Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1424 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1424/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Χ. Φ., θυγ. του Θ. Μ. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζαφείρη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Δ. Κ., θυγ. του Θ. Μ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Θ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα που ανακάλεσε την από 3-12-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 742/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2019 μη οριστική και 20/2023 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η με αρ. κατ.20/10-5-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 20/9-3-2023 -εκδοθείσας αντιμωλία - τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, που επιδόθηκε στις 12-4-2023 στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα με επιμέλεια του 2ου αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως ακολούθως: Η νυν αναιρεσείουσα με την με αρ. κατ. 111/24-6-2015 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσίβλητων αδελφών της , εξέθετε ότι ο πατέρας τους Θ. Μ. με την ιδιότητα του αποκλειστικού κυρίου δύο ισογείων καταστημάτων μετά του οικοπέδου εμβαδού 247 τμ στην πόλη της Κέρκυρας, το 1972 με συμβολαιογραφικό προικοσύμφωνο, νομίμως μεταγραφέν, φέρεται να μεταβίβασε κατά κυριότητα και κατά τις διατάξεις του ν.3741/1929 στην ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) το ένα εκ των καταστημάτων, εμβαδού 33,75 τμ ότι ο Θ. Μ. απεβίωσε στις ...-1975 και με την από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία στις ...-1976, φέρεται αφενός να κατάτμησε το ως άνω οικόπεδο σε δύο τμήματα, ήτοι το ένα το ακάλυπτο, που το κατέλειπε κατ' ισομοιρία στους διαδίκους και το άλλο με τα καταστήματα , στο οποίο (δεύτερο) φέρεται να συνέστησε τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι α) το ένα κατάστημα , που άφησε στην 1η εναγομένη, β) το έτερο κατάστημα στο οποίο όρισε καταπιστευματοδόχο τον 2ο εναγόμενο και βεβαρυμένη με το καταπίστευμα την χήρα αυτού Α. και γ) το δικαίωμα καθ' ύψος επέκτασης άνωθεν των καταστημάτων, το οποίο κατέλειπε και στα τρία τέκνα του (διαδίκους) κατ' ισομοιρία ότι οι διάδικοι αποδέχθησαν ρητά με συμβολαιογραφικά έγγραφα την επαχθείσα ως άνω κληρονομία.
Περαιτέρω εκθέτει ότι α) το ως άνω προικοσύμφωνο είναι άκυρο, αφενός διότι κατά την κατάρτισή του δεν υφίστατο συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία , αφετέρου δεν συστάθηκε τοιαύτη με αυτό και ως εκ τούτου δεν μεταβιβάσθηκε έγκυρα το κατάστημα στην 1η εναγομένη και κατά συνέπεια παρέμεινε στην κληρονομιαία περιουσία του Θ. Μ., β) ότι και η προρρηθείσα διαθήκη είναι άκυρη γιατί δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από το χέρι του διαθέτη, αλλά απεναντίας είναι πλαστή, καταρτίσθηκε από τους κληρονόμους, αποτυπώνει δε την μεταξύ των κληρονόμων συμφωνία περί άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας, η δε κατάτμηση του οικοπέδου είναι άκυρη, γ) ότι το 1980 επειδή διαπίστωσαν τις ως άνω ακυρότητες οι διάδικοι μαζί με την μητέρα τους Α. συμφώνησαν ότι έκαστος κληρονομεί το 25% όλου του οικοπέδου μετά των καταστημάτων και για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι της κατέβαλαν μέχρι το 2015 το αντίστοιχο μέρος των εισπραττομένων μισθωμάτων από τα καταστήματα, που κατείχαν, δ) ότι στις 17-7-2007 άρχισε να λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο στην πόλη της Κέρκυρας, οπότε στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές το όλο ως άνω οικόπεδο καταχωρίσθηκε ως δύο γεωτεμάχια , ήτοι το με ΚΑΕΚ 24 054 29 75 014 εμβαδού 174 τμ, με δικαιούχους κυριότητας κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστο των διαδίκων , επί του οποίου βρίσκονται τρία κτίσματα εμβαδού 10,12 τμ , 7,13 τμ και 9,79 τμ και το με ΚΑΕΚ 24 054 29 75 018 εμβαδού 73 τμ, επί του οποίου καταχωρίσθηκαν τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες , ήτοι η με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/1 που αντιστοιχεί στο κατάστημα εμβαδού 33 τμ, μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας κατά τον Ιόνιο ΑΚ και δικαιούχο κυριότητας την 1η εναγομένη, με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/2 που αντιστοιχεί στο έτερο κατάστημα εμβαδού 38,81 τμ, μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας κατά τον Ιόνιο ΑΚ και δικαιούχο κυριότητας τον 2ο εναγόμενο και με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/3 που αντιστοιχεί στο δικαίωμα υψούν άνωθεν των καταστημάτων με δικαιούχους κυριότητας τους διαδίκους κατά ποσοστό 1/3 έκαστο. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε (κατά την αρίθμηση που η ίδια ακολουθεί στο αγωγικό δικόγραφο): Β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, Γ) να αναγνωρισθεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα εκ 25% επί του όλου οικοπέδου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν και επί των καταστημάτων, που κατακρατούν, να διαταχθεί η διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών ώστε να αποτυπωθεί το επίδικο οικόπεδο ως ένα γεωτεμάχιο, χωρίς οριζόντιες ιδιοκτησίες, με δικαιούχο κυριότητας την ενάγουσα κατά ποσοστό 25% με αιτία κτήσης την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή , να υποχρεωθούν ο μεν 2ος εναγόμενος να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 7,13 τμ, η δε 1η εναγομένη να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 9,79 τμ, που κατακρατούν , καθώς και να της καταβάλουν το ποσό των 300 ευρώ έκαστος μηνιαίως από 1-1-2015 ως αναλογούν μέρος των μισθωμάτων που εισπράττουν από την μίσθωση των καταστημάτων, Δ) επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν υπάρχει εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, να αναγνωρισθεί ότι είναι συγκύρια κατά ποσοστό 25% του όλου ως άνω ακινήτου δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενη τούτο συνεχώς και αδιατάρακτα από το 1980 έως το 2014, να υποχρεωθούν ο μεν 2ος εναγόμενος να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 7,13 τμ, η δε 1η εναγομένη να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 9,79 τμ, που κατακρατούν , καθώς και να της καταβάλουν το ποσό των 300 ευρώ έκαστος μηνιαίως από 1-1-2015 ως αναλογούν μέρος των μισθωμάτων που εισπράττουν από την μίσθωση των καταστημάτων και να διαταχθεί η διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών ώστε να αποτυπωθεί το επίδικο οικόπεδο ως ένα γεωτεμάχιο με δικαιούχο κυριότητας την ενάγουσα κατά ποσοστό 25% με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, Ε) επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία επί του καταστήματος με το προικοσύμφωνο, να διαταχθεί η διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με αποτύπωση ενός ενιαίου γεωτεμαχίου , επί του οποίου είναι συνεστημένες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες , ήτοι μία για το κατάστημα που έλαβε η 1η εναγομένη με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εκ 2,5% (όπως το υπολογίζει η ενάγουσα με βάση την αξία του καταστήματος σε σχέση με το όλο ακίνητο) και μία έτερη οριζόντια ιδιοκτησία για όλους τους υπόλοιπους χώρους με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εκ 97,5% και δικαιούχο κυριότητας την ενάγουσα κατά ποσοστό 25% και να υποχρεωθεί ο μεν 2ος εναγόμενος να της αποδώσει το 25% του καταστήματος , εμβαδού 38,81 τμ και του κτίσματος εμβαδού 7,13 τμ και το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2015 ως αναλογούν μέρος των μισθωμάτων που εισπράττει από την μίσθωση του καταστήματος, η δε 2η εναγομένη να της αποδώσει το 25% του κτίσματος των 9,79 τμ, που κατακρατεί , ΣΤ) επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία επί των καταστημάτων με το προικοσύμφωνο και μετέπειτα με την διαθήκη, να διαταχθεί η διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με αποτύπωση ενός ενιαίου γεωτεμαχίου , επί του οποίου είναι συνεστημένες τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες , ήτοι μία το κατάστημα που έλαβε η 1η εναγομένη με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εκ 2,5% (όπως το υπολογίζει η ενάγουσα με βάση την αξία του καταστήματος σε σχέση με το όλο ακίνητο) , μία έτερη οριζόντια ιδιοκτησία για το έτερο κατάστημα με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εκ 2,5% και μία τρίτη για όλους τους υπόλοιπους χώρους και το δικαίωμα υψούν με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου εκ 95% και δικαιούχο κυριότητας την ενάγουσα κατά ποσοστό 25% και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν το 25% και δη ο μεν 2ος εναγόμενος του κτίσματος εμβαδού 7,13 τμ , η δε 2η εναγομένη του κτίσματος των 9,79 τμ, που κατακρατούν, Ζ) επικουρικότερα, αν ήθελε κριθεί ότι με το προικοσύμφωνο και την διαθήκη έχουν συσταθεί δύο κάθετες ιδιοκτησίες επί του αρχικού οικοπέδου , να αποτυπωθεί τούτο στις πρώτες εγγραφές ως ενιαίο γεωτεμάχιο με δύο κάθετες , επί της μίας εκ των οποίων να φέρονται συνεστημένες τρεις επί καθέτου οριζόντιες ιδιοκτησίες και να καταχωρισθεί η ενάγουσα ως συγκυρία κατά ποσοστό 75% της οριζόντιας επί καθέτου ιδιοκτησίας που αντιστοιχεί στο δικαίωμα υψούν άνωθεν των δύο καταστημάτων και συγκύρια κατά ποσοστό 25% της έτερης κάθετης ιδιοκτησίας, που αντιστοιχεί στο ακάλυπτο μέρος του όλου οικοπέδου και Η) όλως επικουρικότερα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι ακριβής η καταχώριση στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές δύο γεωτεμαχίων και η σύσταση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών επί του ενός εξ αυτών, να διορθωθεί το ποσοστό συγκυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/3 στο γεωτεμάχιο σε 75%- και μετά την διόρθωση στην οποία προέβη πρωτοδίκως με την προσθήκη επί των προτάσεων σε 50%- και να καταχωρισθεί η ενάγουσα ως συγκύρια αυτής κατά ποσοστό 25%, να υποχρεωθεί ο 2ος εναγόμενος να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 7,13 τμ και να της καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2015 ως αναλογούν μέρος των μισθωμάτων που εισπράττει από την μίσθωση του καταστήματος, να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να της αποδώσει το 25% του κτίσματος εμβαδού 9,79 τμ και να της καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2015 ως αναλογούν μέρος των μισθωμάτων που εισπράττει από την μίσθωση του καταστήματος, και τέλος , σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018 , να αναγνωρισθεί ότι αυτή είναι συγκύρια κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφενός αρνήθηκαν τα θεμελιούντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά υποστηρίζοντας την ακρίβεια των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών και αφετέρου ειδικά η 1η εναγομένη προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/1 , καθώς και του τμήματος εμβαδού 9,79 τμ (επί του οποίου είναι το κτίσμα) του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 014 με έκτακτη χρησικτησία, β) την παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης , καθώς και της αξίωσης για απόδοση του 25% του επιδίκου ακινήτου και γ) επικουρικά, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης όλων των αξιώσεων της ενάγουσας. Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η 742/16-6-2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία, εκ των σωρρευθεισών αγωγών , η μεν αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η αγωγή περί κλήρου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι υπέπεσε σε παραγραφή, οι δε, τέλος, διεκδικητική και διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την με αρ. κατ.82/26-7-2017 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 30/10-5-2019 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί της διαθήκης. Επαναληφθείσας της συζήτησης , το ως άνω Δικαστήριο με την 20/9-3-2003 αντιμωλία τελεσίδικη απόφασή του, δηλ. την εν προκειμένω αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση αναφορικά μόνο με το κεφάλαιο της αναγνωριστικής ακυρότητας διαθήκης (ενώ ως προς τα λοιπά κεφάλαια απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν), εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και αφού διακράτησε και δίκασε την ως άνω σωρρευθείσα αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις ακόλουθες αυτολεξεί παρατιθέμενες -κατά το μέρος το ενδιαφέρον κατά τα κατωτέρω αναιρετικό έλεγχο - παραδοχές : "Με το υπ' αριθμ. .../1961 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ν. Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στο τόμο 133 και με αυξ. αριθμό 12225, ο Θ. Μ., πατέρας των διαδίκων, απέκτησε την κυριότητα, κατά τον τίτλο κτήσεως: "από δύο ισόγεια καταστήματα ήτοι το ιχθυοπωλείο και το παραπλεύρως παντοπωλείο, συνολικής προσόψεως επί της οδού ... μέτρων γραμμικών 11, μεθ' όλων των όπισθεν αυτών και καθ' όλον το βάθος της περιοχής ταύτης υπαρχόντων κεκαλυμμένων και ακάλυπτων χώρων συμπεριλαμβανομένης και της αυλής και μετά του δικαιώματος αέρος και υψούν υπεράνω των δύο τούτων καταστημάτων και υπεράνω της όπισθεν αυτών και καθόλων το βάθος κεκαλλυμμένων ή ακαλύπτων χώρων της άλλοτε διωρόφου μετ' ισογείων και αυτής οικίας ως και υπεράνω της αυλής, εφόσον τούτο επιτράπη υπό των αρμοδίων Αρχών μετά του οικοπέδου των, των φύσει και νόμο ή τέχνη παραρτημάτων, προσαυξημάτων ή παρακολουθημάτων αυτών και μετά παντός ετέρου συμπαρομαρτούντος δικαιώματος των προσωπικού και πραγματικού επ' αυτών και εξ αυτών απορρεόντων". Στους δικαιοπαρόχους του Ι., Κ., Α. και Θ. Κ. του Α., είχε περιέλθει το προπεριγραφέν ακίνητο, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 324,75 τ.μ., από κληρονομιά του πατέρα τους, Α. Δ. Κ., που απεβίωσε το έτος 1943, και στον τελευταίο είχε περιέλθει με το υπ' αριθ. ...-1931 συμβόλαιο διανομής, του άλλοτε συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γ. Τ., νομίμως μεταγραφέν, δυνάμει της οποίας περιήλθε σ' αυτόν: "Διώροφος οικία μετά δύο ισογαίω μαγαζείων και αυλής ....". Το ανωτέρω ακίνητο, ήτοι η διώροφος κατοικία, κατά το χρόνο κατάρτισης του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας, είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου,.... Εν συνεχεία, ο ίδιος (πατέρας των διαδίκων), με το υπ' αριθ. ...-1972 προικοσύμφωνο, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Ν. Λ., το οποίο στις 19-10-1976 μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 311 με αύξοντα αριθμό 26547, μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη "ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού μέτρων τριάκοντα 30 περίπου, όπερ αποτελεί ιδία κεχωρισμένη οριζόντιον ιδιοκτησίαν συμφώνως τω Νόμω 3741/1929, κείμενον εν Κερκύρα του Δήμου Κερκυραίων και επί της οδού ... εφ' ης έχει είσοδον και φέρει τον αριθμόν ... συνορευόμενον εν συνόλω γύρωθεν επί της προσόψεως με την ρηθείσαν οδόν ..., εκ μιάς πλευράς με έτερον κατάστημα ιδιοκτησίας του ίδιου (χρησιμοποιούμενον νυν ως πρατήριον άρτου υπό του μισθωτού Α. Ι.) εκ της έτερας πλευράς με κατάστημα ιδιοκτησίας Σ. (Ι. - δυσανάγνωστο), χρησιμοποιούμενον ως κρεωπολείον, και εκ της οπίσθιας πλευράς με οικόπεδον του ίδιου Θ. Μ.". Με το ως άνω συμβόλαιο ο παρέχων, Θ. Μ., υπήγαγε τη συγκείμενη εκ δύο καταστημάτων οικοδομή, χωρίς τη χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, ώστε, χωρίς να απαιτείται διπλή μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου, η πρώτη εναγόμενη κατέστη αποκλειστική κυρία του ως άνω καταστήματος, και ήδη οριζόντιας ιδιοκτησίας... Παρέπεται δε, ότι η αναγραφή στο ως άνω προικοσύμφωνο ότι τούτο "αποτελεί ιδίαν κεχωρισμένην οριζόντιον ιδιοκτησίαν σύμφωνα με το ν. 3741/1929", ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, δοθέντος ότι ακόμη κι εάν όντως η προϋφιστάμενη στο οικόπεδο διώροφη οικοδομή είχε υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τον Ιόνιο Κώδικα, μετά από την καταστροφή αυτής (οικοδομής), κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία είχε καταργηθεί... Επομένως, όταν ο πατέρας των διαδίκων, Θ. Μ., απεβίωσε στις ...-1975, και άφησε πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγο του Α. Μ. και τα τρία τέκνα του, ήτοι την ενάγουσα και τους δύο εναγόμενους, το ως άνω κατάστημα δεν άνηκε στην περιουσία του και στην κληρονομιά που περιήλθε σ' αυτούς. Ακολούθως, με την επίδικη από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη, την οποία προβάλλει η ενάγουσα ως πλαστή, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. ...-1976 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 42/1976 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, ο Θ. Μ. εγκατέστησε κληρονόμους του τους διαδίκους ως εξής: "Ιδιόγραφος διαθήκη. Στην Κέρκυρα σήμερα 16 Οκτωβρίου 1975 εγώ ο Θ. Μ. που στέκω καλά στα μυαλά μου γράφω τη διαθήκη μου. Μετά το θάνατόν μου θέλω από όλη την περιουσία μου ο γιός μου Α. Μ. να πάρη 1) το Ξενοδοχείο ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ που είναι στη Κέρκυρα όπως είναι και στέκη όλο το κέρδος μου. 2) να πάρη όλο το οικόπεδο δηλαδή όλα τα δικαιώματα που έχω στο πατρογονικό οικόπεδο που στέκει στην τοποθεσία Τιμοξένου μέσα στην πόλι Κέρκυρα και παραδίπλα από το Ξενοδοχείο μου διότι ο Α. είναι ο μόνος γυός μου 3) ακόμη ο Α. να πάρη το σπίτι μου στο δρόμο ... στον 2° όροφο που αποτελείται από 4 δωμάτια και άλλους χώρους. Η κόρη μου Ε. που είναι παντρεμένη με τον αξιωματικό Δ. Κ. θέλω να πάρη το μαγαζί που είναι νοικιασμένο στον Π. που πουλάει παπούτσια και είναι στον δρόμο της ... Στην άλλη μου κόρη Ε. την καθηγήτρια της αφήνω το διαμέρισμα που είναι από διο δωμάτια στο ισόγειο και στην οδό ... Στον δρόμο της ... που είναι δυο μαγαζιά το ένα της κόρης μου Ε. και το άλλο δικό μου, τούτο το μαγαζί το αφήνω στη γυναίκα μου Α. το οικόπεδο που είναι κτισμένα τα μαγαζιά και τον αέρα το αφήνω από ίσια μερίδια και εξ αδιαιρέτου εις όλα τα πεδιά μου. Ακόμη στην γυναίκα μου αφήνω και το μαγαζί που είναι νοικιασμένο στον Γ. Μ. και είναι στον δρόμο Βουλγέρεος, ώστε να πέρνη ενοίκια και να έχη να ζει. Όλα όσα αφήνω στην γυναίκα μου τα αφήνω με την πρoιπόθεσιν ότι μετά τον θάνατον της να τα πέρνη ο γιός μου Α. χωρίς μέχρι του θανάτου τις να μπορεί να τα πούληση διότι θέλω να περιέλθουν μετά τον θάνατον τις εις τον γιον τις Α. Μ. Στις κόρες μου δίνω τα παραπάνω επειδή η Ε. προικίσθηκε και η Ε. σπούδασε τόσα χρόνια στην Αθήνα. Όλη η κοινή μου περιουσία να την πάρι ο γιός μου Α. θέλω τα πεδιά μου και οι γαμβροί μου να είναι όλοι μεταξύ τους αγαπημένοι και να προσέχουν την γυναίκα μου και τον Α. Κέρκυρα ...- 1975 Θ. Μ.". Η ως άνω διαθήκη, έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον διαθέτη, πατέρα των διαδίκων, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας - εκκαλούσας. Η κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ένδικη διαθήκη γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε εξ ολοκλήρου από το διαθέτη, με το χέρι του, δεν αναιρείται ούτε από το περιεχόμενο της γραφολογικής έκθεσης, που συνέταξε η διορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας, Ε. Δ., η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η ένδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογράφει από τον διαθέτη. Συγκεκριμένα, η παραπάνω πραγματογνώμονας, αντιπαραβάλλοντας υπογραφικά δείγματα από α)....β) ......γ) ....δ) ....δ) .....ε) .....και στ) το φωτοτυπικό αντίγραφο από το 16-09-1975 ιδιωτικού συμφωνητικού (τα δύο τελευταία προσκομίσθηκαν από τους εναγόμενους), στηρίζει την προαναφερόμενη κρίση της σε διαφορές που εντοπίζει στο τρόπο υπογραφής της διαθήκης, σε σχέση με τον τρόπο υπογραφής του διαθέτη στα γνήσια έγγραφα του, ότι αφορά το γραφοκινητικό επίπεδο, τον γραφικό αυθορμητισμό και τη φυσικότητα χάραξης και το περίγραμμα των ιχνών. Πλην, όμως, το πόρισμά της δεν κρίνεται πειστικό γιατί, καίτοι αναφέρει ότι έλαβε υπόψιν της το υπό στοιχείο στ' έγγραφο, που είναι το πλησιέστερο χρονικά με την ημερομηνία σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης, δεν αναλύει τις τυχόν υφιστάμενες διαφορές ή ομοιότητες που υπάρχουν με το γραφικό χαρακτήρα του διαθέτη, η υπογραφή του οποίου φέρει σημαντικές ομοιότητες με του διαθέτη στην επίμαχη διαθήκη, στηρίζεται δε για την κρίση της σε υπογραφικά δείγματα, που τέθηκαν δέκα και πλέον έτη προγενέστερα από την επίμαχη διαθήκη. Επίσης, σχετικά με τη διαφορά που η πραγματογνώμονας εντοπίζει στην κλίση των γραμμάτων, μεταξύ της υπό έλεγχο και των γνησίων υπογραφών του διαθέτη, (το επίδικο δείγμα φέρει κλίση προς τα δεξιά, ενώ στα αυτόγραφα επικρατεί η κλήση·, προς τα αριστερά), τονίζεται ότι, από την απλή επισκόπηση των σαράντα μίας (41) υπογραφών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, άλλες εμφανίζουν κλίση προς τα δεξιά και άλλες προς τα αριστερά. Η κρίση, όμως, του Δικαστηρίου, περί γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, επιβεβαιώνεται και απ' άλλα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία ήδη από το 1976, με την επιμέλεια της μητέρας των διαδίκων, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η οποία στην ένορκη κατάθεσή της αναφέρει "Πιστεύω ότι ο σύζυγός μου διέθεσε την περιουσία του με την Διαθήκη που άφησε και την δημοσίευσα εγώ και χωρίς καμία διάθεση να αδικήσει κανένα από τα παιδιά μας". Εξάλλου, κατά την κήρυξη της προσβαλλόμενης διαθήκης ως κύριας, πριν από σαράντα (40) έτη από την έγερση της ένδικης αγωγής, δύο μάρτυρες, οι οποίοι ήταν συνεργάτες του διαθέτη (μισθωτές), ήρχοντο σε συναλλακτική επαφή μαζί του και δεν είχαν σχέση με την ένδικη διαφορά, ο Γ. Μ. του Σ. και ο Σ. Ι. του Ν., αναγνώρισαν τη γραφή και την υπογραφή του διαθέτη. Εκτός τούτων, η ίδια η ενάγουσα, που βάλει με την κρινόμενη αγωγή κατά της εγκυρότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, μετά την έναρξη της αντιδικίας με τους εναγόμενους, με το υπ' αριθ. ...-2018 συμβόλαιο γονικής παροχής, της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Ν. Λ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα της, Α. Φ., την κυριότητα του κειμένου ενταύθα επί της οδού ... ισογείου διαμερίσματος, του οποίου έγινε κυρία με την υπ' αριθμ. ...-1976 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά που περιήλθε σ' αυτήν, δυνάμει της προσβαλλόμενης διαθήκης. Ήτοι μεταβίβασε στη θυγατέρα της ακίνητο, ως αποκλειστική κυρία, καίτοι σύμφωνα με τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, εφόσον είναι άκυρη η προσβαλλόμενη διαθήκη, αυτή είναι συγκυρία τούτου μόνο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Επομένως, πρέπει η σωρευμένη υπό στοιχείο Α αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της από ...-1975 ιδιόγραφης διαθήκης του Θ. Μ., να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι άπαντες οι διάδικοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα, με την ως άνω διαθήκη, κληρονομιά δυνάμει των υπ' αριθ. ..., ... και ...-1976 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Α. Π. και μεταγράφηκαν στις 11-01-1977 νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 319 με αυξ. αριθ. 26931, 26932 και 26933, αντιστοίχως. Από την μεταγραφή δε τούτων επήλθαν οι κάτωθι μεταβολές: I. το ακίνητο του δικαιοπαρόχου τους χωρίσθηκε σε δύο αυτοτελή τμήματα α) ένα γεωτεμάχιο, εμβαδού 174 τ.μ., (ήδη με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 014/0/0), επί της οδού 1η Πάροδός ..., στο οποίο είναι συγκύριοι οι διάδικοι κατ' ισομοιρίαν, ήτοι κατά ποσοστό 33,3333% εξ' αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, και ββ) ένα γεωτεμάχιο, εμβαδού 73 τ.μ., (ήδη με αριθ. ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/0), επί της οδού ..., II. συνεστήθη, με βάση τις διατάξεις της ιδιόγραφης διαθήκης, περαιτέρω απ' όλους τους συγκυρίους οροφοκτησία, αποτελούμενη από τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες αα) ήτοι η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/1 και στοιχεία κτίριο 1 - εμβαδού 33,70 τ.μ., χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με αποκλειστική κυρία την πρώτη εναγόμενη, ββ) η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/2 εμβαδού 38,810 τ.μ., χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με αποκλειστικό κύριο τον δεύτερο εναγόμενο και γγ) η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/3 οριζόντια ιδιοκτησία (δικαίωμα υψούν), χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με συγκυρίους κατ' ισομοιρίαν τους διαδίκους. Η ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα, ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη διαθήκη δεν επήλθε κατάτμηση του οικοπέδου σε δύο τεμάχια. Πλην, όμως, η βούληση του διαθέτη να κατατμήσει το ακίνητο, προκύπτει από το ίδιο κείμενο της διαθήκης στο οποίο, χωρίς τη ρητή αναφορά στη λέξη κατάτμηση, περιγράφει δύο ακίνητα ήτοι: "Στον δρόμο της ... που είναι δυο μαγαζιά το ένα της κόρης μου Ε. και το άλλο δικό μου, τούτο το μαγαζί το αφήνω στη γυναίκα μου Α. το οικόπεδο που είναι κτισμένα τα μαγαζιά και τον αέρα το αφήνω από ίσια μερίδια και εξ αδιαιρέτου εις όλα τα πεδιά μου". Προς τούτο και η ενάγουσα, με την υπ' αριθμ. ...-1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Π., αποδέχθηκε δικαιώματα (κυριότητας και υψούν) σε δύο ακίνητα ήτοι: "2) Το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου μετά του αντιστοιχούντος αυτώ δικαιώματος αέρος και υψούν απεριορίστως εμβαδού 170 τμ εν τη πόλει της Κέρκυρας του Δήμου Κερκυραίων και παρά την οδόν ... αριθμός ..., συνορευομένου με την ανωτέρω οδόν ... με αδιέξοδον στενωπόν, με ιδιοκτησίαν Σ. Ζ. και με καταστήματα ιδιοκτησίας της Ε. συζ. Δ. Κ. και Α. χήρας Θ. Μ., και 3) το 1/3 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος αέρος και υψούν απεριορίστως των δύο παρακειμένων του ανωτέρω ακινήτου ισογαίων καταστημάτων, ιδιοκτησίας του ενός εξ αυτών Ε. συζύγου Δ. Κ. και του ετέρου της μητρός της Α. χήρας Θ. Μ., συνολικού εμβαδού με εγγίζουσα 70 και συνορευόμενον με την οδόν ..., με το ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενον ακίνητον και με αδιέξοδον στενωπόν και ιδιοκτησίαν Σ. Ζ.". .....οι διάδικοι εξακολουθούν να είναι συγκύριοι του όλου ακινήτου των 174 τ.μ., που προήλθε από την κατάτμηση, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο...... Β) κατά την κτηματογράφηση της περιοχής του Δήμου Κερκυραίων προέβη νομίμως σε δήλωση για την κτηματογράφηση του ακινήτου της και κατόπιν της δηλώσεώς της αυτής το μείζον ακίνητο (το οποίο τώρα ζητεί να καταχωρισθεί ως ενιαίο) αποτυπώθηκε σε δύο ξεχωριστά ακίνητα ήτοι ι) ένα γεωτεμάχιο, με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 014/0/0 εμβαδού 174 τ.μ., επί της οδού 1η Πάροδος ... και ποσοστό συγκυριότητας οι διάδικοι κατά ποσοστό 33,3333% έκαστος εξ αυτών, με τίτλο κτήσεως τις υπ' αριθ. ..., ... και ...-1976 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Π., με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της, 054 20 75 018/0/0 γεωτεμάχιο, εμβαδού 73 τ.μ. , επί της οδού ..., έχουν δε καταχωρηθεί σ' αυτό τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες α) η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/1 και στοιχεία κτίριο 1 - εμβαδού 33,70 τ.μ., χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με αποκλειστική κυρία την πρώτη εναγόμενη, με τίτλο κτήσεως το με αριθμό .../1972 προικοσύμφωνο, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ν. Λ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 311 και με αυξ. αριθ. 26547, β) η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/2, εμβαδού 38.810 τ.μ., χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με αποκλειστικό κύριο τον πρώτο εναγόμενο, με τίτλο κτήσεως την με αριθμό .../1992 αποδοχή κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Μ. Σ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 890 και με αυξ. αριθ. 55624 και γ) η με αριθμό ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/3 οριζόντια ιδιοκτησία (δικαίωμα υψούν), χωρίς ποσοστό συγκυριότητας στο γεωτεμάχιο, με συγκυρίους κατ' ισομοιρίαν τους διαδίκους, δυνάμει των υπ' αριθ. ..., ... και ...-1976 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Α. Π., και μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 319 με αυξ. αριθ. 26931, 26932 και 26933, αντιστοίχως .....Πέραν δε της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου, ήτοι της έλλειψης συμφωνίας να νέμονται από κοινού και κατ' ισομοιρίαν το ενιαίο ακίνητο, ως συγκύριοι οι διάδικοι, μία τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την κατάργηση της συσταθείσας με το ως άνω προικοσύμφωνο οροφοκτησίας, αφού .....η οροφοκτησία δεν μπορεί να καταργηθεί με έκτακτη χρησικτησία. .... ....Επίσης, η σωρευμένη αγωγή διόρθωσης των εσφαλμένων κτηματολογικών εγγραφών, προκειμένου να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, ώστε να εμφαίνονται τα δύο γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 014/0/0, εμβαδού 174 τ.μ., και ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/0), εμβαδού 73 τ.μ., ως ένα ενιαίο γεωτεμάχιο με ένα ΚΑΕΚ, και να αναφέρεται αυτή (ενάγουσα) ως συγκυρία τούτου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με αιτία κτήσης την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (υπό στοιχείο Β αίτημα), άλλως την έκτακτη χρησικτησία (υπό στοιχεία Γ αίτημα), καθώς και τα σωρευμένα υπό στοιχείο Δ, Ε και ΣΤ αιτήματα, με τα οποία ζητεί να διορθωθούν οι πρώτες εγγραφές, ώστε τα δύο ως άνω γεωτεμάχια να αποτυπωθούν και πάλι ως ένα ενιαίο, με τις περαιτέρω καταρτισθείσες οριζόντιες άλλως κάθετες (χωριστές) ιδιοκτησίες, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού όπως αναφέρεται, με τις αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις επήλθε η κατάτμηση του ακινήτου, και ως εκ τούτου οι πρώτες εγγραφές, που το αποτυπώνουν δύο ακίνητα με δύο διαφορετικά ΚΑΕΚ δεν είναι εσφαλμένες......"
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 §1 εδαφ. β', 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Έξαλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης. Οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη (πολιτική ή ποινική) δεν αποτελούν ιδιαίτερες κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται (ΑΠ 971/2012, ΑΠ 833/2007). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 1087/2015, ΑΠ 649/2012, ΑΠ 1824/2009). Τέλος, ο ορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας δικαιούται προς διακρίβωση του αντικειμένου για το οποίο η έρευνα και το σχηματισμό της κρίσης του , να λάβει υπόψη του κάθε φύσης έγγραφα και πέραν εκείνων, τα οποία με την απόφαση που τον διόρισε διατάχθηκε να τεθούν στην διάθεσή του, χωρίς από καμία διάταξη να επέρχεται ακυρότητα της γνωμοδότησής του. Τα έγγραφα, όμως, αυτά αναγκαίως πρέπει να προσαχθούν κατά την μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης συζήτηση στο Δικαστήριο, για να μπορέσει τούτο να κατανοήσει την έκθεση, ελέγξει αυτή, κρίνει και αποφασίσει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, διότι το Εφετείο, για την μόρφωση δικανικής πεποίθησης αναφορικά με το κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης του Θ. Μ., έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ. του Σ. και Σ. Ι. του Ν., παρόλο που ουδείς διάδικος τις επικαλέσθηκε και τις προσκόμισε ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός, που εδράζεται στην διάταξη του άρθρου 559 αρ.11β ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι οι εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις περιλαμβάνονται στα ...-1976 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που όλοι οι διάδικοι επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και τα προσκόμισαν, δόθηκαν δε στα πλαίσια της δίκης δημοσίευσης και κήρυξης κυρίας της από ...-1975 ιδιόγραφης διαθήκης του Θ. Μ., στην δε δίκη ενώπιον του Εφετείου ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Με τον δε δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, επικαλούμενη την αυτή πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη το από 16-9-1975 μισθωτήριο συμφωνητικό, ενώ ουδείς διάδικος το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι το ως άνω έγγραφο περιλαμβάνεται στο παράρτημα της με αρ. εκθ. κατ. 1/11-2-2021 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, την οποία , μάλιστα, επικαλέσθηκε η ίδια η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αναφέρεται δε σε αυτό η πραγματογνώμονας στην ως άνω έκθεσή της ως συγκριτικό δείγμα υπογραφής και μάλιστα ως το πλέον εγγύτερο χρονικά στην διαθήκη , προκειμένου να διαμορφώσει το πόρισμά της.
IV. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 581/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διάταξης του άρθρου 340 §2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το Δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 1226/2022).
Εξάλλου, για τη θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε (έγγραφο) δεν θεωρείται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 581/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί του ότι η από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του Θ. Μ. είναι γνήσια, δεν έλαβε υπόψη την με αρ. εκθ. κατ. ...-2021 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και τούτο το συμπεραίνει (η αναιρεσείουσα) από το ότι η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρει ότι α) η πραγματογνώμονας δέχεται ότι η διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον διαθέτη, ενώ από το κείμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι αυτή ουδόλως απεφάνθη για την γραφή του κειμένου της διαθήκης , ελλείψει δειγμάτων γραφής, παρά μόνο για την υπογραφή και β) δεν έγινε σύγκριση και παραλληλισμός της υπογραφής του διαθέτη επί του από 16-9-1975 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης , ενώ στην πραγματικότητα έγινε με άλλα 15 δείγματα υπογραφής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκε υπόψη η με αρ. εκθ. κατ. ...-2021 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου από τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, που μάλιστα αποκρούουν το πόρισμα της πραγματογνώμονα, ουδεμία απολύτως καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία εκτίμησε ελεύθερα. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί του ότι άλλα αναφέρει η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και άλλα δέχεται το Εφετείο ότι αναγράφει ταύτη, αρμόζουν στον από του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο( παραμόρφωση εγγράφου ) , ο οποίος, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι έγγραφο.
V. Kατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το Δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών, ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022 ).
VI. Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 413/2024,ΑΠ 175/2020). Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ' άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021). Ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης αυτός, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 413/2024, ΑΠ 1183/2021).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του Δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 413/2024). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
VIΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ. Επομένως, αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος έχει τιμηθεί με τη διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της, οφείλει να αποδείξει ότι η διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 413/2024), εκτός αν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, δηλαδή, αν η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία και πέρασαν πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε αυτή τεκμαίρεται γνήσια και το βάρος απόδειξης της έλλειψης ενός από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της μετατίθεται στον ενάγοντα. Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει, όταν έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε, χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη. Δεν αποκλείεται όμως προβολή και τέτοιου αυτοτελούς περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού πέραν της απλής αμφισβήτησης της γνησιότητας της. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποίαν ο ενάγων δεν περιορίζεται στην απλή αμφισβήτηση της ιδιόχειρης εκ μέρους του διαθέτη γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής της διαθήκης, αλλά την προσβάλλει και ως πλαστή, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης του περί πλαστότητας ισχυρισμού του (ΑΠ 413/2024, ΑΠ 463/2019, ΑΠ 988/2017, ΑΠ 781/2015).
Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο , όσον αφορά το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης περί της αγωγής αναγνωριστικής ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης που σωρεύτηκε στο αγωγικό δικόγραφο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη από το Εφετείο κατά τα ανωτέρω, την πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του Θ. Μ., που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία το 1976, είναι γνήσια γιατί εξ ολοκλήρου γράφηκε και υπογράφηκε από το χέρι του διαθέτη, στηριζόμενο σε δικαστικά τεκμήρια συναγόμενα α) από την ένορκη κατάθεση της χήρας του θανόντος και β) από το ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) το 2018 μεταβίβασε με γονική παροχή στην θυγατέρα της ακίνητο που περιήλθε σε αυτή (ενάγουσα) εκ κληρονομίας του πατέρα της Θ. Μ. δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης. Ο λόγος αυτός, ακόμη και αν ήθελε εκληφθεί κατά τη νοηματική του εκτίμηση ως εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα -υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου-, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος πέραν της πενταετίας από την κήρυξη κυρίας της επίδικης διαθήκης (σχεδόν 40 έτη έχουν παρέλθει μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής), χωρίς ουδόλως να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της, η ως άνω διαθήκη τεκμαίρεται γνήσια και όφειλε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να αποδείξει το αντίθετο ή ακόμη ότι είναι πλαστή, δικονομικό βάρος στο οποίο κατά τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν ανταποκρίθηκε , οπότε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ κρίνοντας την διαθήκη γνήσια και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Όσον αφορά τον 18ο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει το αυτό κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν συνήγαγεν πλήρη δικανικήν πεποίθησιν...ποιος έγραψεν και υπέγραψεν την επίδικον ιδιόγραφον διαθήκην" και ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επίσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός ένεκα αοριστίας, επειδή δεν διαλαμβάνει τα αναγκαία για την θεμελιώσή του στοιχεία κατά τα εκτιθέμενα στην παρ. VI της παρούσας, αφετέρου ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με τις ως άνω εκτιθέμενες (στην παρ. ΙΙ της παρούσας) παραδοχές του, απεφάνθη πλήρως αιτιολογημένα ότι η διαθήκη γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον διαθέτη.
VIII. Περαιτέρω, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο με παράγωγο τρόπο, για να μη στερείται της νόμιμης βάσης της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, α) την μεταβιβαστική της κυριότητας ακινήτου συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, β) το ότι η συμφωνία αυτή περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο και υπεβλήθη σε μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου ή εφόσον λειτουργεί το σύστημα δημοσιότητας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο, σε καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου και γ) ότι ο μεταβιβάσας την κυριότητα στον ενάγοντα ήταν κύριος του ακινήτου και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και τον τρόπο που απέκτησε την κυριότητα ο μεταβιβάσας και αν είναι παράγωγος το αυτό και για τον δικαιοπάροχό του μέχρι πρωτότυπης κτήσης (ΑΠ 1753/2012). Ως νόμιμη αιτία για την μεταβιβαστική της κυριότητας ακινήτου συμφωνία κατά τα άρθρα § 1, 1412 εδ.β, 1413 και 1414 του ΑΚ( όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση με το άρθρο 15 § 2 του Νόμου 1329/1983 των διατάξεων ολόκληρου του Έκτου Κεφαλαίου του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα αυτού), είναι η προίκα δηλ. "η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παρεχομένη εις τον άνδρα περιουσία προς ανακούφισιν των βαρών του γάμου"( ΑΠ 1928/1988), η οποία αποτυπωνόταν εγγράφως στο προικοσύμφωνο ή προικοσυμβόλαιο. Η προίκα που αφορούσε ακίνητα διακρίνονταν α) σε "αδιατίμητη" όταν η διοίκηση και επικαρπία ανήκε στον άνδρα και η "ψιλή κυριότητα" στην γυναίκα (ΑΚ 1412 εδ.β και 1414) και β) σε "διατετιμημένη" όταν η κυριότητα των προικώων ακινήτων μεταβιβαζόταν αποκλειστικά στον άνδρα (ΑΚ 1413)(ΑΠ 1079/2012). Κατά μεν το άρθρο 56 εδ.α-β του ν.1329/1983 "Οι προίκες που έχουν ήδη συσταθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου αποδίδονται στη γυναίκα. Από το χρονικό αυτό σημείο η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα.", κατά δε το άρθρο 57 εδ.α-β του ιδίου νόμου "Από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως χωρίς την καταβολή οποιοδήποτε φόρου ή τέλους, την κυριότητα των πραγμάτων που δόθηκαν στον άνδρα για προίκα κατά κυριότητα και σώζονται στην περιουσία του."
Στην προκείμενη περίπτωση με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, διότι αναφορικά με την κρίση του ότι μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του ενός καταστήματος στην 1η εναγομένη, αρκέσθηκε για την εφαρμογή του σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος και δη παρέλειψε να αναφέρει τη νόμιμη αιτία της μεταβίβασης , ως και το εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, όπως παρατίθενται αυτολεξεί στην παρ. ΙΙ της παρούσας, το Εφετείο , έστω και με εσφαλμένη και ελλιπή διατύπωση, σωστά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, καθώς αναφέρει όλα τα αναγκαία ως άνω στοιχεία , μεταξύ των οποίων ως νόμιμη αιτία της μεταβίβασης του ισογείου καταστήματος στην 1η εναγομένη, την προίκα με την χρήση του όρου "προικοσύμφωνο"- χωρίς βέβαια να κάνει διάκριση μεταξύ αδιατίμητης και διατετιμημένης, που όμως μετά το ν.1329/1983 και την αυτοδίκαιη επαναφορά των προικώων στην γυναίκα, στην προκείμενη περίπτωση είναι αδιάφορη- και ως μεταβιβασθέν εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου, την κυριότητα, με την φράση "η πρώτη εναγόμενη κατέστη αποκλειστική κυρία του ως άνω καταστήματος", παρόλο που πρωτύτερα παρέλειψε να αναφέρει ρητά τον όρο " ψιλή κυριότητα" στην φράση " με το υπ' αριθ. ...-1972 προικοσύμφωνο, του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Ν. Λ., το οποίο στις 19-10-1976 μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 311 με αύξοντα αριθμό 26547, μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη "ένα ισόγειο κατάστημα ..."". Σημειωτέον ότι εν προκειμένω είναι αδιάφορο το ότι η 1η εναγομένη απέκτησε αρχικά την ψιλή κυριότητα με βάση τις διατάξεις των προΪσχυσάντων άρθρων 1412 εδ.β και 1414 ΑΚ και με το άρθρο 56 εδ.α-β του ν.1329/1983 την πλήρη κυριότητα. Κατά συνέπεια ο 4ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IΧ. Η οριζόντια ιδιοκτησία αποτελεί ιδιαίτερη μορφή κυριότητας, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ και το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' όροφον", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, αποτελείται δε από δύο στοιχεία, τη χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου, υφιστάμενης ή μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής και την αναγκαστική συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Η εν λόγω αναγκαστική συγκυριότητα ρυθμίζεται αφενός από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και αφετέρου από τις γενικές διατάξεις του ΑΚ περί συγκυριότητας (1113 επ. ) και περί κοινωνίας (785 επ.), μεταξύ των οποίων και αυτής του άρθρου 792 ΑΚ , που απαγορεύει ουσιώδη μεταβολή του κοινού, ως τέτοιας νοουμένης της ποιοτικής μεταβολής που αφορά τη φύση, τη μορφή και τον οικονομικό σκοπό του κοινού (ΑΠ 1292/1993) , όπως πχ. την κατάτμηση, χωρίς την συμφωνία όλων των κοινωνών, που αν αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (ΑΚ 369) και να μεταγραφεί ή καταχωρισθεί στο ΕΚ, μη αρκούσης της απόφασης της πλειοψηφίας. Ως όροφος ή διαμέρισμα νοείται το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει χρήση (ΑΠ 564/2015), όπως πχ. το κατάστημα.
Επιπλέον, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 3, 4, 5, 8 § 1, 9 και 13 του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ και 11 του ν. 2664/1998 προκύπτει ότι το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής, είτε προς τα άνω με την προσθήκη νέων ορόφων ( δικαίωμα υψούν), είτε προς τα κάτω με την ανόρυξη υπογείου ή προς τα πλάγια με την ανέγερση νέας πτέρυγας, κατ' άρθρο 8§ 1 του ν.3741/1929 "ανήκει από κοινού εις πάντας τους συνιδιοκτήτας του εδάφους" , είναι, όμως, δυνατόν να συμφωνηθεί κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 5 και 13 του ίδιου ν. 3741/1929, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ότι θα ανήκει σε ορισμένους ή και σε ένα μόνο από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 122/2022). Σε τέτοια περίπτωση, αυτά που θα ανεγερθούν στο μέλλον ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η επιφύλαξη του δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής και πρέπει αυτός να είναι συνιδιοκτήτης ποσοστού στο έδαφος. Το δικαίωμα αυτό της επέκτασης, που είναι μεταβιβαστό και σε τρίτον μη οροφοκτήτη, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο των ήδη υφισταμένων, οριζοντίων ιδιοκτησιών (ΑΠ 232/2022). Υπό την επιρροή δε του συστήματος δημοσιότητας του Εθνικού Κτηματολογίου το ως άνω δικαίωμα επέκτασης αντιμετωπίζεται ως ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα με κυρίαρχο τον εμπράγματο χαρακτήρα του, που καταχωρίζεται ως αυτοτελές ιδιοκτησιακό αντικείμενο σε ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο με ιδιαίτερο ΚΑΕΚ και δη ως αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία με κτηματολογικές εγγραφές αναφορικά με την κυριότητα, κλπ. και στο οποίο αναλογεί συγκεκριμένο ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου, όπως και σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία, υφίσταται δε από την στιγμή, που δημιουργείται κατά το νόμο, δηλ. με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, μεταβιβάζεται, κληρονομείται, κατάσχεται, φορολογείται αυτοτελώς κλπ.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1001,1002 1117,1033, 1192, 1198 ΑΚ (και για τις περιοχές όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο άρθρο 12 §1 υποπαρ.α και ζ , 3 και 4 του ν.2664/1998), 1 έως 14 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι -εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με δικαστική απόφαση δυνάμει της διάταξης του άρθρου 480Α του ΚΠολΔ, ή των διατάξεων των άρθρων 1 και 6 του ν. 1562/1985 ή με διοικητική πράξη ή ειδικό περί τούτου νόμο- χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, δηλαδή, είτε με σύμβαση όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου μεταξύ τους ή και μετά του αποκτώντος τρίτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του μοναδικού κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, η δε σύσταση περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υπόκειται σε μεταγραφή στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό φύλλο (εφόσον ισχύει το σύστημα του Ε.Κ.), είτε με διάταξη τελευταίας βουλήσεως και αποδοχή της επαχθείσας δυνάμει αυτής κληρονομίας με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή ή καταχώριση αυτού (ΑΠ 251/2024, ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 388/2014, ΑΠ 1300/2011, ΑΠ 1224/2011, ΑΠ 1696/2010). Η έλλειψη καθορισμού του ποσοστού συγκυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του εδάφους κλπ. δεν επηρεάζει το κύρος της σύστασης της οροφοκτησίας, η οποία από την κατάρτιση και μεταγραφή της είναι ισχυρή και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιου καθορισμού, αυτός μπορεί να γίνει από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο (πρέπει να) αποφαίνεται σχετικώς με βάση την - κατά το χρόνο σύστασης της οροφοκτησίας ή επί διαθήκης, κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας- διαμορφωμένη αξία του αντικειμένου της χωριστής κυριότητας (ορόφου ή διαμερίσματος) σε σχέση προς την αξία της όλης οικοδομής (ΑΠ 1677/2000). Τούτο προκύπτει και από την διάταξη του άρθρου 5 περ. β' ν. 3741/1929 στην οποία αναφέρεται ότι σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών, έκαστος εξ αυτών υποχρεούται να συνεισφέρει στα κοινά βάρη με βάση την αξία του ορόφου ή διαμερίσματος του οποίου είναι κύριος. Η ανωτέρω χωριστή ιδιοκτησία, όμως, δημιουργείται και αυτομάτως, στην περίπτωση που ο μοναδικός ιδιοκτήτης ολόκληρης οικοδομής εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων συστήνοντας επ' αυτών οριζόντια ιδιοκτησία, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη ή διπλή) μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 1120/2021, ΑΠ 203/2016, ΑΠ 564/2015,ΑΠ 740/2013,ΑΠ 56/2011, ΑΠ 1226/2003).
Στις περιοχές όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο δεν νοείται μεταγραφή, αφού πρόκειται για άλλο σύστημα δημοσιότητας των εμπράγματων δικαιωμάτων και εννόμων σχέσεων επί ακινήτου, νοείται μόνο καταχώριση ή εγγραφή της εκποιητικής- συστατικής πράξης, στις δε πρώτες κτηματολογικές εγγραφές η ως άνω αυτομάτως συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία καταχωρίζεται αυτοτελώς σε ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο, με δικό της ΚΑΕΚ , ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας επί του γεωτεμαχίου (εδάφους) και δικαιούχο κυριότητας. Τέλος, σε καθεστώς οροφοκτησίας υπάγεται ολόκληρο το ακίνητο και όχι μόνον μέρος του. Δεν νοείται ένα ακίνητο, αποτελούμενο από το έδαφος και την επ' αυτού οικοδομή να διέπεται συγχρόνως (καθ' ολοκληρίαν ή εν μέρει) από το νομικό καθεστώς της συνήθους απλής κυριότητας (953, 954 αριθ. 1, 1001 εδ. α' του ΑΚ) όπου το κτίσμα θεωρείται συστατικό και ανήκει στον εδαφοκτήτη και από το νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπου ο όροφος ή το διαμέρισμα αποτελεί ξεχωριστή διηρημένη ιδιοκτησία , επειδή αυτά τα δύο συστήματα διέπονται από κανόνες και αρχές που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Σε περίπτωση που συσταθεί οροφοκτησία σε τμήμα μόνο του ενιαίου οικοπέδου, πρέπει το τμήμα αυτό να διακρίνεται και να περιγράφεται σαφώς ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες, οπότε και θεωρείται ότι επέρχεται αυτόματα κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου σε δύο, το ένα με τη σύσταση και το άλλο χωρίς αυτή, ειδάλλως ισχύει ο κανόνας ότι η σύσταση έχει γίνει επί ολόκληρου του ενιαίου οικοπέδου.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 και 14 του ν.3741/1929 , διότι αναφορικά με την κρίση του ότι συστήθηκε οριζόντια ιδιοκτησία με το προρρηθέν προικοσύμφωνο επί του καταστήματος που μεταβιβάσθηκε στην 1η εναγομένη, αρκέσθηκε για την εφαρμογή τους σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος και δη παρέλειψε να αναφέρει ότι στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας υπήχθη το όλο οικόπεδο μετά των κτισμάτων, αρκεσθέν μόνο στην οικοδομή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς σωστά το Εφετείο εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης , που εκτίθενται αυτολεξεί στην παρ.ΙΙ της παρούσας, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο Θ. Μ. απέκτησε το 1961 με παράγωγο τρόπο την αποκλειστική κυριότητα ενός οικοπέδου, εμβαδού κατά νεώτερη καταμέτρηση 247 τμ (174 τμ +73 τμ), με πρόσοψη μήκους 11 γμ επί της οδού ... στην Κέρκυρα, επί του οποίου υπήρχαν κτισμένα δύο συνεχόμενα ισόγεια καταστήματα (με πρόσοψη στην οδό ...) και όπισθεν αυτών ακάλυπτος χώρος (αυλή) με υπολείμματα παλιάς διώροφης οικίας, που είχε καταστραφεί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι ο Θ. Μ. το 1972 με το προρρηθέν προικοσυμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν, μεταβίβασε κατά τις διατάξεις του ν.3741/1929 στην 1η εναγομένη το ένα εκ των ως άνω καταστημάτων εμβαδού κατά τον τίτλο 30 τμ περίπου και κατά νεώτερη καταμέτρηση 33,70 τμ, χωρίς να καθορίσει ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου. Το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ως άνω κατάστημα αποτελούσε ήδη συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά αντίθετα συστάθηκε το πρώτον με το ως άνω προικοσυμβόλαιο, υπάγοντας ο Θ. Μ. ως μοναδικός κύριος του οικοπέδου μετά της οικοδομής, συγκείμενης εκ δύο ισογείων καταστημάτων, τούτο (το όλο ακίνητο) στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και μη προβαίνοντας στο στάδιο εκείνο σε κατάτμηση. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη σε συνδυασμό με όσα δέχθηκε το Εφετείο, η υπαγωγή στο ανωτέρω σύστημα (οριζόντιας ιδιοκτησίας) αφορούσε το όλο ακίνητο, καθώς δεν νοείται μερική υπαγωγή χωρίς κατάτμηση, δηλ. υπήγαγε τόσο το οικόπεδο, όσο και την επ' αυτού οικοδομή συγκείμενη εκ δύο ισογείων καταστημάτων, που έπαψε να αποτελεί συστατικό και κατέστη διηρημένες (οριζόντιες) ιδιοκτησίες, ήτοι η μία που μεταβιβάσθηκε στην 1η εναγομένη και η έτερη-αυτοδικαίως συνεστημένη- που παρέμεινε στην κυριότητα του Θ. Μ. Η παράλειψη του Εφετείου σε ρητή αναφορά στο οικόπεδο, παρά μόνο στην οικοδομή, δεν καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα για αυτόν μόνο τον λόγο .Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος και δη ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης τυγχάνει και ο 12ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια εκ του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι "παραμόρφωσε" το έγγραφο του προρρηθέντος προικοσυμφώνου με το να δεχθεί ότι το μεταβιβασθέν στην 1η εναγομένη κατάστημα αποτελούσε ήδη "ιδία κεχωρισμένην ιδιοκτησίαν". Και τούτο διότι το Εφετείο ρητά και αιτιολογημένα δέχθηκε το αντίθετο, ότι δηλ. δεν ήταν οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά συνεστήθη το πρώτον ως τέτοια με το ως άνω προικοσυμβόλαιο από τον μοναδικό και αποκλειστικό κύριο του όλου ακινήτου Θ. Μ.
Εξάλλου, το ίδιο , δηλ. ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι συνεστήθη το πρώτον με το προικοσυμβόλαιο η οριζόντια ιδιοκτησία, δέχεται και η ίδια η αναιρεσείουσα κατά τα εκτιθέμενα στον 13ο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενη, όμως, την πλημμέλεια εκ του άρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί αντιφατικής αιτιολογίας, λόγος που κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός λόγω της αντίφασής του με τον προηγούμενο 12ο λόγο και αφετέρου ως αόριστος , επειδή δεν αναφέρει την διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρ.VI της παρούσας. Ένεκα της ίδιας έλλειψης, δηλ. μη ενάριθμη μνεία του φερομένου ως παραβιασθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και του περιεχομένου του, που αξιώνονται για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2010, ΑΠ 154/2025, ΑΠ 1914/2024, ΑΠ 1693/2008), κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ένεκα αοριστίας οι 14ος,15ος και 16ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ψέγει το Εφετείο α) για ελλιπή αιτιολογία επειδή δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επί ποίου ακινήτου (όλου του οικοπέδου ή τμήματος) δημιουργήθηκε η οριζόντια ιδιοκτησία του καταστήματος, που μεταβιβάσθηκε στην 1η εναγομένη (14ος λόγος) , β) για αντιφατική αιτιολογία επειδή -κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας- στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ότι η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία ήταν ήδη συνεστημένη προ της κατάρτισης του προικοσυμφώνου και μετέπειτα ότι συστήθηκε με το προικοσύμφωνο (15ος λόγος) και γ) για αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με την βούληση των συμβαλλομένων στο προικοσύμφωνο να συστήσουν οριζόντια ιδιοκτησία επί του μεταβιβασθέντος καταστήματος(16ος λόγος). Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα κατά την αξιολόγηση των 6ου και 12ου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Απορριπτέος τυγχάνει ως μη νόμιμος και ο 17ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της απόφασης του Εφετείου κατά το κεφάλαιο που αφορά το κύρος της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, επικαλούμενη τις πλημμέλειες εκ των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δήθεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν παρατίθενται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα. Η επικαλούμενη παράλειψη δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, διότι αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 §3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 776/2018).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη στην μείζονα σκέψη (σελ. 8 παρ. ΙΙ) αναφέρει ρητά τις διατάξεις περί σύστασης οροφοκτησίας. Περαιτέρω το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ορθά κατά τα ανωτέρω ότι με το ως άνω προικοσύμφωνο ο Θ. Μ. συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία επί του όλου ως άνω ακινήτου του- καθώς δεν νοείται σύσταση σε τμήμα οικοπέδου χωρίς κατάτμηση- και ότι την μεταβίβασε κατά κυριότητα στην 1η εναγομένη, οπότε ταύτη δεν συμπεριελήφθη στην κληρονομιαία περιουσία που κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του στις ...-1975, εντούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι με την από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του, όπως αυτή ερμηνεύτηκε από τους κληρονόμους του, δηλ. άπαντες τους διαδίκους και την μητέρα τους Α. και η ερμηνεία αυτή αποτυπώθηκε στις ..., ... και ...-1976 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Α. Π. και μεταγράφηκαν στις 11-01-1977 νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στον τόμο 319 με αυξ. αριθ. 26931, 26932 και 26933, αντιστοίχως, δυνάμει των οποίων και οι δηλώσεις ιδιοκτησίας των διαδίκων κατά την κτηματογράφηση, στις οποίες στηρίχθηκαν οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές , ότι ο Θ. Μ. (με την διαθήκη) α) κατάτμησε το όλο ως άνω οικόπεδο σε δύο τμήματα, ήτοι ένα εμβαδού 174 τμ χωρίς κτίσματα και ένα εμβαδού 73 τμ επί του οποίου η ίσης επιφάνειας ισόγεια οικοδομή με τα δύο καταστήματα (εμβαδού 33,70 τμ +38,810 τμ) , β) ότι επί του τμήματος, όπου βρίσκεται η οικοδομή, συνέστησε τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς να προσδιορίσει το ποσοστό συγκυριότητας που αναλογεί σε έκαστη εξ αυτών , ήτοι το κατάστημα εμβαδού 33,70 τ.μ. που καταχωρίσθηκε με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/1, το κατάστημα εμβαδού 38,810 τ.μ. που καταχωρίσθηκε με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/2 και το δικαίωμα υψούν με ΚΑΕΚ 24 054 20 75 018/0/3 και γ) ότι εγκατέστησε κληρονόμους του την 1η εναγομένη στο κατάστημα εμβαδού 33,70 τ.μ., την σύζυγό του Α. στο κατάστημα των 38,819 τ,μ. και μετά τον θάνατό της τον 2ο εναγόμενο και όλους τους διαδίκους (τέκνα του) κατά ποσοστό 1/3 έκαστο εξ αδιαιρέτου στο δικαίωμα υψούν και στο ακάλυπτο οικόπεδο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις περί οροφοκτησίας, όπως εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη (1, 2 § 1, 3, 4, 5, 8 § 1, 9 και 13 του ν. 3741/1929, 792, 1002 και 1117 ΑΚ), διότι με την ορθή παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι με το προικοσύμφωνο υπήχθη το πρώτον στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας το ως άνω οικόπεδο των 247 τμ μετά της οικοδομής της συγκείμενης εκ δύο ισογείων καταστημάτων, τούτο σημαίνει α) ότι συστάθηκαν δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, η μία που αφορά το κατάστημα των 33,70 τμ που μεταβιβάσθηκε στην 1η εναγομένη μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας επί του εδάφους (έστω και αν δεν προσδιορίσθηκε) και η άλλη που αφορούσε το άλλο κατάστημα μετά του υπολοίπου ποσοστού συγκυριότητας επί του εδάφους, που παρέμεινε στην κυριότητα του Θ. Μ. μέχρι τον θάνατό του, καθόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν υπήρχαν επί του ως άνω οικοπέδου άλλα κτίσματα ή χώροι οικοδομής , που να πληρούν την έννοια του ορόφου ή του διαμερίσματος, όπως ορίσθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου β) μετά την σύσταση με το ως άνω προικοσύμφωνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Θ. Μ. παρέμεινε μοναδικός κύριος του όλου οικοπέδου κεκαλυμμένου και ακάλυπτου, διότι αυτό θα αναιρούσε την αναγκαία συγκυριότητα επί του εδάφους που συνεπάγεται η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας γ) αφού λοιπόν δεν ήταν αποκλειστικός κύριος, αλλά συγκύριος μετά της 1ης εναγομένης επί του εδάφους (έστω και αν δεν προσδιορίσθηκαν με την συστατική πράξη τα ποσοστά συγκυριότητας επί του εδάφους) δεν μπορούσε να προβεί σε νέα σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας για τους αυτούς χώρους, πριν τη νόμιμη κατάργηση της υφιστάμενης, παρά μόνο σε τροποποίηση της οροφοκτησίας πράξη και τούτο μόνο με κοινή συμφωνία των εδαφοκτητών (1ης εναγομένης και Θ. Μ.), εκτός της περίπτωσης που η τροποποίηση αφορούσε αποκλειστικά μόνο την δική του οριζόντια ιδιοκτησία, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα της άλλης αναγκαίας εδαφοκτήτη ? δ) επιπλέον ο Θ. Μ. δεν μπορούσε με την διάταξη τελευταίας βούλησης, δηλ. την από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του να κατατμήσει το οικόπεδο, διότι η κατάτμηση αποτελεί ουσιώδη ποιοτική μεταβολή του κοινού ακινήτου, που προϋποθέτει την συμφωνία όλων των συγκυρίων και μάλιστα πρέπει να ενδύεται τον συμβολαιογραφικό τύπο και να υποβάλλεται σε μεταγραφή ή καταχώριση στο Ε.Κ., πέραν του ότι έπρεπε να πληροί και τις πολεοδομικές προϋποθέσεις περί αρτιότητας και οικοδομισημότητας και ε) ομοίως και το δικαίωμα καθ' ύψος και κατά πλάτος επέκτασης κατ' άρθρο 8§1 του ν.3741/1929 ανήκε από κοινού στους συνιδιοκτήτες του εδάφους δηλ. την 1η εναγομένη και τον Θ. Μ., αφού κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτα παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη (προικοσύμφωνο) δεν προβλέφθηκε ότι θα ανήκει μόνο στον Θ. Μ., ώστε να μπορεί να το διαθέσει αυτός στους κληρονόμους του. Τα ανωτέρω, δηλ. η έλλειψη αποκλειστικής κυριότητας του διαθέτη επί του εδάφους (οικοπέδου) και του δικαιώματος επέκτασης ("αέρα"), δεν καθιστούν άκυρη όλη την από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη, ούτε τις σχετικές διατάξεις αυτής περί κατάληψης του ακάλυπτου οικοπέδου και του δικαιώματος υψούν ("αέρα") στους διαδίκους (ΑΠ 392/2023), πλην όμως, η μεν κατάτμηση δεν επήλθε λόγω έλλειψης εξουσίας διάθεσης , οι δε τιμώμενοι σε πράγμα που δεν ανήκε στον διαθέτη δεν απέκτησαν κυριότητα, είναι δε ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης εάν ενεργοποιείται η εξ αδιαθέτου διαδοχή ή πρόκειται για κληροδοσία. Ως εκ τούτου οι 7ος , 8ος (κατά την επικουρική νοηματική εκτίμησή του ως εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και 9ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για ευθεία (ο 9ος λόγος, επειδή δέχθηκε ότι επήλθε κατάτμηση του οικοπέδου με την διαθήκη) και εκ πλαγίου (ο 7ος , επειδή δέχθηκε αντιφατικά ότι συστάθηκε και με το προικοσύμφωνο και με την διαθήκη οριζόντια ιδιοκτησία και ο 8ος, επειδή με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η διαθήκη αφορά και το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 174 τμ) παραβίαση με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες των προρρηθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου περί οροφοκτησίας πρέπει να γίνουν δεκτοί. Με τον 11ο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται την πλημμέλεια εκ του αρ.9 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και δη ότι αφού η εγκατάσταση κληρονόμων με την διαθήκη αφορά μόνο το οικόπεδο των 73 τμ , δηλ. το καλυμμένο με την οικοδομή, στο άλλο οικόπεδο χώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή , οπότε όφειλε να αποφανθεί περί του κληρονομικού δικαιώματος κατά 25% της ενάγουσας , άλλως συγκυριότητας της κατά το ίδιο ποσοστό με χρησικτησία. Η έρευνα του λόγου αυτού παρέλκει διότι εμπίπτει στην αναιρετική εμβέλεια των προρρηθέντων 7ου, 8ου και 9ου λόγων, που έγιναν δεκτοί.
Χ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 76/2020),ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1221/2017). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγου, ελέγχονται το παραδεκτό άσκησης της αγωγής, ανακοπής, των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των ενστάσεων κλπ., όχι όμως ισχυρισμών απλά αρνητικών των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1731/2008).
Στην κρινόμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον 10ο λόγο της αίτησης επικαλείται την ανωτέρω πλημμέλεια με την αιτίαση ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως αντιφατικούς ισχυρισμούς αναφορικά με το πότε και επί ποιου ακινήτου συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων που υποστηρίζουν την ακρίβεια και ορθότητα των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, προβλήθηκαν ως άρνηση των αντίστοιχων αγωγικών, όπως εκτέθηκαν στην παρ. ΙΙ της παρούσης, περί του ότι δεν συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία ούτε με το προικοσύμφωνο, ούτε με την διαθήκη και σε κάθε περίπτωση η όποια σύσταση αφορούσε μόνο το καλυμμένο με οικοδομή οικόπεδο.
ΧΙ. Εφόσον κρίθηκαν βάσιμοι οι 7ος, 8ος και 9ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 20/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας κατά τα κεφάλαια που αφορούν οι ανωτέρω λόγοι, δηλ. της ακυρότητας κατάτμησης του οικοπέδου των 247 τμ, της ακυρότητας σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με την από ...-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του Θ. Μ. και των συναφών με αυτά σωρευθεισών αγωγών περί κλήρου, διεκδικητικής, απόδοσης ωφελημάτων και διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση αναίρεσης (άρθρο 495§3 εδαγ. προτ.ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ μερικά και δη μόνο κατά το στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος την 20/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος της ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ