Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1428 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1428/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΤ ΚΑΣ ΚΑΙ ΚΑΡΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής, οδός ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, που ανακάλεσε την από 7-1-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την 7-1-2015 κύρια παρέμβαση τρίτων - μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 3-4-2015 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Αλίμου Αττικής, και την από 20-4-2015 κύρια παρέμβαση των: 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ" και 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ (ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ) ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΤΡΑΧΩΝΩΝ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΕΦΟΡΙΑΚΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΛΑΜΑΚΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/2016 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 1/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6592/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αναιρεσίβλητη ΑΕ με την με ΓΑΚ 122947/ΑΚΔ 3540/4-11-2014 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία με παράγωγο τρόπο, επικουρικά με πρωτότυπο (χρησικτησία), τριών ακινήτων στη θέση "Τράχωνες-Κτήμα Γερουλάνου" του Δήμου Αλίμου Αττικής και δη α) εδαφικής έκτασης εμβαδού 86.855 τμ κατά ποσοστό 100/100 μετά των επ' αυτής κτισμάτων, β) της κάθετης ιδιοκτησίας με ποσοστό συνιδιοκτησίας 56,35/100 επί του τμήματος εμβαδού 11.303,88 τμ , άλλως συγκύρια κατά το ως άνω ποσοστό του τμήματος αυτού και γ) εδαφικής έκτασης εμβαδού 2517,50 τμ κατά ποσοστό 100/100.
Στην ανοιγείσα σχετικά δίκη ασκήθηκαν οι με α) ΓΑΚ .../2015 κύρια παρέμβαση των Α. Γ., Γ. Γ., I. B. και Ν. Γ., β) ΓΑΚ .../2015 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Αλίμου υπέρ του εναγομένου και γ) ΓΑΚ .../2015 κύρια παρέμβαση της Ιεράς Μητρόπολης Νέας Σμύρνης νομού Αττικής και του Ιερού Ενοριακού Ναού της Ζωοδόχου Πηγής Τραχώνων του Οικισμού Εφοριακών της Κοινότητας Καλαμακίου Αττικής. Εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων οι αποφάσεις : α) 1175/13-5-2016 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε όλες τις παρεμβάσεις και αναφορικά με την αγωγή, αφού την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη για τμήματα της μείζονος υπό στοιχείο α) εδαφικής έκτασης και εν μέρει υπό στοιχείο γ) εδαφικής έκτασης και δη Ε1 εμβαδού 12.500 τμ, Ε2 εμβαδού 4866 τμ και Ε5 εμβαδού 15750 τμ, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη από δασολόγο και αγρονόμο -τοπογράφο, β) 1/5-1-2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, που αφού συνεκδίκασε με την εκ νέου ασκηθείσα με ΓΑΚ .../2018 κύρια παρέμβαση των Α. Γ., Γ. Γ., I. B. και Ν. Γ., απέρριψε την κύρια παρέμβαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας την νυν αναιρεσίβλητη κυρία με παράγωγο τρόπο εδαφικών εκτάσεων Ε1 εμβαδού 12500 τμ, Ε2 εμβαδού 4866τμ και Ε5 εμβαδού 15750 τμ (τμημάτων της έκτασης των 87324 τμ που περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο με στοιχείο α, ειδικά δε η Ε5 και της με στοιχείο γ εδαφικής έκτασης) και γ) 6592/23-12-2022 αντιμωλία τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγομένου, την απέρριψε κατ' ουσίαν. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με ΓΑΚ 3841/ΕΑΚ 387/28-4-2023 του ηττηθέντος εναγομένου-εκκαλούντος, με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα 6592/23-12-2022 αντιμωλία τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσής του χωρίς την συμμετοχή των παρεμβαινόντων, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά την επίδοσή της στις 30-3-2023 στο νυν αναιρεσείον με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 94 §1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και παραμένουν σε ισχύ και μετά την Η` Αναθεωρητική Βουλή, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (§1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (§2).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια μπορούν να ελέγχουν τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, δηλαδή την αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα ή τους νόμους, εφόσον από το κύρος τους εξαρτάται η διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου. Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την διατύπωση του άρθρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά και τον διαφορετικό σκοπό, που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ' όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 247/2023, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 647/2011). Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης, ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη. Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 247/2023, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 281/2017 ).
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 245/2025, ΑΠ 247/2023).
Εξάλλου, ουδόλως συντρέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας όταν πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δη όταν αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η κυριότητα ιδιώτη σε ακίνητο, για το οποίο το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι του ανήκει, λόγω του δασικού ή του χορτολιβαδικού του χαρακτήρα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς, άρα και το αντικείμενο της σχετικής δίκης, είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ιδιώτη στο επίδικο ακίνητο, στο πλαίσιο δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς (ΑΠ 445/2020, ΑΠ 546/2016).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι επίδικες Ε1, Ε2 και Ε5 εδαφικές εκτάσεις αποτελούσαν ανέκαθεν ιδιωτικό ακίνητο αγροτικής μορφής, σε αντίθεση με τις περιλαμβανόμενες στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του α) .../2002 Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πειραιά και β) .../2006 απόφαση της 2ης Α/βαθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, οι οποίες χαρακτηρίζουν τα Ε2 και Ε5 επίδικα εδαφικά τμήματα ως δασικά, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Τούτο δε διότι δεν προέβη σε ακύρωση της προρρηθείσας διοικητικής πράξης ή απόφασης, ενέργεια που ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά, στο πλαίσιο της διάγνωσης του δικαιώματος ιδιωτικού δικαίου της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων ακινήτων, προέβη παρεπιπτόντως στην απλή έρευνα των αιτιολογιών τους, με βάση τη δυνατότητα που παρέχεται στα πολιτικά δικαστήρια από το άρθρο 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση του αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της υπέρβασης της δικαιοδοσίας του , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 8/2018,ΟλΑΠ 4/2016,ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).
Περαιτέρω, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί και συνταγματικά με την ερμηνευτική δήλωση που περιέχεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος 1975 και προστέθηκε κατά την Ζ' αναθεώρηση (2001) (όπως, ουσιαστικά διαμορφώθηκε με την 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ), κατά την οποία "Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.". Ο αυτός ορισμός επαναλήφθηκε και στο άρθρο 3 § 1 και 2 του ν.998/1979. Επιπλέον, στο άρθρο 14 του ν.998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 § 2 του ν.4280/8-8-2014( και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλομένης, ΑΠ 808/2011) προβλέπεται η διαδικασία επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων για το στάδιο μέχρι την ανάρτηση των δασικών χαρτών και την κατάρτιση δασολογίου, η οποία ορίζει "1. Μέχρι την ανάρτηση του δασικού χάρτη, ο χαρακτηρισμός μίας περιοχής ή τμήματος της επιφανείας της γης ως υπαγόμενης ή μη στις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (ενν. του ν.998/1979) και ο καθορισμός των ορίων τούτων για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού, όπως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας στην οποία ανήκει κατά τις στο άρθρο 4 διακρίσεις, ενεργείται μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως με πράξη του κατά τόπον αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν στο νομό δεν υφίσταται Δασαρχείο. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη, εκδίδεται μετά από σχετική εισήγηση αρμόδιου δασολόγου και αιτιολογείται προσηκόντως με βάση τα τυχόν υφιστάμενα στοιχεία φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής, με τη μορφολογία του εδάφους, το είδος, τη σύνθεση, την έκταση της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τις τυχόν επελθούσες διαχρονικές αλλοιώσεις ή καταστροφές, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο για το χαρακτηρισμό της εκτάσεως.3. Η πράξη αυτή επιδίδεται στον υποβάλλοντα τη σχετική αίτηση ιδιώτη ...4. Κατά της πράξης του Δασάρχη επιτρέπονται αντιρρήσεις, ενώπιον της κατά το άρθρο 10 του παρόντος νόμου επιτροπής του νομού (Τεχνική Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων), στην οποία βρίσκεται η υπό αμφισβήτηση έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής, από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ...όπως και από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον ....Οι αντιρρήσεις ασκούνται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από της κατά τα ανωτέρω επιδόσεως και κοινοποιήσεως ή, σε κάθε άλλη περίπτωση, από την ανάρτηση. Η Επιτροπή αποφαίνεται αιτιολογημένα ....αφού λάβει υπόψη το σχετικό φάκελο και τις προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτη, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να διενεργήσει και αυτοψία προς μόρφωση ασφαλέστερης γνώμης, περί της υφισταμένης στην περιοχή κατάστασης. ...5. Η απόφαση της Επιτροπής επί των αντιρρήσεων επιδίδεται, κοινοποιείται και αναρτάται ...Με την ανάρτηση αυτή, η οποία αντιστοιχεί με επιβαλλόμενη από το νόμο δημοσίευση, τεκμαίρεται η πλήρης γνώση για κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο, προκειμένου να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως. 6. Ο χαρακτηρισμός μίας έκτασης ως έχουσας δασικό χαρακτήρα ή μη, καθίσταται οριστικός και αμετάκλητος όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων ενώπιον της Επιτροπής ή αιτήσεως ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ή εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Περί της συνδρομής του οριστικού και αμετάκλητου χαρακτηρισμού της έκτασης, χορηγείται σχετικό πιστοποιητικό από τον οικείο δασάρχη, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον....7.... 8. .....8α....8β... 9. ....10...". Αντίστοιχη διαδικασία προβλεπόταν και πριν την τροποποίηση με το ν. 4280/2014 της ως άνω διάταξης, η οποία μάλιστα προέβλεπε και δευτεροβάθμια κρίση από Επιτροπή. Η ως άνω επίλυση του ζητήματος σχετικά με τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, είναι δεσμευτική τόσο για τη διοίκηση όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Τεχνικών Επιτροπών Εξέτασης Αντιρρήσεων (πρώην Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας του άρθρου 10 §3 του ν. 998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της. Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το εάν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,8,14 και 74 §3 του ίδιου νόμου. Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 706/2023, ΑΠ 441/2021). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Εφετείο παραβίασε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 14 του ν. 998/1979, αφού αγνόησε ουσιαστικά και ουδόλως έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες εκτάσεις είναι ιδιωτικές, το γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα είναι δασικές εκτάσεις για τα οποία έχει εκδοθεί η .../2002 Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πειραιά του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και στη συνέχεια η .../2006 απόφαση της 2ης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων , επικουρικά δε ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 24 του Συντάγματος και 3 του ν.998/1979 αναφορικά με την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης με το να αποφανθεί ότι δεν έχουν δασικό χαρακτήρα οι επίδικες εκτάσεις. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη ότι "Περαιτέρω, με την με αρ. πρωτ. ...-2002 Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πειραιά, αναφορικά με την έκταση συνολικού εμβαδού 89.866 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση Τράχωνες Δήμου Αλίμου, που εμφανίζεται στο από 22-12-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Ο. χαρακτηρίστηκε : α) ως δασικό το τμήμα της έκτασης εμβαδού 38.150 στρεμμάτων (απεικονίζεται με πράσινο χρώμα και με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,13,14,15,16,Ζ,1,2,Α στο διάγραμμα) διότι το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από άγρια δασική βλάστηση (πεύκα, κυπαρίσσια, ευκαλύπτους, αείφυλλα πλατύφυλλα) που λόγω της μεταξύ τους απόστασης και αλληλεξάρτησης δημιουργούν οργανική ενότητα που συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας του περιβάλλοντος και β) ως μη δασικό το τμήμα της έκτασης εμβαδού 51.716 στεμμάτων (απεικονίζεται με κίτρινο χρώμα και με στοιχεία Α,3,4,5,....11,12,Ε,Δ,Γ,Β,Α και 16,17,Ζ,16 στο διάγραμμα). Στη συνέχεια, κατόπιν αντιρρήσεων, μεταξύ άλλων και της ενάγουσας-εφεσίβλητης, που έγιναν εν μέρει δεκτές, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6/2006 απόφαση της 2ης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη και η οποία ακύρωσε την ως άνω Πράξη Χαρακτηρισμού και χαρακτηρίζει τα επίδικα εδαφικά τμήματα Ε2 και Ε5 ως δασικά, διότι το μεν υπό στοιχεία Ε2, ήταν ανέκαθεν, ήτοι από το έτος 1939 και εφεξής, χορτολιβαδική έκταση, η οποία περιλαμβάνεται εντός δασικής έκτασης (Ε1 και Ε5, άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 998/79), ενώ το δεύτερο υπό στοιχεία Ε5 ήταν ανέκαθεν, ήτοι από το έτος 1939 και εφεξής, ακαλλιέργητο, η δε αναπτυχθείσα βλάστηση επί του εδάφους του, τελεί σε οργανική ενότητα με το, στα ανατολικά, προϋπάρχον δάσος, ώστε το σύνολο των ανωτέρω εκτάσεων να αποτελεί αυτοτελές δασικό οικοσύστημα (άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 998/79). Αναφέρεται, δε, ότι πριν από την ως άνω Πράξη Χαρακτηρισμού είχε προηγηθεί το ...-1999 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά, με το οποίο χαρακτηρίζονται με διαφορετικό τρόπο τμήματα του κτήματος Τράχωνες και με βάση το οποίο οδηγήθηκε ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ στην ...-1994 απόφαση με θέμα "Τροποποίηση του γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου Δήμου Αλίμου". Ωστόσο, ούτε στην απόφαση αυτή γίνεται αναφορά σε στοιχεία, που αφορούν την εδαφοκάλυψη και τοπογραφία των επίδικων τμημάτων, κατά το χρονικό διάστημα προ του έτους 1939, ενώ χαρακτηρίζει τα επίδικα τμήματα δασικά, με την αιτιολογία ότι ήταν ανέκαθεν ακαλλιέργητες εκτάσεις και ότι περιβάλλονται από δασικές εκτάσεις, ενώ τα ακίνητα αυτά είχαν στο παρελθόν καλλιεργηθεί, με τη φύτευση και καλλιέργεια δέντρων, για την παραγωγή ξύλου, όπως το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές αεροφωτογραφίες, καθώς στις πρώτες λήψεις (των ετών 1929 και 1938) διακρίνονται σε αυτά σειρές από δέντρα, οι οποίες στη συνέχεια (έτος 1945) κόβονται και επαναφυτεύονται (έτος 1960, γεγονός που επιβεβαιώνεται στην απόφαση υπ' αριθμ. .../2006 της 2ης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων), καθώς και με καλλιέργεια αμπελιών, σιτηρών και οπωροφόρων, τα, δε, επίδικα εδαφικά τμήματα περιβάλλονταν από εκτάσεις που στην πλειονότητά τους ήταν ανέκαθεν αγροτικού χαρακτήρα και όχι δασικές. Το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 6/2006 απόφαση της 2ης Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιά, ενώ η ουσιαστική κρίση της, κατά την οποία τα επίδικα εδαφοτεμάχια, ήταν δασικά, ήταν δεσμευτική.
Εν προκειμένω, εφόσον δεν υφίσταται περίπτωση μεταβολής του δασικού χαρακτήρα, που οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση, ώστε να ανατρέχει σε προγενέστερο χρόνο, οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 Ν. 998/79), σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη, συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Εξάλλου, από τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 14 και 38 του Δασικού Κώδικα ν. 998/1979, δεν προκύπτει δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου της ουσίας, δικάζοντος επί ιδιωτικής διαφοράς, να συμμορφωθεί προς τις διαπιστώσεις των διοικητικών οργάνων κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως περί της συνδρομής περιστατικών, προσποριστικών ιδιωτικών δικαιωμάτων, καθόσον η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας,....Από το σύνολο των ανωτέρω, προκύπτει ότι τα επίδικα, ως άνω, εδαφικά τμήματα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1836 έως το έτος 1918, με βάση τους Χάρτες Kaupert των ετών 1875 και 1882, σε συνδυασμό με την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών που προαναφέρθηκαν και κατ' εκτίμηση, για την περίοδο 1836-1875 (ελλείψει αντίστοιχων στοιχείων), αποτελούσαν μη δασικές εκτάσεις και είχαν αγροτικό χαρακτήρα (βλάστηση με σιτηρά ή χαμηλή, ασήμαντη ή ανύπαρκτη βλάστηση ή άλλα είδη, που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και χορτολίβαδο, χωρίς δασικά είδη), αφού αν υπήρχαν δασικά είδη, τότε ο συμβολισμός τους στους χάρτες Kaupert, καθώς και στον ιστορικό χάρτη ΓΥΣ, του έτους 1925, θα γινόταν με συγκεκριμένο και διαφορετικό τρόπο. Από τις λήψεις αεροφωτογραφιών του έτους 1929 διαπιστώνεται ότι οι γύρω εκτάσεις καλλιεργούνται, ενώ από τις ίδιες λήψεις αεροφωτογραφιών των ετών 1929, 1938 και 1945 διακρίνονται τα επίδικα τμήματα, ως τμήματα αγροκτήματος, με συστηματικές καλλιέργειες, ως τμήματα με καλλιέργειες σε αγρανάπαυση, καθώς και με επανακαλλιέργειά τους, χωρίς δασική βλάστηση. Δενδρώδης πύκνωση διακρίνεται μόνο παραπλεύρως του ρέματος των Τραχώνων, που διέρχεται εσωτερικά του μείζονος ακινήτου, χωρίς η βλάστηση αυτή να συνδέεται με δάσος ή δασική έκταση και να δύναται να χαρακτηριστεί ως δασοβιοκοινότητα. Το έτος 1960, τα επίδικα τμήματα συνεχίζουν να καλλιεργούνται συστηματικά και να χρησιμοποιούνται ως αγρόκτημα. Από το έτος 1988 έως και σήμερα, φαίνεται ότι η μείζονα έκταση δεν καλλιεργείται πλέον συστηματικά, αλλά ότι σε αυτήν γίνεται κυρίως μελισσοκομική χρήση, καθώς και περιορισμένη εκτροφή αμνοεριφίων και πουλερικών. Τα δέντρα που καλλιεργούνταν (κυπαρίσσια, πεύκα, ευκάλυπτοι, ελιές) έχουν πυκνώσει και μεγαλώσει σε ύψος, ωστόσο, ακόμα και σήμερα, δεν υπάρχουν θάμνοι και υπόροφοι κάτω από τα δέντρα αυτά, ούτε διακρίνεται άγρια δασική βλάστηση. Αντίθετα, εντοπίζεται εγκαταλελειμμένη καλλιέργεια δέντρων σε σειρές (φυτευτικό σύνδεσμο και σταθερές αποστάσεις). Διαχρονικά, σε όλα τα επίδικα τμήματα είναι διακριτά τα εξής: Οι ήπιες κλίσεις του εδάφους, το έδαφος έχει προσανατολισμό προς τα νότια, τα ανατολικά και δυτικά, το έδαφος είναι βαθύ και γόνιμο, οι όμορες εκτάσεις, αλλά και η ευρύτερη περιοχή, είναι αμιγώς αγροτική, έως και το έτος 1960, ενώ στα επόμενα έτη οι γύρω εκτάσεις παρατηρούνται ως εντός σχεδίου, με χρήσεις βιοτεχνικές και με μεγάλες αποθηκευτικές εγκαταστάσεις, καθώς και με μεγάλα κτίρια, προοριζόμενα για γραφεία, τέλος, δε, στο εσωτερικό των επίδικων τμημάτων υπάρχει κλειστό δίκτυο αγροτικών οδών, το οποίο δεν είναι διαμπερές, για να εξυπηρετεί γειτονικές ιδιοκτησίες ή άλλες χρήσεις, αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά, για τις γεωργικές εργασίες των επίδικων τμημάτων και του μείζονος ακινήτου, ενώ συντηρείται συστηματικά και διαχρονικά. Η βλάστηση των δένδρων εντός των τμημάτων, ακολουθεί σειριακή διάταξη και το αγρόκτημα καλλιεργούταν συστηματικά, χωρίς να διακρίνεται, εντός αυτού, άγριο δάσος. Τα επίδικα τμήματα, προ του έτους 1918, δεν καλύπτονταν από δάσος ή δασική βλάστηση και δεν ήταν χορτολίβαδο, με δασικά είδη. Από τις πρώτες λήψεις αεροφωτογραφιών (έτος 1929) διακρίνεται ότι πρόκειται για τυπική περίπτωση αγροκτήματος, με καλλιέργειες διαφόρων ειδών, με μεγάλες οικοδομικές εγκαταστάσεις, σταβλισμού, αποθηκών, αλωνιών, πηγαδιών, στερνών, με χαμηλές καλλιέργειες, αλλά και καλλιέργειες δέντρων σε σειρές. Η περιοχή γύρω από τα επίδικα τμήματα είναι αποκλειστικά αγροτική (όλες οι όμορες εκτάσεις είναι αγροτικές και καμία δασική έκταση δεν εφάπτεται με τα επίδικα). Μοναδική άγρια βλάστηση, που εντοπίζεται στο Ε1 επίδικο εδαφικό τμήματα, και δη στο ανατολικό τμήμα αυτού, είναι παραρεμάτια βλάστηση στο ρέμα που διασχίζει την όλη ιδιοκτησία. Η άγρια αυτή βλάστηση, που εντοπίζεται εκεί, δεν επικοινωνεί με δάσος ή δασική έκταση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί δασοβιοκοινότητα. Αποδεικνύεται, έτσι, ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι συνολικά μη δασικά, αγροτικού χαρακτήρα, με αλώνια, πηγάδια, κτίρια, δύο ξωκκλήσια, στοιχεία που δείχνουν σαφή ανθρωπογενή επέμβαση. Η αγροτική αυτή χρήση των επίδικων εκτάσεων είναι εμφανής μέχρι και το έτος 1960, αφού εντοπίζονται σε αυτές πηγάδια και αρδευτικό χαντάκι, αλώνι, δύο ξωκκλήσια, επίπεδες και με μικρή κλίση εκτάσεις. Η χορτολιβαδική μορφή, που υπήρξε έντονη στα έτη 1929 έως 1938, με βάση τη σημερινή δασική νομοθεσία, χαρακτηρίζεται πεδινή χορτολιβαδική, καθώς η έκταση έχει εξ ολοκλήρου υψόμετρο κάτω των 100 μέτρων και οι κλίσεις δεν ξεπερνούν το 8% ή, κατά μέγιστο, το 12%, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016. Κατά την παραπάνω έννοια, οι εκτάσεις αυτές (οι χορτολιβαδικές) τίθενται εκτός δασικής νομοθεσίας. Εξάλλου, σε διάφορα τμήματα των επίδικων ακινήτων, κατά τα έτη 1929 και 1938, διακρίνονται φυτεύσεις δασικών ειδών (πεύκων, κυπαρισσιών και ευκαλύπτων). Οι χώροι αυτοί σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως δασικές τεχνητές φυτείες και θα ήταν εκτός δασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/79, ως ισχύει. Η εμφανής αγροτική μορφή της επίδικης έκτασης δεν μπορεί να της προσδώσει δασική μορφή, αφού, ακόμα, και η ύπαρξη ισχνής δασικής βλάστησης (σχίνων, πρίνων) , μεμονωμένων πεύκων (ή άλλων δέντρων), δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα (πρβλ. ΣτΕ 2729/2014, 2515/2009 ΤΝΠ Νόμος). Κατ' ακολουθίαν αποδεικνύεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Μ. Γ. απέκτησε την κυριότητα της ευρύτερης αγροτικής έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1918 παραχωρητηρίου του Υπουργού Γεωργίας..." 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι η διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 ως προς το δασικό χαρακτήρα των επίδικων εκτάσεων, δεν είναι δεσμευτική για το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να κρίνει κατά νόμο τον ιδιοκτησιακό χαρακτήρα αυτών, δεδομένου ότι, κατά τη διαδικασία του ως άνω άρθρου 14 του ν. 998/1979, απαγορεύεται η θέση ή η προβολή θεμάτων ιδιοκτησίας, η δε οριστική επίλυση της ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης, μπορεί να διαταχθεί μόνο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το κύριο μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και κατά το επικουρικό του σκέλος, με το οποίο μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 3 του ν.998/1979 και 24 του Συντάγματος, καθώς με τις ανωτέρω παραδοχές,- που στηρίζονται στους χάρτες Kupert, τους ιστορικούς χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) 1925, τις αεροφωτογραφίες λήψης 1929, 1938 ,1945, 1960 και 1988, αλλά και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης , το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις δεχόμενο ότι τα επίδικα τμήματα μέχρι το 1960 ήταν αγροτικά και μετά το 1988, όμως, που δεν ανατρέπει την ήδη κτηθείσα κυριότητα από την λόγω εγκατάλειψης των καλλιεργειών εμφάνισαν δασική βλάστηση, γεγονός αναιρεσίβλητη.
IV. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 413/2024, ΑΠ 175/2020).
Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ' άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 214/2021).
Ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης αυτός, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 413/2024, ΑΠ 1183/2021).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του Δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 413/2024).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019). Με τον τρίτο λόγο τη κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο βάλλει κατά του Εφετείου, επικαλούμενο την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη επειδή "δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία αναφορικά με την ύπαρξη ή την έλλειψη πραγματικών προϋποθέσεων, οι οποίες κατατείνουν αντιστοίχως στην ύπαρξη ή έλλειψη ιδιαίτερης βιοκοινότητας (δασοβιοκοινότητας) και ιδιαίτερου φυτικού περιβάλλοντος (δασογενούς) αναφορικά με τα επίδικα τμήματα αυτοτελώς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα". Με αυτό το περιεχόμενο ο εν λόγω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, διότι δεν αναφέρει την διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και τον ισχυρισμό και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο παρών λόγος συνδέεται νοηματικά με τον προηγούμενο λόγο (εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πάλι κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές που εκτίθενται παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για να απορρίψει τον ισχυρισμό του νυν αναιρεσείοντος ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι δάση και δασικές εκτάσεις και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 3 του ν.998/1979.
V.Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με ΓΑΚ3841/ΕΑΚ 387/28-4-2023 αίτηση για αναίρεση της 6592/23-12-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με το υπόμνημά της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ3841/ΕΑΚ 387/28-4-2023 αίτηση για αναίρεση της 6592/23-12-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ