ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1415/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1415/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1415/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1415 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1415/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Ε. του Ν., 2) Ν. Ε. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πουλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1α) Κ. Γ. του Ρ., 1β) Γ. Γ. του Ρ., 1γ) Α. Γ. του Ρ., κατοίκων ..., απάντων ανηλίκων τέκνων του Ρ. Γ. του Γ. και της Α. Γ. του Α., νομίμως εκπροσωπουμένων από τους συνασκούντες την γονική μέριμνα γονείς τους, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Γ. Γ. του Ρ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ρήγα Γιοβανόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Π. Μ. του Χ., 3) Χ. Π. του Κ., κατοίκων ..., 4) Σ. Σ. του Π., χήρας Δ. Χ., ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της 4α) Χ. Χ. του Δ., 4β) Ε. Χ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Δ. Χ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Μωυσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Αφροδίτη Βασιλείου και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, Ρήγας Γιοβανόπουλος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 1α και 1β αναιρεσείοντες, Κ. Γ. του Ρ. και Γ. Γ. του Ρ. αντίστοιχα, ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν ατομικά την παρούσα δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/11/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι παραστάντες στο ακροατήριο πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 372/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 107/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά άρθρο 340, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1397/2024, ΑΠ 1378/2021, ΑΠ 232/2018).

Τέλος, το δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε τι που βεβαιώνεται σ' αυτό (δηλ. για τα γενόμενα υπό του συντάξαντος αυτό δημοσίου υπαλλήλου-λειτουργού ή προσώπου ασκούντος δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία ή ενώπιόν του και βεβαιούμενα σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος), ενώ για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ το δημόσιο έγγραφο λογίζεται ισοδύναμο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 131/2017, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στις με αριθμούς ....2009 και ....2009 συμβολαιογραφικές πράξεις του συμβολαιογράφου Δράμας Μ. Δ., όπου στην μεν πρώτη από αυτές αναφέρεται ότι "τα κατά περίπτωση χρηματικά ποσά του τιμήματος αγοράς των εταιρικών μεριδίων καταβλήθηκαν στον πωλητή από τους συμβαλλόμενους αγοραστές αντίστοιχα, εξ ολοκλήρου μετρητοίς προηγουμένως και πριν την υπογραφή του παρόντος όπως μου εδήλωσαν" και στη δεύτερη ότι "Στη συνέχεια, οι εξερχόμενοι της εταιρίας, Ν. Ε. του Θ. και Ο. Ε. του Θ., δήλωσαν ότι καμμία απαίτηση ή αξίωση έχουν ή διατηρούν τόσο κατά της ως άνω εταιρίας όσο και κατά των εταίρων από οποιαδήποτε αιτία", καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το τίμημα της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων καταβλήθηκε στο ακέραιο και προσηκόντως σε μετρητά προ της υπογραφής της πράξης και εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου, κατά τα συμφωνηθέντα, από τους αγοραστές στους πωλητές. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: <<...Το τίμημα που κλήθηκε να καταβάλει στον Θ. Ε. ο καθένας των εναγομένων για την αγορά των εταιρικών μεριδίων απ' αυτόν, ήταν: α) ο Γ. Γ., το συνολικό ποσό των 52.530 ευρώ για την απόκτηση συνολικά 1.751 εταιρικών μεριδίων, β) ο Π. Μ., το συνολικό ποσό των 132.870 ευρώ για την απόκτηση συνολικά 4.429 εταιρικών μεριδίων, γ) ο Χ. Π., το συνολικό ποσό των 129.780 ευρώ για την απόκτηση συνολικά 4.326 εταιρικών μεριδίων και δ) ο Δ. Χ., το συνολικό ποσό των 132.870 ευρώ για την απόκτηση συνολικά 4.429 εταιρικών μεριδίων, ενώ ο Γ. Γ., για την απόκτηση από τον Ν. Ε. 206 εταιρικών μεριδίων, του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.180 ευρώ, για δε την απόκτηση από την Ο. Ε. 824 εταιρικών μεριδίων, της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 24.720 ευρώ και για την απόκτηση από τον Γ. Π. 1.545 εταιρικών μεριδίων, του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 46.350 ευρώ. Αποδείχθηκε ότι παρά την πρόταση των εναγομένων να καταβάλουν το τίμημα της πώλησης σε ατομικούς λογαριασμούς των πωλητών ή να εκδοθούν τραπεζικές επιταγές σε διαταγή κάθε πωλητή, ο ενάγων Θ. Ε. απαίτησε τα χρήματα του τιμήματος της πώλησης των εταιρικών μεριδίων της ΕΠΕ να καταβληθούν σε μετρητά. Στις 04-5-2009, πριν τη συνάντηση στο συμβολαιογραφικό γραφείο για την υπογραφή της ως άνω μεταβίβασης λόγω πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων της παραπάνω ΕΠΕ, έχοντας καθένας από τους εναγομένους τα μετρητά, προσήλθαν στο Δράμα και επί της οδού ... οικοδομής ευρισκόμενο υποκατάστημα της τράπεζας "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." (στην ίδια οικοδομή που βρίσκονταν η έδρα της ΕΠΕ) και προέβησαν σε καταμέτρηση των χρημάτων στα ηλεκτρονικά μηχανήματα της τράπεζας, επιμερίζοντάς τα σε δεσμίδες ανά υποδιαίρεση χαρτονομίσματος, με υπογραφή κάθε δεσμίδας από τον ταμία. Έπειτα όλοι οι εναγόμενοι ανέβηκαν στα γραφεία της έδρας της ΕΠΕ, όπου λίγο αργότερα προσήλθε ο Θ. Ε. και τα δύο τέκνα του. Τότε δόθηκαν τα χρήματα του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς των μεριδίων σ' αυτούς (ενάγοντες) από τον καθένα από τους εναγομένους, ενώ ο Γ. Π. προσήλθε στην έδρα της εταιρίας τελευταίος, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, λαμβάνοντας από τον Γ. Γ. τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στα πωληθέντα απ' αυτόν εταιρικά μερίδια. Μετά ταύτα, οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι, ο Γ. Π. μετέβησαν στο γραφείο του συμβολαιογράφου Δράμας, Μ. Δ., το οποίο βρίσκεται σε παρακείμενη οικοδομή της οικοδομής, όπου βρισκόταν η έδρα της ΕΠΕ (στην οδό ...) και με την παρουσία των δικηγόρων τους, συντάχθηκε και υπογράφηκε από τους συμβαλλόμενους η προαναφερόμενη αριθμ. ...-2009 πράξη μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ του συμβολαιογράφου Δράμας, Μ. Δ., στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα ως άνω, κατά περίπτωση, χρηματικά ποσά του τιμήματος αγοράς των εταιρικών μεριδίων "... καταβλήθηκαν στον πωλητή από τους συμβαλλόμενους αγοραστές αντίστοιχα, εξ ολοκλήρου τοις μετρητοίς προηγουμένως και πριν την υπογραφή του παρόντος, όπως μου εδήλωσαν..." (βλ. σχετ. τις σελίδες 9 και 10 της αριθμ. ...-2009 πράξης μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, του συμβολαιογράφου Δράμας, Μ. Δ.), ενώ, κατόπιν, στην ίδια ως άνω πράξη αναφέρεται, ότι "... Στη συνέχεια, οι εξερχόμενοι, της εταιρείας, Ν. Ε. του Θ. και Ο. Ε. του Θ., δήλωσαν ότι καμία απαίτηση ή αξίωση έχουν ή διατηρούν τόσο κατά της άνω εταιρείας όσο και κατά των εταίρων από οποιαδήποτε αιτία. ..." (βλ. σχετ. στο τέλος της 11 ης σελίδας της παραπάνω πράξης). Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το τίμημα της πώλησης των εταιρικών μεριδίων καταβλήθηκε στο ακέραιο και προσηκόντως (σε μετρητά, προ της υπογραφής της πράξης και εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου), κατά τα συμφωνηθέντα, από τους αγοραστές (εναγόμενους) στους πωλητές (ενάγοντες και Γ. Π.). Τούτο δε, προκύπτει με σαφήνεια πέρα από τις σχετικές δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών περί καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος και του τρόπου καταβολής του, που μνημονεύονται στην παραπάνω συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, καθόσον η μοναδική μάρτυρας των εναγόντων Ο. Ε. είναι συγγενής των και λίγο πριν την εξέτασή της, ήταν και η ίδια ενάγουσα, γεγονός που κλονίζει την αξιοπιστία της. Αντίθετα, προέκυψε από τα σχετικώς προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους έγγραφα (τραπεζικών λογαριασμών, φορολογικών δηλώσεων κλπ.) ότι τούτοι είχαν την οικονομική ευχέρεια να καταβάλουν το τίμημα της πώλησης σε μετρητά, όπως και έπραξαν συναινώντας στην αξίωση του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος λόγω της εμπειρίας του από τις συναλλαγές, σε αντίθετη περίπτωση θα είχε φροντίσει για τη λήψη αντεγγράφου στο οποίο να εμφαίνεται η μη καταβολή του τιμήματος της πώλησης σε μετρητά, παρά τις δηλώσεις των συμβαλλομένων ενώπιον του συμβολαιογράφου. Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα Γ. Π. ότι έλαβε από τον Γ. Γ. το τίμημα της πώλησης στην επί της οδού ... στη Δράμα έδρα της εταιρίας και κατόπιν όλοι μαζί (με τους ενάγοντες) μετέβησαν στο συμβολαιογραφείο για την υπογραφή του συμβολαίου της μεταβίβασης. Σημειωτέον ότι από το χρόνο της ανωτέρω μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων και επί μία τριετία (δηλαδή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής) οι ενάγοντες ουδέποτε ήγειραν αξιώσεις με αφορμή την υπ' αυτών υποστηριζόμενη μη καταβολή του τιμήματος της πώλησης της εταιρικών μεριδίων της ως άνω ΕΠΕ, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες επανέλαβαν την παραιτάνω δήλωση περί καταβολής σ' αυτούς του τιμήματος της πώλησης των εταιρικών μεριδίων της ΕΠΕ και κατά την υπογραφή της. υπ' αριθμ. ...-2009 πράξης του συμβ/φου Δράμας, Μ. Δ., περί μετατροπής της ΕΠΕ σε ΑΕ με την επωνυμία "Ε. ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ>> (βλ. σχετ. τις 9η, 10η, 11η και 12η σελίδες της παραπάνω πράξης), όταν τούτη η μετατροπή κρίθηκε απαραίτητη από τους εταίρους προκειμένου να εισέλθουν στην εταιρία ίδια κεφάλαια των νέων εταίρων και να ζητηθεί χρηματοδότηση με δανειοδότηση από τράπεζα, αφού το ταμείο της ΕΠΕ, κατά τον έλεγχο, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου διαχειριστή της, Π. Μ., του μοναδικού τραπεζικού λογαριασμού της, ευρέθη στις 07-4-2009 να έχει υπόλοιπο, ποσού 16,41 ευρώ. ...>>. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες περιέχονται οι δηλώσεις των πωλητών και των αγοραστών, καθόσον δέχθηκε ότι η καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων σε μετρητά προ της υπογραφής της πράξεως και εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου, από τους αγοραστές (εναγόμενους) στους πωλητές (ενάγοντες και στον Γ. Π.) προκύπτει πέρα από τις ως άνω δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών στις συμβολαιογραφικές πράξεις και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Π. και από τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί είχαν την οικονομική ευχέρεια να καταβάλουν το τίμημα της πωλήσεως. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., ώστε το δικαστήριο της ουσίας να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως έκαστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Ολ.ΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 18/2022, ΑΠ 528/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του τραπεζικά έγγραφα, τα οποία δεν προσκομίστηκαν από τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με την ειδική αναφορά στην απόφαση ότι "προέκυψε από τα σχετικώς προσκομιζόμενα από τους εναγομένους έγγραφα (τραπεζικών λογαριασμών, φορολογικών δηλώσεων κλπ.) ότι αυτοί είχαν την οικονομική ευχέρεια να καταβάλουν το τίμημα της πωλήσεως σε μετρητά, όπως και έπραξαν, συναινώντας στην αξίωση του πρώτου ενάγοντος", δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προσκομισθέντα έγγραφα. Αντίθετα προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όποια έγγραφα προσκόμισε κάθε αναιρεσίβλητος (είτε τραπεζικών λογαριασμών, είτε φορολογικών δηλώσεων κλπ.) προς απόδειξη της οικονομικής του ευχέρειας για την καταβολή του τιμήματος. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της απόφασης πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς-ασαφείς αιτιολογίες) ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 526/2006) ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατικές αιτιολογίες) και εξαιτίας της αντίφασης δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007). Το κατά νόμο, δε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005). Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011), γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με βάση τα στοιχεία της οποίας προσδιορίζεται το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 137/2021, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 116/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλουν την απόφαση με την, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι κατέβαλαν το συμφωνηθέν τίμημα της πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων, ενώ δεν είχαν αποδείξεις για την καταβολή του, και τα κατ' έτος δηλούμενα εισοδήματα των αναιρεσιβλήτων αναλίσκονταν και δεν μπορούσαν να στηρίξουν την καταβολή του τιμήματος σε μετρητά. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 372/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους Κ. Γ., Γ. Γ. και Α. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ρήγα Γιοβανόπουλο και στο συνολικό ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους Π. Μ., Χ. Π., Σ. Σ., Χ. Χ. και Ε. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Μωυσίδη και Αφροδίτη Βασιλείου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή