Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1412 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1412/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Γ., συζύγου Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τάταρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1331/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/10/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 16-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1331/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε κατ'ουσία την από 4.10.2022 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την 252/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7.9.2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας (αξιώσεις από συμμετοχή σε αφανή εταιρεία) και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει το ποσό των 89.000,37 ευρώ στον αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 7.9.2020 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι, την 15.10.1999, συνέστησαν, από κοινού με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και τον Γ. Π., αφανή εταιρεία, με τον διακριτικό τίτλο "JΟΥ", με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση ενός καταστήματος, στο Πολύκαστρο Κιλκίς, το οποίο θα λειτουργούσε ως επιχείρηση "πιτσαρία - ψητοπωλείο - μπουγάτσα", σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που διαλαμβάνονται στο από 15.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπεγράφη μεταξύ τους. Ότι η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε για πέντε έτη, από 15.10.1999 έως 15.10.2004. Ότι εμφανής εταίρος και διαχειρίστρια ορίστηκε η εναγόμενη και οι υπόλοιποι ως αφανείς, το δε κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε στο ποσό των 6.000.000 δρχ., ήτοι 17.608,21 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από κοινού σε ποσοστό 1/3 από κάθε εταίρο, κατά το οποίο ορίστηκε η συμμετοχή καθενός επί της αξίας της επιχείρησης, καθώς και στα κέρδη και τις ζημίες αυτής. Ότι, δυνάμει του από 23.04.2001 συμφωνητικού, αποχώρησε ο Γ. Π. και έκτοτε μοναδικοί εταίροι απέμειναν ο ίδιος και η εναγόμενη, κατά ποσοστό 50% έκαστος. Ότι η εταιρεία λειτούργησε μέχρι την πάροδο της συμβατικής της διάρκειας, ήτοι μέχρι την 15.10.2004, οπότε και λύθηκε, χωρίς, ωστόσο, να διενεργηθεί εκκαθάριση αυτής, παρότι υπήρχε ρητή συμβατική πρόβλεψη περί διενέργειας εκκαθάρισης, σε περίπτωση λύσης της εταιρείας. Ότι, αν και ζήτησε από την εναγομένη, με την από 30.01.2008 εξώδικη δήλωσή του, να του αποδώσει εγγράφως αναλυτική κατάσταση των εσόδων - εξόδων της εταιρείας και εκείνη, απαντώντας εξωδίκως, δεν αρνήθηκε μεν, εντούτοις δεν το έπραξε, με συνέπεια να υποχρεωθεί δικαστικά να του παραδώσει τα βιβλία εσόδων - εξόδων της επιχείρησης και τα "Ζ" της ταμειακής μηχανής, δυνάμει της υπ' αριθ. 81/2013 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, κατόπιν ευδοκιμήσεως σχετικής αγωγής του, με αίτημα την επίδειξη εγγράφων. Ότι, κατόπιν αιτήσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 24/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πολυκάστρου, διορίστηκε συνεκκαθαριστής της αφανούς εταιρείας, στη θέση της εναγομένης, ο λογιστής Π. Α., εξαιτίας της αναγκαιότητας διενέργειας της εκκαθάρισης και της ύπαρξης διαφωνιών μεταξύ των διαδίκων - συνεκκαθαριστών. Ότι οι ανωτέρω (ενάγων και διορισθείς συνεκκαθαριστής) ολοκλήρωσαν την εκκαθάριση και συνυπέγραψαν την από 9.9.2015 "έκθεση ελέγχου πέρατος εκκαθαρίσεως αφανούς εταιρείας", η οποία ενσωματώνεται αυτούσια στην αγωγή. Ότι, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας, μετά την αφαίρεση των εξόδων, κατά τα έτη λειτουργίας της (1999 - 2004) ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 300.010,41 ευρώ, η δε αξία του πάγιου εξοπλισμού της, που αποκτήθηκε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 85.393,16 ευρώ. Ότι ουδέποτε του αποδόθηκαν κέρδη από τη συμμετοχή του στην εν λόγω αφανή εταιρεία, ούτε η καταβληθείσα εταιρική εισφορά του, που σωζόταν ακέραιη στα χέρια της εναγόμενης, κατά τη λύση της εταιρείας, ενώ θα πρέπει, επίσης, να του αποδοθεί το ποσοστό της αξίας της συμμετοχής του επί του πάγιου κινητού εξοπλισμού της επιχείρησης, τον οποίο έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου η εναγόμενη και η αξία του οποίου πρέπει να μειωθεί, κατά ποσοστό 10%, λόγω της φθοράς, που υπέστη από την αγορά του μέχρι την λύση της εταιρείας. Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει: α) το ποσό των 138.622 ευρώ, για τη συμμετοχή του στα κέρδη της επιχείρησης, β) το ποσό των 5.869,40 ευρώ, για την απόδοση της εταιρικής του εισφοράς και γ) το ποσό των 25.935,03 ευρώ, για τη συμμετοχή του στην δαπάνη αγοράς πάγιου εξοπλισμού της επιχείρησης, και συνολικά το ποσό των 170.426,43 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της λύσης της αφανούς εταιρείας, ήτοι την 16.10.2004, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε το ανωτέρω ποσό, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 252/2022 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την κυρία της βάση, ως ουσία βάσιμη, και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 144.659,20 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 4-10-2022 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση υπ'αριθμ.1331/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, κατά μερική παραδοχή των ενστάσεων καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και συμψηφισμού που προέβαλε παραδεκτά η εναγομένη και ακολούθως αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει, το ποσό των 89.000,37 ευρώ στον ενάγοντα, νομιμοτόκως.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως, χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση τύπου (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 535/ 2011, ΑΠ 911/2011), εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής (ΑΠ 1359/2009, ΑΠ 1324/2007, ΑΠ 1635/2006), έστω και αν αποβλέπει στην επιχείρηση δικαιοπραξιών, που υποβάλλονται κατά νόμο σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011) και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί, που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομά του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 860/2002, ΑΠ 823/2001, ΑΠ 1629/2001). Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 Ε.Ν.) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ. ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της ( ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1359/2009). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 765 επ. ΑΚ (ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 393/2006). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων.
Επομένως, μετά τη, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της αφανούς εταιρίας, μπορεί να εγερθεί απευθείας η αγωγή για διανομή της εταιρικής περιουσίας και να ζητηθεί από τον εμφανή εταίρο η επιστροφή της εισφοράς, η οποία προηγουμένως δεν μπορεί να αξιωθεί, καθώς και η ανάλογη μερίδα του από τα κέρδη, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι εταίροι να προσφύγουν στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους αντίθετη συμφωνία, ή το δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να προηγηθεί η εκκαθάρισή της, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1038/2010).
Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 1038/2010).
Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του νόμου 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86 11.4.2012) " ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση". Επομένως, εφόσον κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου (11.4.2012) οι εταιρείες στις οποίες αναφέρεται, μεταξύ των οποίων και η αφανής, τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, εφαρμόζονται οι ανωτέρω προϊσχύουσες διατάξεις του Α.Κ. και του ΕμπΝ. Eξάλλου, στο άρθρο 13 του ν.3296/2004,όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4254/2014,με τίτλο "Αντικείμενο, έννοια και προϋποθέσεις περαίωσης" ορίζεται ότι "Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, δεν ελέγχονται ως προς τα δηλούμενα εισοδήματα και ποσά Φ.Π.Α. από την άσκηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης ή του ελευθέριου επαγγέλματος και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρινείς για τα εισοδήματα και τα ποσά αυτά, επιφυλασσομένων των διατάξεων των παραγράφων 1, 7 και 8 του άρθρου 17, εφόσον δηλώνονται ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη, καθώς και τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15".Στο δε άρθρο 14 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4254/2014,με τίτλο "Υπαγόμενες και εξαιρούμενες δηλώσεις" ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου υπάγονται: α. Δηλώσεις επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, με τηρηθέντα βιβλία της κατά περίπτωση προσήκουσας κατηγορίας του Κ.Β.Σ., που αφορούν διαχειριστικές περιόδους με ύψος ακαθάριστων εσόδων βάσει βιβλίων και στοιχείων κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα από τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών είναι κατώτερα ή ίσα των εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ....".Επίσης, σύμφωνα με την παρ.7 του άρθρου 9 του ν.3259/2004, με την οποία ορίζεται η διαδικασία περαίωσης "Ο επιτηδευματίας φυσικό πρόσωπο του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου που επιθυμεί να περαιώσει τις ανέλεγκτες υποθέσεις του προσέρχεται το αργότερο μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κατάθεση του παρόντος νόμου στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ όπου βρίσκεται το Μηχανογραφημένο Εκκαθαριστικό Σημείωμα που τον αφορά και ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.
Προκειμένου για επιτηδευματία μη φυσικό πρόσωπο του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων του μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε μέλος ή εταίρο ή διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου του κατά περίπτωση, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. Σε αυτήν την περίπτωση το μέλος ή ο εταίρος ή ο διευθύνων ή ο εντεταλμένος σύμβουλος ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αναλαμβάνει και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατά τον παρόντα νόμο περαίωση των υποθέσεων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την εξάλειψη των συναφών υποχρεώσεων των άλλων συνυποχρέων".
Περαιτέρω, οι διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας εξυπηρετούν τους οικείους ειδικούς σκοπούς, γι' αυτό και η παραβίασή τους επισύρει μόνον τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές κυρώσεις. Η παραβίαση φορολογικών νόμων δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης με βάση τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι αφορούν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, αντίστοιχα, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων (ΑΠ 868/2018). Η παραβίαση φορολογικών νόμων μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης μόνο αν συνδέεται με παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ή με ανεπαρκή αιτιολόγηση της απόφασης σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου (πρβλ.ΑΠ 1637/2022). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 παρ.1 περ.α, εδ.αα'ν.3296/2004 και του άρθρου 9 παρ.7 ν.3259/2004, κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας), που επαναφέρθηκε με τους δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως, για την βασιμότητα ή μη της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για απόδοση της συμμετοχής του στα κέρδη της αφανούς εταιρίας τουλάχιστον για τις χρήσεις 2003 και 2004, όπως αυτά υπολογίστηκαν εξωλογιστικώς για πρώτη φορά κατά τη διενέργεια της εκκαθάρισης και αποτυπώθηκαν στην από 9-9-2015 έκθεση ελέγχου πέρατος εκκαθάρισης. Ο λόγος αυτός, είναι, προεχόντως απαράδεκτος, αφού πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε συνδέονται, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, με παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ενώ σε κάθε περίπτωση υπό την επίκλησή τους η αναιρεσείουσα ουσιαστικά πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, για τον προσδιορισμό της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στα κέρδη της αφανούς εταιρείας των χρήσεων των ετών 2003 και 2004.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006). Περαιτέρω, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 999/2019).
Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος, δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 536/2017, ΑΠ 1799/2006, ΑΠ 764/2001).
Με τον δεύτερο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 478 ΑΚ ως προς το από 1-10-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεχόμενο εσφαλμένα, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η σύμβαση ελευθερώσεως που συνήφθη με το ανωτέρω συμφωνητικό δεν αφορούσε όλα τα χρέη που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα επ ονόματί της για την κατασκευή και λειτουργία της επιχείρησης της καφετέριας και της αφανούς εταιρείας και ότι συνεπώς δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος η αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για συμμετοχή του στα κέρδη της αφανούς εταιρίας για τη χρήση των ετών 1999-2003,απορρίπτοντας την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το σκέλος αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη-αναιρεσείουσα με τις από 17-12-2020 πρωτόδικες προτάσεις της προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία είχε κατά λέξη ως εξής: "Από τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω, χρησιμοποιήθηκα ως παρένθετο πρόσωπο στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του συζύγου μου, του Γ. Π. και του αντιδίκου. Ο αντίδικος ο οποίος γνώριζε, συνέπραξε, συναίνεσε και αποδέχθηκε εγγράφως ότι οι οφειλές που δημιουργήθηκαν σε βάρος μου για την αιτία αυτή θα καλύπτονταν αποκλειστικά από τα κέρδη της επιχείρησης του ψητοπωλείου και ήταν υπόχρεος ατομικά να καλύψει κάθε δαπάνη και υποχρέωση που με βάρυνε, δεν συνέβαλε στην αποπληρωμή των χρεών, απομακρύνθηκε από την επιχείρηση τον Ιανουάριο του 2004 εν μέσω της κορύφωσης των οικονομικών υποχρεώσεων σε βάρος μου και όταν αντιλήφθηκε ότι εγώ και ο σύζυγός μου με την υποστήριξη της κοινωνίας του Πολυκάστρου την συμπαράσταση και την στήριξη των προμηθευτών λόγω της εκτίμησης στο πρόσωπό μου και του συζύγου μου σε αντίθεση με την επιχείρηση που άνοιξε στο Κιλκίς την οποία μετά βίας λειτούργησε μόλις δύο χρόνια άρχισε να εκβιάζει περί δήθεν κερδών ενώ γνώριζε ότι μέχρι το 2009 όφειλα ακόμη σε τράπεζες, προμηθευτές και τρίτους από την εταιρική μας σχέση. Επίσης με ανακριβή στοιχεία (εξωλογιστικό προσδιορισμό - μη εμφάνιση πραγματικής οικονομικής κατάστασης) και δολίως αποσιωπηθέντα πραγματικά στοιχεία (πλειστηριασμός παγίων) εμφανίζει αναξιόπιστη εκκαθάριση με δήθεν κέρδη ενώ γνωρίζει την πραγματική οικονομική κατάσταση της αφανούς εταιρείας κατά τη λήξη της διαρκείας της. Επειδή ο αντίδικος δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο η δικαστική επιδίωξη από μέρους μου εναντίον του για την συμμετοχή του κατά τον λόγο της μερίδας του στην ζημία της εταιρείας θα ήταν ανεδαφική. Η αγωγή του αντιδίκου πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό ως καταχρηστικά ασκηθείσα". Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος επαναφέρθηκε με τον τέταρτο λόγο εφέσεως της εναγομένης, ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η τελευταία για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων γνώριζε, συνέπραξε, συναίνεσε και αποδέχθηκε εγγράφως ότι οι οφειλές που δημιουργήθηκαν σε βάρος της εναγομένης για την παραπάνω αιτία θα καλύπτονταν αποκλειστικά από τα κέρδη της επιχείρησης του ψητοπωλείου και ήταν υπόχρεος ατομικά να καλύψει κάθε δαπάνη και υποχρέωση που βάρυνε την τελευταία, καθώς και ο ισχυρισμός ότι αυτός(ενάγων) εμφανίζει αναξιόπιστη εκκαθάριση με δήθεν κέρδη ενώ γνωρίζει την πραγματική οικονομική κατάσταση της αφανούς εταιρείας κατά τη λήξη της διαρκείας της, συνιστά επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματός του (ενάγοντος) για συμμετοχή στα κέρδη της αφανούς εταιρείας και ενδεχομένως θα μπορούσε να θεμελιώσει άρνηση της αγωγής εφόσον με τους ως άνω ισχυρισμούς η εναγόμενη αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το αγωγικό δικαίωμα του ίδιου, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, η οποία προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, και συναφή τέταρτο λόγο εφέσεως, αναφορικά με τα κέρδη των ετών 1999-2003, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του, εφόσον κρίθηκε ως μη νόμιμος, οπότε δεν μπορεί να ελεγχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 478 του ίδιου Κώδικα, ούτε των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή του ως άνω κανόνος δικαίου. 4. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ'εκτίμηση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.13),της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 440 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απέρριψε με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές, αιτιολογίες, την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε η εναγομένη πρωτοδίκως και επανέφερε με τον έκτο λόγο εφέσεώς της, για ανταπαίτησή της ποσού 37.790 ευρώ, που αφορά οφειλή έναντι προμηθευτών της αφανούς εταιρίας, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν συνυπολογίστηκαν από τους εκκαθαριστές οι επίμαχες οφειλές της αφανούς εταιρείας κατά το χρόνο λύσης της ποσού 113.370,01 ευρώ έναντι των προμηθευτών της, παρότι στην από 9-9-2015 έκθεση ελέγχου πέρατος εκκαθαρίσεως αφανούς εταιρείας αναφέρεται ρητά ότι δεν υπήρχαν καταχωρημένες στα βιβλία της εταιρείας ανεξόφλητες οφειλές προς προμηθευτές. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η ανωτέρω επικαλούμενη ανταπαίτηση της εναγομένης δεν αποδείχθηκε ότι δεν λήφθηκε υπόψη κατά την εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας και ότι δεν συμπεριλήφθηκε στο πόρισμα της έκθεσης ώστε να διατηρεί η εναγομένη ανταπαίτηση σε βάρος του ενάγοντος για το ανωτέρω ποσό, την οποία κρίση του δικαστηρίου η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς της ισχυρισμούς.
5. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 16-10-2023 αίτηση αναίρεσης της 1331/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει συνολικά σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης