κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης ή όταν αποχωρούν με τους όρους περί προαιρετικής αποχώρησης δυνάμει των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εξακολουθεί να καταβάλλεται η αποζημίωση των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α) ή τυχόν συμφωνηθείσα ανώτερη.". Τέλος, με το άρθρο 2 του ν. 3717/2008 υπό τον τίτλο "Ασφαλιστικές διατάξεις" ορίζεται ότι: " 1. Το Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών που κατά την 1.1.2009 υπηρετεί με οποιαδήποτε ειδικότητα και το οποίο ασφαλίστηκε σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης πριν την 31.12.1992 σε περίπτωση απόλυσης του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι την Κρίσιμη Ημερομηνία ή σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο από την Κρίσιμη Ημερομηνία μέχρι την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης της οικείας Εταιρείας, δικαιούται πλήρη σύνταξη γήρατος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφόσον κατά την έξοδο από την υπηρεσία κατά τα ως άνω, συμπληρώνει τις κάτωθι χρονικές προϋποθέσεις ανά ειδικότητα, συνυπολογιζομένου και του χρόνου των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου κατά περίπτωση: α) Ιπτάμενοι χειριστές, ιπτάμενοι φροντιστές και συνοδοί, εφόσον έχουν συμπληρώσει επτά χιλιάδες πεντακόσιες (7.500) ημέρες ασφάλισης στους Σημερινούς Εργοδότες και στους Αρχικούς Εργοδότες. β) Τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό εδάφους, εφόσον έχουν συμπληρώσει στους Σημερινούς Εργοδότες και στους Αρχικούς Εργοδότες τις ημέρες ασφάλισης που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 του ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α`), χωρίς τον περιορισμό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ημερών. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζεται η προθεσμία υποβολής της σχετικής αίτησης συνταξιοδότησης, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις. 3. Ο χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ του Τακτικού Προσωπικού της παραγράφου 1, ο οποίος έχει διανυθεί στους Σημερινούς Εργοδότες και στους Αρχικούς Εργοδότες με οποιαδήποτε από τις ως άνω ειδικότητες προσαυξάνεται κατά 50%. 4.(.....). 5. Η προβλεπόμενη από τις παραγράφους 3 και 4 προσαύξηση του χρόνου ασφάλισης συνυπολογίζεται τόσο για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, όσο και για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Οι πραγματικές ημέρες ασφάλισης στους Σημερινούς και τους Αρχικούς Εργοδότες, πέραν των απαιτούμενων για τη συμπλήρωση του προσαυξημένου χρόνου ασφάλισης των 10.500 ημερών, συνυπολογίζονται χωρίς προσαύξηση για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης. 6. Δικαίωμα στις ως άνω προσαυξήσεις του χρόνου ασφάλισης παρέχεται και στο προσωπικό της παραγράφου 1, το οποίο δεν θεμελιώνει δικαίωμα σε σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου ή δεν υποβάλλει τη σχετική αίτηση συνταξιοδότησης μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από την υπουργική απόφαση της παραγράφου 2. Στην περίπτωση αυτή, ο ανωτέρω χρόνος συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης με τις κοινές διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. 6α. (.....). 7. (.....). 8. Το Τακτικό Προσωπικό που υπηρετεί στους Σημερινούς Εργοδότες κατά την 1.1.2009, το οποίο ασφαλίστηκε σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης μέχρι 31.12.1992 και ασφαλίζεται αποκλειστικά και μόνο στον κλάδο κύριας σύνταξης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), σε περίπτωση απόλυσης του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι τη θέση σε εκκαθάριση των ανωτέρω εταιρειών ή λύσης της σύμβασης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο από την ημερομηνία που τίθενται σε εκκαθάριση οι ανωτέρω εταιρείες μέχρι την ολοκλήρωση της, δικαιούται να συνυπολογίσει στο χρόνο ασφάλισης του για κύρια σύνταξη γήρατος και αναπηρίας επιπλέον χρόνο ασφάλισης ("Αναγνωριζόμενο Χρόνο"), που αντιστοιχεί στο ήμισυ του χρόνου υπηρεσίας του ως Τακτικού Προσωπικού στους Σημερινούς Εργοδότες και τους Αρχικούς Εργοδότες. Ο ανωτέρω Αναγνωριζόμενος Χρόνος συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. Για κάθε μήνα Αναγνωριζόμενου Χρόνου θα καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά που αντιστοιχεί στην εισφορά άνω πενταετίας των μέχρι 31.12.1992 ελευθέρως ασκούντων το επάγγελμα. 9. Το ανωτέρω αναφερόμενο Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών δικαιούται σύνταξης από το ΕΤΕΑΜ και τους λοιπούς οικείους φορείς επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις ισχύουσες καταστατικές διατάξεις τους, προσαυξανόμενου του χρόνου αυτών, κατ` αντιστοιχία των προβλεπόμενων στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος. 10. Ο εκτός των Σημερινών Εργοδοτών και των Αρχικών Εργοδοτών χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, ο χρόνος που διανύθηκε σε κοινοτικές χώρες ή χώρες, με τις οποίες έχουν συναφθεί διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και ο χρόνος στρατιωτικής θητείας που αναγνωρίζεται με τις διατάξεις του ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α`), λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης του προσωπικού που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1, ακόμα και πέραν των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ημερών ασφάλισης. 10α. Για το προσωπικό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, που έχει ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης πριν την 31.12.1992 και δεν συμπληρώνει τις προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης γήρατος και αναπηρίας, συνυπολογίζεται χωρίς προσαύξηση και για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων θεμελίωσης του δικαιώματος συνταξιοδότησης του για κύρια και επικουρική σύνταξη και ο χρόνος ασφάλισης εκτός των Σημερινών και Αρχικών Εργοδοτών, καθώς και ο χρόνος στρατιωτικής θητείας που αναγνωρίζεται με τις διατάξεις του ν. 1358/1983 (Φ.Ε.Κ. Α` 64). 10β. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και για το Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, που είναι αποσπασμένο σε άλλους φορείς του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπουργικές αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1.3.2009 και το οποίο εξακολουθούσε σε όλο το χρονικό διάστημα της απόσπασης του να ανήκει οργανικά στους Σημερινούς και τους Αρχικούς Εργοδότες. Ο χρόνος αυτός λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους Σημερινούς και τους Αρχικούς Εργοδότες.". 11. Η οικονομική επιβάρυνση που προκύπτει από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης προσδιορίζεται μετά από εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Το αντίστοιχο ποσό καταβάλλεται στον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, απολογιστικά ετησίως, με βάση τις πραγματικές πρόσθετες δαπάνες για συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων του, που προκαλούνται από τις διατάξεις του παρόντος. Ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης της δαπάνης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. 12. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. 13. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν ισχύ από την ημερομηνία που οι εταιρείες Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε., Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε. και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε. "GALILEO HELLAS A.E." κατά περίπτωση τίθενται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α`), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α`).". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, 380/2019, 114/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3-2-2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37011/957/25-2-2010 αγωγή με την οποία είχε εκθέσει, ότι στις 11-9-1984 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ως δόκιμος τεχνικός υπάλληλος (ηλεκτρολόγος) και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της. Ότι σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης εργασίας παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη με την πιο πάνω ειδικότητα μέχρι την 2-9-2009 οπότε και η ως άνω σύμβαση του λύθηκε βάσει της διάταξης του άρθρου 2 του Ν. 3717/2008 ενώ η εναγόμενη του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 87.965,28 ευρώ το οποίο υπολογίστηκε με βάση τις αποδοχές που ελάμβανε κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία της παραπάνω σύμβασης εργασίας. Ότι το ως άνω καταβληθέν ποσό δεν ανταποκρίνεται στη νόμιμη αποζημίωση που θα έπρεπε να λάβει από την εναγόμενη, επειδή για τον προσδιορισμό της δεν λήφθηκε υπόψη το σύνολο των τακτικών αποδοχών του στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες αμοιβές του τις οποίες ελάμβανε σε μόνιμη και τακτική βάση καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ένδικης σύμβασης εργασίας. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αναλυτικά εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης: α) Να αναγνωριστεί ότι το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την εναγόμενη ανερχόταν, με το συνυπολογισμό των αναφερόμενων στην αγωγή πρόσθετων αμοιβών που ελάμβανε, στο ποσό των 7.062,61 ευρώ το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης που δικαιούται, β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 76.828,92 ευρώ το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού (87.965,28) της αποζημίωσης που έλαβε και του ποσού που θα έπρεπε να λάβει (164.794,20) και μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος αυτού το ποσό των 59.837,60 ευρώ, εάν είχαν συνυπολογιστεί στις τακτικές αποδοχές του και οι ως άνω πρόσθετες αμοιβές, όπως ειδικότερα εκτίθεται, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση του και να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 697/2-4-2012 απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη, κρίνοντας, ότι η εναγόμενη έχει το χαρακτήρα επιχείρησης κοινής ωφελείας και ως εκ τούτου, ως προς το ύψος της δικαιούμενης από τον ενάγοντα αποζημίωσης, ισχύει ο περιορισμός του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 173/1967, με συνέπεια ο ενάγων να μη δικαιούται να λάβει άλλο ποσό πέραν του ποσού των 87.965,28 ευρώ το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε ήδη λάβει την 2-9-2009, που η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού. Επί της υπό του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ασκηθείσας από 7-11-2012 έφεσης το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε αυτήν παραδεκτή και ακολούθως την δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής, έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεώνοντας την εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.613,43 ευρώ, ως διαφορά επί της καταβληθείσας στον ενάγοντα αποζημίωσης με αυτή που έπρεπε να του καταβληθεί, με το νόμιμο τόκο από 22-6-2009 έως την εξόφληση. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ερευνώντας τον πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 38 παρ. 5 του ν. 3717/2008, αφού εκθέτει το περιεχόμενο της αγωγής και στη συνέχεια στη μείζονα σκέψη αυτής, την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 του ΠΔ 618/1970, ακολούθως τη νομική σκέψη της με αρ. 20/2006 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε. είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και επομένως το ύψος της καταβλητέας στους αποχωρούντες εργαζομένους της λόγω συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τους νόμους 1759/1988 και 2602/1998, αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβεί το καθοριζόμενο με τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 και του ΠΔ 618/1970 όριο, η δε σχετική ΣΣΕ είναι ανίσχυρη κατά το μέρος που ως προς το όριο αυτό της αποζημίωσης ορίζει διαφορετικά, και ακολούθως με αναφορά στη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ν. 3522/2006 και του άρθρου 2 του ν. 3717/2008, δέχθηκε τα εξής: "...Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι παρά το χαρακτήρα της εναγομένης ως επιχείρηση κοινής ωφελείας, διατηρείται το δικαίωμα για τους αναφερόμενους σε αυτές αποχωρούντες εργαζομένους της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε. λόγω συνταξιοδοτήσεως για τη λήψη του συνόλου της οφειλομένης βάσει (του ν. 2112/1920 αποζημίωσης, χωρίς τον περιορισμό στο καθοριζόμενο με τις διατάξεις) του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970 ανώτατο όριο.(......). Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, η οποία, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, ήτοι ότι ο ενάγων ελάμβανε τις μνημονευόμενες σε αυτό πρόσθετες παροχές ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας για σταθερά παρεχόμενη εργασία κατά τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες (....) τυγχάνει νόμιμη κατά τα λοιπά, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, πλην του μέρους με το οποίο ζητεί και διαφορά της αποζημιώσεως απολύσεως για πρόσθετη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος λόγω πενθημέρου ως προς το οποίο κρίνεται μη νόμιμη, (....) και επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη για το λόγο ότι στην ένδικη περίπτωση προβλεπόταν ο περιορισμός της αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ. 173/1967 κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της εφέσεως.".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ως προς το αίτημα καταβολής της διαφοράς της αποζημίωσης που του καταβλήθηκε, κατά τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, με την από 2-9-2009 καταγγελία της εναγομένης-αναιρεσείουσας και αυτής που δικαιούνταν, χωρίς δηλαδή τον περιορισμό που προβλέπουν οι διατάξεις του ΑΝ 137/1967 και ΝΔ 618/1970 στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης, που καταβάλλεται βάσει του ν. 2212/1920 και του ν. 3198/1955, παρά το χαρακτηρισμό της εναγομένης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, είναι νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 137/1967, 1 παρ. 1 ΝΔ 618/1970. Τούτο δε διότι, εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, η εναγομένη-αναιρεσείουσα, υπό την τότε επωνυμία της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." μετονομασθείσα ακολούθως σε "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", εξακολούθησε και κατά τον κρίσιμο χρόνο (2-9-2009) να είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας, η αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, του οποίου η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λύθηκε με καταγγελία της εναγομενης-αναιρεσείουσας με βάση τις διατάξεις του ν. 2112/1920, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και του ΝΔ 618/1970, που είναι, όπως προαναφέρθηκε διατάξεις με αμφιμερή ενέργεια και δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτός έχει εισπράξει, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.(ΑΠ 1235/2020, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1439/2018), και επομένως η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη. Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ν. 3522/2006, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον με αυτή προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζομένους, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων και της εναγομένης, των οποίων η σύμβαση εργασίας τους λύεται λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης ή όταν αποχωρούν με τους όρους περί προαιρετικής αποχώρησης, περίπτωση που εν προκειμένω δεν συντρέχει, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου λύθηκε με καταγγελία της εναγομένης-αναιρεσείουσας με βάση το ν. 2112/1920. Σε κάθε όμως περίπτωση, ενόψει ότι με τη διάταξη αυτή δεν αποκλείεται ρητά, ως προς το ύψος της αποζημίωσης, η εφαρμογή των διατάξεων του ΑΝ 137/1967 και του ΝΔ 618/1970, [όπως αντίθετα είχε προνοηθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.2271/1994, για τους εκεί αποχωρούντες εργαζόμενους της εταιρείας Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.] και πάλι η με βάση τη διάταξη αυτή καταβαλλόμενη αποζημίωση στους ίδιους εργαζομένους, δεν μπορεί να υπερβεί το με αυτές οριζόμενο ανώτατο όριο αποζημίωσης (βλ. ΟλΑΠ 20/2006). Ούτε επίσης έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά δηλαδή το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων-αναιρεσιβλητος, ο ν. 3717/2008, με τον οποίο, στο πλαίσιο της αποκρατικοποίησης των ανωνύμων εταιριών με τις επωνυμίες "Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες Α.Ε.", "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." και με στόχο την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση του τακτικού και εποχικού προσωπικού, ανεξαρτήτως ειδικότητας, των εν λόγω εταιριών, θεσπίστηκαν μέτρα για την εργασιακή αποκατάσταση, την ασφάλιση και τη συνταξιοδότηση των εργαζομένων αυτών, μετά τη θέση των εν λόγω εταιρειών σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης αυτών, με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 8 του οποίου θεσπίστηκαν μέτρα κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων των ως άνω εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της εναγομένης-αναιρεσείουσας, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας θα ελύοντο στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης των εν λόγω εταιρειών κατά το άρθρο 40 του ν.3710/2008 (Ολ ΣτΕ 2112/2014), και ειδικότερα η επικαλούμενη από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο διάταξη του άρθρου 2 ν. 3717/2008 υπό τον τίτλο "Ασφαλιστικές διατάξεις", η οποία ρυθμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης γήρατος του τακτικού προσωπικού (και) της εναγομένης, εφόσον υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία, δηλαδή από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης με την οποία η εναγομένη τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρο 1 του ν. 3717/2008), περίπτωση που εδώ κατά τα προαναφερθέντα δεν συντρέχει. Επομένως, ενιαία κρινόμενοι, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970 είναι βάσιμοι. Ακολούθως πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (τρίτου και τετάρτου) λόγων αναίρεσης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία αυτός παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής του ως μη νόμιμης) και να απορριφθεί η έφεση, δεδομένου ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4418/18-9-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7-11-2012 με αριθμό κατάθεσης 336/22-1-2013 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος κατά της με αριθμό 697/2-4-2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτήν κατ' ουσία.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ