Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1429 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1429/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Γεώργιο Νίκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευσταθία Δημητρέλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 11/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 229/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 145/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, ή την προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή της στέρησης της ελευθερίας του ενάγοντος, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στον δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 145/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 649/2019).
Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη. Δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 145/2024, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 932/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ως ιδιοκτήτης επιχείρησης, με αντικείμενο το εμπόριο ψυκτικών μηχανημάτων, απορρυπαντικών, επαγγελματικών και οικιακών συσκευών, κατασκευών ψυκτικού και κλιματιστικού επαγγελματικού εξοπλισμού, συνεργάστηκε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως λογιστή φοροτεχνικού, ο οποίος είχε αναλάβει να εκτελεί όλες τις αναφερόμενες στην υπό κρίση αγωγή εργασίες που άπτονται της ιδιότητάς του αυτής. Ότι ο εναγόμενος εκτελούσε τις εργασίες αυτές έναντι αμοιβής, την οποία ελάμβανε στο τέλος εκάστου έτους από τον ενάγοντα, εκδίδοντας την αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Ότι η συνεργασία τους αρχικά ήταν άψογη και με τον καιρό ο εναγόμενος κέρδισε την εμπιστοσύνη του ενάγοντος, για το λόγο δε αυτό ο ενάγων από το έτος 2002 ανέθεσε στον εναγόμενο να διενεργεί αποκλειστικά αυτός για λογαριασμό του όλες τις πληρωμές του αναλογούντος Φ.Π.Α. και των εισφορών του Ι.Κ.Α. Ότι ο ίδιος κατέθετε σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, κατόπιν υπόδειξής του, τα χρηματικά ποσά που ανταποκρίνονταν, σύμφωνα με όσα του διεμήνυε ο εναγόμενος, στην εξόφληση των ανωτέρω υποχρεώσεών του. Ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε ελέγξει τα σχετικά παραστατικά, τα οποία ο εναγόμενος συνέτασσε και υπέγραφε για λογαριασμό του. Ότι στις αρχές του έτους 2012 και ενθυμούμενος τις εισπράξεις του προηγούμενου έτους (ήτοι του έτους 2011) προέβη σε έναν πρόχειρο έλεγχο και διαπίστωσε ότι το ποσό που όφειλε να καταβάλει για τον αναλογούντα Φ.Π.Α. υπολειπόταν κατά 2.500 ευρώ περίπου από το ποσό που ο εναγόμενος του είχε υποδείξει να καταβάλει στο λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να επισκεφθεί τον εναγόμενο και να του ζητήσει έναν πλήρη φάκελο για όλα τα έτη της συνεργασίας τους. Ότι ακολούθως, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2012, επεξεργάστηκε τα στοιχεία του φακέλου του, ελέγχοντας και αντιπαραβάλλοντας τις αποδείξεις καταβολής στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου με τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α., τις αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις του ΙΚΑ και τα σχετικά έγγραφα περί πληρωμής των υποχρεώσεων αυτών και διαπίστωσε ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθετε, κατόπιν υπόδειξης του εναγομένου, στο λογαριασμό του, δεν ανταποκρίνονταν στα ποσά που πραγματικά όφειλε, διότι ο εναγόμενος του υποδείκνυε σχεδόν πάντα να καταβάλει μεγαλύτερα ποσά από τα πραγματικά οφειλόμενα. Ότι η διαφορά των ποσών που πράγματι όφειλε για την πληρωμή Φ.Π.Α. από το έτος 2004 μέχρι και το έτος 2011 και για την πληρωμή των εισφορών του Ι.Κ.Α. από το έτος 2005 μέχρι και το έτος 2011, με τα ποσά που ο εναγόμενος του υποδείκνυε να καταβάλει στο λογαριασμό του, ανέρχεται στο ποσό των 29.299,42 ευρώ για την πληρωμή Φ.Π.Α. και στο ποσό των 5.834,67 ευρώ για την πληρωμή των εισφορών του Ι.Κ.Α., δηλαδή συνολικά στο ποσό των 35.134,09 ευρώ. Ότι, κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τον εναγόμενο, εκείνος αποδέχθηκε το ύψος του ανωτέρω ποσού και υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε την ως άνω διαφορά, ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, ο εναγόμενος ουδέν έπραξε. Ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας με τον προαναφερόμενο τρόπο, ενσωμάτωσε στην περιουσία του παράνομα και υπαίτια το ποσό των 35.134,09 ευρώ με την παράσταση προς τον ενάγοντα ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους. Ότι εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη, πέρα από την ανωτέρω περιουσιακή ζημία, στεναχώρια και ψυχική ταλαιπωρία, με αποτέλεσμα να ενέχει ο εναγόμενος υποχρέωση να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο θεωρεί εύλογο, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος της προσβολής και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ιδίου και του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει νομιμοτόκως α) το ποσό των 35.134,09 ευρώ, ως αποζημίωση και β) το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τα άρθρα 914, 932, 297, 298, 299 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα εκτίθενται στο δικόγραφο, με επάρκεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, την πρόκληση στον ενάγοντα από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας και ηθικής βλάβης, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της ζημιογόνου συμπεριφοράς, η οποία ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει την εν λόγω ζημία, έτσι ώστε να θεμελιώνονται οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις του ενάγοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, απορρίπτοντας την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί αοριστίας αυτής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019). Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 1152/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τη διάπραξη εκ μέρους του της πράξης της απάτης και κατά συνέπεια την τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος του ενάγοντος, τα οποία όμως δεν διαλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο.
'Όμως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθεται ότι ο εναγόμενος ενσωμάτωσε στην περιουσία του παράνομα και υπαίτια το ποσό των 35.134,09 ευρώ με την παράσταση στον ενάγοντα των αναφερόμενων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εκμεταλλευόμενος την υπάρχουσα μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου και ως εκ τούτου ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτός εξαπάτησε τον ενάγοντα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.7.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 11/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης