ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1416/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1416/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1416/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1416 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1416/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "RIMONDI GRAND HOTEL AND SPA ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Βενιέρη, που ανακάλεσε την από 1/3/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ Α.Ξ.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Ρέθυμνο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Λιάσκο που ανακάλεσε την από 1/3/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Μιχαήλ Μαρίνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/10/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 38/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 5/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της τελευταίας κατά των αναιρεσειόντων για άρση της προσβολής και παύση της χρήσης από αυτούς της διακριτικής ένδειξης "RIMONDI" ή "ΡΙΜΟΝΤΙ", που εμπεριέχεται στους προγενέστερους διακριτικούς τίτλους "PALAZZO RIMONDI-ΠΑΛΑΤΣΟ ΡΙΜΟΝΤΙ" και "RIMONDI ESTATE-ΡΙΜΟΝΤΙ ΕΣΤΕΪΤ" των ξενοδοχειακών μονάδων της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 1 εδ. α' του ν. 146/ 1914, όποιος στις συναλλαγές χρησιμοποιεί το όνομα ή την επωνυμία άλλου ή ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης ή εντύπου με τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, που άλλος μεταχειρίζεται νόμιμα, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης. Με τη διάταξη αυτή αποσκοπείται η προστασία του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης, που συνεπάγεται η παράνομη χρήση στις συναλλαγές ξένων διακριτικών γνωρισμάτων, πρωτίστως όμως αποσκοπείται η προστασία του ίδιου του δικαιούχου των διακριτικών γνωρισμάτων από τον κίνδυνο να μειωθεί η φήμη της επιχείρησής του ή αναλόγως να απωλέσει αυτή πελάτες, λόγω της σύγχυσης που ενδέχεται να προκληθεί από την παράνομη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων της από τρίτους, που στόχο έχουν να προσεταιρισθούν τους πελάτες της, εκμεταλλευόμενοι τη μέχρι τότε καλή φήμη της. Η παρεχόμενη από την παραπάνω διάταξη προστασία είναι αστικής φύσης και στην έννοια της παράλειψης χρήσης του ξένου διακριτικού γνωρίσματος, που επιβάλλεται ως υποχρέωση σ' αυτόν, που το χρησιμοποιεί παράνομα, περιλαμβάνεται τόσο η άρση της υφιστάμενης ήδη προσβολής όσο και η παράλειψή της στο μέλλον. Προσβολή συνιστά η χρήση στις επιχειρηματικές συναλλαγές ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως τέτοιου, δηλαδή πράγματι ως διακριτικού γνωρίσματος, η οποία γίνεται χωρίς την άδεια του δικαιούχου και δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης προς το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής του. Διακριτικό γνώρισμα συνιστά το όνομα του επιχειρηματία ή η επωνυμία της επιχείρησής του (γνωρίσματα διακριτικά του φορέα της επιχείρησης), ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησής του ή του καταστήματος του, καθώς και κάθε άλλο ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα ή και σημείο τους, που σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 13 του ν. 146/1914 θεωρείται ως τέτοιο κατά τις συναλλαγές. Τα διακριτικά αυτά γνωρίσματα που εξατομικεύουν το φορέα της επιχείρησης ή αναλόγως την ίδια την επιχείρηση ή το κατάστημά της, αντιδιαστέλλονται από τα διακριτικά γνωρίσματα που αναφέρονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου και αφορούν τον ιδιαίτερο διασχηματισμό ή τη διακόσμηση των εμπορευμάτων της, δηλαδή γνωρίσματα με τα οποία τα ίδια τα εμπορεύματά της εξατομικεύονται στις συναλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, προστατευόμενα είναι τα διακριτικά γνωρίσματα που έχουν πράγματι διακριτική δύναμη, είτε αρχική είτε επιγενόμενη, που συμβαίνει, όταν μία συνηθισμένη ή κοινόχρηστη ένδειξη, η οποία ως τέτοια δεν έχει διακριτική δύναμη, την αποκτήσει μέσω της συνεχούς χρήσης και διαφήμισης και επικρατήσει έτσι στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα ορισμένης επιχείρησης ή των εμπορευμάτων της. Η αντίληψη επίσης των συναλλαγών καθορίζει αν μία ξενόγλωσση ένδειξη έχει διακριτική δύναμη και κρίσιμη σχετικά είναι η αντίληψη του μέσου 'Ελληνα καταναλωτή και η εντύπωση που του δημιουργεί, άσχετα δηλαδή από την εννοιολογική σημασία και τη διακριτική ικανότητά της στην ξένη γλώσσα. Γενικότερα η διακριτική δύναμη μιας ένδειξης αξιολογείται σε αντιστοιχία με την έκταση της αναγνώρισης και της αποδοχής της στην αγορά, που είναι βέβαια συνάρτηση της διαρκούς και ουσιαστικής χρήσης της στις συναλλαγές. Έτσι η διάρκεια και η ένταση της χρήσης της ένδειξης καθορίζει και τη διακριτική δύναμη της και ανάλογα συμβάλλει στη διατήρηση της ως προστατευόμενης ένδειξης στην περίπτωση συνδρομής κινδύνου σύγχυσης από την παράνομη χρήση της από τρίτους. Επομένως, ο κίνδυνος σύγχυσης αναδεικνύεται σε κεντρικό μέγεθος για την προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων και υπάρχει, όταν, λόγω της ομοιότητας των διακριτικών γνωρισμάτων που χρησιμοποιούνται από διαφορετικές επιχειρήσεις, είναι δυνατόν να παραπλανηθεί το κοινό, είτε ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών ορισμένης επιχείρησης, είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οικονομικής σχέσης μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Κατά την έννοια αυτή κίνδυνος σύγχυσης μπορεί να προκληθεί τόσο από τη χρήση όμοιας ή παραλλαγμένης εικαστικής παράστασης (οπτικός κίνδυνος), όσο και από την ηχητική σύμπτωση ή ομοιότητα των λεκτικών ενδείξεων (ηχητικός κίνδυνος) ή (και) του περιεχομένου τους (εννοιολογικός κίνδυνος). Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευασιών, διαφημίσεων. Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές. Η συνδρομή του κινδύνου σύγχυσης κρίνεται αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να ενδιαφέρει η ύπαρξη πρόθεσης ανταγωνισμού ή παραπλάνησης των συναλλασσομένων (καταναλωτών) από μέρους, όποιου χρησιμοποιεί παράνομα το ξένο διακριτικό γνώρισμα και αρκεί η δυνατότητα παραπλάνησης να υπάρχει για σημαντικό μέρος της αγοράς. Κρίσιμη για τη διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης είναι η συνολική οπτική και ηχητική εντύπωση, που δημιουργούν τα συγκρινόμενα διακριτικά γνωρίσματα για το μέσο καταναλωτή, δηλαδή αυτόν που έχει μέτριες γνώσεις, προσοχή και παρατηρητικότητα, με επίκεντρο σε όλες τις περιπτώσεις τη σύγκριση των κυρίαρχων χαρακτηριστικών ή αλλιώς του πυρήνα των διακριτικών γνωρισμάτων. Έτσι επουσιώδεις αλλαγές, προσθήκες ή διαφορές δεν ασκούν έννομη επιρροή, εφόσον το σύνολο της οπτικής, γραφικής ή λεκτικής παράστασης δεν μεταβάλλει την κρίσιμη γενική εντύπωση και ισχύει ο κανόνας, ότι όση εντονότερη διακριτική δύναμη έχει μία ένδειξη, τόσο αυξάνει και ο κίνδυνος σύγχυσης, τον οποίο επιτείνει αποφασιστικά και η ομοιότητα των προϊόντων ή της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε όλες τις περιπτώσεις βαρύνουσα σημασία έχουν οι υπάρχουσες ομοιότητες στα συγκρινόμενα διακριτικά γνωρίσματα και όχι οι διαφορές τους, αφού οι ομοιότητες είναι εκείνες, που παραμένουν στη μνήμη των καταναλωτών και αυτές πρωταρχικά ανακαλούν στη μνήμη τους κατά τη σύγκριση. Συμπερασματικά, η διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης από τη χρήση ίδιων, όμοιων ή παραποιημένων διακριτικών γνωρισμάτων, όπως και η διαπίστωση της πραγματικής διακριτικής τους δύναμης, είναι συνάρτηση περισσότερων παραγόντων, που πρέπει να κρίνονται και να αξιολογούνται συνολικά με βάση τις ιδιαιτερότητες κάθε ατομικής περίπτωσης, δηλαδή ad hoc (ΑΠ 659/2023, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1089/2020, ΑΠ 371/2012). Η εμπορική επωνυμία ανήκει στα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου, προσδιορίζει υποχρεωτικά στις συναλλαγές τον φορέα της επιχείρησης (επιχειρηματία) και διαφοροποιείται τόσο από το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης ή του εμπορικού καταστήματός της (διακριτικό τίτλο) όσο και από τα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της επιχείρησης (σήμα και ιδιαίτερος σχηματισμός). Το δικαίωμα στην εμπορική επωνυμία και στον διακριτικό τίτλο αποκτάται κατά το ουσιαστικό σύστημα με κριτήριο την αρχή της προτεραιότητας ως προς την πραγματική χρησιμοποίησή τους στις συναλλαγές, η δε προβλεπόμενη καταχώρηση αυτών έχει μόνο δηλωτικό χαρακτήρα και στηρίζει μαχητό τεκμήριο, ότι εκείνος που προηγήθηκε χρονικά είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Ειδικότερα, το δικαίωμα στον διακριτικό τίτλο αποκτάται με μόνη την πραγματική χρησιμοποίηση της σχετικής ένδειξης στις συναλλαγές, εάν αυτή διαθέτει διακριτική δύναμη, ενώ, αν η χρησιμοποιούμενη ένδειξη δεν διαθέτει τέτοια δύναμη, προσαπαιτείται αυτή να επικρατήσει στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, με κριτήριο την αντίληψη και εκτίμηση ενός μη αμελητέου μέρους του οικείου συναλλακτικού κύκλου. Για την απόκτηση δικαιώματος στον διακριτικό τίτλο, κεντρική σημασία έχει καθεαυτή η διακριτική δύναμη της ένδειξης και ιδίως η πρωτοτυπία ή η ονοματική ικανότητα αυτής, δηλαδή η ικανότητα της ένδειξης να αποτελέσει όνομα της επιχείρησης ή του καταστήματός της. Τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης ή καταστήματος αυτής προστατεύονται με τον σκοπό να αποτρέπεται η εκμετάλλευση ξένης φήμης, αλλά και να προφυλάσσεται το καταναλωτικό κοινό από τον κίνδυνο σύγχυσης. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης από τη χρήση εμπορικής επωνυμίας δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε ότι το αντικείμενο δραστηριότητας των δύο επιχειρήσεων συμπίπτει ή είναι όμοιο, αφού αυτή αφορά τον φορέα της επιχείρησης και συνδέεται με τη φερεγγυότητα και την καλή συναλλακτική πίστη αυτού, ενώ δεν αποκλείεται η σύννομη χρήση ταυτόσημης επωνυμίας, εφόσον προστεθεί σ' αυτή διακριτικό στοιχείο, που την καθιστά ευδιάκριτη και αποτρέπει τη σύγχυση με τη χρονικά προγενέστερη. Το δικαίωμα της εμπορικής επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου είναι απόλυτο και κάθε προσβολή αυτού είναι παράνομη, εάν δεν συντρέχει λόγος που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της. Η προσβολή της επωνυμίας συντελείται είτε με μόνη την αμφισβήτηση του δικαιώματος σ' αυτή είτε με τη χρήση της από άλλον. Ο δε παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 13 του ν. 146/1914, έγκειται στη χρήση της επωνυμίας με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 58 ΑΚ, προκύπτει μετά από στάθμιση ορισμένων κρισίμων στοιχείων, όπως η προτεραιότητα στη χρήση, ο τομέας συναλλαγών όπου γίνεται η χρήση και ο κίνδυνος σύγχυσης που προκαλείται από τη χρήση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση παράνομης προσβολής διακριτικού τίτλου, εμπορικής επωνυμίας, ιδιαίτερου διασχηματισμού ή άλλου διακριτικού γνωρίσματος, ο φορέας αυτών έχει αξίωση για άρση της παράνομης προσβολής και για παράλειψή της στο μέλλον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του προσβολέα, καθώς και για αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών και του άρθρου 59 ΑΚ, εφόσον συντρέχει και υπαιτιότητα του τελευταίου, εάν δηλαδή αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, από την παράνομη ανταγωνιστική χρήση από τον ίδιο συγκεκριμένης ένδειξης ως διακριτικού γνωρίσματος, μπορούσε να προκληθεί σύγχυση με το διακριτικό γνώρισμα του δικαιούχου. Ειδικότερα ο δικαιούχος ονοματικού διακριτικού γνωρίσματος, του ίδιου ως φορέα της επιχείρησης ή της επιχείρησης ή του προϊόντος αυτής, εφόσον προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης από τη μεταγενέστερη χρήση στις συναλλαγές συνώνυμης ένδειξης ως διακριτικού γνωρίσματος, έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον μεταγενέστερο χρήστη και φορέα της ίδιας ονοματικής ένδειξης να προβεί σε λεκτικές προσθήκες (και όχι άλλα σύμβολα) πρόσφορες και ικανές να αποτρέψουν τον κίνδυνο σύγχυσης και γενικά να αξιώσει από τον ανταγωνιστή του να μη χρησιμοποιεί την ονοματική του ένδειξη κατά τρόπο που να προκαλείται στον οικείο συναλλακτικό κύκλο κίνδυνος σύγχυσης με την συνώνυμη ένδειξη του δικαιούχου (ΑΠ 1223/2014, ΑΠ 1562/ 2014, ΑΠ 1529/2008).

Εξάλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το "domain name" (όνομα περιοχής), το οποίο κατ' ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έλθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ' επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. To "domain name" δεν μπορεί κατ' αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σ' αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο "domain name" μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι "domain name" στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής "domain name" για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και "domain name" θα αρθεί κατ' αρχάς, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του "domain name" αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (ΑΠ 1609/2014, ΑΠ 371/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/ 2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν. 146/1914 "Περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού" με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 125 του Ν. 4072/2012, που ίσχυε στον κρίσιμο χρόνο για τα "σήματα", με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η χρήση από τους αναιρεσείοντες της λεκτικής ένδειξης "RIMONDI" τόσο στις επιγραφές του ξενοδοχείου της πρώτης εξ αυτών "Rimondi Grand Resort & Spa", όσο και στα domain name "..." και "...", συνιστά εμφανώς αντιγραφή του ανωτέρω προγενέστερου (αλλά και πρωτότυπου) διακριτικού γνωρίσματος της αναιρεσίβλητης στα ξενοδοχεία της "PALAZZO RIMONDI" και "RIMONDI ESTATE", τόσο ηχητική όσο και οπτική, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ως προς την προέλευση των παρεχόμενων υπηρεσιών και ως προς την ύπαρξη οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ των αντίδικων επιχειρήσεων. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα συστάθηκε κατά το έτος 1987 με την αρχική επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΡΕΘΥΜΝΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Φ.Ε.Κ. 987/28-5-1987, Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων και κάθε είδους ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων σε ιδιόκτητα και μη ακίνητα, το δε καταστατικό της τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2000 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, που καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε νόμιμα (Φ.Ε.Κ. 5177/22-6-2000, Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), οπότε, μεταξύ άλλων, τροποποιήθηκε η επωνυμία της ενάγουσας σε "ALBATROS ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η ενάγουσα από το έτος 1990 εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο "PALAZZO RIMONDI" (ΠΑΛΑΤΣΟ ΡΙΜΟΝΤΙ), το οποίο είναι κατηγορίας 4 αστέρων, διαθέτει 27 δωμάτια και 46 κλίνες και βρίσκεται επί της (οδού ... στην Παλαιά Πόλη του Ρεθύμνου. Το εν λόγω ξενοδοχείο, που λειτουργεί ως ξενοδοχείο τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων πόλης, στεγάζεται σε συγκρότημα ενετικών κτιρίων που ανάγονται στον 15ο αιώνα και φέρουν μεταγενέστερες προσθήκες και επεμβάσεις, διαθέτει μόνο σουίτες, εντάσσεται στην κατηγορία των "Boutique Hotels" (ξενοδοχεία μπουτίκ) και απέχει περίπου πενήντα μέτρα από την Ενετική Κρήνη "Rimondi" (Ριμόντι) ή "Μεγάλη Βρύση", από την οποία προέρχεται και ο διακριτικός του τίτλος. Η Κρήνη "Rimondi" βρίσκεται στο κέντρο της Παλαιάς Πόλης του Ρεθύμνου, στη συμβολή της οδού ... με την Πλατεία Τίτου Πετυχάκη, έλαβε την ονομασία της από τον Διοικητή του Ρεθύμνου επί Ενετοκρατίας Alvise Rimondi, ο οποίος την ανακατασκεύασε κατά το έτος 1626 με την μορφή τριών λεοντοκεφαλών, αποτελεί δε σημαντικό ιστορικό μνημείο του Ρεθύμνου, παραπέμποντας στην Παλαιά Πόλη, μαζί με άλλα Ενετικά μνημεία (όπως η "Loggia", η "Fortezza", το Ενετικό Λιμάνι), που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από αυτήν. Το ξενοδοχείο της ενάγουσας, που συνδέθηκε άμεσα με το ανωτέρω μνημείο, λόγω της εγγύτητας αλλά και της αναγωγής τους στην ίδια εποχή, καθιερώθηκε γρήγορα ως ένα από τα καλύτερα της κατηγορίας του και απέκτησε σημαντική φήμη τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς, με συχνές αναφορές και διαφημίσεις στα εγχώρια και ξένα έντυπα (ταξιδιωτικά και ενημερωτικά). Προκειμένου δε η ενάγουσα να διαφημίσει το ξενοδοχείο της, αλλά και για να διευρύνει τη δυνατότητα κρατήσεων δωματίων από υποψήφιους πελάτες, από τις 10-11-2004 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το "domain name" (όνομα χώρου ή περιοχής) "...". Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011 η ενάγουσα ξεκίνησε τη λειτουργία του δεύτερου ξενοδοχείου της, με τον διακριτικό τίτλο "RIMONDI ESTATE" (ΡΙΜΟΝΤΙ ΕΣΤΕΪΤ), το οποίο είναι κατηγορίας 5 αστέρων, διαθέτει 12 πολυτελή δωμάτια - σουίτες και 40 κλίνες και βρίσκεται επί της οδού ... στην Παλαιά Πόλη του Ρεθύμνου, ακριβώς απέναντι από το προηγούμενο ξενοδοχείο της ενάγουσας "PALAZZO RIMONDI". Το εν λόγω ξενοδοχείο, που λειτουργεί ως παραδοσιακό κατάλυμα πόλης, στεγάζεται επίσης σε συγκρότημα ενετικών κτιρίων που ανάγονται στον 15ο αιώνα, εντάσσεται δε και αυτό στην κατηγορία των "Boutique Hotels". Για την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου αυτού η ενάγουσα από τις 20-7-2011 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το domain name "...". Στη συνέχεια, για τις δύο παραπάνω ξενοδοχειακές μονάδες, που ουσιαστικά αποτελούν πλέον ένα ενιαίο ξενοδοχειακό συγκρότημα, στις 3-12-2011 η ενάγουσα δημιούργησε την εμπορική ονομασία (brand name) "Rimondi Boutique Hotels" (Ριμόντι Μπουτίκ Χοτέλς), ενώ από τις 12-12-2011 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το domain name "...", καθώς και την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου "...". Τα δύο ανωτέρω ξενοδοχεία, που ήδη από το έτος 2011 έγιναν μέλη της γνωστής/διεθνούς αλυσίδας των ξενοδοχείων "Small Luxury Hotels of the World" (μικρά πολυτελή ξενοδοχεία του κόσμου), καθιερώθηκαν μεταξύ των καλύτερων της κατηγορίας τους, απέκτησαν παγκόσμια φήμη και ευρύτατο κύκλο πελατείας, ενώ βραβεύθηκαν επανειλημμένως για την υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν (βλ. τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά διάκρισης). Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη εταιρία, της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, συστάθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2011 πράξη της συμβολαιογράφου Αθήνας Ε. Κ., που καταχωρίστηκε νομίμως στα βιβλία Εταιριών του Πρωτοδικείου Αθήνας (βλ. Φ.Ε.Κ. 693/18-2-2011, τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε.), με την επωνυμία "RIMΟNDI GRAND HOTEL AND SPA ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "RIMONDI GRAND Ε.Π.Ε.". Η πρώτη εναγόμενη, η οποία έχει έδρα το Νέο Ηράκλειο του νομού Αττικής και σκοπό, μεταξύ άλλων, την ίδρυση, οργάνωση λειτουργία και εκμετάλλευση ξενοδοχείων, υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών με ημερομηνία 18-2-2011 (βλ. τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις έναρξης εργασιών μη φυσικού προσώπου του Τμήματος Μητρώου της Δ.Ο.Υ. Νέου Ηρακλείου), ενώ από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012 ξεκίνησε να λειτουργεί ξενοδοχειακή μονάδα στη Νέα Μαγνησία του νομού Ρεθύμνου, περιοχή που απέχει περίπου 15 χιλιόμετρα από την πόλη του Ρεθύμνου. Το εν λόγω ξενοδοχείο, το οποίο ήταν κατηγορίας 4 αστέρων και ξεκίνησε την λειτουργία του έχοντας λάβει ειδικό σήμα από τον Ε.Ο.Τ. για τη λειτουργία 10 δωματίων και 21 κλινών, έχει καταστεί πλέον ξενοδοχειακό συγκρότημα κατηγορίας 5 αστέρων, αποτελούμενο από ξενοδοχειακή μονάδα κλασσικού τύπου και από μονάδες ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων - ανεξάρτητων πολυτελών κατοικιών, έχοντας σε πλήρη ανάπτυξη δυνατότητα 200 δωματίων και 600 κλινών. Για την εκμετάλλευση του εν λόγω ξενοδοχειακού συγκροτήματος ο δεύτερος εναγόμενος κατοχύρωσε το υπ' αριθμ. ...-2011 σήμα, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 70/2012 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ.Ε.Σ.) του τότε Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, δημοσιεύθηκε νομίμως στο Φ.Ε.Κ. 5/12-7-2012 - Τεύχος Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και περιλαμβάνει τις λέξεις "Rimondi Grand Hotel & Spa Resort", η δε πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να διαφημίσει το ξενοδοχείο της, αλλά και για να επιτρέπει τη δυνατότητα κρατήσεων δωματίων από υποψήφιους πελάτες μέσω του διαδικτύου, δημιούργησε από τις αρχές του έτους 2012 την ιστοσελίδα "...", ενώ δεν προέκυψε ότι κατοχύρωσε το εν λόγω domain name ήδη από τις 7-8-2009, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Στον δε εισαγωγικό - κύριο χώρο της ιστοσελίδας αυτής, όπου υπήρχε ο τίτλος "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ RIMONDI GRAND HOTELS" αναγραφόταν ότι "Το Rimondi Grand Hotels ανοίγει το πρώτο του πολυτελές μπουτίκ ξενοδοχείο στην Κρήτη, Ελλάδα. Το αποκλειστικό ξενοδοχείο με σουίτες θα βρίσκεται κοντά στη βενετσιάνικη πόλη του Ρεθύμνου. Βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου κατάφυτου με λιόδεντρα, με θέα το Αιγαίο αυτό το τετράστερο deluxe ξενοδοχείο θα βρίσκεται στο Δήμο Ρεθύμνου, στη βόρεια ακτή της Κρήτης, ανάμεσα στο Ηράκλειο και τα Χανιά. Η ενάγουσα πληροφορήθηκε για την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης στις 15-9-2012 κατόπιν σχετικής ειδοποίησης - παραπόνου υποψηφίου πελάτη της, η οποία αν και επιθυμούσε να "διαμείνει στο ανωτέρω ξενοδοχείο της "PALAZZO RIMONDI", τελικά η κράτησή της πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης, εξαιτίας λάθους του τουριστικού πράκτορα στον οποίο απευθύνθηκε, που οφειλόταν στις παρόμοιες ονομασίες των δύο ξενοδοχείων (βλ. την από 15-9-2012 ιδιόχειρη επιστολή της υπηκόου Καναδά S. B., που προσκομίζεται σε μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα). Αφού η ενάγουσα επιβεβαίωσε τις προαναφερόμενες ενέργειες της πρώτης εναγόμενης, καθώς και το γεγονός ότι η τελευταία είχε υποβάλει προς το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Ξ.Ε.Ε.) την υπ' αριθμ. ...-2012 αίτηση για την έγκριση του τίτλου "ΑΡ ΤΖΙ ΡΗΖΟΡΤ ΡΙΜΟΝΤΙ ΓΚΡΑΝΤ - RG RESORT RIMONDI GRAND" για το ξενοδοχείο της, επειδή θεώρησε ότι με τον τρόπο αυτό βλάπτονται τα συμφέροντά της, υπέβαλε προς το ανωτέρω Επιμελητήριο την από 18-9-2012 ένστασή της, με την οποία ζητούσε να μην συμπεριληφθεί η ονομασία - ένδειξη "RIMONDI" στον αιτούμενο τίτλο. Η ένσταση αυτή έγινε δεκτή και με την υπ' αριθμ. ...-2012 απόφαση της Επιτροπής Τίτλων Ξενοδοχείων του Ξ.Ε.Ε. η αίτηση της πρώτης εναγόμενης απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι εντός του Δήμου Ρεθύμνου λειτουργούσαν ήδη τα δύο ανωτέρω ξενοδοχεία που εκμεταλλεύεται η ενάγουσα με νομίμως κατοχυρωμένους τίτλους, ενώ κρίθηκε ότι η λέξη "RIMONDI" ή "ΡΙΜΟΝΤΙ" στον αιτούμενο τίτλο θα προκαλέσει σύγχυση, αφενός λόγω της χωρικής εγγύτητας των ξενοδοχείων και αφετέρου, διότι δεν προέκυψε ότι η εν λόγω λέξη είναι κοινόχρηστη. Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας την από 12-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης ...-2013 αίτηση, ζητώντας την ακύρωσή της. Η αίτηση δε αυτή παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας, με την υπ' αριθμ. ...-2013 πράξη της Προέδρου του Ε' Τμήματος του ΣτΕ. Επιπλέον, η ενάγουσα υπέβαλε την από 23-12-2013 αίτησή της προς την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, με την οποία ζητούσε να διαγραφεί το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ...-2011 σήμα που κατοχύρωσε ο δεύτερος εναγόμενος και περιλάμβανε λέξεις "Rimondi Grand Hotel & Spa Resort". Η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. .../2017 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας την από 1-11-2017 προσφυγή, ζητώντας την ακύρωσή της. Εν τω μεταξύ, η πρώτη εναγόμενη είχε υποβάλει προς το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος την από 17-1-2013 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2013 νέα αίτησή της για την έγκριση του τίτλου "ΑΡ ΤΖΙ ΡΗΖΟΡΤ - ΓΚΡΑΝΤ ΧΟΤΕΛ - RG RESORT - GRAND HOTEL" για το ξενοδοχείο της, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. ...-2013 απόφαση της Επιτροπής Τίτλων Ξενοδοχείων του εν λόγω Επιμελητηρίου. Πλην όμως, ενώ ο εγκεκριμένος τίτλος του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης είναι ο ανωτέρω, η τελευταία διατήρησε την λέξη - ένδειξη "RIMONDI" τόσο σε όλες τις επιγραφές και στα διαφημιστικά φυλλάδια του ξενοδοχείου της (βλ. τα υπ' αριθμ. ...-2013 και ...-2013 έγγραφα του Ε.Ο.Τ., καθώς και τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα, στις οποίες απεικονίζονται οι επιγραφές των εγκαταστάσεων του εν λόγω ξενοδοχείου μέχρι και τα μέσα του έτους 2015 ως "Rimondi Grand Resort & Spa"), όσο και στο domain name "..." (που κατά το χρονικό σημείο της συζήτησης της έφεσης έχει διαμορφωθεί σε "..."), η ένδειξη δε αυτή κυριαρχεί και σε κάθε χώρο της ιστοσελίδας της πρώτης εναγόμενης, από την δημιουργία της μέχρι και σήμερα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της παράλληλης λειτουργίας των ανωτέρω ξενοδοχείων των διαδίκων η ενάγουσα έγινε επανειλημμένως αποδέκτης συστάσεων, υποδείξεων και παραπόνων από αλλοδαπούς πελάτες της, οφειλόμενων στις παρόμοιες ονομασίες των δύο ξενοδοχείων, οι οποίοι είτε πραγματοποίησαν από παραδρομή κρατήσεις δωματίων στο ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης, είτε πραγματοποίησαν σωστή κράτηση, αλλά μεταφέρθηκαν από σφάλμα των οδηγών και των τουριστικών πρακτόρων στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης (βλ. μεταξύ άλλων, την χωρίς ημερομηνία ιδιόχειρη επιστολή του υπηκόου Μεγάλης Βρετανίας Aaron Boland, την από 18-6-2014 επιστολή του υπηκόου Μεγάλης Βρετανίας Barry Craig, καθώς και την από 1-6-2014 επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των αλλοδαπών N. C. και K. C., που προσκομίζονται σε μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα). Επίσης, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η ενάγουσα έλαβε έγγραφα (κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) από τουριστικούς πράκτορες και τουριστικά γραφεία, σχετικά με ηλεκτρονικές κρατήσεις δωματίων (voucher), πιστωτικά τιμολόγια, στοιχεία άφιξης πελατών, κλπ, της θερινής περιόδου του έτους 2014, πλην όμως τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην ενάγουσα από παραδρομή των αποστολέων, διότι αφορούσαν μόνο το ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης (βλ. μεταξύ άλλων, την υπ' αριθμ. ... επιβεβαίωση κράτησης του αλλοδαπού γραφείου ταξιδιών με τον διακριτικό τίτλο "Rumbo", την από 8-6-2013 επιστολή για πληρωμή πιστωτικού τιμολογίου του ταξιδιωτικού γραφείου της ελληνικής εταιρίας με την επωνυμία "Cretan Holidays", την από 4-8-2014 ιδιόχειρη επιστολή του υπαλλήλου της εταιρίας εκμίσθωσης αυτοκινήτων "SIXT" Ε. Κ., καθώς και τις ηλεκτρονικές κρατήσεις δωματίων του ταξιδιωτικού πρακτορείου της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "voyageprive"), ενώ έλαβε και έγγραφα που αφορούσαν την πρώτη εναγόμενη και από παραδρομή των συντακτών τους περιείχαν στοιχεία επικοινωνίας της ίδιας (όπως ταχυδρομική διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου και fax, κλπ). Επιπλέον, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα η ενάγουσα έλαβε επιστολές και έγγραφα από προμηθευτές της πρώτης εναγόμενης, με τα οποία οι τελευταίοι την καλούσαν να εκπληρώσει της οικονομικές της υποχρεώσεις προς αυτούς (βλ. την από 1-8-2013 ηλεκτρονική επιστολή του οικονομικού διευθυντή της εταιρίας με την επωνυμία "COCO-ΜΑΤ" Χ. Μ., απευθυνόμενη στον δεύτερο εναγόμενο, με την οποία τον ευχαριστούσε για την συνεργασία των δύο εταιριών και τον καλούσε να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής της πρώτης εναγόμενης από αγορά προϊόντων, ύψους 79.388,75 €, καθώς και τα υπ' αριθμ. ...-2013, ...-2013 και ...-2013 τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής του Κ. Τ., που αφορούσαν αγορά προϊόντων - οπωρολαχανικών εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης). Εξάλλου, η ενάγουσα έγινε αποδέκτης αρνητικών σχολίων που δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο, είτε σε παγκόσμιας φήμης ιστοσελίδες αξιολόγησης ξενοδοχείων και εστιατορίων, είτε σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες όμως στην πραγματικότητα αφορούσαν πελάτες της πρώτης εναγόμενης (βλ. ενδεικτικά την από 9-8-2014 δημοσίευση στην ιστοσελίδα "tripadvisor", που προσκομίζεται σε μετάφραση από την γαλλική στην ελληνική γλώσσα). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι ύστερα από την δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2019 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, που κατέστη τελεσίδικη, με την οποία η προαναφερόμενη από 12-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης ...-2013 αίτηση της πρώτης εναγόμενης έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. ...-2012 απόφαση της Επιτροπής Τίτλων Ξενοδοχείων του Ξ.Ε.Ε., ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16079/2020 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, που κατέστη επίσης τελεσίδικη, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω από 1-11-2017 προσφυγή της ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. .../2017 απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η χρήση της λέξης "RIMONDI" εκ μέρους των εναγόμενων προκαλεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, αναφορικά με την λειτουργία των ξενοδοχείων των διαδίκων. Ειδικότερα, η λέξη - ένδειξη "RIMONDI" δεν είναι τοπωνύμιο (δηλαδή ονομασία τόπου ή γεωγραφικού χώρου, όπως χώρας, πόλης, ποταμού, βουνού, κλπ), ώστε μην είναι ικανή να εξατομικεύσει εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρονται από ορισμένη επιχείρηση και, συνακόλουθα, να μην δύναται να καταστεί σήμα ή διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας άξιο προστασίας, όπως οι εναγόμενοι αβάσιμα ισχυρίζονται. Αντιθέτως, η ανωτέρω λέξη - ένδειξη, επειδή αφορά ένα σημαντικό μνημείο της πόλης του Ρεθύμνου (χωρίς να υπάρχει άλλο παρόμοιο στην ίδια πόλη ή στην ευρύτερη περιοχή του νομού Ρεθύμνου), είναι κοινόχρηστη και, συνεπώς, δεν έχει καταρχήν διακριτική δύναμη. Πλην όμως, με την πάροδο του χρόνου απέκτησε τέτοια διακριτική δύναμη για την ενάγουσα, καθόσον η ανωτέρω ενετική Κρήνη ήδη από το έτος 1990 συνδέθηκε στενά με το πρώτο ξενοδοχείο της ενάγουσας (από το έτος 2011 και με το δεύτερο), λόγω της εγγύτητάς τους, της κοινής τοποθεσίας τους στο κέντρο της παλαιάς πόλης του Ρεθύμνου, αλλά και της ιστορικότητας αμφότερων (δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα κτίσματα στα οποία στεγάζονται τα ξενοδοχεία της ενάγουσας ανάγονται περίπου στο ίδιο χρονικό σημείο με την κατασκευή της ανωτέρω Κρήνης), με αποτέλεσμα, μέσω της συνεχούς χρήσης και της διαφήμισης της ένδειξης αυτής από την ενάγουσα, επικράτησε και καθιερώθηκε διεθνώς στις συναλλαγές και στους συναλλακτικούς κύκλους της παροχής τουριστικών και ξενοδοχειακών υπηρεσιών ως διακριτικό γνώρισμα των ξενοδοχείων της, προσδιορίζοντας αποκλειστικά και μόνο τις δικές της υπηρεσίες, αποτελώντας σαφώς το κυρίαρχο στοιχείο στους διακριτικούς τίτλους που αναφέρθηκαν. Ακολούθως, η χρήση από τους εναγόμενους της λέξης - ένδειξης "RIMONDI" τόσο στις επιγραφές του ξενοδοχείου της πρώτης εξ αυτών "Rimondi Grand Resort & Spa", όσο και στα domain name "..." και "...", συνιστά εμφανώς αντιγραφή του ανωτέρω προγενέστερου (αλλά και πρωτότυπου) διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας στα ξενοδοχεία της "PALAZZO RIMONDI" και "RIMONDI ESTATE". Η αντιγραφή αυτή, τόσο ηχητική όσο και οπτική, έχει ως αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, με συνέπεια να δημιουργείται σε αυτό η απατηλή εντύπωση είτε ότι υπάρχει σχέση συνεργασίας μεταξύ των αντιδίκων επιχειρήσεων, είτε ότι το ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης είναι ενταγμένο στον όμιλο ξενοδοχείων της ενάγουσας, είτε σε κάθε περίπτωση, ότι υπάρχουν μεταξύ τους οργανωτικές ή οικονομικές σχέσεις. Συγκεκριμένα, από την οπτική και ηχητική σύγκριση των ανωτέρω εκτεθέντων χαρακτηριστικών των διακριτικών τίτλων των ξενοδοχείων των διαδίκων και των domain names αυτών, προκύπτει η κοινή χρήση της λέξης - ένδειξης "RIMONDI", η οποία μεταξύ όλων των άλλων λέξεων και ενδείξεων είναι η κυρίαρχη, ανεξαρτήτως της θέσης της. Η προσθήκη δε των ξένων λέξεων "Grand", "Resort" και "Spa" στον τίτλο και στις επιγραφές του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης προκαλεί μια καταρχήν διαφοροποίηση, οπτική και ακουστική, αλλά λόγω της συνηθισμένης χρήσης των λέξεων αυτών στους ξενοδοχειακούς - τουριστικούς κύκλους, τόσο η όραση, όσο και η ακοή του μέσου, μέτριων γνώσεων και παρατηρητικότητας καταναλωτή, έχει την τάση να τις παραβλέπει, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί στην εικόνα και στην αποτελούσα το αποφασιστικότερο κριτήριο ηχητική εντύπωση των δύο τίτλων η χαρακτηριστική λέξη "RIMONDI". Οι επισημανθείσες διαφοροποιήσεις μεταξύ των ανωτέρω διασχηματισμών δεν αρκούν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο σύγχυσης, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, βαρύνουσα σημασία για τη στοιχειοθέτηση ή μη του εν λόγω κινδύνου δεν έχουν οι διαφορές των υπό σύγκριση διακριτικών γνωρισμάτων, αλλά οι ομοιότητες μεταξύ αυτών, ακριβώς διότι αυτές είναι εκείνες που προκαλούν τη συνολική εντύπωση υπό την οποία εμφανίζονται οι δύο επιχειρήσεις στο καταναλωτικό κοινό, αφού λαμβάνεται υπόψη ο μέσος, δηλαδή μέτριων γνώσεων και παρατηρητικότητας καταναλωτής, ο οποίος δεν έχει κατά κανόνα προ οφθαλμών τους διακριτικούς τίτλους των δύο επιχειρήσεων, ώστε να τους συγκρίνει, παρά έχει μια από μνήμης εικόνα του διακριτικού γνωρίσματος, οπότε αυτός έχει κατά νου τη συνολική εικόνα από τις ομοιότητες των διακριτικών τίτλων. Η κυριαρχία της λέξης - ένδειξης "RIMONDI", αλλά και ο υφιστάμενος κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα και μη αμφισβητούμενα από τους εναγόμενους γεγονότα, αναφορικά με τη σύγχυση που έχει ήδη προκληθεί (και συνεχίζει να προκαλείται) από την λειτουργία των ξενοδοχείων των διαδίκων στους πελάτες τους, στους προμηθευτές τους, στους τουριστικούς πράκτορες, καθώς και στις συναφείς επιχειρήσεις γραφείων τουρισμού - ταξιδίων. Εφόσον δε η χρήση της ανωτέρω λέξης - ένδειξης από την πρώτη εναγόμενη προκάλεσε σύγχυση σε προμηθευτές και, ιδίως, σε τουριστικές επιχειρήσεις, που έχουν γνώση αμφότερων των ξενοδοχείων των διαδίκων και μεγάλη εμπειρία στις κρατήσεις δωματίων και στην γενικότερη εξυπηρέτηση του τουριστικού κοινού, είναι εμφανής ο κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης στον μέσο και μη καταβάλλοντα ιδιαίτερη προσπάθεια καταναλωτή. Μάλιστα, η σύγχυση αυτή επιτείνεται από την χρήση του domain name και της σχετικής ιστοσελίδας της πρώτης εναγόμενης στο διαδίκτυο, καθόσον σε σχετική αναζήτηση οποιουδήποτε λήμματος περιέχει την λέξη - ένδειξη "RIMONDI" (όπως "rimondi", "rimondi Ρέθυμνο", κλπ), η ιστοσελίδα της πρώτης εναγόμενης εμφανίζεται στα πρώτα αποτελέσματα, μεταξύ των σχετικών ιστοσελίδων που αφορούν τα ξενοδοχεία της ενάγουσας (βλ. τα αποτελέσματα αναζήτησης στο διαδίκτυο μέσω της μηχανής αναζήτησης "google", αλλά και την αναζήτηση μέσω γνωστών ιστοσελίδων ταξιδιωτικών επιχειρήσεων, όπως των "...", "..." και "...", που προσκομίζονται σε εκτύπωση από την ενάγουσα). Από τα παραπάνω, προκύπτει σαφώς ότι οι χρήστες του διαδικτύου που αναζητούν τα ξενοδοχεία της ενάγουσας θα συναντήσουν αναπόφευκτα και θα επισκεφθούν την ιστοσελίδα που χρησιμοποιεί η πρώτη εναγόμενη. Η σύγχυση δε που αναφέρθηκε δεν αποτρέπεται από το γεγονός ότι το ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης βρίσκεται σε διαφορετική τοποθεσία, σε απόσταση περίπου 15 χιλιομέτρων από την πόλη του Ρεθύμνου και σε περιοχή με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, αφενός μεν διότι, όπως αναφέρθηκε, η κυριαρχία της λέξης - ένδειξης "RIMONDI", είναι αυτή που προκαλεί την εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι τα ξενοδοχεία των διαδίκων σχετίζονται μεταξύ τους, αφετέρου δε, διότι ακόμα και η ίδια ή πρώτη εναγόμενη στην ιστοσελίδα της ανάφερε (και συνεχίζει να αναφέρει) για το ξενοδοχείο της διάφορα χαρακτηριστικά (εγγύτητα με την ιστορική ενετική πόλη του Ρεθύμνου, ότι πρόκειται για πολυτελές μπουτίκ ξενοδοχείο μόνο με σουίτες, κλπ), που όμως αποτελούν χαρακτηριστικά των ξενοδοχείων της ενάγουσας.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι οι υπηρεσίες που προσφέρει η ενάγουσα απευθύνονται σε πελατολόγιο ιδιαίτερο ή ουσιωδώς διαφορετικό από το πελατολόγιο της πρώτης εναγόμενης, ούτε ότι η σχέση της με τους πελάτες της στηρίζεται κυρίως στην προσωπική επαφή μαζί τους, όπως οι εναγόμενοι αβάσιμα ισχυρίζονται. Αντιθέτως, προέκυψε ότι πελάτες της ενάγουσας προβαίνουν σε κρατήσεις δωματίων στα ξενοδοχεία της κυρίως μέσω του διαδικτύου, δηλαδή είτε μέσω των ιστοσελίδων της "...", "...", "...", "Rimondi Boutique Hotels" και "Small Luxury Hotels of the World", είτε μέσω ταξιδιωτικών ιστοσελίδων όπως οι ...","..." και "...", που αναφέρθηκαν, αλλά και μέσω εγχώριων ή διεθνών επιχειρήσεων τουρισμού (τουριστικών πρακτορείων, ταξιδιωτικών γραφείων, κλπ), ενώ η προσωπική επαφή με τους πελάτες, ιδίως στην σύγχρονη εποχή, έχει περιοριστεί κατά πολύ. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι με τις προαναφερόμενες ενέργειές τους, δηλαδή με την παράνομη χρήση του προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας στις επιχειρηματικές συναλλαγές τους, προσβάλλουν το δικαίωμα της ενάγουσας στον διακριτικό τίτλο των ξενοδοχείων της, για τον λόγο δε αυτό υπάρχει αξίωση της τελευταίας για την άρση της υφιστάμενης προσβολής και για την παράλειψη αυτής στο μέλλον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Αποδείχθηκε επίσης, ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες με πρόθεση να εκμεταλλευτούν την μεγάλη φήμη, αποδοχή και αναγνώριση που η ενάγουσα ήδη απολάμβανε για μεγάλο χρονικό διάστημα στους εγχώριους και διεθνείς συναλλακτικούς κύκλους της παροχής τουριστικών και ξενοδοχειακών υπηρεσιών, με σκοπό να γίνει γνωστή και προσιτή στο καταναλωτικό κοινό η ξενοδοχειακή επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης και, συνακόλουθα, η τελευταία να αυξήσει των κύκλο των εργασιών της, μέσω όμως της σύγχυσης που δημιουργήθηκε στο κοινό αυτό και σε βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας και της φήμης αυτής. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προέβησαν σε χρήση της επίδικης ένδειξης "RIMONDI", που αποτελούσε το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα των ξενοδοχείων της ενάγουσας, γνωρίζοντας την φήμη και την καθιέρωση της τελευταίας στους ανωτέρω συναλλακτικούς κύκλους και, επιπλέον, συνέχισαν να χρησιμοποιούν την ένδειξη αυτή στις επιχειρηματικές συναλλαγές τους, παρά το γεγονός ότι ο εγκεκριμένος τίτλος του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης δεν την περιλαμβάνει. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν δεν υπήρχε η ανωτέρω γνώση, οι εναγόμενοι, πριν υποβάλουν προς το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος την υπ' αριθμ. ...-2012 αίτηση για την έγκριση του τίτλου "AP ΤΖΙ ΡΗΖΟΡΤ ΡΙΜΟΝΤΙ ΓΚΡΑΝΤ - RG RESORT RIMONDI GRAND" για το ξενοδοχείο της πρώτης εξ αυτών, όφειλαν να ερευνήσουν εάν η λέξη - ένδειξη "RIMONDI" χρησιμοποιούνταν από άλλη ομοειδή επιχείρηση, δεδομένου ότι ήταν κοινόχρηστη και αφορούσε ένα γνωστό και σημαντικό μνημείο της πόλης του Ρεθύμνου. Μάλιστα, με μία απλή και σύντομη έρευνα στο διαδίκυο κατά το χρονικό αυτό σημείο (δηλαδή πριν από την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης και την υποβολή της ως άνω αίτησης), με την αναζήτηση της λέξης "RIMONDI", θα είχαν διαπιστώσει άμεσα την ύπαρξη, την λειτουργία, καθώς και το εύρος της φήμης και του κύκλου εργασιών των ξενοδοχείων της ενάγουσας. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, θεωρώντας αφενός μεν ότι η ένδειξη "RIMONDI" είναι κοινόχρηστη ως τοπωνύμιο, που δεν έχει αποκτήσει διακριτική δύναμη και δεν έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα των ξενοδοχείων της ενάγουσας, προσδιορίζοντας αποκλειστικά και μόνο τις δικές της υπηρεσίες, αφετέρου δε, ότι η χρήση από τους εναγόμενους της ένδειξης αυτής δεν δύναται να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό περί συνεργασίας ή σχέσης μεταξύ των ξενοδοχείων των διαδίκων, ενώ έπρεπε να είχε δεχτεί την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα διαλαμβανόμενα παραπάνω.

Συνεπώς, οι τρεις λόγοι της έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είναι συναφείς μεταξύ τους και εκτιμώνται ενιαία, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν. 146/1914, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 125 του Ν. 4072/2012, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και ορθά δεν εφαρμόστηκαν. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη από το έτος 1990 εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο "PALAZZO RIMONDI" (ΠΑΛΑΤΣΟ ΡΙΜΟΝΤΙ) στην Παλαιά Πόλη του Ρεθύμνου, πλησίον της Ενετικής Κρήνης "Rimondi", από τις 10-11-2004 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το "domain name" (όνομα χώρου ή περιοχής) "...", από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011 εκμεταλλεύεται και δεύτερο ξενοδοχείο, με τον διακριτικό τίτλο "RIMONDI ESTATE" (ΡΙΜΟΝΤΙ ΕΣΤΕΪΤ), στην Παλαιά Πόλη του Ρεθύμνου, απέναντι από το προηγούμενο, για το οποίο από τις 20-7-2011 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το domain name "...", ενώ στις 3-12-2011 δημιούργησε και για τις δύο ξενοδοχειακές μονάδες, που αποτελούν ένα ενιαίο ξενοδοχειακό συγκρότημα, την εμπορική ονομασία (brand name) "Rimondi Boutique Hotels" και από τις 12-12-2011 κατοχύρωσε και χρησιμοποιεί στο διαδίκτυο το domain name "...", καθώς και την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου "...". Η αναιρεσείουσα εταιρία από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012, ξεκίνησε να λειτουργεί ξενοδοχειακή μονάδα στη Ν. Μαγνησία Ν. Ρεθύμνου, σε απόσταση περίπου 15 χλμ. από την πόλη του Ρεθύμνου, για τη λειτουργία της οποίας κατοχύρωσε σήμα, που περιλαμβάνει τις λέξεις "Rimondi Grand Hotel & Spa Resort", στις 19-7-2012 υπέβαλε αίτηση για την έγκριση του διακριτικού τίτλου "ΑΡ ΤΖΙ ΡΗΖΟΡΤ ΡΙΜΟΝΤΙ ΓΚΡΑΝΤ-GR RESORT RIMONDI GRAND", ενώ από τις αρχές του έτους 2012 δημιούργησε την ιστοσελίδα "...", που εν συνεχεία διαμορφώθηκε σε "..." και έκτοτε διατήρησε τη λέξη-ένδειξη "RIMONDI" και σε όλες τις επιγραφές, διαφημιστικά φυλλάδια και φωτογραφίες του ξενοδοχείου της. Όμως η χρήση της λέξης "RIMONDI" εκ μέρους των αναιρεσειόντων προκαλεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, αναφορικά με τη λειτουργία των ξενοδοχείων των διαδίκων, δεδομένου ότι η ως άνω λέξη-ένδειξη που αφορά ένα σημαντικό μνημείο της πόλης του Ρεθύμνου απέκτησε διακριτική δύναμη για την αναιρεσίβλητη, αφού η Ενετική Κρήνη ήδη από το 1990 συνδέθηκε με το πρώτο ξενοδοχείο της (από το 2011 και με το δεύτερο) λόγω της εγγύτητάς τους, της κοινής τοποθεσίας τους στο κέντρο της παλαιάς πόλης του Ρεθύμνου, αλλά και της ιστορικότητας αμφοτέρων, με αποτέλεσμα μέσω της συνεχούς χρήσης και της διαφήμισης αυτής της ένδειξης από την αναιρεσίβλητη, να επικρατήσει και καθιερωθεί διεθνώς στις συναλλαγές και στους συναλλακτικούς κύκλους της παροχής τουριστικών και ξενοδοχειακών υπηρεσιών ως διακριτικό γνώρισμα των ξενοδοχείων της, προσδιορίζοντας αποκλειστικά και μόνο τις δικές της υπηρεσίες και αποτελώντας σαφώς το κυρίαρχο στοιχείο στους διακριτικούς τίτλους της. Η χρήση της λέξης "RIMONDI" από τους αναιρεσείοντες συνιστά αντιγραφή του ως άνω προγενέστερου και πρωτότυπου διακριτικού γνωρίσματος της αναιρεσίβλητης στα ξενοδοχεία της "PALAZZO RIMONDI" και "RIMONDI ESTATE", η οποία έχει ως αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, να δημιουργείται σ' αυτό η απατηλή εντύπωση είτε ότι υπάρχει σχέση συνεργασίας μεταξύ των αντιδίκων επιχειρήσεων, είτε ότι υπάρχουν μεταξύ τους οργανωτικές και οικονομικές σχέσεις. Οι αναιρεσείοντες με την παράνομη χρήση του προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος της αναιρεσίβλητης στις επιχειρηματικές συναλλαγές τους προσβάλλουν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης στον διακριτικό τίτλο των ξενοδοχείων της, η οποία επιτείνεται από τη χρήση του "domain name" και της σχετικής ιστοσελίδας των αναιρεσειόντων στο διαδίκτυο, προέβησαν δε στην παράνομη χρήση αυτού του διακριτικού γνωρίσματος της αναιρεσίβλητης με πρόθεση να εκμεταλλευτούν τη μεγάλη φήμη, αποδοχή και αναγνώριση που απολάμβανε αυτή στο χώρο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών του ξενοδοχείου τους, μέσω της σύγχυσης που δημιουργήθηκε, σε βάρος των συμφερόντων και της φήμης της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1 και 13 του Ν. 146/1914, οι οποίες εφαρμόσθηκαν και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 125 του Ν. 4072/2012, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν. 146/1914. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/ 2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί της ύπαρξης αυτοτελούς ιδίου δικαιώματός τους χρήσης και εκμετάλλευσης του σήματος "RIMONDI GRAND HOTEL AND SPA RESORT", που κατοχύρωσαν με την υπ' αριθ. ...-2011 αίτησή τους, στο οποίο εμπεριέχεται η επίμαχη ένδειξη "RIMONDI". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η χρήση από τους αναιρεσείοντες της λέξης-ένδειξης "RIMONDI" στις επιγραφές του ξενοδοχείου τους "Rimondi Grand Resort και Spa" και στα domain name "..." και "...", συνιστά εμφανώς αντιγραφή του προγενέστερου και πρωτότυπου διακριτικού γνωρίσματος της αναιρεσίβλητης στα ξενοδοχεία της "PALAZZO RIMONDI" και "RIMONDI ESTATE", με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 446/ 2024, ΑΠ 1557/2023).

Εξάλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 902/2023, ΑΠ 703/ 2022, ΑΠ 1856/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο. Ωστόσο μετά την τροποποίηση του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, το ξενόγλωσσο από 7-8-2009 τιμολόγιο για την αμοιβή καταχώρησης των site "..." και "...", που προσκομίστηκε απ' αυτούς χωρίς επίσημη μετάφρασή του, από το οποίο προκύπτει ότι από την ανωτέρω ημεροχρονολογία κατοχυρώθηκε στο διαδίκτυο η ιστοσελίδα τους "...", η οποία άρχισε να λειτουργεί από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, γεγονός που αποδεικνύει περαιτέρω αφενός τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος τους στο επίδικο διακριτικό γνώρισμα "RIMONDI" μέσω του διαδικτύου (domain name) και αφετέρου τον ισχυρισμό τους περί παραγραφής της στηριζόμενης στις διατάξεις του Ν. 146/1914 επίδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν είναι χρήσιμο για την απόδειξη λυσιτελών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού α) δεν γίνεται επίκληση από τους αναιρεσείοντες πραγματικής χρήσης του επίμαχου διακριτικού γνωρίσματος "RIMONDI" προγενέστερης της χρήσης της αναιρεσίβλητης ήτοι πριν από το έτος 1990 και β) κατά τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες η ημερομηνία έκδοσης του άνω τιμολογίου (7-8-2009) δεν συμπίπτει χρονικά με την έναρξη λειτουργίας τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 της άνω ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, με την οποία οι αναιρεσείοντες συνδέουν τη γνώση της αναιρεσίβλητης για τη χρήση απ' αυτούς της επίμαχης διακριτικής ένδειξης. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3784/ 2009 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, οι αξιώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, για παράλειψη ή αποζημίωση, παραγράφονται μετά από δεκαοκτώ μήνες από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά πενταετία από την τέλεση της πράξης, ενώ για τις αξιώσεις αποζημίωσης ουδέποτε αρχίζει η παραγραφή πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη. Στην περίπτωση δε που η παράνομη κατάσταση έχει διάρκεια, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο προσβαλλόμενος έλαβε γνώση της προσβολής, έστω και αν η κατάσταση της προσβολής δεν έχει ακόμη περατωθεί αλλά συνεχίζεται. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι οι αξιώσεις προς παράλειψη ή αποζημίωση, που πηγάζουν από τον Ν. 146/1914 παραγράφονται μετά δεκαοκτώ μήνες από το χρονικό σημείο που ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, οπωσδήποτε δε μετά πενταετία από τότε που έγινε η πράξη. Επί καταστάσεων διαρκούς προσβολής (διαρκείς πράξεις, λ.χ. συνεχιζόμενη χρησιμοποίηση διακριτικού γνωρίσματος άλλου, αθέμιτη υποτίμηση) η παραγραφή της αξίωσης προς παράλειψη αρχίζει από το χρονικό σημείο της γνώσης του υπευθύνου προσώπου και της πράξης, δηλαδή, αφότου γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Η έναρξη της παραγραφής για καταστάσεις διαρκούς προσβολής τοποθετείται, συνεπώς, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο συνέτρεξαν τα ως άνω στοιχεία της γνώσης. Η δεκαοκτάμηνη παραγραφή της αξίωσης προς αποζημίωση αρχίζει από τη γνώση της πράξης του δράστη και της ζημίας. Και, τέλος, η παραγραφή της αξίωσης προς άρση και ανάκληση της προσβολής αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο προσβληθείς έλαβε γνώση της πράξης, του υπευθύνου προσώπου και της συνέχισης ή της δυνατότητας συνέχισης της επιβλαβούς κατάστασης (ΑΠ 932/2019).

Περαιτέρω, επί της παραπάνω δεκαοκτάμηνης βραχυπρόθεσμης παραγραφής, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 του ΑΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 261 του ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ τ.Α'74/20-3-2013), ορίζει: "1.Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει τη συζήτηση. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ. οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχής της αγωγής κλπ. Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 1567/2018).

Στην περίπτωση δε που μία πράξη παραβιάζει συγχρόνως τις ειδικές διατάξεις του ν. 146/1914, αλλά και τη γενική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διότι το προβάδισμα της εφαρμοστέας διάταξης καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής. Και τούτο διότι η σύντομη παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το δίκαιο των αδικοπραξιών (ΑΠ 2273/2014, ΑΠ 439/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 146/1914, δεχόμενο ότι η επίδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και ότι, ως εκ τούτου, η επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης, η οποία είχε προταθεί το πρώτον στο πρωτόδικο δικαστήριο είναι αβάσιμη. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 ν. 146/1914, οι αξιώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού για παράλειψη ή αποζημίωση, παραγράφονται δεκαοκτώ μήνες μετά από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά πενταετία από την τέλεση της πράξης, ενώ για τις αξιώσεις αποζημίωσης ουδέποτε αρχίζει η παραγραφή πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη, στην περίπτωση δε που η παράνομη κατάσταση έχει διάρκεια, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο προσβαλλόμενος έλαβε γνώση της προσβολής, έστω και αν η κατάσταση της προσβολής δεν έχει ακόμη περατωθεί αλλά συνεχίζεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση τόσο για την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου της πρώτης εναγόμενης (που έγινε κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012), όσο και των παράνομων ενεργειών των εναγόμενων, στις 15-9-2012, κατόπιν σχετικής ειδοποίησης - παραπόνου πελάτη της, κατά το χρονικό δε αυτό σημείο άρχισε και ο χρόνος παραγραφής της αξίωσής της. Η τελευταία άσκησε την κρινόμενη αγωγή της στις 19-12-2013 (η οποία επιδόθηκε σε αμφότερους στους εναγόμενους στις 30-12-2013), δηλαδή πριν συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των δεκαοκτώ μηνών που αναφέρθηκε, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγραφή της αξίωσής της (άρθρο 261 ΑΚ, όπως ισχύει), η νέα δε παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο (άρθρο 270 ΑΚ). Ενόψει των ανωτέρω, η σχετική νόμιμη ένσταση των εναγομένων περί παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας (άρθρα 19 ν. 146/1914, 247, 251, 272 ΑΚ), την οποία οι τελευταίοι προέβαλαν με τις προτάσεις που κατάθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής νόμιμης αντένστασης της ενάγουσας περί διακοπής του χρόνου παραγραφής (άρθρο 261 ΑΚ), που η τελευταία προέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 146/1914, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων για παράλειψη της χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος των ξενοδοχειακών μονάδων της επιχείρησής της, υπόκειται σε δεκαοκτάμηνη παραγραφή, η οποία άρχισε στις 15-9-2012, όταν η αναιρεσίβλητη το πρώτον έλαβε γνώση τόσο για την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου των αναιρεσειόντων (που έγινε τον μήνα Ιούλιο του 2012), όσο και για τις παράνομες ενέργειες αυτών. Δεδομένου δε του ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 30-12-2013 δεν είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα των δέκα οκτώ μηνών, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγραφή της επίδικης αξίωσης. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή