ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1414/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1414/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1414/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1414 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1414/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο του Κέντρου ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κυριακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του συνδίκου πτώχευσης της Εταιρείας με την επωνυμία "Η. Π. Π. Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Η. Π. Α.Ε.", ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2018 ανακοπή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 810/2020 μη οριστική και 170/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2339/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1020/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Ζ., και τις κάτω απ' αυτήν, από 28-11-2023 απόδειξη παραλαβής εγγράφου της αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων Ε. Τ. και από 29-11-2023 βεβαίωση παραλαβής της υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Παγκρατίου, Δ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ΑΑΔΕ, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της από 11-10-2023 αίτησης αναίρεσης, κατά της 2339/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-1-2025), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δικηγόρο Αθηνών Ε. Σ., για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον τελευταίο, με θυροκόλληση, στην κατοικία του. Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του δευτέρου αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (αρθρ. 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2.Με την κρινόμενη, από 11-10-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 2339/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 24-5-2021 έφεση της αναιρεσείουσας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αριθμό 170/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Το τελευταίο Δικαστήριο, με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εισαχθείσες ενώπιόν του, με την από 10.12.2018 κλήση - ανακοπή του πρώτου αναιρεσίβλητου, από 28-11-2018 αντιρρήσεις του (πρώτου αναιρεσιβλήτου) κατά του από 12-10-2010 λογαριασμού (πίνακα) διανομής πτωχευτικής περιουσίας, της πτωχεύσασας εταιρίας με την επωνυμία, "Η. Π. Π. Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που συνέταξε ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, ως σύνδικος της πτώχευσης. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του οριζόμενου στο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του από 26.6/10-7-1944 του κ.δ/τος, ''περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου''.

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3.Κατά το άρθρο 580 ΕμπΝ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 του ν. 3588/2007, ''πτωχευτικός Κώδικας'' και εν προκειμένω εφαρμόζεται, αφού η διαδικασία της επίδικης πτωχευτικής υπόθεσης άρχισε πριν την κατάργηση της ισχύος του, την 16-9-2007 (άρθρα 180, 182 παρ. 1 του νόμου τούτου, βλ.και ΑΠ 1300/2023), τα από τους συνδίκους ή από άλλους για λογαριασμό της πτωχεύσεως έχοντα κατατεθεί χρήματα αναλαμβάνονται μόνο με άδεια του Εισηγητή. Ο Εισηγητής μπορεί να διατάξει ώστε τα χρήματα να αποδοθούν στους πιστωτές της πτώχευσης, με βάση το λογαριασμό διανομής, που έχει συνταχθεί από τους συνδίκους και έχει κηρυχθεί εκτελεστός. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός διανομής δεν συνιστά πίνακα κατάταξης απαιτήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθοριζόμενη τάξη (άρθρα 975 επ. και 1007 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 579, 581, 648 επ. και 660 επ. ΕμπΝ), αφού προηγουμένως είχαν εξελεγχθεί κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης ή, επί απαιτήσεων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 62 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 290/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 660 ΕμπΝ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πτωχευτική διαδικασία, που άρχισε πριν την ισχύ του άνω ν. 3588/2007, η οποία εφαρμόζεται και επί ακινήτων, "Τα εκ των κινητών του πτωχεύσαντος χρήματα, αφαιρουμένων των δικαστικών και των χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως εξόδων και καταβολών .... διανέμονται μεταξύ απάντων των πιστωτών ...". Ο κατά τα ανωτέρω συντασσόμενος λογαριασμός διανομής αποτελεί απλώς λογιστική πράξη, για την αρτιότητα της οποίας, αρκεί απλώς να αναφέρεται το διανεμητέο ενεργητικό της πτώχευσης και το σύνολο των εξελεγχθεισών απαιτήσεων κάθε πιστωτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι απαιτήσεις αυτές, ως προς το είδος και το χρόνο γέννησής τους, στους αμφισβητούντες δε απόκειται να ισχυριστούν με τις αντιρρήσεις τους και να αποδείξουν ότι ο λογαριασμός περιέχει νομικά ή λογιστικά σφάλματα. Ακολούθως, από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 542, 555, 591 και 647 ΕμπΝ, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πτωχευτική διαδικασία, που άρχισε πριν την ισχύ του άνω ν. 3588/2007, προκύπτει, ότι αν αναφανούν διενέξεις ως προς την τάξη της διανομής, τότε οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως, ο οποίος μάλιστα, δυνάμενος να αποφασίσει επί της ουσίας προσωρινά, παραπέμπει οπωσδήποτε την υπόθεση, για οριστική επί της ουσίας λύση, στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε τρεις ημέρες, συντάσσοντας αντίστοιχη έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης. Στη συνέχεια, εισάγονται στο αρμόδιο δικαστήριο για κρίση και απόφαση με κλήση, αφού με την τελευταία κληθούν και οι δανειστές, των οποίων προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις η κατάταξή τους στον λογαριασμό διανομής. Για το παραδεκτό των αντιρρήσεων πρέπει να εκτίθενται, με σαφήνεια και επάρκεια, τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν την επιδιωκόμενη μεταβολή στη σειρά κατατάξεως και να προκύπτουν από αυτά οι προηγούμενοι στην κατάταξη δανειστές, την θέση των οποίων θέλει να καταλάβει εκείνος που ασκεί τις αντιρρήσεις, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν όλοι οι εν λόγω δανειστές, κλήθηκαν στο αρμόδιο δικαστήριο. Η δίκη που ανοίγει με τις ανωτέρω αντιρρήσεις έχει ως αντικείμενο το κατά πόσο ο σύνδικος συνέταξε ή όχι ορθά τον προσβαλλόμενο λογαριασμό, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας της επαλήθευσης και επιτελώντας το από τις γενικές διατάξεις του πτωxευτικού δικαίου απορρέον καθήκον του, της επιδίωξης με συλλογική οργάνωση των πιστωτών, ικανοποίησης αυτών ύστερα από την τήρηση της αρχής της (σχετικής) ισότητας αυτών (ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 60/1997, ΑΠ 1124/1994).

Επομένως, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, καταρτίζει το ίδιο ορθά τον λογαριασμό διανομής κατά τρόπο που να μην υποστούν βλάβη από αυτήν την κατάρτιση οι πιστωτές, οι οποίοι δεν κλήθηκαν στη δίκη. Στην περίπτωση, κατά την οποία ο λογαριασμός του συνδίκου δεν συμπίπτει προς εκείνον του δικαστηρίου και βλάπτει τον ασκούντα τις αντιρρήσεις, το δικαστήριο δέχεται τις αντιρρήσεις και μεταρρυθμίζει τον προσβαλλόμενο λογαριασμό του συνδίκου, έτσι ώστε ο λογαριασμός αυτός να συμπίπτει πλέον προς εκείνον που το δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, έχει καταρτίσει (ΑΠ 263/2019, ΑΠ1611/2018, ΑΠ167/2005, ΑΠ 290/2000).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της ένδικης πτώχευσης (1998), στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται, εκτός των άλλων και οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες υπάγονται και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ενώ στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται "οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου η από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο". Επίσης, στο πλαίσιο της πτώχευσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 5 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 41 παρ. 10 και 11 Ν. 2648/1998, σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του, που κηρύχθηκε μετά τις 22.10.1998, όπως εν προκειμένω, το Δημόσιο κατατάσσεται με γενικό προνόμιο, και συγκεκριμένα, στην προνομιακή σειρά του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 61 ΚΕΔΕ, δηλαδή στην πέμπτη σειρά των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, για όλες τις απαιτήσεις του, που γεννήθηκαν, ή ανάγονται, σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. Ακολούθως, με το άρθρο 33 παρ. 2 του Ν. 4141/2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με το οποίο "Κατ' εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από ΦΠΑ, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ' αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 του ΚΠολΔ". Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι με την ως άνω νομοθετική ρύθμιση προβλέφθηκε, ειδικά για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από ΦΠΑ, η αναβάθμιση της προνομιακής κατάταξης του Δημοσίου (υπερπρονόμιο Δημοσίου) στη δεύτερη σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ (γενικά προνόμια), και η ικανοποίηση αυτών πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 (ειδικά προνόμια), κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στο άρθρο 977 παρ. 1 ΚΠολΔ (συρροή γενικών και ειδικών προνομίων), ενώ οι λοιπές ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του εξακολουθούν να ικανοποιούνται στην πέμπτη σειρά. Η ισχύς δε της ανωτέρω διάταξης άρχισε από την 5.4.2013 (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης κατ' άρθρ. 48 αυτού). Ήδη, με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 404 παρ. 13 Ν. 4512/2018, η οποία εφαρμόζεται μόνο σε διαδικασίες που αρχίζουν από 9.8.2015, νοούμενης ως έναρξης διαδικασίας της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης (άρθρο 405 παρ. 4 εδ. β` Ν. 4512/2018), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του, το Δημόσιο κατατάσσεται, σύμφωνα με τα άρθρα 154 έως 160 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153), για όλες τις απαιτήσεις του που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους", με συνέπεια την υποβάθμιση του προνομίου του Δημοσίου για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από ΦΠΑ, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, κατατάσσονταν στη δεύτερη σειρά των γενικών προνομίων. Ακόμη, κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, σε περίπτωση συρροής γενικών και ειδικών προνομίων, η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, οι οποίες (απαιτήσεις) κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ (ΑΠ 1625/2008, ΑΠ 613/2001). Στη συνέχεια, όμως, με την τροποποίηση του άρθρου 977 του ΚΠολΔ με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, υιοθετήθηκε λύση, με την οποία εναρμονίστηκε και ο Πτωχευτικός Κώδικας, με την τροποποίηση του άρθρου 156 τούτου ("συρροή προνομίων") με τους νόμους 4336/2015 και 4446/2015, σύμφωνα με την οποία υποβαθμίζεται το ανωτέρω προνόμιο των εργαζομένων ως προς την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους από την παροχή εξαρτημένης εργασίας επί του πλειστηριάσματος στις διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και στις πτωχεύσεις. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 156 του ΠτΚ (όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 19 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 14 του ν. 4446/2016), ορίζεται ότι αν, εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 154 (γενικά προνόμια), υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 155 (ειδικά προνόμια) καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε, μετά την ολοσχερή ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 154α οι απαιτήσεις του άρθρου 155 ικανοποιούνται έως το 65%, οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 (μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, που κατατάσσονται πλέον στην τέταρτη θέση των γενικών προνομίων) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις στο 10% του ποσού του προϊόντος της πτωχευτικής εκποίησης που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Επίσης, η διάταξη του άρθρου 154 ΠτΚ (γενικά προνόμια) τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 υποπαρ. Γ.3 παρ. 18 του Ν. 4336/2015, οριζόμενου πλέον ότι "Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας..., οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά: α) .., β) .., γ) ..., δ) Οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας..., εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης... Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές....". Οι κατά τα ανωτέρω τροποποιηθείσες διατάξεις του ΠτΚ, όμως, τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 υποπαρ. Γ.3 παρ. 23 του Ν. 4336/2015, όπως αυτό τροποποιήθηκε εκ νέου δυνάμει του άρθρου 66 παρ. 1 Ν. 4356/2015 (που αφορά το άρθρο 154 ΠτΚ) και σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 4446/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 περ. β` του Ν. 4491/2017 (που αφορά το άρθρο 156 ΠτΚ) επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4336/2015, δηλαδή επί αιτήσεων πτώχευσης που κατατέθηκαν μετά την 19.8.2015.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 4715/2020 με τίτλο ""Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις": "Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις: α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α` 94), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 της παρ. 2 του ν. 4446/2016 και β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α` 87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. Για την κατάταξη των πιστωτών στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψιν το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης...". Επομένως, τα ζητήματα της ύπαρξης, έκτασης και σύγκρουσης των προνομίων των πιστωτών, καθώς και της κατάταξης των τελευταίων στην πτωχευτική διαδικασία που άρχισε πριν την 19.8.2015, ρυθμίζονται από το προϊσχύσαν του Ν. 4336/2015 δίκαιο και συγκεκριμένα λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης (ΑΠ 41/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Τέλος, στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και στο πτωχευτικό δίκαιο συναντώνται διατάξεις που φέρουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί προνομίων διατάξεις των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ και 560 ΕμπΝ, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 41/2025, ΑΠ 418/2022, ΑΠ 370/2014).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 2630/24.12.1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Η. Π. Π. Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προσέτι δε, με την υπ' αριθμ. 41/2001 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου διορίστηκε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος. Επειδή δεν επιτεύχθηκε πτωχευτικός συμβιβασμός, ακολούθησε το στάδιο της ένωσης των πιστωτών και δυνάμει της .../2007 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, ο ανωτέρω ορίστηκε ως σύνδικος της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης. Από την εκποίηση του ακινήτου της πτωχής, δυνάμει της 169/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις διατυπώσεις του εκούσιου πλειστηριασμού, επιτεύχθηκε τίμημα 280.000€ και συνετάγη η αριθμ. .../2018 κατακυρωτική έκθεση του Εισηγητή της πτώχευσης και ακολούθως την 30.10.2018 συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../2018 συμβόλαιο πώλησης - μεταβίβασης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Φ. Έτσι τα προς διανομή χρήματα της πτώχευσης ανήλθαν σε 280.000€ και ο σύνδικος στη συνέχεια συνέταξε τον από 5.11.2018 Λογαριασμό Διανομής Χρημάτων, ο οποίος κηρύχθηκε εκτελεστός με την υπ' αριθμ. ....2018 Πράξη του Εισηγητή Πτωχεύσεων, μετά της με αριθμό .../2018 Έκθεσης του ιδίου Εισηγητή, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε χρόνος για τη διανομή του πλειστηριάσματος η 18η Δεκεμβρίου 2018. Σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. ....2018 έγγραφο του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., στην πτώχευση αναγγέλθηκε το εκπροσωπούμενο από την αναιρεσείουσα Ελληνικό Δημόσιο, αρχικά με τις με αρ. ειδ. Βιβλίου .../1999, .../1999, .../2002, .../2003, .../2017 αναγγελίες του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών και στη συνέχεια με τη με αρ. ειδ. βιβλίου .../2018 και αρ. πρωτ. ...-2018 επικαιροποιημένη αναγγελία του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, νομότυπα και εμπρόθεσμα στο σύνδικο της πτώχευσης και στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για ληξιπρόθεσμες και προνομιακές απαιτήσεις του, κατ' άρθρο 61 και 62 ΚΕΔΕ, συνολικού ποσού 1.002.180, 74€ (κεφάλαιο 333.161, 55€ πλέον προσαυξήσεων 669.019, 19€) και για προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι την τελεσιδικία του λογαριασμού διανομής. Ειδικότερα, εκ των χρεών αυτών, το με αρ. ταμειακής βεβαίωσης (ΑΤΒ) 1656/28.02.2001 χρέος (κεφάλαιο 97.620, 31€ + 146, 74€ πλέον προσαυξήσεων 197.583, 50€ + 297, 00€) αφορά πρόστιμο ΦΠΑ και το με αρ. ταμειακής βεβαίωσης (ΑΤΒ) 1657/28.02.2001 (κεφάλαιο 97620, 30€ πλέον προσαυξήσεων 195.240, 60€) αφορά χρέος από ΦΠΑ (οριστική βεβαίωση), ενώ τα υπόλοιπα χρέη αφορούν εισόδημα, υπεραξία ακινήτων, τέλη κυκλοφορίας, υπεραξία αυτοκινήτου, πρόστιμο Κ.Β.Σ., δικαστικά έξοδα, έξοδα ΕΔΕ, πρόστιμο ν. 820/78 & πρόστιμο πολεοδομίας. Όλα δε τα ανωτέρω χρέη από φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) της πτωχής εταιρείας είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και γεννήθηκαν σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως βεβαίωσής τους. Ο σύνδικος της πτώχευσης συνέταξε τον από 5.11.2018 πίνακα διανομής δια του οποίου, αφού προαφαίρεσε ως έξοδα διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, το ποσό των 80.028, 62€, στο υπόλοιπο διανεμητέο ποσό των 199.971, 38€ κατέταξε προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο, ως γενικό προνομιούχο δανειστή, κατ' άρθρο 61 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε με το άρθρο 33 παρ. 2 του ν. 4141/2013, σε μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του από φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), οι οποίες, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις τους, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 588.508, 45€, αποκλεισμένων από τη διανομή των λοιπών πτωχευτικών πιστωτών λόγω εξαντλήσεως στο σύνολό του, του εισπραχθέντος από την εκποίηση του πτωχευτικού ακινήτου τιμήματος. Κατά του πίνακα διανομής ο ανακόπτων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή της Πτώχευσης, κατ' άρθρο 555 του ΕμπΝ, τις με αριθμό κατάθεσης 2805/2018 αντιρρήσεις του, ζητώντας τη μεταρρύθμιση του πίνακα διανομής, προκειμένου να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο [Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ)] από το ποσό των 199.971, 38€ και να καταταγεί προνομιακά η αναγγελθείσα απαίτησή του, ποσού 119.273, 20€, από παροχή εξαρτημένης εργασίας (δικηγορικές αμοιβές), εξοπλισμένη με προνόμιο τρίτης τάξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ, άλλως επικουρικά να διαταχθεί η σύμμετρη κατάταξη της εν λόγω απαίτησης του Δημοσίου με την απαίτησή του. Οι ως άνω αντιρρήσεις εισήχθησαν προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) δια της από 10.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 121216/1535/2018 κλήσης - ανακοπής του πρώτου αναιρεσίβλητου. Επ' αυτής εκδόθηκε η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό 810/2020, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ανακοπής. Με την από 11-06-2020 κλήση - ανακοπή που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου: 35448/389/2020), εισήχθησαν εκ νέου προς συζήτηση οι αντιρρήσεις του κατά του από 05-11-2018 λογαριασμού διανομής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την οριστική απόφαση, με αριθμό 170/2021, έκανε δεκτό τον τέταρτο λόγο ανακοπής με τον οποίο προβλήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ότι η διανομή του εκπλειστηριάσματος θα πρέπει να λάβει χώρα με βάση της διάταξη του άρθρου 154 του ΠτΚ (ν. 3588/2007), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, η οποία προβλέπει την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων από παροχή εξηρτημένης εργασίας και του Δημοσίου από ΦΠΑ στην ίδια τάξη ή ομοίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ανακόπτων- πρώτος αναιρεσίβλητος έπρεπε να καταταγεί στην τέταρτη τάξη των προνομίων του άρθρου 154 του ΠτΚ, όπως ισχύει σήμερα, για το ποσό των 33.698, 57 ευρώ, μαζί με το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έπρεπε να καταταγεί για το ποσό των 166.272, 81 ευρώ και για το λόγο αυτό μεταρρύθμισε μερικώς τον από 05-11-2018 λογαριασμό διανομής και απέβαλε εν μέρει το Ελληνικό Δημόσιο από το λογαριασμό διανομής, για το ως άνω ποσό των 33.698, 57€ και κατέταξε σε αυτό τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η από 24-5-2021 έφεση της αναιρεσείουσας ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη κατά του ανακόπτοντος, πρώτου αναιρεσίβλητου και του συνδίκου της πτώχευσης, δεύτερου αναιρεσίβλητου. Με την εν λόγω έφεση η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατατάσσοντας τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην τέταρτη τάξη του άρθρου 154 περ. δ' του ΠτΚ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 18 υποπαρ. Γ.3 του ν. 4336/2015, ενώ, για την κρινόμενη πτώχευση που προϋφίσταται των ν. 4335/2015, 4336/2015 & 4512/2018, έπρεπε να δεχθεί ότι το προνόμιο κατάταξης των απαιτήσεων του Δημοσίου παραμένει άθικτο καθόσον εφαρμόζεται το προϊσχύον δίκαιο έστω και αν ο προσβαλλόμενος πίνακας διανομής συντάχθηκε μετά την 19/8/2015, ήτοι έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013 περί προνομιακής κατάταξης των εκ ΦΠΑ απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου στη δεύτερη τάξη προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015 και επομένως ο σύνδικος της πτώχευσης νομίμως και ορθώς κατέταξε προνομιακά και οριστικά τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου από ΦΠΑ στη δεύτερη τάξη των γενικών προνομίων σε όλο το διανεμητέο ποσό των 199.971,38€. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Εφετείου, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με αριθμό 2339/2023, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, δεχόμενη, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι: "...
Εν προκειμένω, από την εκτίμηση του μοναδικού λόγου έφεσης που προβάλλει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αυτό παραπονείται ότι κακώς για την κατάταξή του στον από 05-11-2018 πίνακα διανομής της πτωχευτικής περιουσίας της εταιρείας με την επωνυμία "Η. Π. Π. Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που συνέταξε ο δεύτερος εφεσίβλητος εφαρμόστηκε το άρθρο 154 ΠτΚ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα διανομής, μετά τη τροποποίηση της με τη παρ. 18 υποπαρ. Γ.3 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), αντί του άρθρου 61 παρ.1 ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε μετά τη τροποποίηση της με το άρθρο 33 παρ. 2 ν. 4141/2013, και αυτή του άρθρου 154 ΠτΚ πριν την τροποποίησή της με το Ν. 4336/2015. Ο λόγος αυτός της ανακοπής τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο των προνομίων τυγχάνει, ελλείψει σχετικής αντίθετης διαχρονικού δικαίου πρόβλεψης, αυτό που ισχύει κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα διανομής. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 61 παρ.1 ΚΕΔΕ, περί προνομιακής κατάταξης των εκ ΦΠΑ απαιτήσεων του ανακόπτοντος, διότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα διανομής (05-11-2018) ίσχυε η διάταξη του άρθρου 154 περ. 5' του ΠτΚ, που όριζε την κατάταξη των εν λόγω απαιτήσεων του ανακόπτοντος και των λοιπών τελικώς καταταγέντων πιστωτών της πτωχής στην τέταρτη τάξη προνομίων. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε σε και ερμήνευσε το νόμο, ο δε ερευνώμενος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.". Η κρίση, όμως, αυτή του Εφετείου, είναι εσφαλμένη. Τούτο δε, διότι, με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 4715/2020, τα ζητήματα της ύπαρξης, έκτασης και σύγκρουσης των προνομίων των πιστωτών, καθώς και της κατάταξης των τελευταίων στην πτωχευτική διαδικασία που άρχισε πριν την 19.8.2015 (όπως στην προκειμένη περίπτωση), ρυθμίζονται από το προϊσχύσαν του Ν. 4336/2015 δίκαιο και συγκεκριμένα λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης, δηλαδή, εν προκειμένω, οι διατάξεις των άρθρων 660 του ΕμπΝ και 61 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει αναγγελθεί για απαιτήσεις του, λόγω οφειλομένου Φ.Π.Α., δεν προηγείται των εργατικών απαιτήσεων, στην προκειμένη πτώχευση, διότι το υπέρ αυτού προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 2 ΚΠολΔ επιβλήθηκε με το ν. 4141/2013 αρθρ. 33 μετά δηλ. την κήρυξη της πτώχευσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε τους ισχυρισμούς και την έφεση της εκπροσωπούσας το Ελληνικό Δημόσιο αναιρεσείουσας, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και της έφεσής της, με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Επομένως, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 11-10-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2339/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

- Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή