Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1410 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1410/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ν. συζύγου Ι. Μ., το γένος Π. και Φ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διώνη Σκάντζου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χάνο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2009 αγωγή του Δ. Μ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 81/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 1-9-2016 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 695/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η απόφαση 264/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 17.01.2023 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 264/13.12.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 15.12.2012 έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 65/29.05.2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε απορρίψει την από 1....2009 αγωγή κυριότητας του δικαιοπάροχου των ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσίβλητων (Ν. Μ. του Δ., Α. Μ. του Δ.), κοινός πατέρας τους, Δ. Μ. του Ν. και της Α., ήγειρε κατά των ήδη αναιρεσειόντων (Ι. Μ. του Ν., Ν. σύζυγος Ι. Μ., το γένος Π. και Φ. Γ.) την απευθυνθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας από 15.10.2009 αγωγή διεκδικητική κυριότητας. Η άνω αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 65/29.05.2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Κατά της αποφάσεως αυτής οι δικαιοδόχοι του αρχικού ενάγοντος (Μ. χήρα Δ. Μ., Ν. Μ. του Δ., Α. Μ. του Δ.) άσκησαν το ένδικο μέσο της εφέσεως, καταθέσαντες την από 15.09.2012 έφεσή τους, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Εφετείο Εύβοιας και έστρεψαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων. Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 81/17.06.2016 τελεσίδικη απόφαση με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν με την από 01.09.2016 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν την αναίρεση της αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Με την από 695/04.05.2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση και διατάχθηκε η παραπομπή της εφέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση για τα περαιτέρω νόμιμα. Η έφεση επανεισήχθη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την από 14.10.2019 κλήση των ήδη αναιρεσίβλητων, συζητήθηκε ερήμην των ήδη διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 264/13.12.2022 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 17.01.2023 αίτησή τους που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ζητώντας την αναίρεση της προσβληθείσης αποφάσεως. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες εδράζεται η εκφερθείσα κρίση του, έχουν, κατ' αντιγραφήν, ως εξής: "Το επίδικο είναι μία ισόγεια οικία (οικοδομημένη περί το έτος 1934), εμβαδού 99,60 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο 172,48 τ.μ., εντός σχεδίου πόλεως της Λίμνης του Δήμου Ελυμνίων, πρώην Δήμου Λίμνης, του Νομού Ευβοίας, στο Ο.Τ. 90, όπως το οικόπεδο εμφαίνεται με κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Ι. Π. Κ., και συνορεύει, δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 10 μέτρων με ιδιοκτησία Κ., βόρεια επί προσώπου Β-Γ μήκους 18 μέτρων με δημοτική οδό, ανατολικά επί προσώπου Γ-Δ μήκους 12 μέτρων με δημοτική οδό και νότια επί πλευράς Δ-Α μήκους 15 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Το ακίνητο ανήκε κατά (συγ)κυριότητα, όπως άλλωστε συνομολογείται και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, κατά 5/8 εξ αδιαιρέτου στο Ν. Μ. του Ι. (το οποίο απέκτησε λόγω αγοράς από την αδερφή της συζύγου του Α.) και κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του Α. συζ. Ν. Μ., και αποτελούσε την οικογενειακή τους οικία. Οι ανωτέρω είχαν αποκτήσει δύο (2) άρρενα τέκνα, τον Ι. (πρώτο εναγόμενο), γεννηθέντα το έτος 1940, και το Δ. (αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων) γεννηθέντα το έτος 1945. Η οικογένεια ήταν πολύ φτωχή και ζούσε με στερήσεις, γεγονός που οδήγησε τον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, Δ., σε ηλικία 13 ετών να εργασθεί σε μπακάλικο για να συμβάλει στις οικογενειακές δαπάνες, αργότερα, σε ηλικία 15 ετών (το έτος 1960), να φύγει για την Αθήνα, όπου εργάσθηκε ένα (1) έτος ως οικοδόμος και τελικά, το έτος 1961 να μπαρκάρει σε ποντοπόρα πλοία, αρχικά ως θαλαμηπόλος, θερμαστής, λιπαντής και από το έτος 1973 και έπειτα ως μηχανικός. Ο δε, πρώτος εναγόμενος (μεγαλύτερος αδερφός), Ι., φοίτησε επί τέσσερα (4) έτη στη σχολή μηχανικών "Δημόκριτος" στη Χαλκίδα και μπάρκαρε το έτος 1964 (βλ. σχετ. το ....1997 μηχανογραφικό θαλάσσιας υπηρεσίας του ΥΕΝ). Όπως αποδεικνύεται από το σύνολο της προσκομιζόμενης αλληλογραφίας μεταξύ των αντιδίκων - αδερφών και της μητέρας τους Α., τη γνησιότητα της οποίας (αλληλογραφίας), αρχικά αμφισβήτησε ο πρώτος εναγόμενος, εκ των υστέρων δε, συνομολόγησε (βλ. σχετ. σελ. 20-21 των προτάσεών του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και σελ. 45 των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), το επίδικο ακίνητο ήταν σε άθλια κατάσταση, οι ίδιοι δε, το αποκαλούσαν ως "η καλύβα του Καραγκιόζη" (βλ. σχετ. τις από ....1969 και από ....1970 επιστολές του ενάγοντος - αρχικού διαδίκου, Δ., στη μητέρα του). Το έτος 1969 οι γονείς από κοινού με τα τέκνα τους (αρχικό ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και πρώτο εναγόμενο), ενόψει του ότι πλέον υπήρχαν εισοδήματα από την εργασία των τελευταίων ως ναυτικών, αποφάσισαν να κατεδαφίσουν το παλαιά οικία και να αναγείρουν στη θέση της νέα διώροφη οικία (βλ. σχετ. σελ.7 των προτάσεων του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Την επιμέλεια για την έκδοση της 11392/17.9.1969 άδειας ανέγερσης διώροφης οικοδομής της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ευβοίας και εν γένει της οικοδόμησης της νέας οικίας, για όσο χρόνο δεν είχε μπάρκο και βρισκόταν στην Εύβοια, είχε ο πρώτος εναγόμενος, και ειδικότερα συμβλήθηκε με τον εργολάβο, πλήρωνε τα συνεργεία (βλ. σχετ. το άνευ ημεροχρονολογίας ιδιωτικό συμφωνητικό του εργολάβου Ε. Σ. και τις προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης του τελευταίου, όπως και τις αντίστοιχες του μηχανικού Γ. Κ., του ξυλουργού κλπ) και κατέβαλε τις νόμιμες εισφορές στο ΙΚΑ, όταν δε, απουσίαζε τις ανωτέρω εργασίες ενεργούσαν οι γονείς του.
Περαιτέρω, αμφότεροι, τόσο ο αρχικός ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, όσο και ο πρώτος εναγόμενος, όσο εξακολουθούσε η ανέγερση του επιδίκου, η οποία διήρκεσε περί τα τρία (3) έτη (βλ. σχετ. σελ.8 των προτάσεων του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έστελναν χρήματα στην Ελλάδα για την ολοκλήρωση της οικοδομής, τον εξοπλισμό αυτής και την καλή διαβίωση των γονέων τους, αισθανόμενοι ευγνωμοσύνη και ηθική υποχρέωση προς τους τελευταίους που τους μεγάλωσαν με μεγάλες στερήσεις (βλ. σχετ. τις από 20.6.69 από Παναμά, ....1969 από Αυστραλία, 13.4.1970 από Αργεντινή, από 9.7.1970 από Παναμά, από 20.7.1970 από Καναδά και από 11.10.1970 από Τόκυο επιστολές μεταξύ του αρχικού διαδίκου, Δ. και τη μητέρας του Α., και τις από 25.6.1968 από Σιγκαπούρη, 5.9.1968 από Ασταμπλιούλα, 12.11.1968 από Εύβοια, 12.2.1969 από Σιγκαπούρη, 16.12.1969 από Εύβοια, 14.9.1970 από Εύβοια, 10.10.1970 από Εύβοια,, 2....1970 από Μανσίλου, 23.3.1971 από Μανσίλου, 6.9.1971 από Βαρβαρέσιο και από 10.2.1973 από Εύβοια επιστολές μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της μητέρας του Α.). Αβάσιμα, κατά συνέπεια, ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος ότι τα χρήματα για την ανέγερση του επιδίκου κατέβαλε αποκλειστικά ο ίδιος, αφού από τις ανωτέρω επιστολές αποδεικνύεται ότι χρήματα απέστελλαν αμφότεροι οι αντίδικοι - αδερφοί, ενώ χρήματα για το ανωτέρω σκοπό, και ειδικότερα για τα κουφώματα καταβλήθηκαν και από τη μητέρα τους Α., προερχόμενα από κληρονομιά θείας της που κατοικούσε στην Αμερική. Επίσης, κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της οικοδομής ο αρχικός ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, έδειχνε έντονο ενδιαφέρον για την πρόοδο της οικοδομής και τις τεχνικές λεπτομέρειες, έδινε οδηγίες και ζητούσε πληροφορίες, και δεν ενδιαφέρονταν μόνο ο πρώτος εναγόμενος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος (βλ .σχετ. την από ....1969 από Αυστραλία επιστολή του αρχικού ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων προς τη μητέρα του). Πουθενά στο περιεχόμενο των, συνολικά τριάντα εννέα (39) επιστολών, που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1968-1973), οι οποίες διασώθηκαν και προσκομίζονται, δεν αναφέρεται, ούτε καν υπονοείται η ύπαρξη, το έτος 1969 ή μεταγενέστερα, μεταξύ τους - άτυπης- συμφωνίας διανομής του επίδικου ακινήτου, ώστε να λάβει ο πρώτος εναγόμενος τον ισόγειο όροφο και ο ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, τον πρώτο, υπέρ το ισόγειο, όροφο, όπως αβάσιμα επικαλέσθηκε ο πρώτος εναγόμενος και έγινε - εσφαλμένα- δεκτό από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Αντίθετα, από τις ίδιες ως άνω επιστολές, αποδεικνύεται ότι οι γονείς των αντιδίκων θεωρούσαν - όπως και ήτανε στην πραγματικότητα - την επίδικη οικία ιδιοκτησία τους ("δική τους" ή οικογενειακή), γεγονός που αναιρεί οποιαδήποτε, μεταξύ τους, συμφωνία διανομής. Ούτε άλλωστε, στις απαντητικές επιστολές του πρώτου εναγομένου ή του ενάγοντος - δικαιοπάροχου των εκκαλούντων γίνεται νύξη περί προϋπάρχουσας ή επιγενόμενης συμφωνίας διανομής του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα, στην από 2.11.1968 επιστολή της μητέρας των αδερφών - αντιδίκων, Α., προς τον πρώτο εναγόμενο αναφέρει: "... αφού Γ. μου όταν έμαθαν πως πήραμε ψυγείον έσκασαν από το κακό τους και που να φτιάξουμαι το σπίτι μας να δης ζήλια..". Επίσης, στην από 16.12.1969 επιστολή της ιδίας προς τον πρώτο εναγόμενο αναφέρει : "... να είσαι καλά παιδί μου εσύ και ο Δ. για να φτιάξουμε το σπίτι μας.". Επίσης, στην από 13.1.1970 επιστολή της προς τον πρώτο εναγόμενο αναφέρει : "... θα έλθη το βαπόρι στον Πειραιά και θα ξεμπαρκάριζε ο Δ. καλά ας έλθη να βοηθήσει και ο Δ. για το σπίτι". Στην από 7.4.1971 επιστολή της ιδίας προς τον πρώτο εναγόμενο, ήτοι σε χρόνο που οι εργασίες στο επίδικο τελείωναν, αναφέρει: "Γ. μου πολή μα πολή ευχαριστούμαι να ήστε καλά να ζήσεται σαν τα βουνά να ζήσεται να ευτυχίσεται και να χαρήται το σπιτάκι μας ... Γ. μου σας ευχόμεθα που μας φτιάξαται το σπίτι μας και μας ζήται κιόλας ...", ενώ στην από 30.5.1971 επιστολή αναφέρει: "Γ. μου γράφεις πως θα έλθης με το καλό παιδί μου όποτε θέλεις έλα να ξεκουραστείς και να χαρής και το σπιτάκι μας..". Κατά συνέπεια, από το περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών αποδεικνύεται, αφενός μεν, ότι οι γονείς των αντιδίκων - αδερφών θεωρούσαν την επίδικη οικία ως οικογενειακή οικία και "σπίτι τους", ήτοι ιδιοκτησία τους, αφετέρου δε, ότι δεν είχε λάβει διανομή αυτής, έστω άτυπη, αφού στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε, είτε στις επιστολές της μητέρας προς τα τέκνα, είτε στις απαντητικές επιστολές των τελευταίων προς την πρώτη, κάποια μνεία περί τούτου (λ.χ. "να χαρείς το σπίτι σου" ή "να χαρείτε το σπίτι σας" ή "το σπίτι μου"). Τις δε, πράξεις που ενήργησε ο πρώτος εναγόμενος για την κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και την ανέγερση της νέας (έκδοση αδείας, πληρωμές κλπ), ενήργησε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της απόφασης, ως βοηθός νομής των γονέων του, ευρισκόμενος σε σχέση οικιακής εξάρτησης προς τους τελευταίους με τους οποίους συνοικούσε, οι τελευταίοι δε, ουδέποτε αποβλήθηκαν από τη νομή της επίδικης οικίας, αφού ουδέποτε έλαβαν γνώση αντιποίησης της νομής τους από τον πρώτο εναγόμενο, ούτε αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος ενεργούσε, κατά τον ανωτέρω χρόνο, διανοία κυρίου, ήτοι με πρόθεση να εξουσιάζει την οικογενειακή οικία κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, αλλά αποδείχθηκε ότι ενεργούσε για λογαριασμό των γονέων του, με χρήματα, είτε δικά του, είτε του αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, είτε των γονέων του. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο αδερφών - αρχικών αντιδίκων, ουδέποτε ήταν ουσιαστικά εγκάρδιες, σταδιακά δε, έβαιναν επιδεινούμενες. Αυτό αποδεικνύεται από την από 10.7.1964 (σε χρόνο αρκετά προγενέστερο από την έναρξη των εργασιών στην επίδικη οικία) επιστολή του πρώτου εναγομένου από το Ν. προς τον ενάγοντα - αδερφό του- δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, με την οποία, αφού τον έψεγε ότι σπαταλούσε πολλά χρήματα σε "ακολασίες", ενώ θα έπρεπε να τα στέλνει στους γονείς τους, όπως όταν έπραττε μικρότερος (ενόψει του ότι ο πρώτος εναγόμενος εργάζονταν από πολύ μικρή ηλικία όπως προαναφέρθηκε), στη συνέχεια τον επέπληττε που δεν του απάντησε σε γράμμα του, αναφέροντας : "... εσύ που συνεχίζεις να θυμάσαι που τσακωθήκαμε και δεν θέλεις να γράψεις γράμμα". Στη συνέχεια, η αλληλογραφία των μεταξύ των αδερφών - αντιδίκων ήταν αραιή, έως και ανύπαρκτη (από τις διασωζόμενες επιστολές), ήταν, ωστόσο, πολύ συχνή με τη μητέρα τους Α., μέσω της οποίας διαβίβαζαν εκατέρωθεν τους χαιρετισμούς και τις ευχές τους. Τα προβλήματα μεταξύ τους επανεμφανίζονται το έτος 1973 (μετά το πέρας των εργασιών στην επίδικη οικία), όπως προκύπτει στην από 21.7.1973 επιστολή του ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων προς τη μητέρα τους στην οποία αναφέρει : "...Λοιπόν μαμά άκουσε να δης να σας στήλω λευτά εάν δεν έχετε να περάσετε νε, αλά για το σπίτι δεν στέλνω, το σπίτι είναι του Γ. και να κάνει ότι θέλει αρκετά τον βοήθησα εμένα σε τι με βοήθησε ο Γ.? Δικό του σπίτι είναι και να το τελειόση μόνος του φτάνει που δούλευα δύο χρόνια για να τον βοηθήσω όσο τον βοήθησα ... Μην μου πής ότι το σπίτι είναι και για τους δυό μας αυτά τα παραμύθια τα ακούω βερεσέ εγώ το ξέρω πολύ καλά ότι εγώ δεν ορίζω τίποτα από εκεί μέσα ότι είναι, είναι του Γ., εδώ την άλλη φορά που είμουν εκεί πριν από 6 μήνες δεν μπορούσα να ακουμπήσω πουθενά, όπου ακουμπούσα φώναζε ο πατέρας μου, μη Δ. αυτό γιατί θα φωνάζει ο Γ., μην πιάνεις Δ. την τηλεόραση γιατί θα φωνάζει ο Γ. ... όταν ξεμπαρκάρω θα έλθω να σας δω αλλά αποκλίεται να κάτσω και να κημηθώ στο ξένο σπίτι αφού είναι του Γ. ... Αλλά έτσι είναι τα ξεχάσαμε τα παλιά που με είχατε από 13 χρονών και δούλευα για 10 δραχμές την ημέρα για να πάρετε μισή οκά ψωμί... για το σπίτι μου έφυγαν περισσότερα από 100 χιλιάδες λοιπόν τώρα θέλω να βγάλω κανένα φράγγο για πάρτη μου...". Με την επιστολή αυτή, την οποία οι εναγόμενοι αβάσιμα επικαλούνται ως απόδειξη της αδιάλειπτης νομής τους επί του επιδίκου ακινήτου και ομολογία εκ μέρους του αρχικώς ενάγοντος της κυριότητάς τους, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως αποδεικνύεται από τη διατύπωση του αρχικώς ενάγοντος - αποστολέα της, ο τελευταίος, κατά τη σύνταξή της ήταν συναισθηματικά φορτισμένος, λόγω των συνθηκών που βίωσε κατά την τελευταία επίσκεψή του στην επίδικη οικία, ειδικότερα δε, από τη συμπεριφορά των γονέων του που τον απέτρεπαν να ενεργήσει τα αυτονόητα μέσα σε αυτή (να ακουμπήσει τα πράγματά του, να μετατοπίσει κάποιο αντικείμενο, να ανάψει την τηλεόραση κλπ), φοβούμενοι την άσχημη αντίδραση του πρώτου εναγομένου. Το γεγονός αυτό, ενόψει του ότι είχε εργασθεί και αποστείλει πολλά χρήματα για την ανακατασκευή της οικίας, σε συνδυασμό με το ότι απουσίαζε από πολύ μικρή ηλικία από το σπίτι και τους γονείς του, για να βοηθήσει οικονομικά τους τελευταίους, τον έκανε να αισθάνεται "ξένος" και ότι η επίδικη οικία "ανήκε στο Γ." (αδερφό του - πρώτο εναγόμενο). Από τα παραπάνω, επιβεβαιώνονται, τόσο η προβληματική σχέση μεταξύ των δύο αδερφών - αντιδίκων, όσο και το γεγονός ότι μέχρι το χρόνο εκείνο (1973) δεν είχε λάβει χώρα καμία συμφωνία για τη διανομή της επίδικης οικίας μεταξύ των αδερφών και των γονέων, αφού πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι τελευταίοι δήλωσαν ή υποσχέθηκαν ότι επίδικη οικία ανήκει στον πρώτο εναγόμενο (Γ.), αλλά αυτή ανήκε στην κυριότητα στους τελευταίους, οι οποίοι διαβεβαίωναν προφορικά τον αρχικώς ενάγοντα ("αυτά τα παραμύθια τα ακούω βερεσέ") ότι χρήση αυτής μπορούν να κάνουν εξίσου αμφότεροι ("το σπίτι είναι και για τους δυό"), όπως προαναφέρθηκε, ως βοηθοί νομής των γονέων του τελούντες σε σχέση οικιακής εξάρτησης προς τους τελευταίους. Στη συνέχεια, το έτος 1974 παντρεύτηκε ο αρχικός ενάγων, απέκτησε δύο τέκνα (τους εκκαλούντες) και εγκαταστάθηκε στη Γλασκώβη. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος τέλεσε γάμο το έτος 1975 με τη δεύτερη εναγομένη και συνοίκησαν με τους γονείς του πρώτου στην επίδικη οικία. Στην από 21.3.1976 επιστολή του ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων προς τη μητέρα του αναφέρει : "..μου γράφεις στο γράμμα σου ότι κατάστασις είναι τρομερή... θα πρέπει αργότερα να μπαρκάρω πάλι για να μπορώ να σας στέλνω κάτι ... όταν όμως ξαναμπαρκάρω θα μήνω μόνιμα πια στα βαπόρια και θα πρέπει να φέρω τη γυναίκα μου και τα παιδιά να μήνουμε στην Ελλάδα... πρέπει μαμά να μου τον γράψετε τον αέρα του σπιτιού πριν αρχίσω να κτήσω για να μην έχω μετά φασαρίες με το Γ....". Από την επιστολή αυτή συνάγεται, αφενός μεν, ότι παρά το γεγονός ότι οι γονείς των αντιδίκων - αδερφών συνοικούσαν με τον πρώτο εναγόμενο και τη σύζυγό του - δεύτερη εναγομένη, αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, αφετέρου δε, ότι είχαν ξεκινήσει αμφισβητήσεις αναφορικά με τη μελλοντική κυριότητα της επίδικης οικίας, και δη, για το ισόγειο αυτής, ενόψει του ότι ουδέποτε χτίστηκε ο πρώτος όροφος λόγω έλλειψης χρηματοδότησης από τον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων (βλ. σχετ. την από 16.8.1970 από Παναμά επιστολή του αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων όπου αναφέρει ότι δε μπορεί να διαθέσει χρήματα και για τον α' όροφο), για την αποφυγή των οποίων (αμφισβητήσεων), σε περίπτωση που ξαναμπάρκαρε ο ενάγων προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του (ενόψει του ότι είχε αυξημένα έξοδα λόγω δημιουργίας οικογένειας), αιτείται να του μεταβιβάσουν - συμβολαιογραφικά πλέον - τον "αέρα" της επίδικης οικίας προκειμένου να χτίσει και να εγκαταστήσει την οικογένειά του, ώστε να μην υφίσταται περιθώριο αμφισβήτησης και αντιδικίας ("φασαρίες") με τον πρώτο εναγόμενο - αδερφό του. Και πάλι, από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, ουδεμία συμφωνία άτυπης διανομής της επίδικης οικίας αποδεικνύεται, αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι αρχίζει να διαφαίνεται η επιγενόμενη αντιδικία των αδερφών - αντιδίκων. Στη συνέχεια, περί το έτος 1980, όταν οι εναγόμενοι απέκτησαν δεύτερο τέκνο, μίσθωσαν έτερη οικία πλησίον της επίδικης (όπου συνοικούσαν έως τότε με τους γονείς του πρώτου εναγομένου) και μετακόμισαν σε αυτή, ο δε, πρώτος εναγόμενος λειτούργησε μπακάλικο - μίνι μάρκετ στη Λίμνη Ευβοίας. Το ανωτέρω συμπέρασμα, ήτοι, η μη ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας διανομής της επίδικης οικίας, επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, Δ. Κ., ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι: "οι γονείς τους έμεναν στο επίδικο σπίτι. Όταν ο Ι. (πρώτος εναγόμενος) απέκτησε δύο τέκνα ενοικίασε διπλανό σπίτι, αλλά εκείνος συνέχιζε να μένει μαζί τους μέχρι το θάνατό τους. Οι γονείς είχαν την κυριότητα του σπιτιού.... Μέχρι το θάνατο των γονιών του το σπίτι δεν ήταν του Ι...."
Περαιτέρω, το έτος 1993, οι γονείς των αντιδίκων - αδερφών συνέταξαν τις ... και ....1993 διαθήκες ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγίας Άννας, Ν. Β. Π., στις οποίες, μεταξύ άλλων, αντίστοιχα (πανομοιότυπη διατύπωση), ανέφεραν: "Στο γιό μου Δ. αφήνω το σπίτι μου διότι αυτός το έχει εξοφλήσει και συντηρήσει, το δε υιό μου Ι. τον έχω σπουδάσει και του έχω δώσει χρήματα και έτσι πιστεύω ότι έχουν πάρει και οι δύο ίσες μερίδες". Το ίδιο έτος (....1993) αποβίωσε ο πατέρας των αρχικών αντιδίκων, όταν δε, έγινε γνωστό το περιεχόμενο της διαθήκης του, ότι το ποσοστό της κυριότητάς του (5/8) στην επίδικη οικία κατέλειπε στον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, ο πρώτος εναγόμενος σε έκφραση της δυσαρέσκειάς του αδιαφόρησε για την τύχη της μητέρας τους, πρακτικά και οικονομικά, τη συντήρηση της οποίας ανέλαβε ο ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, όπως αποδεικνύεται από τα εμβάσματα που απέστειλε στο όνομα της γειτόνισσας, Κ. Π., προκειμένου να πληρώνει γυναίκα να τη φροντίζει (βλ. σχετ. τα εμβάσματα: από 28.7.1998 ποσού 140.000 δρχ, από 13.11.1998 ποσού 100.000 δρχ, από 15.1.1999 ποσού 110.000 δρχ, από 28.4.1999 ποσού 50.000 δρχ, από 13.5.1999 ποσού 50.000 δρχ και από 9.7.1999 ποσού 140.000 δρχ). Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των Ε. Α. και Α. Ρ., εξαδέλφων των αρχικών αντιδίκων στις 495 και 496/2010 ένορκες βεβαιώσεις, εκ των οποίων η πρώτη καταθέτει ότι : "..τη δεκαετία του 1990 η μητέρα μου με παρακάλεσε να πάμε να δούμε τη θεία μου Α. ... το θέαμα που αντικρύσαμε ήταν θλιβερό ... ολομόναχη, μέσα στη βρωμιά και την εξαθλίωση...", η δε, δεύτερη ότι : "Η θεία δεν είχε φροντίδα από το Γ. και ζούσε σε άθλιες συνθήκες, βρώμικη και παραμελημένη. Ό,τι τη φρόντιζε τη φρόντιζε ο Δ.". Με αυτές συνάδει και η μαρτυρία της Ε. Γ., πρώτης εξαδέλφης των αρχικών αντιδίκων, στην 7605/2008 ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, η οποία καταθέτει ότι: "Η κατάσταση χειροτέρευε όταν μετά το θάνατο του θείου μου το Νοέμβριο 1993 έμαθαν (οι εναγόμενοι) ότι το σπίτι είχε "γραφεί" στο Δ. Τότε πιά είχαν εγκαταλείψει τελείως τη θεία μου...". Ακολούθως, την 12.7.1999, αποβίωσε και η μητέρα των αρχικών αντιδίκων, δημοσιεύθηκαν οι ανωτέρω διαθήκες (βλ. σχετ. τα 518/1999 και 391/2000 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), οι δε, εναγόμενοι, το έτος 2000 "κοινοποίησαν" στον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, εν είδει χορήγησης αδείας από τον τελευταίο, ότι μετακόμισαν στην επίδικη οικία προκειμένου να κατοικήσουν οικογενειακώς, επικαλούμενοι ότι η εκμισθώτριά τους τους ζήτησε να αποχωρήσουν από το μίσθιο και δε βρίσκανε άλλη κατάλληλη οικία να μισθώσουν. Η διατύπωση της επιστολής αυτής έχει ως εξής : ".. σας εύχομαι καλή χρονιά και ευτυχισμένο το νέο έτος 2000 ... Με το γράμμα μου αυτό Δ. έρχομαι να σου γνωρίσω πως έχω πάει στο σπίτι και μένω επειδή η σπιτονοικοκυρά μου το ήθελε ο σπίτι (και όχι επειδή θεωρεί ότι του ανήκει) ... επειδή Δ. έχω ανοίξει τη διαθήκη της μάνας μας, το αργότερον έως 14 Απριλίου πρέπει να έχεις κάνη στην εφορία αποδοχή κληρονομιάς ...". Κατά συνέπεια, ούτε το έτος 2000 προκύπτει ότι υπήρξε αντιποίηση της νομής της επίδικης οικίας, οι εναγόμενοι δε, ήταν εν γνώσει των διαθηκών, χωρίς να εκφράσουν αντιδικία ή παράπονο προς τον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων για το ότι τιμήθηκε από τους γονείς με την επίδικη οικία. Αντιθέτως του δίνουν οδηγίες για να αποφύγει τυχόν πρόστιμο της εφορίας. Στη συνέχεια, το έτος 2005 ο ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων προέβη, δια πληρεξουσίου, σε αποδοχή της επαχθείσας, από τους γονείς του, κληρονομιάς, δυνάμει των ....2005 πράξεων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λίμνης, Ε. Ι. Β., ειδοποίησε δε, τους εναγομένους ότι πρέπει να του αποδώσουν την επίδικη οικία, καθόσον προτίθεται να την επισκευάσει και να αναγείρει πρώτο όροφο. Οι τελευταίοι τότε αρνήθηκαν να το πράξουν επικαλούμενοι κυριότητα επ' αυτής δια έκτακτης χρησικτησίας, βάσει άτυπης, από το έτος 1969, διανομής αυτής και σε κάθε περίπτωση διότι νέμονταν αυτή διανοία κυρίου πέραν της 20ετίας. Ο ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων άσκησε κατ' αυτών (εναγομένων) την από 16.12.2005 αγωγή απόδοσης χρησιδανείου, η οποία απορρίφθηκε με την 70/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 276/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα), για τον λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε συναφθεί σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων, ενώ δεν αποφάνθηκε επί της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι, μη υφισταμένου δεδικασμένου που να δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι η διανομή της επίδικης οικίας, εφόσον ανεγείρονταν ο πρώτος όροφος (γεγονός που δε συνέβη ποτέ), ώστε να κατοικήσει έκαστος αδερφός εκ των αντιδίκων σε έναν όροφο, ενδεχομένως να υπήρξε σα σκέψη και να είχε συζητηθεί μεταξύ των γονέων των αντιδίκων και των τελευταίων, ουδέποτε, ωστόσο, έλαβε τη μορφή υπόσχεσης, πολλώ δε μάλλον, συμφωνίας ή σύμβασης διανομής του επιδίκου ακινήτου, για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύεται η από 27.7.1998 επιστολή του ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων στον πρώτο εναγόμενο, την οποία επικαλούνται οι εναγόμενοι ως στοιχείο απόδειξης - ομολογίας του πρώτου- ύπαρξης σύμβασης άτυπης διανομής της επίδικης οικίας, στηρίζοντας στο περιεχόμενό της την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αρχικώς ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, που ασκείται με την κρινόμενη αγωγή σε βάρος τους, στην οποία (επιστολή) αναφέρει: "...Τώρα ή μάνα είναι στο κρεβάτι και θέλει γυναίκα... όταν έφυγα το 1996 άφησα στη μάνα τα δύο βιβλιάρια της Εθνικής Τραπέζης ... Όταν και εσύ ενεργήσεις με ηλικρήνεια, τότε όταν η μάνα θα πεθάνη θα ξανά κάτσουμε γύρω στο τραπέζι και θα τα μιράσουμε, ελπίζω καλύτερα χωρίς να έχει κανείς παράπονο, αυτό σου το ξανά είπα και το 1993 εάν θυμάσε. ... γενιθήκαμε και μεγαλόσαμε σε αυτή τη γειτονια επί δέκα χρόνια κημόμαστε το ίδιο κρεβάτι δίπλα, δίπλα. Λοιπόν ούτε εγώ ούτε εσύ θα φίγης από αυτή τη γειτονια εσύ θα πάρεις το σπίτι και εγώ θα πάρω τον αέρα .. και ελπίζω να ζήσουμε πιο αγαπημένα αντί το ρεύμα του μίσους να μας απομακρύνει όλο και περισσότερο. Το ήπα και στη Ν. (δεύτερη εναγομένη) προχθές στο τηλέφωνο εγώ από εκβιασμούς δεν παίρνω επήσεις δεν μου αρέσουν και τα ψέματα...". Από το περιεχόμενο της επιστολής, ειδικότερα τη διατύπωση του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων "θα ξανακάτσουμε και θα τα μιράσουμε ελπίζω καλύτερα... εσύ θα πάρεις το σπίτι και εγώ θα πάρω τον άερα", αποδεικνύεται ότι αναφέρεται σε όλη την κληρονομιαία περιουσία, η οποία, εφόσον μοιράζονταν εξαρχής, τότε θα λάμβανε χώρα και διανομή της επίδικης οικίας, γεγονός που δε συνέβη ποτέ. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ούτε ομολογία προϋπάρχουσας συμφωνίας διανομής του επιδίκου, ούτε απεμπόληση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, παρά μόνο πρόθεσή του για συμφιλίωση των δύο αδερφών, ώστε μελλοντικά να συμβιώσουν οι οικογένειές τους χωρίς αντιδικίες, αφότου, όμως, μετά τον - επικείμενο - θάνατο της μητέρας τους, προηγούνταν επαναδιανομή του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, ώστε κανείς εκ των αδερφών - αντιδίκων να μη θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο. Τα αυτά ισχύουν και για την ανωμοτί κατάθεση του δικαιοπάροχου των εκκαλούντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στα πλαίσια της δίκης της από 16.12.2005 αγωγής απόδοσης χρησιδανείου που άσκησε σε βάρος των εναγομένων (βλ. σχετ. τα 70/2007 πρακτικά του ανωτέρω δικαστηρίου), την οποία επίσης επικαλούνται οι τελευταίοι ως ομολογία περί άτυπης διανομής του επιδίκου, όπου κατέθεσε: "Στο σπίτι αυτό δε θα μείνω, θα χτίσω από πάνω". Ωστόσο, ούτε από αυτή τη δήλωση αποδεικνύεται ύπαρξη συμφωνίας διανομής του επιδίκου ακινήτου και ομολογία της κυριότητας των εναγομένων σε αυτό, παρά μόνο εκφράζεται η επιθυμία του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων αναφορικά με το ακίνητο του οποίου είναι κύριος. Την προαναφερόμενη επιστολή του αρχικώς ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων προς τον πρώτο εναγόμενο (από 27.7.1998) όπως και την ανωτέρω μαρτυρία του πρώτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στα πλαίσια της δίκης της από 16.12.2005 αγωγής απόδοσης χρησιδανείου επικαλούνται οι εναγόμενοι, προκειμένου να θεμελιώσουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αρχικώς ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων σε βάρος τους με την κρινόμενη αγωγή, σε συνδυασμό με την οικονομική αναστάτωση που θα επιφέρει στην οικογένειά τους η ανεύρεση άλλης οικίας από την επίδικη, στην οποία κατοικούν. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου .... Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται πρόσθετα και η συνδρομή άλλων περιστατικών, από τα οποία εμφανίζεται συμπεριφορά που δημιουργεί, εύλογα, την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αυτού, που τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να προκαλεί επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο και να αντίκειται, κατά προφανή τρόπο, στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος ... . Στην εξεταζόμενη υπόθεση, δε συντρέχουν οι απαιτούμενες περιστάσεις ώστε να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση της κρινόμενης αγωγής από τον αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων σε βάρος των εναγομένων, αφενός μεν, διότι δεν έλαβαν χώρα περιστατικά που να δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση στους τελευταίους, ότι ο πρώτος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, η δε, ανωτέρω επιστολή, πέραν του ότι αναφέρεται σε αναδιανομή του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας (η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα), και όχι μόνον της επίδικης οικίας, εκφράζει ακριβώς την πικρία και την αποδοκιμασία του αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων για τη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου - αδελφού του έναντι του ιδίου, αλλά και της μητέρας τους.
Εξάλλου, και η ανωτέρω ανωμοτί κατάθεσή του αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας έγινε σε χρόνο που, ήδη είχε ζητήσει την απόδοση της οικίας, κατά συνέπεια, δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι προηγήθηκε συμπεριφορά του που καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του. Πέραν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι, ήδη από το έτος 1993, οπότε έλαβαν γνώση του περιεχομένου των διαθηκών των γονέων του πρώτου εναγομένου, γνώριζαν ότι η επίδικη οικία ανήκε κατά κυριότητα, λόγω κληρονομίας, στον αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, στο χρόνο εκείνο, ωστόσο, ουδέν δικαίωμα προέβαλαν, αντιθέτως το έτος 2000 (μετά το θάνατο και της μητέρας) κοινοποίησαν ότι κατοικήσουν σε αυτή χωρίς περαιτέρω αμφισβήτηση της κυριότητάς της, οψίμως δε, επικαλούνται έκτακτη χρησικτησία λόγω άτυπης διανομής το έτος 1969 και εικοσαετή, διανοία κυρίου, άσκηση πράξεων νομής επ' αυτής, γεγονότα που δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Για τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγομένων (20ετή χρησικτησία), αξίζει να αναφερθεί ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον (συγ)κατοίκησαν με τους γονείς του πρώτου εναγομένου κατά τα έτη 1975 έως 1980, οπότε μετακόμισαν, και επανήλθαν στην επίδικη οικία - με την ανοχή του αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - το έτος 2000 έως το έτος 2005, οπότε ο τελευταίος τους ζήτησε να αποχωρήσουν. Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά των εναγομένων. Αντίθετα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της απόφασης, ο ενάγων - δικαιοπάροχος των εκκαλούντων διαδέχθηκε στη νομή της επίδικης οικίας τους γονείς του, που ήταν νομείς αυτής μέχρι το θάνατό τους, και δεν απώλεσε αυτή, την οποία ασκούσε μετά το θάνατο των γονέων του μέσω των εναγομένων, οι δε, τελευταίοι, κατά παράκληση λαβόντες, ασκούσαν τη νομή της επίδικης οικίας όχι για λογαριασμό τους, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων και δε μπορούσαν να αποκτήσουν την κυριότητα αυτής (οικίας) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, δεν ειδοποίησαν τον τελευταίο ότι αντιποιούνται τη νομή της, παρά μόνο το έτος 2005, οπότε τους ζητήθηκε να αποχωρήσουν από αυτή (οικία). ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την, κατά τα προεκτιθέμενα, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων ο αρχικώς ενάγων είχε υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας εδικαιούτο χρηματική ικανοποίηση, η οποία ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της προσωπικής, κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως των διαδίκων μερών, της βαρύτητας του πταίσματος των αρχικώς εναγομένων, του βαθμού της εντάσεως της των μεταξύ των διαδίκων μερών αντιδικίας και των ειδικών συνθηκών τελέσεως της συγκεκριμένης αδικοπραξίας, στο δίκαιο και εύλογο ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €), το οποίο πρέπει να επιδικαστεί (επιμερισθεί) πλέον στους εκκαλούντες κατά το λόγο συμμετοχής εκάστου στην κληρονομιά του θανόντος αρχικώς ενάγοντος, συζύγου και πατρός τους, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (άρθρα 1813 επ. ΑΚ) ,εφ' όσον η υπό κρίση αγωγή είχε ασκηθεί και εκκρεμούσε προ του θανάτου του αρχικώς ενάγοντος, κατά τα λεπτομερώς παρατιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια η επιδικασθείσα κατά τα ανωτέρω αξίωση να αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς (άρθρο 933 ΑΚ).
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί δυνάμει της από 4.3.2015 δηλώσεως των καλούντων - εκκαλούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είχε λάβει χώρα, νόμιμα, βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου, την 4.11.2014, της εκκαλούσας μητέρας τους - συζύγου του ενάγοντος - δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων και εχώρησε νόμιμα επανάληψη αυτής (δίκης) στο όνομα των καλούντων - εκκαλούντων τέκνων της. Εντεύθεν δε, ο πρώτος καλών - εκκαλών, τέκνο του αρχικώς ενάγοντος, δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσόν των (3.000,00€ X ποσοστό συμμετοχής στην κληρονομιά 50% κατά τη διάταξη του άρθρου 1820 ΑΚ =) χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500,00€) και η δεύτερη καλούσα - εκκαλούσα, θυγατέρα του αρχικώς ενάγοντος, το λοιπό ποσόν των (3.000,00€ X 50% =) χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500,00€).". Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδάφ. β', 914 και 932 του Α.Κ. συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των προσώπων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παραλείψεώς του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 708/2025).
Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1975/1986/2001/2006/2019 απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη ή ψυχική οδύνη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κτλ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του Α.Κ. ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "εύλογου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε, το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, του Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Με βάση αυτά, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π. 12/2025, Α.Π. 1230/2021, Α.Π. 367/2020, A.Π. 221/2016, Α.Π 76/2016). Τέλος, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως, όταν ο νομέας χρησιμοποιεί για την άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα τον λεγόμενο "βοηθό νομής", δηλαδή ένα ενδιάμεσο πρόσωπο που δεν έχει το ίδιο ούτε νομή ούτε κατοχή. Κατά το άρθρο 986 του Α.Κ., βοηθός νομής είναι εκείνος που βοηθά τον νομέα στην άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, εφόσον βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξαρτήσεως προς τον νομέα και οφείλει να ακολουθεί ως προς το πράγμα τις οδηγίες του.
Περαιτέρω, από το άρθρο 986 του Α.Κ. συνάγεται ότι εννοιολογικό στοιχείο του βοηθού νομής είναι: α) Ότι βρίσκεται σε σχέση οικιακής η υπηρεσιακής εξαρτήσεως προς τον νομέα. Και β) Ότι οφείλει να ακολουθεί ως προς το πράγμα τις οδηγίες του νομέα. Το δεύτερο αυτό στοιχείο δεν είναι παρά απόρροια του πρώτου, το οποίο και αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του βοηθού νομής (Γ., Εμπράγματο Δίκαιο, β' έκδοση, 2010, 189 - 190).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν χώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 4/2006, Α.Π. 1706/2014, Α.Π. 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ`ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1525/2022, Α.Π. 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 302/2020).
Περαιτέρω, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αριθμ. 1β' του Κ.Πολ.Δ.). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παραβίαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' του Κ.Πολ.Δ.. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 11/2005).
Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 37/2025, Α.Π. 1040/2023, Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017). Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) Το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 37/2025, Α.Π. 1185/2022, Α.Π. 1277/2019, A.Π. 1091/2019).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1575/2023, Α.Π. 34/2021, Α.Π. 83/2020, Α.Π. 50/2020).
Τέλος, η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, όμως, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 330/2023, Α.Π. 1215/2020, Α.Π. 617/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδάφ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, "αντιφατική αιτιολογία", (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006) . Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1027/2022, Α.Π. 420/2022, Α.Π. 354/2022, Α.Π. 1470/2021, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος διαρθρώνεται σε τρία σκέλη, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α', 1β' και 19 του αριθμού 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 της πλημμέλειας αυτής συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (τελεσίδικη απόφαση) Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 986 του Α.Κ. ενόψει του ότι εφάρμοσε αυτή αρκούμενη για την εφαρμογή της λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται για την εφαρμογή της. Το πρώτο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές που παρατέθηκαν ανωτέρω, ότι χωρίς να λάβει χώρα δεσμευτική για τα μέρη απόφαση διανομής του μέλλοντος να ανεγερθεί ακινήτου στο οικόπεδο που είχε αναγερθεί το πατρικό των αρχικών διαδίκων αδελφών, με δαπάνες αυτών (αδελφών), την επίβλεψη και τις επιμέρους εργασίες της ανεγέρσεως, οι οποίες διήρκεσαν τρία έτη, ανέλαβε ο πρώτος αναιρεσείων, ενόσω δεν ταξίδευε ως ναυτικός, δεδομένου ότι οι κοινοί γονείς των διαδίκων δεν είχαν υποκειμενικά τις δυνατότητες να ενεργήσουν ως εργοδότες. Δέχτηκε, επίσης, ότι την άσκηση της εξουσίας αυτής, του εργοδότη, άσκησε ο πρώτος αναιρεσείων ως βοηθός ασκήσεως της νομής των γονέων του στο προκύψαν, μετά την κατεδάφιση του πατρικού των αρχικών διαδίκων, οικόπεδο. Άλλη ορθή παραδοχή για το υπόψη ζήτημα δεν χωρεί και τούτο διότι, στην αντίθετη περίπτωση, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι στο αυτό ακίνητο ασκούσαν οι μεν κοινοί γονείς των αρχικών διαδίκων συννομή ο δε πρώτο αναιρεσείων αποκλειστικά για τον εαυτό του νομή γεγονός το οποίο ουδόλως προέκυψε αποδεικτικά.
Συνεπώς, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε την άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και, επιπλέον, ορθά υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στο πραγματικό της άνω διατάξεως. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 1045 του Α.Κ. Το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμο.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ανεπαρκή αιτιολογία χαρακτήρισε τον πρώτο εξ αυτών βοηθό ασκήσεως της συννομής των γονέων του σε σχέση με το έργο της ανεγέρσεως του νέου, κατά τα ανωτέρω, οικήματος ενώ ο πρώτος εξ αυτών ασκούσε ιδίω ονόματι τη νομή του όλου ακινήτου κατά το έργο της ανεγέρσεως, εκτός από τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία απουσίαζε, λόγω επαγγέλματος. Ισχυρίζονται, επίσης, οι αυτοί διάδικοι ότι είναι αντιφατικές οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι οι κοινοί γονείς των αρχικών διαδίκων είχαν ελάχιστα οικονομικά μέσα ενώ δέχεται ότι συνέβαλαν οικονομικά στην ανέγερση του νέου οικήματος. Οι ανωτέρω παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς και αντιφατικές αντιστοίχως και τούτο διότι η βοήθεια του πρώτου αναιρεσείοντος στους γονείς του, στην άσκηση της συννομής τους στο ένδικο οικόπεδο, κατά τις εργασίες ανεγέρσεως του νέου οικήματος, είναι αυτονόητη συνδρομή, εφόσον και αυτός (πρώτος αναιρεσείων) συνέβαλε οικονομικά στην πρόοδο του έργου και ευελπιστούσε ότι θα μπορούσε να αναμένει ευλόγως ανταμοιβή για τη συνεισφορά του αυτή περαιτέρω δε δεν μπορούν οι λοιπές παραδοχές να θεωρηθούν αντιφατικές, κατά τα ανωτέρω, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι οι κοινοί γονείς των αρχικών διαδίκων είχαν ελάχιστα οικονομικά μέσα, εφόσον στην απόφαση δεν γίνεται προσδιορισμός του ποσού της συμβολής σε ύψος τέτοιο που θα καθιστούσε τις παραδοχές τέτοιες (αντιφατικές). Με το τρίτο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία κανόνος δικαίου και την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων. Ότι, δηλαδή, παρέβη το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο ουδείς θα προέβαινε σε καταβολή χρημάτων για την ανέγερση ακίνητου κτίσματος σε ξένο ακίνητο αν δεν είχε προηγηθεί συμφωνία με καλή πίστη για τα επ' αυτού δικαιώματά του και (άλλως) ότι ουδείς θα χρηματοδοτούσε την ανέγερση κτίσματος σε ξένο ακίνητο στο οποίο δεν είχε δικαίωμα, αλλά θα κατηύθηνε τα χρήματά του εξ αρχής στην ανέγερση κτίσματος επί του οποίου θα είχε δικαίωμα. Το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, απαραδέκτως προβάλλεται και τούτο διότι τα παραπάνω συνιστούν μεν διδάγματα της κοινής πείρας πλην όμως, εν προκειμένω, χρησιμοποιούνται όχι για την ερμηνεία κανόνος δικαίου και την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, αλλά ως αποδεικτικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων σκοπούντα να εξηγήσουν τη συμπεριφορά του πρώτου από αυτούς κατά τον χρόνο της ανεγέρσεως της ένδικης οικίας τα οποία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 589/2020, ΑΠ 334/2019).
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δεν έλαβε υπόψη του για την απόδειξη ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, άλλως δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία περί της υπάρξεως προφορικής συμφωνίας άτυπης διανομής του ένδικου ακίνητου εκ μέρους του δικαιοπάροχου και πατέρα των αναιρεσίβλητων στις από 16.09.2008 προτάσεις του προς το Εφετείο Χαλκίδας, στο οποίο εκδικαζόταν η από 05.10.2007 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 70/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σ' αυτήν, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, αποδεικτικό μέσο.
Έτι περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), με αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο πρώτος από αυτούς κατέστη κύριος του ένδικου ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία επειδή νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1969 έως το έτος 1989 τουλάχιστον. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες πραγματικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αυτό δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο πρώτος αναιρεσείων υπήρξε, ενόσω ζούσαν και οι δύο γονείς του, βοηθός νομής αυτών και, μετά τον θάνατο τους παρέμεινε στο ένδικο ακίνητο με την ανοχή του δικαιοπάροχου των αναιρεσίβλητων εωσότου δημοσιοποίησε διάθεση αντιποιήσεως της νομής αυτού. Οι φερόμενες ως αντιφάσεις στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είτε αφορούν αποσπάσματα αποκομμένα από το οικείο μέρος του αιτιολογικού της αποφάσεως είτε οφείλονται στο ότι [αυτών, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, προϋφίστανται γεγονότα, τα οποία αποτελούν περιεχόμενο ανεπέρειστων ισχυρισμών τους. Επιπροσθέτως, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό (άλλως από τον αριθμό 8β') του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι μέσω αυτού οι αναιρεσείοντες σκοπούν στον ανεπίτρεπτο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) επανέλεγχο της ουσίας της υποθέσεως. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες δεν επιζητούν τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την κρίση του για την ένστασή τους από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές αυτού (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), όπως έπρεπε, αλλά με βάση τις εκτιμήσεις αυτών για την ουσιαστική βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνιστάμενων στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. και, επικουρικά, επιπλέον την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος αναφορικά τόσο με την κατάφαση της συνδρομής περιπτώσεως ηθικής βλάβης εις βάρος των δικαιοπάροχου των αναιρεσίβλητων από τις πράξεις των αναιρεσειόντων όσο και με το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως. Ο λόγος αυτός παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ανενδοίαστα ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων υπέστη ηθική βλάβη από τη συγχρονισμένη κοινή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων επιπλέον δε το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους, το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00€) ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο δικαιοπάροχος τους από την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι υπερβολικό ενόψει του είδους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσίβλητων, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητων), σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 191 §2 του Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.01.2023 αίτηση των Ι. Μ. του Ν. και Ν. συζύγου Ι. Μ., το γένος Π. και Φ. Γ., κατά των Ν. Μ. του Δ. και Α. Μ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 264/13.12.2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ