Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1411 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1411/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Χριστάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-1-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 29.01.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 9/31.01.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 152/23.06.2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 22.10.2009 αγωγή διεκδικητική ακινήτου του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§3, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, ο ήδη αναιρεσίβλητος (Ε. Κ. του Γ.) ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας την από 22.10.2009 αγωγή διεκδικητική ακινήτου την οποία απηύθηνε κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 152/23.06.2011 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 10.10.2011 έφεση την οποία απηύθηνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσίβλητου. Η έφεση συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 9/31.01.2017 τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το ήδη αναιρεσείον την από 29.01.2019 αίτησή του την οποία απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσίβλητου με την οποία ζήτησε την αναίρεση αυτής (τελεσίδικης αποφάσεως) για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις οποίες αυτό στήριξε την εκφορά της κρισεώς του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχόμενου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Από το Τουρκικό δημόσιο είχε παραχωρηθεί στον Μεχμέτ Ογλού Χαϊρεττίν με αυτοκρατορικό φιρμάνι, τίτλος μόνιμης εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) και είχε εκδοθεί προς τούτο στο όνομά του και χορηγηθεί σ' αυτόν ο τίτλος (ταπί), με βάση τον οποίο εξουσίαζε πεντακόσια (500) στρέμματα χειμερινό βοσκότοπο στην τοποθεσία "Βίγλιζα" της κτηματικής περιφέρειας του χωρίου "Ρεσαντιέ-Τσαμουριά" της επαρχίας Μαργαριτίου ήδη του Νομού Θεσπρωτίας, που ορίζονταν γύρωθεν με Λουφάτα, Λάκκο Γράβας, δρόμο και βοσκότοπο Χασάν Αϊδίν. Ο τίτλος αυτός είχε εγγραφεί στα βιβλία του κτηματολογίου με αριθμό 34 το μήνα Ιούνιο 324 (ήτοι το έτος 1908). Επειδή ο ανωτέρω εξουσιαστής πώλησε το βοσκότοπο στους "εκ Σούλασι" καταγόμενους Αλιζότ, Ρεσίτ και Αμπισίν, γιους του Ιμπραχίμ Αγά, οι αγοραστές κατέλαβαν μ' αυτή την ιδιότητα και την έκταση του λιβαδιού που περιγράφηκε ανωτέρω, δήλωσαν τούτο στον υπάλληλο του αυτοκρατορικού κτηματολογίου, και εκδόθηκε πλέον στο όνομα αυτών νέος τίτλος (ταπί), καταχωρηθείσας της εγγραφής το Μάρτιο 327 (ήτοι του έτους 1911) με αριθμό εγγραφής 4 και στη σελίδα 75/2508-2. Με τον τίτλο παραχωρήθηκε σ' αυτούς δικαίωμα τεσσαρούφ ενώ η κυριότητα του ακινήτου παρέμεινε στο Δημόσιο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από το προσκομιζόμενο, σε επίσημη μετάφραση (αριθ. 28451/1977) από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος, "αντίγραφο κτηματολογικής εγγραφής" της Γενικής Διεύθυνσης Κτηματολογίων και Χωροταξικής της Τουρκίας που έχει θεωρήσει το Προξενικό Γραφείο της Ελληνικής Πρεσβείας στην Άγκυρα. Ο τίτλος αυτός δεν προσκομίζεται, καθόσον δεν σώζεται, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος περίπου 100 ετών από τη χορήγησή του στους δικαιούχους και των πολεμικών γεγονότων, που μεσολάβησαν. Θεωρείται όμως βέβαιη η έκδοσή του για το λόγο ότι η πιο πάνω ιδιοκτησιακή μεταβολή σημειώθηκε στα κτηματολόγια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο απόσπασμα κτηματολογικής εγγραφής. Στο έγγραφο αυτό ρητά αναφέρεται η έκδοση του τίτλου, με αιτία αυτού την πώληση του βοσκότοπου από τον μέχρι τότε εξουσιαστή και κάτοχο αυτού και την περιέλευσή του στους αγοραστές, με τα ανωτέρω στοιχεία καταχώρησης στον κτηματολογικό τόμο, από τον οποίο εξήχθη και ακριβές αντίγραφο της σχετικής μερίδας. Δηλαδή από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση, την οποία πραγματικά αφορά ο τίτλος και η εγγραφή, ανήκε ως βοσκότοπος στην κατηγορία των δημόσιων γαιών και συνεπώς ο μόνος λόγος που δικαιολογούσε την εγγραφή της στο κτηματολόγιο ήταν να είχε χορηγηθεί διηνεκής εξουσίασή της σε ιδιώτη με την έκδοση προς αυτόν σχετικού τίτλου (ταπί) (βλ. τις υπ' αριθ. 18/2008 και 53/2013 αποφάσεις του Εφετείου Κέρκυρας αδημ.). Το ακίνητο τούτο οι ανωτέρω δικαιούχοι του δικαιώματος εξουσιάσεως κατείχαν τουλάχιστον μέχρι την ενσωμάτωση των Νέων Χωρών στο Ελληνικό Κράτος, αλλά και μέχρι την επέκταση σ' αυτές της ελληνικής νομοθεσίας. Έτσι, όμως, το ακίνητο τούτο είχε περιέλθει σε φυσικά πρόσωπα και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η κυριότητά του δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ν.δ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν. Ακολούθως, εκείνοι μεταβίβασαν τον εν λόγω βοσκότοπο στο μουσουλμάνο Ρουσίτ Ιμπραήμ Μπίμπο και ο τελευταίος με το υπ' αριθ. ....1921 συμβόλαιο του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας (Τομ. Β και αριθ. 152) πώλησε το ακίνητο τούτο στους Θ. Π. του Δ., Χ. Π., Κ. Π. και Γ. Π. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 2 του υπ' αριθ. 2468 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Νόμο 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Νόμου 2052/1920, 101-104 του Διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Νόμου 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω έχοντες το δικαίωμα "τεσσαρούφ" απέκτησαν και την πλήρη κυριότητα του ακινήτου. Μετά δε το θάνατο των Χ., Κ. και Γ. Π., υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτών και αναμίχθηκαν στα κληρονομιαία στοιχεία οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, ήτοι οι Δ. Π. του Χ., Α. Π. του Χ., Π. Π. του Χ. και Γ. χήρα Χ. Π., κληρονόμοι του πρώτου, Β. Π. του Κ., Ζ. Π. του Κ., Β. χήρα Κ. Π., κληρονόμοι του δεύτερου και Ι. Π. του Γ., Α. Π. του Γ. και Α. Π. του Γ., κληρονόμοι του τρίτου τούτων. Επίσης, ο Κ. Π., με βάση την υπ' αριθ. ....1916 κατακυρωτική έκθεση πλειστηριασμού ακινήτου του Ειρηνοδίκη Γουμενίτσης ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, μετά από αναγκαστική εκτέλεση που επέσπευσε ο ανωτέρω σε βάρος των οφειλετών αδελφών Χασάν Ρετζέπ και Αντέμ Ιντρίζ Φετάρ, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας την 23.7.1950 (Τομ. Αω και αριθ. 490), είχε αποκτήσει χειμερινό λιβάδι που εκτείνονταν στις συνεχόμενες θέσεις Λιοφάτιζα, Τσιμπουρίκι και Βίγλιζα εκτάσεως τριών χιλιάδων στρεμμάτων περίπου, αφού είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτού. Οι ανωτέρω, όπως και οι μουσουλμάνοι δικαιοπάροχοι τους χρησιμοποιούσαν το ακίνητο κατά τον προορισμό του ως βοσκότοπο για τη βόσκηση των ζώων τους και τον υπαίθριο σταυλισμό αυτών, αφού ήταν κτηνοτρόφοι. Έτσι νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι 10 Μαΐου 1950, που με το υπ' αριθ. ....1950 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Γ. Β., προέβησαν σε διανομή των επικοίνων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και τα προπεριγραφόμενα. Το διανεμητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας την 6.2.1951 (Τομ. Β και αριθ. 39). Κατά την διανομή ο Θ. Π. του Δ. έλαβε, εκτός των άλλων, και τμήμα του βοσκότοπου στις θέσεις Λιοφάτα - Μαλιμπάρδα της περιφέρειας Ηγουμενίτσας, κείμενο στο νοτιοανατολικό μέρος του όλου βοσκότοπου, εκτάσεως περίπου 300 στρεμμάτων, οριζόμενο με ρέμα Ηγουμενίτσας, δημόσιο δρόμο, με ακίνητα Νέας Σελεύκειας και σε ευθεία γραμμή μέχρι την πέτρα προς Τσιμπουρίκη. Ο Θ. Π. του Δ. πέθανε την ....1968 και με την από ....1965 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. ....1968 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατέλειπε στο γιο του Α. τμήμα του ανωτέρω βοσκοτόπου ενενήντα περίπου στρεμμάτων, που συνόρευε με τη δημόσια οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων, με ακίνητα της κοινότητας Νέας Σελεύκειας και ακίνητο Ν. Β. και Λάκο Νέας Σελεύκειας. Την κληρονομιά του πατέρα του αποδέχθηκε ο Α. Π. του Θ. με την από ....1969 δήλωση αποδοχής, συνταχθείσα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., η δήλωση δε αυτή μεταγράφηκε αυθημερόν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας (τομ. 40 και αριθ. 74). Τέλος, ο Α. Π. του Θ. με το υπ' αριθ. .../1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας (τομ. 42 και αριθ. 100) πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, επιφάνειας 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "ΒΙΓΛΙΖΑ" της κτηματικής περιφερείας Ηγουμενίτσας και συνορεύει ολόγυρα ανατολικά και επί πλευράς μήκους 20 μ. με ιδιωτικό δρόμο, ο οποίος διανοίχθηκε από τον πωλητή και είναι παράλληλος προς την εθνική οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων, δυτικά επί πλευράς μήκους 20 μ. με υπόλοιπο ακίνητο του πωλητή, βόρεια και επί πλευράς 100 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Β. και νότια επί πλευράς 100 μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας αδελφών Β., όπως απεικονίζεται με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Α στο από 8-6-1970 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Μ. Κ., που προσαρτάται στο πωλητήριο συμβόλαιο. Οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος από την ενσωμάτωση των Νέων Χωρών στο Ελληνικό Κράτος νεμήθηκαν τούτο με καλή πίστη. Τούτο ήταν βοσκότοπος και όχι δάσος ή δασική έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, και κατά το χρόνο που καθένας είχε τη φυσική εξουσία επ' αυτού, ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές πράξεις νομής, δηλωτικές της βούλησής τους για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση αυτού και τις οποίες επιχειρεί ο ιδιοκτήτης του πράγματος. Επίσης, η νομή αυτών ασκούνταν με την ειλικρινή πεποίθηση, ότι με την κτήση και άσκηση της νομής επί του επιδίκου δεν προσβάλλουν επικρατέστερο δικαίωμα άλλου και ότι με τα περιστατικά με βάση τα οποία απέκτησαν τη νομή αυτού γίνονται κύριοι. Συγκεκριμένα, όλοι χρησιμοποιούσαν το επίδικο για την βόσκηση των ζώων τους, δεδομένου ότι ήταν κτηνοτρόφοι. Μάλιστα είχαν κατασκευάσει στο ανωτέρω μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, τα ποιμνιοστάσια, που ήταν απαραίτητα για το σταυλισμό των ζώων τους. Αλλά και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο άμεσος και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος νέμονταν το όλο ακίνητο με καλή πίστη ασκώντας υλικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο του ακινήτου. Συγκεκριμένα επέβλεπαν αυτό από τους τρίτους, καλλιεργούσαν το κατάλληλο προς τούτο μέρος του και πωλούσαν τμήματά του σε άλλους. Συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Π. του Θ. πώλησε και μεταβίβασε στον Σ. Χ. τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου του, κειμένου στην ανωτέρω θέση "Βίγλιζα", εμβαδού 700 τ.μ., οριζόμενο ανατολικά με την εθνική οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων, δυτικά και βόρεια με υπόλοιπη έκταση πωλητή και νότια με οικόπεδο Γ. Λ., όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 18/2008 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, ενώ με το υπ' αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Π. του Θ. πώλησε και μεταβίβασε στον Ν. Χ. έτερο τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου του, εμβαδού 619 τ.μ., οριζόμενο ολόγυρα με την εθνική οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων και με ιδιοκτησίες Χ. Σ., Σ. Χ. και με υπόλοιπη έκταση πωλητή, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 53/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Επίσης και ο ενάγων από το χρόνο αγοράς του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, ασκούσε σ' αυτό τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και συγκεκριμένα περιέφραξε τούτο, καλλιεργούσε κηπευτικά και είχε φυτέψει σ' αυτό ελιές, λεμονιές και πορτοκαλιές όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και τις προσκομιζόμενες και μη αμφισβητηθείσες φωτογραφίες. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με τον εκτιθέμενο ανωτέρω παράγωγο τρόπο, αφού και ο δικαιοπάροχος του είχε γίνει κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του. Αλλά επίσης ο ενάγων είχε γίνει κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, νεμηθείς τούτο με τα απαιτούμενα προσόντα, που προαναφέρθηκαν και συνυπολογίζοντας στο χρόνο της ιδίας νομής και το χρόνο νομής με τα αναγκαία προς χρησιδεσποτία προσόντα των δικαιοπαρόχων του. Τα ανωτέρω, αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έκρινε στη συνέχεια ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν παραπονείται για τις παραδοχές της εκκαλουμένης ότι υπήρχε τίτλος (ταπί) για την παραχώρηση του επιδίκου στους προαναφερόμενους απώτερους δικαιοπάροχους του ενάγοντος Τούρκους υπηκόους, ότι τούτο δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, καθώς και ότι δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση και ουδέποτε είχε καλλιεργηθεί, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω ο λόγος της έφεσης, που περιέχει την αιτίαση ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει, πρωτίστως, να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται καθόλου οι αιτιάσεις, που αποδίδονται αναφορικά με το αόριστο της αγωγής στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει για το νόμιμο και το βάσιμο αυτών. Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται ποία είναι τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, που δεν αναφέρονται στην αγωγή και γι' αυτό είναι αόριστη.
Εξάλλου η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο αυτής είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής και συγκεκριμένα περιγράφει με πληρότητα το επίδικο ακίνητο καθώς και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας αυτού από τον ενάγοντα, ενώ, μετά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, ο τελευταίος παραδεκτά συμπλήρωσε την αγωγή του, εκθέτοντας με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του (άρθρο 224 ΚΠολΔ) ...
Επειδή, στο άρθρο 6§§2, 3 της συνομολογηθείσης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.2013, στην Αθήνα, και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ (4213)/14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τον οθωμανικών νόμων, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων, των εγγεγραμμένων επ' ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ' αυτών δυνάμει των οθωμανικών νόμων, των προγενεστέρων της ειρημένης καταστάσεως.". Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§5 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914) "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως" στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Ήπειρος, στην οποία από την 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36§1 του ιδίου ως άνω νόμου (ν. 147/1914), η Ελληνική νομοθεσία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3§1 εδάφ. α' του οθΝπΓαιών, του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, όπως ήδη σημειώθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 2§5 του ν. 147/1914, "Δημόσιαι γαίαι εισίν οι αγροί, τα χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον και παρεχωρούντο παρά της κυβερνήσεως.". Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών ("αραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζομένου ταπίον ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("τασσαρούφ", "tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (Α.Π. 1328/2015, Α.Π. 385/2012, Α.Π. 77/2007, Α.Π. 900/2002).
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο ("ταπίον") αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται αδέσποτες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος ("ταπίον"). Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, το περιεχόμενο της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων (Α.Π. 1328/2015), έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κτλ, τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου ("ταπίου"),
Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/20.05.1917 της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' της 29.12.1917) "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τασσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ. Α' της 28.02.1920) "Αγροτικός νόμος" επαναλαμβάνει στα άρθρο 49 επόμ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 ενώ στο άρθρο 52§3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά.". Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και μάλιστα χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (Α.Π. 77/2007, Α.Π. 155/2002, Α.Π. 315/2002).
Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας (Α.Π. 1792/1983, Α.Π. 1053/1982). Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τασσαρούφ"), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποσθεί, διότι το άρθρο 21 του ν.δ. της 21.04/06.05.1926 (Φ.Ε.Κ. Α' της 16.05.1926) θέσπισε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων επί των ακινήτων κτημάτων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρ δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Ολ.Α.Π. 75/1987). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ. προκύπτει ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί απ' αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος (Ολ.Α.Π. 1593/1979). Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι (20) χρόνια, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από τις 23.02.1946 και μετά (άρθρο 1045 του Α.Κ.), αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βζρ δικαίου, τότε, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα (30) ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι (20) ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι (20) ετών, θα εφαρμοσθεί ο Αστικός Κώδικας και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν, θα αρχίσει από την ισχύ του (23.02.1946).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση του πριν από τον Αστικό Κώδικα χρησικτησίας θα πρέπει να γίνεται με τα προσόντα του προηγουμένου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, που για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 1419/2023, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018, ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007).
Έτι περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1225/2004, Α.Π. 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005, Α.Π. 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000), και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1933/2006, Α.Π. 1446/2003, Α.Π. 1011/1994), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989 ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (Α.Π. 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 1668/2005, Α.Π. 448/1996). Ακολούθως, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλούμενων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά, όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό. Ομοίως το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος, ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως. Για να είναι όμως ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για αοριστία της αγωγής, νομική, ποιοτική ή ποσοτική, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία, χωρίς να είναι δικονομικώς επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, και παράλληλα, για τον έλεγχο της βασιμότητάς τους, να προσκομίζεται αντίγραφο αυτής (Α.Π. 119/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 70, 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 1094 του Α.Κ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (Α.Π. 1068/2023, Α.Π. 166/2023, Α.Π. 1982/2022).
Ειδικότερα, από άποψη περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, αλλά αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη (Α.Π. 12/2023, Α.Π. 9/2020), έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται, ακριβώς, στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1283/2022, Α.Π. 1228/2022, Α.Π. 368/2020). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επίδικου αντικειμένου, και στο δικαστήριο να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης. Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του, με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές, η θέση, ο προσανατολισμός και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (Α.Π. 1319/2020). Το γεγονός, όμως, ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π. 505/2024, Α.Π. 1068/2023, Α.Π. 166/2023, Α.Π 12/2023).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, αλλιώς ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 1189/2008).
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το άνω Δικαστήριο στην απόφασή του "... διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα του τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αντίδικο και τους δικαιοπαρόχους του (άμεσους, απώτερους και απώτατους) καθώς δεν καθίσταται σαφές με ποιο τρόπο έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη ότι τα εν λόγω πρόσωπα υπεισήλθαν στην κυριότητα ή/και στη νομή του επιδίκου και εν τέλει πως προκύπτει ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στον αντίδικο ... .". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάστηκε, αλλά και διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα (και όχι γενικώς) τα αντιτιθέμενα μέρη του σκεπτικού τα οποία καθιστούν τις αιτιολογίες της αποφάσεως αντιφατικές. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι η από 22.10.2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου έπασχε από ποσοτική αοριστία, υπό την έννοια ότι στο δικόγραφό της δεν εκτίθονταν όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα αναγκαία κατά νόμο, για την περιέλευση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσίβλητο. Ο άνω όμως λόγος, αναφερόμενος σε αοριστία της ένδικης αγωγής, την οποία το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ως ορισμένη, είναι απαράδεκτος, γιατί, παρά τα αντίθετα από το αναιρεσείον υποστηριζόμενα, από τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας υποβληθείσες προτάσεις του, δεν προκύπτει ότι ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής για τον ως άνω λόγο (και όχι άλλον) προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας από αυτό. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, διότι δεν τις εφάρμοσε, τις διατάξεις των άρθρων 2 περίπτωση 3 του υπ' αριθμ. 2468 διατάγματος της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 καθώς και 50 του ν. 2052/1920. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται στο σύνολό τους (ή, εν πάση περιπτώσει, κατά το ουσιώδες μέρος τους) οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για το κρίσιμο ζήτημα, παρά μόνο εν σπέρματι, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη για το Δικαστήριο τούτο η κρίση περί του ποιες είναι οι άνω παραδοχές σε αλληλουχία μεταξύ τους. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο, παρά τους ισχυρισμούς αυτού (αναιρεσείοντος) περί ποιοτικής αοριστίας της από 22.10.2009 αγωγής του αναιρεσίβλητου, λόγω μη ακριβούς περιγραφής της θέσεως του ένδικου ακινήτου σε σχέση με το μεγαλύτερο ακίνητο από το οποίο προερχόταν, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αλλά προήλθε στον έλεγχο της ουσίας της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος και τούτο διότι ναι μεν το ένδικο ακίνητο προέρχεται από τη σταδιακή κατάτμηση μεγαλύτερου ακίνητου πλην όμως, λόγω των αλλεπάλληλων κατατμήσεων, απέκτησε νέα, σαφή, όρια (ιδιωτικός δρόμος, ακίνητο Α. Π., ιδιοκτησία Μ. Β. και ακίνητο αδελφών Β.) με την αναφορά των οποίων επαρκώς και ορισμένως περιγράφεται. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.01.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Ε. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/31.01.2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ