Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1427 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1427/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Φ. του Γ. και της Δ. Β., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την οριστική δικαστική συμπαραστάτρια μητέρα της Δ. Β. του Κ. δυνάμει της 1871/2020 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκουσία Δικαιοδοσία), κάτοικο ομοίως ως άνω, 2) Γ. Χ. Φ. του Γ. και της Δ. Β., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιουλιάννα Δαβάκη με την από 7-1-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 261/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Γ. Φ., το γένος Ν. και της Μ. Κ., 2) Η. Φ. του Γ. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φωτάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι αναιρεσείουσες με την με αρ.κατ. ΓΑ 4825/ΤΜ 761/10-9-2007 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, στρεφόμενες κατά των νυν αναιρεσίβλητων, ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη (και νυν 1η αναιρεσίβλητη) δεν είναι κληρονόμος του αποβιώσαντος την 6η-7-2007 πατρός τους Γ. Φ., διότι ήδη πριν τον θάνατό του είχε ασκήσει αυτός εναντίον της αγωγή διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης και β) να ανατραπούν η γονική παροχή προς τον 2ο εναγόμενο (και νυν 2ο αναιρεσίβλητο) κατά ψιλή κυριότητα και η δωρεά προς την 1η εναγομένη κατ' επικαρπία των ακινήτων που αναφέρονται στην αγωγή, που έγιναν με το ...-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αρχανών Α. Α.-Γ. Εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων οι αποφάσεις : α) 375/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, β) 174/2014 μη οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση των εναγουσών, ανέβαλλε την έκδοση οριστικής του απόφασης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της με αρ. κατ. 1112/2008 αγωγής της νυν 1ης αναιρεσίβλητης κατά των νυν αναιρεσειουσών και της μητέρας τους Δ. Β. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο την αναγνώριση μη αποκλεισμού της από το κληρονομικό της δικαίωμα ένεκα ανυπαρξίας βάσιμου λόγου διαζυγίου και γ) 19/6-3-2019 τελεσίδικη, που δεχόμενη και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την προρρηθείσα 375/2010 απόφαση κατά το μέρος που αφορά μόνο την αναγνώριση ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της 1ης εναγομένης, διακράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο και απέρριψε αυτή ( αγωγή αναγνωριστική ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της 1ης εναγομένης) λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την 2891/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την με αρ. κατ. 1112/2008 αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 28/29-7-2020 των ηττηθεισών εναγουσών, με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα 19/6-3-2019 αντιμωλία τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.16 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται...16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην κυριότερη δικονομική συνέπεια της εν γένει δικαστικής απόφασης, δηλ. το ουσιαστικό δεδικασμένο της τελεσίδικης (έστω και ερμηνευτικής) απόφασης, ανεξάρτητα από το ποιοτικό ουσιαστικό (αναγνωριστικό, καταψηφιστικό ή διαπλαστικό) ή δικονομικό περιεχόμενό της, θετικό ή αποφατικό για την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας (Ολ ΑΠ 7/2013, ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 56/2019).
Συντρέχει ο σχετικός λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, όταν κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321-324 ΚΠολΔ, δέχεται ότι υπάρχει δεδικασμένο, ενώ δεν υπήρχε, ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, αν και υπήρχε, ενώ αν δεν δημιουργείται καν δεδικασμένο, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος. Ο λόγος δε αυτός συντρέχει για όλη τη θεματική του δεδικασμένου [θετική ή αρνητική του λειτουργία, αντικειμενικά - υποκειμενικά - χρονικά όρια, προδικαστικό ζήτημα (άρθρα 330,331 ΚΠολΔ)] (ΑΠ 420/2018, ΑΠ 897/2015, ΑΠ 406/2009).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης και όχι από εκείνο της κριθείσας αγωγής, έστω και εάν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΟλΑΠ 15/1998,ΑΠ 1135/2012). Για την εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 113/2019). Απαιτείται, κατ' αρχήν, το δικαστήριο να έχει επιληφθεί αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) ή με πρόταση του διαδίκου της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι του δεδικασμένου και η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση περί αυτού. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που εκεί κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, οι παραδοχές του δικαστηρίου και τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης) (ΑΠ 1324/2013), και ότι κατά το προϊσχύον δίκαιο του ν. 4842/2021 η σχετική ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, αν το σφάλμα δεν προέκυπτε από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 §2 β ΚΠολΔ).
Διότι, παρά το ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπάγγελτα, δεν αφορούσε τη δημόσια τάξη, όπως είχε γίνει νομολογιακά δεκτό. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 562§ 2 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 ν. 4842/2021, η παραβίαση του δεδικασμένου μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν απαιτείται να είχε προταθεί προηγουμένως για να ιδρύσει σχετικό λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1822 ΑΚ , "το κληρονομικό δικαίωμα καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί αποκλείονται , αν ο κληρονομούμενος έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του" . Η έννομη συνέπεια της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1822 ΑΚ είναι ο αποκλεισμός του συζύγου που επιζεί από την κληρονομία και το εξαίρετο. Οι όροι, επομένως, προς αποκλεισμό του κληρονομικού αυτού δικαιώματος είναι να είχε ο κληρονομούμενος βάσιμο λόγο διαζυγίου, δηλαδή, νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση και να είχε, γι' αυτό εναντίον του συζύγου του ασκήσει την αντίστοιχη αγωγή. Ως νόμιμες αιτίες που δικαιολογούν τη λύση του γάμου νοούνται οι εκ των άρθρων 1439 και 1440 του ΑΚ λόγοι διαζυγίου, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αμάχητα τεκμαιρόμενος εκ της τετραετούς (και νυν διετούς) διάσπασης κλονισμός της έγγαμης σχέσης, ο οποίος, κατά το ρητό ορισμό του νόμου (άρθρο 1439§3α του ΑΚ), θεμελιώνεται ακόμη και όταν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος ( ΑΠ 763/2023 ,ΑΠ 108/2021, ΑΠ 1796/2005).
Περαιτέρω, με το θάνατο ενός των συζύγων η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται, καθόσον εκλείπει το αντικείμενό της, αφού άλλωστε η περί διαζυγίου αγωγή δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους (άρθρο 604 του ΚΠολΔ , πριν την τροποποίηση με το ν.4335/2015). Κατά την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης, τίθεται ζήτημα αναφορικά με τον τρόπο επέλευσης της έννομης συνέπειας, δηλαδή ο αποκλεισμός του συζύγου από το κληρονομικό του δικαίωμα. Εφόσον ο νομοθέτης δεν αρκείται μόνο στο αντικειμενικό γεγονός της άσκησης της αγωγής διαζυγίου , που εξωτερικεύει τη βούληση του κληρονομούμενου, αλλά απαιτεί και την ύπαρξη του "βάσιμου λόγου διαζυγίου" του οποίου η διάγνωση δεν έχει κριθεί αμετάκλητα στη δίκη διαζυγίου λόγω κατάργησης αυτής ένεκα του μεσολαβήσαντος θανάτου του κληρονομουμένου, η συνδρομή των προϋποθέσεων του πραγματικού του άρθρου 1822 ΑΚ είναι αναγκαστικά συνδεδεμένη με μία διαγνωστική δίκη. Ο σύζυγος που επιζεί καλείται στην κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου με βάση μόνο τη συζυγική ιδιότητα, την οποία υποχρεούται να αποδείξει και η οποία υπάρχει μέχρι να γίνει αμετάκλητη η απόφαση για το διαζύγιο, με βάση το άρθρο 1438 ΑΚ. Όμως οι κληρονόμοι μπορούν να ανατρέψουν την επερχόμενη κλήση του επιζώντος συζύγου προβάλλοντας τον αποκλεισμό από αυτήν, αν αποδείξουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1822 ΑΚ, δηλαδή την έγερση της αγωγής διαζυγίου για βάσιμο λόγο, χωρίς να είναι απαραίτητο ο λόγος να αναφέρεται σε υπαιτιότητα του επιζώντος συζύγου. Θα πρέπει όμως να εγείρουν για το λόγο αυτό αναγνωριστική αγωγή. Ως εκ τούτου ο αποκλεισμός του συζύγου που επιζεί από το κληρονομικό δικαίωμα, θα κριθεί με αναγνωριστική αγωγή, θετική ή αρνητική, που μπορεί να ασκηθεί από τους κληρονόμους ή τον επιζώντα σύζυγο αντίστοιχα (70 ΚΠολΔ), ή παρεμπιπτόντως σε αγωγή περί κλήρου.
Αν, δηλαδή, η άσκηση της αγωγής διαζυγίου του θανόντος είναι βάσιμη τυπικά και ουσιαστικά ώστε να οδηγεί στον αποκλεισμό του συζύγου από το κληρονομικό του δικαίωμα, θα κριθεί σε άλλη δίκη από εκείνη του διαζυγίου, εφόσον η δίκη αυτή ως προσωποπαγής καταργείται (άρθρο 604 ΚΠολΔ, πριν την τροποποίηση με το ν.4335/2015). Η αγωγή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και το βάρος της απόδειξης φέρει εκείνος που επικαλείται τον αποκλεισμό, δηλαδή εκείνος που επικαλείται τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1822 ΑΚ, δηλαδή οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο του διαζυγίου (ΟλΑΠ 3/2016, ΑΠ 763/2023, ΑΠ 108/2021). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 2891/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την ένδικη αγωγή αναγνωριστική ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος της 1ης εναγομένης και νυν 1ης αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια α) το ακριβές αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, αρκούμενες οι αναιρεσείουσες στην αναφορά μόνο του αιτήματος της 1112/ΤΟ/136/26-2-2008 αγωγής της νυν 1ης αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2891/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλ. "η αναγνώριση της ακυρότητας λόγου διαζυγίου της με τον Γ. Φ.", β) τα ζητήματα που κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την 2891/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως πχ. λόγο διαζυγίου και γ) οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης (ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή επικαλούμενης διάταξης) (ΑΠ 1797/2013, ΑΠ 1324/2013).
Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, αλλά και της ανοιγείσας δίκης με την 1112/ΤΟ/136/26-2-2008 αγωγή, αντικείμενο αμφοτέρων είναι η διάγνωση - θετική εκ μέρους των αναιρεσειουσών (κληρονόμων) και αρνητική εκ μέρους της 1ης αναιρεσίβλητης (συζύγου-ενάγουσας της 1112/ΤΟ/136/26-2-2008 αγωγής) ύπαρξης βάσιμου λόγου διαζυγίου και δη τεκμαιρόμενου ισχυρού κλονισμού λόγω τετραετούς διάστασης κατ' άρθρο 1439 §3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγερσης αγωγής διαζυγίου).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 §1 και 577 §3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, με τον οποίο ερευνάται η νομική αοριστία της αγωγής (ΟλΑΠ 4/2024) πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/1996).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 4/2024).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1831 §2 και 1835 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας, η αξία της κληρονομίας, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, θα προσδιοριστεί από την αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και όχι κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην παραπάνω αξία, δηλαδή στην αξία που είχε η παραπάνω δωρεά, κατά το χρόνο που έγινε. Επομένως και στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην πραγματική ομάδα της κληρονομίας και ενάγει ο νόμιμος μεριδούχος με αίτημα να ανατραπεί η άστοργη δωρεά, απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να προσδιορίζεται η αξία που είχε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, που δώρισε ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο που έγινε η δωρεά αυτού ώστε με βάση την αξία αυτής, να υπολογισθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος (ΑΠ 2180/2014). Αν δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από το δωρητή κληρονομούμενο εφόρου ζωής αυτού ή τρίτου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξία της ψιλής κυριότητας κατά το χρόνο της δωρεάς και αν ακόμη η επικαρπία αποσβέσθηκε σε όφελος του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου, γιατί με βάση την αξία αυτής κατά το χρόνο της δωρεάς, θα υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου, κατιόντος, ανιόντος ή συζύγου του κληρονομουμένου οι οποίοι είναι οι νόμιμοι μεριδούχοι (1825 ΑΚ) Σημειωτέον δε ότι επί πλειόνων διαδοχικών δωρεών, η μέμψη αυτών δεν χωρεί συμμέτρως, αλλά υπόκειται σε μέμψη πρώτα η μεταγενέστερη και μόνο αν και καθ' ο μέρος η ανατροπή αυτής δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, υπόκεινται διαδοχικά σε μέμψη οι προγενέστερες.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, η παροχή περιουσίας προς το τέκνο από οποιονδήποτε γονέα, είτε για την δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ως επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα, κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων του και της ηλικίας τους και τις ανάγκες του συγκεκριμένου τέκνου.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1825 και 1835 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η γονική παροχή, κατά το μέτρο που θεωρείται ως δωρεά και προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα αναγκαίου κληρονόμου, υπόκειται σε μέμψη. Οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, χωρίς να επικαλούνται ενάριθμα κάποια πλημμέλεια εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ούτε παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μέμφονται το Εφετείο επειδή έκρινε απαράδεκτη ως αόριστη την αγωγή τους κατά το κεφάλαιο της μέμψης άστοργης δωρεάς, όπως και πρωτοδίκως, και συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν α) "επειδή δεν διακρίναμε μεταξύ της αξίας της παρακρατηθείσας από τον θανόντα πατέρα μας αξία της επικαρπίας των ακινήτων και της ψιλής κυριότητας των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν αιτία γονικής παροχής κατά ψιλή κυριότητα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, πλην όμως λόγω του θανάτου του πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής , αυτή προσαύξησε την ψιλή κυριότητα του δευτέρου αναιρεσίβλητου με αποτέλεσμα το κρίσιμο οικονομικό μέγεθος να είναι αυτό της πλήρους κυριότητας , η οποία καταγραφόταν για καθένα από τα δύο δωρηθέντα ακίνητα" και β) "επειδή δήθεν δεν καταγράψαμε σε τι συνίστατο η δωρεά ως υπερβάλλουσα της αξίας της γονικής παροχής, πλην όμως και αυτή καταγραφόταν υπολογιζόμενη στο μέτρο της νόμιμης μοίρας καθεμιάς από εμάς, ήτοι στο 1/6 της αξίας καθενός των ακινήτων, αφού κατά το μέτρο αυτό είναι υπερβάλλουσα του επιβαλλόμενου της γονικής παροχής μέτρου".
Οι ως άνω αιτιάσεις, νοηματικά εκτιμώμενες από το παρόν Δικαστήριο ότι στοιχειοθετούν τους εκ των αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους με τους οποίους ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, πλην όμως κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου κατ' άρθρο 561 §2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες αρκούνται στην αναφορά ότι ο πατέρας τους, που απεβίωσε στις 6-7-2007, δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία διότι ήδη με το ...-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αρχανών Α. Α.-Γ. μεταβίβασε α) λόγω γονικής παροχής στον 2ο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο -υιό του την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 74,13 τμ μετά των επ' αυτού κτισμάτων, στη θέση Πεζούλια στις Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης, αξίας της πλήρους κυριότητας 100.000 ευρώ και ενός ελαιώνα εμβαδού 1101,82 τμ στη θέση Μαλκιάνε στις Κάτω Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης , αξίας της πλήρους κυριότητας 150.000 ευρώ και β) λόγω δωρεάς στην 1η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη - σύζυγό του ποσοστό 50% της επικαρπίας των ανωτέρω. Ως εκ τούτου το Εφετείο, συντασσόμενο με την πρωτόδικη απόφαση, ορθά έκρινε απορριπτέα την εν λόγω σωρευθείσα αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, αφού ουδόλως διευκρινίζεται στο αγωγικό δικόγραφο α) η αξία της δωρεάς στην 1η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δηλ. του 50% της επικαρπίας των ως άνω ακινήτων κατά το έτος 2003, β) η αξία της ψιλής κυριότητας των ως άνω ακινήτων κατά το έτος 2003 και γ) σε ποιο ποσό της τελευταίας (αξίας ψιλής κυριότητας) ανάγεται η δωρεά , δεδομένου ότι πρόκειται για γονική παροχή σε νόμιμο μεριδούχο, δηλ. από ποιο ποσό και πλέον υπερβαίνει η εν λόγω μεταβίβαση το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κατά τα ανωτέρω.
V. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495§3 εδάφ. ε` του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά τους να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του ΚΠολΔ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 για τη "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος ..." δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως οι αναιρεσείουσες, να επιβάλλει εις βάρος τους τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή ( ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 424/2021, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 895/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 28/29-7-2020 αίτηση για αναίρεση της 19/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ