Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1425 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1425/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χριστοδουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κασιμάτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/10/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 265/2017 απόφαση του (Μονομελούς) Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση που άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος κατά της υπ' αρ. 7/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εξαφανίστηκε αυτή και απορρίφθηκε η από 27-9-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 7.656,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ήμισυ της αξίας του εξοπλισμού της, μεταξύ τους συσταθείσας, αφανούς εταιρείας, λόγω άκαιρης εκ μέρους του, ως εμφανούς εταίρου, καταγγελίας της. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Α. Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία αναπτύξεως του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεως τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω κατ' άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που, ως διαχειριστής, αποκτά στο όνομά του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά τον λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ, μεταξύ δε των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 766 εδάφιο πρώτο και 767 παράγραφος 2 ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί αφανούς εταιρείας, προκύπτει ότι αν ο εταίρος τέτοιας εταιρείας, που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο την καταγγείλει άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Σπουδαίο λόγο, εξάλλου, συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, αναγόμενο ή όχι στο πρόσωπο του καταγγέλλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλλοντα την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξεως της διάρκειάς της. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 681/2010).
Περαιτέρω, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11-4-2012, της ισχύος του Ν. 4072/2012, δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (άρθρο 361 ΑΚ) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 1876/2022). Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Α.Κ. για την εκκαθάριση (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 178/2022). Πράγματι, από τον συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθαρίσεως της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθαρίσεως των σχετικών λογαριασμών (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 1355/2019).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 47, 49 - 50, 18 ΕμπΝ και 741 επ. ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι, μετά τη λύση της συσταθείσας μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου αφανούς εταιρείας ο ίδιος δεν είχε αξίωση επί του εξοπλισμού αυτής, παρά μόνον επί των προς διανομή κερδών της εταιρείας. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες παραπάνω διατάξεις με το να δεχθεί με ελλιπείς αιτιολογίες ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβη χωρίς σπουδαίο λόγο στην καταγγελία της συσταθείσας μεταξύ τους αφανούς εταιρείας αλλά από κοινού οι διάδικοι συμφώνησαν στη λύση αυτής, μη έχοντας άλλη επιλογή, καθόσον ο σκοπός κατέστη ανέφικτος εξαιτίας των χρεών. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με το από 30.9.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων αφανής εταιρεία ορισμένου χρόνου, με εμφανή εταίρο και διαχειριστή τον εναγόμενο και αφανή εταίρο τον ενάγοντα. Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η εκμετάλλευση της επιχείρησης μπαρ με το διακριτικό τίτλο "ENIGMA", στο Δ. Δ. Πηγαδίων Δήμου Καρπάθου, η οποία στεγαζόταν σε ένα ισόγειο κατάστημα, επί της παραλιακής οδού Πηγαδίων για τη λειτουργία της οποίας είχε εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο η προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. ....1999 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος από το Δήμο Καρπάθου στο όνομα του εναγομένου. Έδρα της ορίσθηκε η περιοχή "Βλυχά" του Δ.Δ. Πηγαδίων Δήμου Καρπάθου. Το ποσοστό συμμετοχής εκάστου των εταίρων στην εταιρεία καθώς και στα κέρδη και τις ζημίες ορίστηκε στο 50%. Χρόνος διάρκειας της εταιρείας ορίστηκε από 1.10.2010 έως 30.9.2022. Ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του ενάγοντα στην εταιρεία ορίστηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ως εξής: 7.500 ευρώ σε μετρητά, τα οποία πράγματι κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο την 30.9.2010, ενώ το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με δέκα πέντε συναλλαγματικές τις οποίες εξέδωσε ο ενάγων σε διαταγή του εναγομένου (μία με ημερομηνία λήξης την 1.11.2010 ποσού 2.500, δύο με ημερομηνία λήξης την 1.12.2010, ποσού 1.500 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 1.1.2011, ποσού 1.500 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 1.2.2011, ποσού 1.500 και έως την 1.1.2012 η τελευταία ποσού 500 ευρώ, οι ενδιάμεσες δε κάθε πρώτη εκάστου μηνός ποσού 1.500 ευρώ). Όπως δε συνομολογείται ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο σε μερική εξόφληση του συνολικού ποσού των συναλλαγματικών το ποσόν των 2.100 ευρώ, ήτοι κατέβαλε συνολικά μόνο το ποσό των 9.600 ευρώ. Όμως, εξαιτίας της μη καταβολής ολοκλήρου του συμφωνηθέντος ποσού από μέρους του ενάγοντος η επιχείρηση εμφάνισε σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας με οφειλές μισθωμάτων, οφειλές προς τους προμηθευτές αλλά και σε Δημόσιους και κοινωφελείς οργανισμούς. Ο εναγόμενος, προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα για να εξοφλήσει τα ως άνω χρέη της εταιρείας μετέβη τον Φεβρουάριο του έτους 2011 στη Γερμανία, όπου εξακολουθεί και διαμένει, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο ενάγων, όπως ρητά καταθέτουν και οι δύο μάρτυρες κατά τούτο και συμφώνησε στην ανωτέρω απόφαση καθόσον η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικό αδιέξοδο. Στη θέση του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζ. Ρ. όρισε αντιπρόσωπό του τον αδελφό του Σ. Σ. προκειμένου να εξακολουθήσει η λειτουργία της εταιρίας και να διεκπεραιώνει οποιαδήποτε εργασία είχε σχέση με την εταιρεία την οποία και αποδέχθηκε εν τοις πράγμασι ο ενάγων και ο οποίος συνεισέφερε και με την προσωπική του εργασία έως τις 3.7.2011 οπότε αποχώρησε από την εταιρεία καταγγέλλοντας αυτή διότι ήταν αδύνατο να συνεχίσει να λειτουργεί λόγω χρεών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα χρέη της εταιρείας, ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να του πωλήσει το μερίδιό του, ώστε να συνεχίσει μόνος τη λειτουργία της εταιρείας ξεκινώντας τις διαπραγματεύσεις από το ποσό των 20.400 ευρώ που ο ενάγων όφειλε από το συμφωνηθέν ποσό της εισφοράς του και φθάνοντας στις 10.000 ευρώ και ακόμη και στις 7.500 ευρώ, χωρίς ωστόσο ο ενάγων να ανταποκριθεί στην ανωτέρω πρόταση. Τελικώς δε πωλήθηκε σε τρίτο στο ποσό των 7.900 ευρώ. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι οι διάδικοι ευρισκόμενοι προ οικονομικού αδιεξόδου, το οποίο συνεχώς διογκωνόταν από κοινού συμφώνησαν στη λύση της εταιρείας, καταργώντας εν τοις πράγμασι τα προβλεπόμενα στο ως άνω συμφωνητικό όσον αφορά τη λύση της εταιρείας, γι' αυτό και με τον ενάγοντα έγιναν κατά πρώτον οι διαπραγματεύσεις περί πωλήσεως της επιχειρήσεως μετά την αποτυχία των οποίων πωλήθηκε στο Λαμπρινό, τα δε εισπραχθέντα χρήματα αναλώθηκαν σε εξόφληση υποχρεώσεων προς τρίτους, που είχαν δημιουργηθεί κατά το μικρό διάστημα της λειτουργίας της εταιρείας και στις οποίες υποχρεώσεις ουδόλως συμμετείχε ο ενάγων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο εναγόμενος δεν προέβη χωρίς σπουδαίο λόγο στην καταγγελία της εταιρείας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά από κοινού συμφώνησαν με τον ενάγοντα στη λύση αυτής μη έχοντας άλλη επιλογή, καθόσον ο σκοπός αυτός κατέστη ανέφικτος εξ' αιτίας των χρεών. Την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύει και το γεγονός, ότι η εταιρεία λύθηκε 3.7.2011, ήτοι μεσούσης της τουριστικής περιόδου δηλ. μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσει τη λειτουργία της ούτε καν μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας πραγματοποιείται ο μεγαλύτερος τζίρος σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, αλλά και το γεγονός ότι η εταιρεία πωλήθηκε από τον εναγόμενο στο πάρα πολύ χαμηλό ποσό των 7.950,73 ευρώ, όταν η συμμετοχή του ενάγοντος στην ως άνω εταιρεία προκειμένου να αποκτήσει μερίδιο 50% επί των κερδών και ζημιών πριν 9 μήνες (30.9.2010) είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 30.000 ευρώ. Περαιτέρω μετά τη λύση της εταιρείας ο ενάγων θα είχε δικαίωμα να αξιώσει το μερίδιό του επί των τυχόν κερδών καθώς και την εισφορά του. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν κέρδη προς διανομή, ούτε και ο ίδιος άλλωστε κάνει οποιαδήποτε αναφορά περί υπάρξεως αυτών, για δε τον εξοπλισμό, την αξία του οποίου εκτιμά ο ενάγων στο ποσό των 15.353,13 κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν αποδείχθηκε ότι μετά τη λύση της εταιρείας εξακολουθεί να υπάρχει είτε αυτούσιος, είτε ότι ρευστοποιήθηκε και αποτέλεσε μέρος των κερδών της εταιρείας, ούτε άλλωστε και ο ίδιος συνδέει το ως άνω κονδύλιο με τυχόν υπάρχοντα κέρδη, αντιθέτως συνομολογεί, στην αγωγή του αλλά και στην από 19.11.2011 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου περί απαγορεύσεως μεταβιβάσεως της εν λόγω επιχείρησης από τον εναγόμενο σε τρίτο αλλά και στην από 25.8.2011 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση και διαμαρτυρία προς τον εναγόμενο (βλ. υπ' αριθμ. ....2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Γ. Δ.) ότι έχει καταβάλλει έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των 30.000 ευρώ ως εισφορά του για την είσοδό του και την κατά 50% συμμετοχή του στα κέρδη και τις ζημίες μόνο το ποσό των 9.600 (7.500+2.100) εναπομείναντος υπολοίπου 20.400 ευρώ. Εφόσον όμως ο ενάγων ουδέποτε εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, σύμφωνα με το ανωτέρω συμφωνητικό, παραλλήλως δε δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κερδών, τα οποία άλλωστε δεν επικαλείται, καθόσον μόνο επί αυτών θα είχε δικαίωμα αξιώσεως, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η αγωγή, κατά το κονδύλιο τούτο, που μεταβιβάσθηκε στο παρόν Δικαστήριο, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε βάσιμη αυτή κατά το ποσό των 7.656,56 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών συναφών μεταξύ τους λόγων έφεσης. Κατόπιν τούτου πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, κατά το ανωτέρω κονδύλιο, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως και, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47, 49 - 50, 18 ΕμπΝ και 741 επ. ΑΚ. Τούτο ειδικότερα διότι, κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, επειδή ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό των 30.000 ευρώ, παρά μόνο το ποσό των 9.600 ευρώ, η επιχείρηση των διαδίκων παρουσίασε σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας με οφειλές προς τρίτους, εξαιτίας των οποίων ο αναιρεσίβλητος στις 3-7-2011 κατήγγειλε την αφανή εταιρεία, της οποίας ήταν αδύνατη η λειτουργία λόγω των χρεών, στην καταγγελία δε αυτή δεν προέβη ο αναιρεσίβλητος χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά από κοινού με τον αναιρεσείοντα συμφώνησαν στη λύση της, καθόσον διογκώνονταν συνεχώς τα χρέη της.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Γ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. ΑΠ 1/2019, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως και μεταξύ των άλλων, ελέγχεται με αυτήν το παραδεκτό ασκήσεως των ένδικων μέσων (ΑΠ 1509/2021). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 927/2019).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους εφέσεως, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διατάξεως του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι της εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1284/2019).
Σε περίπτωση, δε, ελλείψεως λόγου εφέσεως σαφούς και ορισμένου, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως η έφεση απορρίπτεται. Οι λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο διότι, το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ.), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση αυτής και όχι με βάση τα αποδιδόμενα και συνδεόμενα με αυτήν ειδικότερα παράπονα που προβάλει ο εκκαλών (ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 267/2017). Τυχόν πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφερόμενη στο ορισμένο ή μη της εφέσεως, ελέγχεται αναιρετικά, με βάση την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1509/2021).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την έφεση που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, διότι δεν εξειδικεύεται σε αυτή το σφάλμα της πρωτόδικης αποφάσεως, ισχυρισμό που είχε προβάλει με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 2-4-2015 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, το περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με αυτήν ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος διατύπωσε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως λόγο εφέσεως με την αιτίαση ότι από το αποδεικτικό υλικό, έγγραφα και καταθέσεις αποδείχθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη ότι ο ενάγων δεν εισέφερε τα συμφωνηθέντα χρηματικά ποσά στην εταιρεία με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάζει συνεχώς φθίνουσα πορεία, ότι η αδυναμία αντιμετωπίσεως των υποχρεώσεων, οι οποίες συνεχώς αυξάνονταν, καθιστούσαν σπουδαίο και επείγοντα το λόγο λύσεως της εταιρείας και πωλήσεως της επιχειρήσεως, ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικός υπαίτιος της δημιουργίας του μοναδικού, σπουδαίου, ανυπέρβλητου και μη αναστρέψιμου λόγου λύσεως της εταιρείας και ότι επομένως, η εκτίμηση εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου ότι συντρέχει περίπτωση "άκαιρης καταγγελίας της εταιρείας" είναι εσφαλμένη και αντίθετη με τα πραγματικά δεδομένα, τα αποδεικτικά έγγραφα, τις μαρτυρικές καταθέσεις, την εκτίμηση των διδαγμάτων κοινής γνώσης και εμπειρίας περί τα πράγματα. Με βάση τον λόγο αυτό ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, που είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τον περιεχόμενο στο εφετήριο ως άνω λόγο εφέσεως πλήττεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς, ο προβληθείς ως άνω λόγος εφέσεως είναι ορισμένος, και επιπλέον είναι λυσιτελής, αφού σε περίπτωση αποδοχής της εφέσεως επέρχεται η εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, καταρχήν είναι απαράδεκτη η πρόταση στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, ως τέτοιοι δε ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ενστάσεως, αντενστάσεως ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 284/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 238 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4335/2015 ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου οι προτάσεις κατατίθενται, ενώπιον δε του ειρηνοδικείου δύνανται να κατατεθούν, το αργότερο στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και, όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά (ΑΠ 961/2020, 981/2018, ΑΠ 175/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς στην πρωτοβάθμια δίκη και συγκεκριμένα, τους ισχυρισμούς : α) περί εξαρτήσεως της όλης μεταξύ των διαδίκων εταιρικής συμφωνίας από την εξόφληση των συναλλαγματικών που αυτός παρέδωσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του στην εταιρεία και β) περί υπαιτιότητάς του για τη λύση της μεταξύ τους εταιρείας. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων εξαρτήθηκε από την εξόφληση των παραπάνω συναλλαγματικών από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, αλλά ότι εξαιτίας της μη καταβολής από τον τελευταίο ολόκληρου του συμφωνηθέντος ποσού η επιχείρηση εμφάνισε σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας με οφειλές μισθωμάτων, οφειλές προς τους προμηθευτές αλλά και σε δημόσιους και κοινωφελείς οργανισμούς, με αποτέλεσμα, λόγω των χρεών της, να είναι αδύνατο να συνεχίσει να λειτουργεί.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το παραπάνω σκέλος του, βασίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφορικά με τον υπό στοιχείο (β) ως άνω ισχυρισμό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των υπ' αριθμ. 7/2014 πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν νόμιμα και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές. Από δε την επισκόπηση των από 12-10-2013 προτάσεών του προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι αποκλειστικός υπαίτιος για την αρνητική πορεία και την κατάληξη της επιχειρήσεώς τους, αφού, έναντι του συνολικού τιμήματος των 30.000 ευρώ, που συμφώνησε για την ενεργό συμμετοχή του σε αυτή, του κατέβαλλε τμηματικώς μόνον το ποσό των 9.600 ευρώ και έκτοτε αρνείτο να εξοφλήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που αποδέχθηκε, αρνούμενος συνεχώς τη στήριξη της επιχειρήσεώς τους, την οποία έτσι οδήγησε σε αναγκαστική διακοπή της λειτουργίας της, διότι ήταν αδύνατο να στηρίξει μόνος του τα βάρη, τις ζημίες και τις υποχρεώσεις της. Τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως άνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν, σύμφωνα και με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη, ένσταση περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συσταθείσας μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας, για την απόρριψη της οποίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε με την από 2-4-2015 έφεση που άσκησε. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψη τον ανωτέρω υπό στοιχείο (β) ισχυρισμό, δεχόμενο αυτόν ως και ουσιαστικά βάσιμο, γι' αυτό και ο παραπάνω λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και κατά δεύτερο σκέλος του, αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη από 29-10-2019 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 29-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 265/2017 αποφάσεως του (Μονομελούς) Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης