Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1431 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1431/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε) Α.Ε", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 991/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14-11-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14-11-2023 και με αριθ. κατάθεσης 122065/178/14-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 991/2-2-2022 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 23 Νοεμβρίου 2018 και με αριθ. κατάθεσης 100793/4190/23-11-2018 έφεσης της εναγομένης κατά της με αριθμό 222/16-2-2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία η από 14-12-2015 με αριθμό κατάθεσης 2142/16-12-2015 αγωγή του ενάγοντος και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για το αιτούμενο πολεμικό επίδομα, το συνολικό ποσό των 5.321,43 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου την 14-11-2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-2-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικούς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 384/2024, ΑΠ 905/2022, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013). Στο άρθρο 1 του ν. 1370/1944, Περί ρυθμίσεως αναπηρικών ζητημάτων, (ΦΕΚ Α 82), ορίζεται ότι " 1. Επιτρέπεται όπως δια κοινών αποφάσεων εκδιδομένων παρά του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του Υπουργού των Οικονομικών και του Υπουργού της Εθνικής Αμύνης, ρυθμίζονται εκάστοτε τα ζητήματα τα αφορώντα την περίθαλψιν και την αποκατάστασιν εν γένει των αναπήρων.
Προκειμένου περί αναπήρων της Χωρ/κής, του Αστυνομικού Σώματος και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, εις την έκδοσιν των αποφάσεων τούτων, μετέχει και ο αρμόδιος Υπουργός. 2. Ανάπηροι, υπό την έννοιαν του παρόντος νόμου, νοούνται οι υπηρετήσαντες εις τον στρατόν της ξηράς, θαλάσσης, αέρος και την Χωρ/κήν, ως και εις το Αστυνομικόν Σώμα και την Πυροσβεστικήν Υπηρεσίαν, εφόσον ούτοι υπέστησαν αναπηρίαν, λόγω τραύματος ή νόσου αποτόκων των κακουχιών του πολέμου, της επιστρατεύσεως ή της εν ειρήνη υπηρεσίας και έχουσιν ανάγκην περιθάλψεως. 3. Δια των κατά το εδάφιον 1 κοινών αποφάσεων, ρυθμίζονται πάντα τα ζητήματα των κατά το εδάφ. 1 αναπήρων τα σχετιζόμενα προς την παροχήν νοσοκομειακής περιθάλψεως, προς την παροχήν οικονομικής ενισχύσεως, προς την ίδρυσιν και λειτουργίαν πόρων εγκαταστάσεως, περιθάλψεως και διατροφής, ως και εστιών διατροφής, προς λήψιν μέτρων επανόδου εις την εστίαν των και γενικώς προς παν μέτρον αποσκοπούν την περίθαλψιν και αποκατάστασιν εν γένει των δεομένων τοιαύτης, αναπήρων, πλην της συνταξιοδοτήσεως αυτών, δι` ην εξακολουθούσιν ισχύοντες οι κείμενοι νόμοι. 4. Δια των κατά το εδάφ. 1 κοινών αποφάσεων, ρυθμίζεται και το ζήτημα των δαπανών των απαιτουμένων δια την εκτέλεσιν των εκάστοτε λαμβανομένων μέτρων, ως και ο τρόπος εκτελέσεως και δικαιολογήσεως αυτών, παρεχομένης δια του παρόντος της εξουσιοδοτήσεως δια την ενέργειαν των πάσης φύσεως δαπανών τούτων. 5. Τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα μέτρα δύνανται να επεκτείνωνται δια των κοινών αποφάσεων και επί αποστράτων αξιωματικών, πασχόντων εκ φυματιώσεως βαρείας μορφής και χρηζόντων νοσοκομειακής περιθάλψεως, εφ` όσον ούτοι νοσηλεύονται εις ιδρύματα νοσηλευτικά. 6. Δια των κοινών αποφάσεων καθορίζεται και το αρμόδιον δια την εκτέλεσιν των υπό τούτων διατασσομένων μέτρων Υπουργείον. 7. Αι κατά τον παρόντα νόμον κοιναί αποφάσεις φέρουσιν ιδίαν αρίθμησιν". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι " Η ισχύς του παρόντος, συντακτικού χαρακτήρος και περιεχομένου, άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.".
Περαιτέρω στο υπό τον τίτλο "Θέματα πολεμικών συνταξιούχων και αναπήρων ειρηνικής περιόδου" άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3670/2008 " Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου, εισοδηματική πολιτική έτους 2008 και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι, " 1. Οι στρατιωτικοί ανάπηροι ειρηνικής περιόδου του ν. 1370/1944 (ΦΕΚ 82 Α`), οι ανάπηροι αγωνιστές Αντιδικτατορικού Αγώνα του ν. 1543/1985 (ΦΕΚ 73/Α`), οι ανάπηροι αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού του ν. 1863/1989 (ΦΕΚ 204/Α`), οι ανάπηροι πολέμου αμάχου πληθυσμού του ν. 812/1943 (περιόδου 1940-1949), όπως ισχύει σήμερα και οι ανάπηροι αμάχου πληθυσμού του ν. 1863/1989, καθώς και οι έλκοντες δικαίωμα από τους παραπάνω αναπήρους, απολαμβάνουν κάθε δικαιώματος και ευεργετήματος, που απολαμβάνουν οι ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι Εθνικής Αντίστασης και τα θύματα πολέμου 1940-1941, θύματα Εθνικής Αντίστασης αντίστοιχα, εφόσον λαμβάνουν πολεμική ή στρατιωτική σύνταξη. Στα ανωτέρω δικαιώματα και ευεργετήματα δεν περιλαμβάνονται αυτά που έχουν θεσπιστεί με συνταξιοδοτικές διατάξεις, με εξαίρεση αυτά που αφορούν τη χορήγηση του επιδόματος αεροθεραπείας. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την 1.1.2008.".
Περαιτέρω στο άρθρο 13 παρ. 20 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού-ΟΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ, στ του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568Β/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, ορίζεται ότι "Εις τους εκ του προσωπικού : α) Τιμηθέντες δι' αριστείου ανδρείας ή πολεμικού Στρατού ή προαχθέντες επ' ανδραγαθία, ασχέτως χρόνου στρατιωτικής των υπηρεσίας, β) Αναπήρους και τραυματίας πολέμου, ασχέτως χρόνου στρατιωτικής των υπηρεσίας, γ) Έχοντες την κατά το υπ' αριθ. 1799/1942 Ν.Δ. "περί μέτρων προστασίας των αναπήρων πολέμου οπλιτών εν γένει" ιδιότητα, δ) Έχοντες πολεμικήν υπηρεσίαν στις την ζώνην των πρόσω 6 τουλάχιστον μηνών ή 5 μηνών προκειμένου περί του πολέμου 1940-1941 (Αλβανικόν Μέτωπον, Κρήτη κλπ), ε) Έχοντας την ιδιότητα του αγωνιστού Εθνικής Αντιστάσεως κατά την έννοιαν και υπό τας προϋποθέσεις του ν.δ. 179/1969. Στ) Μετασχόντας των εκστρατευτικών Σωμάτων της Ελλάδος των εξελθόντων των ορίων της χώρας, χορηγείται μία προσαύξησις εκ 10% επί του βασικού μισθού του εκάστοτε κατεχομένου παρ' αυτών βαθμού". Ακολούθως στο μεταγενέστερο από10-6-1999 ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, ορίζεται στο άρθρο 12 παρ. Γ αυτού, υπό τον τίτλο "ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ", ότι "τα πάσης φύσεως επιδόματα που είχαν χορηγηθεί στο προσωπικό με τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ - ΟΤΕ, ΕΣΣΕ, αποφάσεις ΔΣ κλπ και δεν καταργήθηκαν με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν, υπολογιζόμενα όπως ορίζεται στην εν λόγω ΕΣΣΕ και στις εκάστοτε ισχύουσες μετά από αυτή".
Επίσης, με την από 25-6-2001 Επιχειρησιακή Σύμβαση Εργασίας ορίστηκε στο άρθρο 10 ότι "Η προσαύξηση (10%) που προβλέπεται από το άρθρο 13 παρ. 20 του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π.-ΟΤΕ, χορηγείται από 1-9-2001, και στο προσωπικό του Οργανισμού που υπηρετούσε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που ενεπλάκησαν με οποιονδήποτε τρόπο στα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη χρονική περίοδο από 20 Ιουλίου 1974 έως 20 Αυγούστου 1974 στην Κύπρο, καθώς επίσης και στα γεγονότα που έλαβαν χώρα το έτος 1964 στην Τυληρία της Λευκωσίας και το έτος 1967 στην Κοφίνου και τους Αγίους Θεοδώρους, περίοδοι που έχουν χαρακτηριστεί πολεμικές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2641/1998. Λεπτομέρειες για τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω όρου θα καθοριστούν με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού".
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 παρ. 3 Ν. 3522/2006 νυν ισχύον Γενικός Κανονισμός Προσωπικού-ΟΤΕ περιέχει ρύθμιση με την οποία, στο άρθρο 34 παρ. 5 που αφορά στα λοιπά επιδόματα ορίζεται ότι: "Τα πάσης φύσεως επιδόματα που είχαν χορηγηθεί στο προσωπικό με τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ - ΟΤΕ, ΕΣΣΕ, αποφάσεις ΔΣ κλπ και δεν καταργήθηκαν με την από 10-6-99 ΕΣΣΕ ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν, υπολογιζόμενα όπως ορίζεται στην εν λόγω ΕΣΣΕ και στις εκάστοτε ισχύουσες μετά από αυτή". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα : Α) από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1370/1944 προκύπτει ότι με αυτές α) παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση σε κρατικά όργανα, Πρόεδρο της Κυβέρνησης, Υπουργό των Οικονομικών και Υπουργό της Εθνικής Άμυνας, με κανονιστικές αποφάσεις, να ρυθμίζουν ζητήματα που αφορούν την περίθαλψη και την αποκατάσταση γενικά των χαρακτηριζομένων ως αναπήρων πολέμου και αναπήρων ειρηνικής περιόδου, β) τα με τις κανονιστικές αυτές αποφάσεις ρυθμιζόμενα ζητήματα αφορούν τα σχετιζόμενα προς την παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης, οικονομική ενίσχυση, ίδρυση και λειτουργία πόρων εγκατάστασης, περίθαλψης και διατροφής καθώς και εστιών διατροφής, λήψη μέτρων επανόδου στις εστίες τους και γενικά κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην περίθαλψη και αποκατάσταση γενικά όσων την έχουν ανάγκη, γ) οι προστατευτικές αυτές ρυθμίσεις και δράσεις αφορούν δαπάνες που επιβαρύνουν το δημόσιο ταμείο, παρεχομένης ειδικής εξουσιοδότησης για την ενέργεια και δικαιολόγηση των πάσης φύσεως δαπανών που απαιτούνται για την εκτέλεση των λαμβανόμενων μέτρων, καθοριζομένου συνάμα και του αρμόδιου Υπουργείου, για την εκτέλεση των υπ' αυτού διατασσομένων μέτρων, δ) με τις διατάξεις αυτές δεν παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στα ως άνω κρατικά όργανα να επιβάλλουν οικονομικά βάρη και υποχρεώσεις σε ιδιώτες για την επίτευξη του ως άνω σκοπού ρύθμισης των προαναφερθέντων ζητημάτων, που αφορούν αναπήρους πολέμου και αναπήρους ειρηνευτικής περιόδου, Β) από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3670/2008 προκύπτει ότι, οι στρατιωτικοί ανάπηροι ειρηνικής περιόδου του ως άνω νόμου 1370/1944, καθώς και οι ανάπηροι αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού του ν. 863/1989 (ΦΕΚ 204 Α), οι ανάπηροι πολέμου αμάχου πληθυσμού του ν. 812/1943 (περιόδου 1940-1949), όπως ισχύει σήμερα και οι ανάπηροι αμάχου πληθυσμού του ν. 1863/1989 και οι έλκοντες δικαίωμα από τους παραπάνω αναπήρους, απολαμβάνουν κάθε δικαιώματος και ευεργετήματος που απολαμβάνουν μεταξύ άλλων οι ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι Εθνικής Αντίστασης και τα θύματα πολέμου 1940-1941, θύματα Εθνικής Αντίστασης αντίστοιχα, εφόσον λαμβάνουν πολεμική ή στρατιωτική σύνταξη, β) σκοπός της διάταξης αυτής, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, είναι η εξομοίωση των αναπήρων ειρηνικής περιόδου του ν. 1370/1944 και των λοιπών αναφερομένων κατηγοριών αναπήρων, ως προς τα ευεργετήματα των αναπήρων πολέμου, Εθνικής Αντίστασης και θυμάτων πολέμου 1940-1941 και Εθνικής Αντίστασης, αντίστοιχα, γ) Τα αναφερόμενα με τη διάταξη αυτή "δικαιώματα και ευεργετήματα" που απολαμβάνουν οι ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι Εθνικής Αντίστασης και τα θύματα πολέμου 1940-1941, θύματα Εθνικής Αντίστασης αντίστοιχα, προβλέπονται 1) από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 1044/1971 και συνίστανται σε, παραχωρήσεις γεωργικού κλήρου, προνομιακή πώληση καπνοβιομηχανικών προϊόντων και ειδών μονοπωλίου, παραχώρηση εκμετάλλευσης περιπτέρων, καφενείων, κυλικείων και κουρείων, διορισμούς σε έμμισθες θέσεις, συγκοινωνιακές διευκολύνσεις και εκπτώσεις, απαλλαγές από φόρους και τέλη χαρτοσήμου, παροχή ιατρικής νοσοκομειακής, φαρμακευτικής εν γένει περίθαλψης, λουτροθεραπείας και αεροθεραπείας, παραχώρησης ορθοπεδικών μηχανημάτων, επιστημονικών βοηθημάτων και αμαξιδίων, εκπαιδευτικών ατελειών μέχρι και των Ανωτάτων Σχολών του Κράτους, επαγγελματικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, στέγασης και παροχή διαφόρων ηθικών και τιμητικών διακρίσεων και 2) από τις διατάξεις των άρθρων 1, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 31, 32 Α και 33 του ν. 1543/1985 (ΦΕΚ Α 63) "Συνταξιοδότηση των παθόντων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, αποκατάσταση των αγωνιστών που διώχθηκαν για τα "κοινωνικά τους φρονήματα και συνταξιοδότηση των αγωνισθέντων κατά της δικτατορίας και άλλες διατάξεις." και συνίστανται σε παροχή στους αναφερόμενους δικαιούχους συνταξιοδότησης από το Δημόσιο, σε διοικητική και συνταξιοδοτική αποκατάσταση αυτών και σε παροχή των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ν. 1044/1971 ευεργετημάτων, αφορούν συγκεκριμένα ευεργετήματα παρεχόμενα από το Κράτος, αφορούν δηλαδή υποστηρικτικά μέτρα υπέρ των αναφερομένων κατηγοριών πολιτών (δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων, δημοσίων υπαλλήλων, καθηγητών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κλπ), μεταξύ των οποίων και οι στρατιωτικοί ανάπηροι ειρηνικής περιόδου, που μπορεί να λαμβάνει μόνο το Κράτος και επιβαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο, χωρίς να συνάγεται από την προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3670/2008 νομοθετική πρόθεση επιβολής επιδομάτων υπέρ των στρατιωτικών αναπήρων ειρηνικής περιόδου σε βάρος των ιδιωτών εργοδοτών τους. Γ) α) Με το άρθρο 13 παρ. 20 του παλαιού Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, χορηγήθηκε προσαύξηση 10% επί του βασικού μισθού του εκάστοτε κατεχομένου βαθμού, από τους εργαζομένους στον ΟΤΕ στρατιωτικούς αναπήρους πολέμου, των μετασχόντων και μόνο κατά τις αναφερόμενες κατηγορίες στα αναφερόμενα σ' αυτή συγκεκριμένα πολεμικά γεγονότα, β) στη ρύθμιση αυτή δεν αναφέρονται και συνεπώς δεν συμπεριλαμβάνονται οι στρατιωτικοί ανάπηροι ειρηνικής περιόδου, γ) η αυτή ρύθμιση, η οποία δεν καταργήθηκε με τον μεταγενέστερο ΓΚΠ-ΟΤΕ που θεσπίστηκε με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, επεκτάθηκε με την επακολουθήσασα από 25-6-2001 ΕΣΣΕ, ονομασθείσα την 8-10-2001 με απόφαση της Διεύθυνσης του ΟΤΕ "επίδομα πολεμιστή", και στους στρατιωτικούς αναπήρους και μόνο που συμμετείχαν στα αναφερόμενα πολεμικά γεγονότα, δ) συνεπώς συνάγεται από τις διατάξεις αυτές ότι σκοπός της ως άνω ρύθμισης ήταν να ενισχυθούν όσοι εκ των εργαζομένων του ΟΤΕ είχαν την ιδιότητα του μετασχόντος στα επί μέρους ειδικά αναφερόμενα πολεμικά γεγονότα και όχι σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο πρώην στρατιωτικό που είχε υποστεί αναπηρία σε καιρό ειρηνικής περιόδου, ε) τούτο άλλωστε, δεν διαφοροποιείται από τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 5 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, με την οποία διατηρήθηκε το αυτό ονομαζόμενο "επίδομα πολεμιστή", καθόσον με αυτή προβλέπεται η καταβολή στους ως άνω δικαιούχους του επιδόματος αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας και το εύρος του, που είχε μέχρι τότε.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-12-2015 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είχε εκθέσει ότι την 18-2-1988 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, ως στρατιωτικός ανάπηρος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του Οικονομικού Προσωπικού. Ότι το εναγόμενο δεν του χορηγεί το πολεμικό επίδομα, που είχε ορισθεί με τον προϊσχύσαντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΟΤΕ και εξακολούθησε και με τον νέο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΟΤΕ, για τους αναπήρους και τραυματίες πολέμου, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 10% επί του εκάστοτε λαμβανόμενου βασικού μισθού, το οποίο για τα έτη 2010 έως και 2016, ανέρχεται στο ποσό των 13.576,08 ευρώ, καθώς και την άδεια λουτροθεραπείας για το έτος 2015, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ίδιος και να πλουτίσει αντίστοιχα η εναγομένη κατά έναν μηνιαίο μισθό ποσού 2.496 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει του ποσό των 13.576,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής του, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και το ποσό των 2.496 ευρώ, κυρίως κατά τις διατάξεις περί αποζημίωσης και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση τής αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 222/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμω βάσιμη την αγωγή, δέχτηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως πολεμικό επίδομα, το ποσό των 5.321,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Μετά από άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε τους λόγους της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 1370/1944, 4 παρ, 1 ν. 3670/2008 και των προαναφερόμενων διατάξεων των ΓΚΠ-ΟΤΕ και επιχειρησιακών ΣΣΕ, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο δέχτηκε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, με τις εξής παραδοχές: " Απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα....... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1-6 του νόμου 1370/1944 "Περί ρυθμίσεως αναπηρικών ζητημάτων" (Προστασία αναπήρων ειρηνικής περιόδου), της 25 Φεβρουαρίου/13 Απριλίου 1944 "Περί ρυθμίσεως αναπηρικών ζητημάτων" (Προστασία αναπήρων ειρηνικής περιόδου), "1. Επιτρέπεται όπως δια κοινών αποφάσεων εκδιδομένων παρά του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του Υπουργού των Οικονομικών και του Υπουργού της Εθνικής Αμύνης, ρυθμίζονται εκάστοτε τα ζητήματα τα αφορώντα την περίθαλψιν και την αποκατάστασιν εν γένει των αναπήρων. Προκειμένου περί αναπήρων της Χωροφυλακής, του Αστυνομικού Σώματος και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, εις την έκδοσιν των αποφάσεων τούτων, μετέχει και ο αρμόδιος Υπουργός. 2. Ανάπηροι, υπό την έννοιαν του παρόντος νόμου, νοούνται οι υπηρετήσαντες εις τον στρατόν της ξηράς, θαλάσσης, αέρος και την Χωρ/κήν, ως και εις το Αστυνομικόν Σώμα και την Πυροσβεστικήν Υπηρεσίαν, εφόσον ούτοι υπέστησαν αναπηρίαν, λόγω τραύματος ή νόσου αποτόκων των κακουχιών του πολέμου, της επιστρατεύσεως ή της εν ειρήνη υπηρεσίας και έχουσιν ανάγκην περιθάλψεως. 3. Δια των κατά το εδάφιον 1 κοινών αποφάσεων, ρυθμίζονται πάντα τα ζητήματα των κατά το εδάφ. 1 αναπήρων τα σχετιζόμενα προς την παροχήν νοσοκομειακής περιθάλψεως, προς την παροχήν οικονομικής ενισχύσεως, προς την ίδρυσιν και λειτουργίαν πόρων εγκαταστάσεως, περιθάλψεως και διατροφής, ως και εστιών διατροφής, προς λήψιν μέτρων επανόδου εις την εστίαν των και γενικώς προς παν μέτρον αποσκοπούν την περίθαλψιν και αποκατάστασιν εν γένει των δεόμενων τοιαύτης, αναπήρων, πλην της συνταξιοδοτήσεως αυτών, δι' ην εξακολουθούσιν ισχύοντες οι κείμενοι νόμοι. 4. Δια των κατά το εδάφ. 1 κοινών αποφάσεων, ρυθμίζεται και το ζήτημα των δαπανών των απαιτουμένων δια την εκτέλεσιν των εκάστοτε λαμβανομένων μέτρων, ως και ο τρόπος εκτελέσεως και δικαιολογήσεως αυτών, παρεχομένης δια του παρόντος της εξουσιοδοτήσεως δια την ενέργειαν των πάσης φύσεως δαπανών τούτων. 5. Τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα μέτρα δύνανται να επεκτείνωνται δια των κοινών αποφάσεων και επί αποστράτων αξιωματικών, πασχόντων εκ φυματιώσεως βαρείας μορφής και χρηζόντων νοσοκομειακής περιθάλψεως, εφ' όσον ούτοι νοσηλεύονται εις ιδρύματα νοσηλευτικά. 6. Δια των κοινών αποφάσεων καθορίζεται και το αρμόδιον δια την εκτέλεσιν των υπό τούτων διατασσομένων μέτρων Υπουργείον".Περαιτέρω στο άρθρο 1 του ν. 812/1943 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της κειμένης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας"-ΦΕΚ Α 352), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Έλληνες πολίται εκ του αμάχου πληθυσμού έχοντες συμπεπληρωμένον το 14ον έτος της ηλικίας των και ανεξαρτήτως φύλου, φονευθέντες, θανόντες ή υποστάντες διαρκή μείωσιν της προς εργασίαν ικανότητος, συνεπεία οιουδήποτε γεγονότος, οφειλουμένου εις την διαρκούσαν γενικήν εμπόλεμον κατάστασιν και επισυμβάντος κατά το από 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι λήξεως της διαρκούσης γενικής εμπολέμου καταστάσεως χρονικόν διάστημα, εξομοιούνται προς στρατιώτας και δικαιούνται συντάξεως αυτοί τε και αι οικογένεια/ αυτών, κατά τους ισχύοντας περί πολεμικών συντάξεων νόμους. 2...5...". Επίσης στα άρθρα 1 έως 3 του ν.δ. 1044/1971 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως διατάξεων του Α.Ν. 1324/49 " περί προστασίας και αποκαταστήσεως των Αναπήρων Πολέμου Οπλιτών και Θυμάτων Πολέμου" κυρωθέντος διά του ν. 1487/50, ως ούτος ισχύει νυν, -ΦΕΚΑ' 245), ορίζονται, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 : "Οι Οπλίται του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος και οι τούτοις αντιστοιχούντες του Λιμενικού Σώματος, των Σωμάτων Ασφαλείας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Αγροφυλακής, οι λαμβάνοντες πολεμικήν σύνταξιν είτε συνεπεία τραυμάτων ληφθέντων εν πολεμώ ή εν τω αγώνι κατά της ανταρτίας ή κατά την συμμετοχήν εις τας εν Κορέα επιχειρήσεις είτε συνεπεία νόσου αποτόκου των κακουχιών του πολέμου ή του αγώνος κατά της ανταρσίας ή της συμμετοχής εις τας εν Καρέα επιχειρήσεις, β) Σιδηροδρομικοί εν γένει λαμβάνοντες πολεμικήν σύνταξιν ως παθόντες εν πολέμω ή τω αγώνι κατά της ανταρσίας, γ) Ιδιώται, λαμβάνοντες πολεμικήν σύνταξιν οπλίτου ως παθόντες εν διατεγμένη στρατιωτική υπηρεσία εν πολέμω ή τω αγώνι κατά της ανταρσίας, δ) Ιδιώται, μετασχόντες Εθνικών αγώνων από του έτους 1903 και εντεύθεν και λαμβάνοντες πολεμικήν σύνταξιν οπλίτου", ε) Οι οπλίται του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης, Αέρος και οι τούτοι αντιστοιχούντες του Λιμενικού Σώματος και των Σωμάτων Ασφαλείας, οι λαμβάνοντες πολεμικήν σύνταξιν είτε συνεπεία τραυμάτων προκληθέντων κατά την διάρκειαν της εν Κύπρω διατεταγμένης υπηρεσίας των είτε συνεπεία νόσου αποτόκου των κακουχιών της εν Κύπρω τοιαύτης υπηρεσίας των (Η περ.ε' προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1043/1980). 2. Η ιδιότης των ανωτέρω ως αναπήρων αποδεικνύεται διά βεβαιώσεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή δι' υπευθύνου δηλώσεως κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 105/69 "περί ατομικής ευθύνης του δηλούντος ή βεβαιούντος", μετ' αποκόμματος επιταγής πληρωμής της συντάξεως του τελευταίου προ της υποβολής της δηλώσεως ταύτης μηνός. 3. Η ιδιότης του αναπήρου δεν απόλλυται διά της ασκήσεως του δικαιώματος επιλογής συντάξεως εξ άλλης αιτίας. 2. "1. Θύματα Πολέμου κατά τον παρόντα νόμον, νοούνται: α) Τα λαμβάνοντα πολεμικήν σύνταξιν μέλη των οικογενειών των κατά το προηγούμενον άρθρον πεσόντων, αποβιωσάντων ή εξαφανισθέντων. β) Τα λαμβάνοντα πολεμικήν σύνταξιν μέλη των οικογενειών των αποβιούντων αναπήρων πολέμου. 2. Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Άρθρον 3." 1. Οι Ανάπηροι Πολέμου απολαύουν των εξής προνομιακών ευεργετημάτων, κατά τα ειδικώτερον υπό του παρόντος και ετέρων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας οριζόμενα: α) Παραχωρήσεως γεωργικού κλήρου, β) Προνομιακής πωλήσεως καπνοβιομηχανικών προϊόντων και ειδών μονοπωλίου, γ) Παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως περιπτέρων, καφενείων, κυλικείων και κουρείων, δ) Διορισμού εις εμμίσθους θέσεις, ε) Συγκοινωνιών διευκολύνσεων, και εκπτώσεων, στ) Απαλλαγών εκ φόρων και τελών χαρτοσήμου, ζ) Παροχής ιατρικής νοσοκομειακής, φαρμακευτικής εν γένει περιθάλψεως, λουτροθεραπείας και αεροθεραπείας, η) Παραχωρήσεως ορθοπεδικών μηχανημάτων, επιστημονικών βοηθημάτων και αμαξιδίων. θ) Εκπαιδευτικών ατελειών μέχρι και των Ανωτάτων Σχολών του Κράτους, ι) Επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και μετεκπαιδεύσεως. ια) Στεγάσεως. ιβ) Διαφόρων ηθικών και τιμητικών διακρίσεων. 2. Ευεργετήματα, παρεχόμενα υπό ετέρων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, δεν θίγονται διά του παρόντος. 3. Των αυτών ευεργημάτων απολαύουν και τα Θύματα Πολέμου, εκτός εάν άλλως ορίζεται. 4. Οι Ανάπηροι Πολέμου Αξ/κοί και Ανθ/σταί απολαύουν ευεργετημάτων του παρόντος εφ' όσον ρητώς ορίζεται τούτο εις τας διατάξεις αυτού".
Περαιτέρω στο άρθρο 1 και 11 του ν. 1285 της 20/20.9.82 "Για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-1944. (Α' 115)", ορίζονται, αντίστοιχως, τα ακόλουθα : Άρθρο 1 "Εθνική Αντίσταση έκανε κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα που: Αγωνίσθηκε οργανωμένα σε ομάδες εναντίον του στρατευμάτων κατοχής 1941-44 ή έδρασε ατομικά με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον τους ή βοήθησε με κάθε τρόπο τους Συμμάχους και το Συμμαχικό Αγώνα και δε συνεργάσθηκε με τους κατακτητές.". Άρθρο 11 "1. Δικαιούχοι αποκατάστασης θεωρούνται: α. Οι γονείς και οι σύζυγοι των νεκρών στις μάχες με τα στρατεύματα κατοχής και των θυμάτων αντιποίνων από τους κατακτητές. β. Οι τραυματίες και οι ανάπηροι στις μάχες με τα στρατεύματα κατοχής, γ. Οι όμηροι, δ. Όσοι φυλακίσθηκαν και κλείσθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ε. Οι αξιωματικοί, ανθυπασπιστές και μόνιμοι οπλίτες όλων των Όπλων και των Σωμάτων Ασφαλείας, οι υπάλληλοι του Δημοσίου, άμισθοι ή έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τραπεζών, κληρικοί και Ναυτικοί που απολύθηκαν ή εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση καθώς και όσοι σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν κατά την άσκηση του καθήκοντος. Επίσης οι μαθητές και οι τελειόφοιτοι των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που λόγω της συμμετοχής τους στην Αντίσταση, δεν τους επιτράπηκε να συνεχίσουν τις σπουδές τους ή να ενταχθούν στο στράτευμα, όπως οι υπόλοιποι της τάξης τους. Οι εκπαιδευτικοί που λόγω αντιστασιακής δράσης δεν τους επιτράπηκε ο διορισμός...". Στα άρθρα 1 και 9 του ν. 1543/1985 "Συνταξιοδότηση των παθόντων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, αποκατάσταση των αγωνιστών που διώχθηκαν για τα "κοινωνικά τους φρονήματα και συνταξιοδότηση των αγωνισθέντων κατά της δικτατορίας και άλλες διατάξεις", ορίζονται αντιστοίχως τα ακόλουθα : Άρθρο 1 "Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, των οποίων η ιδιότητα αυτή έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με το Ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115), δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο αν έπαθαν διαρκή αναπηρία κατά την έννοια των άρθρων 2 και 4 του παρόντος νόμου". Άρθρο 9. "Δικαίωμα σύνταξης από το δημόσιο ταμείο έχουν: α) Οι οικογένειες των αναπήρων του άρθρου 1 που πεθαίνουν μετά τη συνταξιοδότηση τους, β) Οι οικογένειες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης του Ν. 1285/1982, που θανατώθηκαν ή εκτελέστηκαν ή πέθαναν ή εξαφανίστηκαν κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος νόμου, γ) Οι οικογένειες των αναπήρων του άρθρου 1, οι οποίοι πέθαναν έως την έναρξη της ισχύος του παρόντος και είχαν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης σύμφωνα με το νόμο αυτόν και δ) Οι οικογένειες εκείνων που είχαν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης σύμφωνα με το νόμο αυτόν και πέθαναν μετά τη δημοσίευση του χωρίς να έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα τους για σύνταξη, ε) Οι χήρες και τα ανάπηρα τέκνα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% όσων εκτελέστηκαν σε ομαδικές εκτελέσεις από τα στρατεύματα κατοχής για αντίποινα ενεργειών ελληνικών αντάρτικων ομάδων, ανεξάρτητα αν οι εκτελεσθέντες συμμετείχαν ή όχι στην Εθνική Αντίσταση. Η σύνταξη αυτή δεν παρέχεται ούτε μεταβιβάζεται σε άλλα μέλη των οικογενειών των εκτελεσθέντων". Στα άρθρα 1, 3 και 4 του ν. 1863/1989 (Άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου 1944-1949) ορίζονται, αντιστοίχως, τα ακόλουθα : Άρθρο 1 "1. Η περίοδος από την αποχώρηση των Στρατευμάτων κατοχής μέχρι 31.12.1949 αναγνωρίζεται ως "περίοδος εμφυλίου πολέμου". 2. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος "συμμοριτοπόλεμος" αντικαθίσταται με τον όρο "εμφύλιος πόλεμος" και όπου (συμμορίτες) με τον όρο "Δημοκρατικός Στρατός". 3. Διατάξεις συντακτικών πράξεων, ψηφισμάτων, νόμων, διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, που είναι αντίθετες με τις διατάξεις του παρόντος καταργούνται.". Άρθρο 3 "1.Δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 14 του Ν. 1543/1985 (ΦΕΚ 73) έχουν όσοι είχαν ενταχθεί σε ανταρτικές ομάδες ή οργανώσεις του άρθρου 9 του Ν. 1285/1982 ή στο "Δημοκρατικό Στρατό" και κατέστησαν διαρκώς ανίκανοι συνεπεία οποιουδήποτε παθήματος, τραύματος ή νόσου που οφείλεται αποκλειστικά στις εμφύλιες συγκρούσεις ή συμπλοκές ή σε βίαια περιστατικά ή σε αντίποινα ή σε κακουχίες κατά τη διάρκεια της φυλάκισης ή σε εκτόπιση ή σε εξορίες, για τη δράση του ή τα κοινωνικά τους φρονήματα, εφ' όσον αποδεδειγμένα το πάθημα έχει άμεση σχέση με τις συγκρούσεις αυτές και εφ' όσον αυτό έλαβε χώρα καθόλο το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής μέχρι τη λήξη του εμφυλίου πολέμου ή και μετά τη λήξη του ή εφ' όσον κατέστησαν ανίκανοι συνεπεία νόσου που οφείλεται σε κακουχίες ή σε εκτοπίσεις ή σε εξορίες.,,,2, 3......". Άρθρο 4 "1. Δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τη συνταξιοδότηση των πολιτών από τον άμαχο πληθυσμό έχουν όσοι δεν είχαν ενταχθεί σε ανταρτικές ομάδες ή οργανώσεις ή στο "Δημοκρατικό Στρατό" και κατέστησαν διαρκώς ανίκανοι συνεπεία τραύματος που οφείλεται αποκλειστικά στις εμφύλιες συγκρούσεις ή συμπλοκές ή σε βίαια περιστατικά ή σε αντίποινα, εφ' όσον τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα στο χρονικό διάστημα από την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής μέχρι τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, καθώς και από έκρηξη βλημάτων ή εκρηκτικών μηχανημάτων κάθε είδους που τοποθετήθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν από τον "Εθνικό" ή το "Δημοκρατικό Στρατό" ή από άλλες ένοπλες οργανώσεις και αν ακόμη ο τραυματισμός αυτός επήλθε μετά τη λήξη των εμφυλίων συγκρούσεων. 2. Επίσης δικαιούνται σύνταξη και όσοι από τους αναφερόμενους στην προηγούμενη παράγραφο κατέστησαν ανίκανοι συνεπεία νόσου που οφείλεται αποκλειστικά σε κακουχίες κατά τη διάρκεια της φυλάκισης ή αιχμαλωσίας ή εκτόπισης ή εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε εξορίες, για τη δράση του ή τα κοινωνικά τους φρονήματα, έστω και αν τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Η νόσος πρέπει να εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των γεγονότων αυτών ή μέσα σε ένα εξάμηνο από τη λήξη τους. 3...". Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3670 (ΦΕΚ Α' 117/20.6.2008) "Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου, εισοδηματική πολιτική έτους 2008 και άλλες διατάξεις") ορίζονται τα ακόλουθα : Άρθρο 4 (Θέματα πολεμικών συνταξιούχων και αναπήρων ειρηνικής περιόδου): "1. Οι στρατιωτικοί ανάπηροι ειρηνικής περιόδου του ν. 1370/1944 (ΦΕΚ 82 Α'), οι ανάπηροι αγωνιστές Αντιδικτατορικού Αγώνα του ν. 1543/1985 (ΦΕΚ 73/Α'), οι ανάπηροι αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού του ν. 1863/1989 (ΦΕΚ 204/Α'), οι ανάπηροι πολέμου αμάχου πληθυσμού του ν. 812/1943 (περιόδου 1940-1949), όπως ισχύει σήμερα και οι ανάπηροι αμάχου πληθυσμού του ν. 1863/1989, καθώς και οι έλκοντες δικαίωμα από τους παραπάνω αναπήρους, απολαμβάνουν κάθε δικαιώματος και ευεργετήματος, που απολαμβάνουν οι ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι Εθνικής Αντίστασης και τα θύματα πολέμου 1940-1941, θύματα Εθνικής Αντίστασης αντίστοιχα, εφόσον λαμβάνουν πολεμική ή στρατιωτική σύνταξη. Στα ανωτέρω δικαιώματα και ευεργετήματα δεν περιλαμβάνονται αυτά που έχουν θεσπιστεί με συνταξιοδοτικές διατάξεις, με εξαίρεση αυτά που αφορούν τη χορήγηση του επιδόματος αεροθεραπείας. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την 1.1.2008".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3670/2008, επί του άρθρου 4 (Θέματα πολεμικών συνταξιούχων και αναπήρων ειρηνικής περιόδου): "1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1, γίνεται πράξη η εξομοίωση των αναπήρων ειρηνικής περιόδου του ν. 1370/1944, αναπήρων του Αντιδικτατορικού Αγώνα του ν. 1543/1985, αναπήρων αγωνιστών του Δημοκρατικού Στρατού του ν. 1863/1985, αναπήρων πολέμου αμάχου πληθυσμού του ν. 812/1943 (περιόδου 1940-1949) και αναπήρων αμάχου πληθυσμού του ν. 1863/1989 και των θυμάτων αυτών ως προς τα ευεργετήματα και τα δικαιώματα των αναπήρων πολέμου, Εθνικής Αντίστασης και πολέμου- Εθνικής Αντίστασης, αντίστοιχα. Η ρύθμιση αυτή θεωρείται λογική και δίκαιη, καθόσον η ισχύουσα νομοθεσία έχει δημιουργήσει κατηγορίες αναπήρων με διαφορετικές παροχές. Έτσι η προτεινόμενη ρύθμιση αφ' ενός θα προσφέρει στους εξομοιούμενους κάποιες οικονομικές παροχές και διευκολύνσεις και αφ' ετέρου θα ικανοποιήσει αυτούς ηθικά, αφού πλέον όλες οι κατηγορίες θα απολαύουν των ιδίων ευεργετημάτων και δικαιωμάτων. Εξυπακούεται ότι η εξομοίωση αυτή δεν αφορά δικαιώματα που έχουν θεσπιστεί με συνταξιοδοτικές διατάξεις, εκτός από αυτές που αφορούν την αεροθεραπεία. 2...". Από τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες σύμφωνα με το γράμμα, το πνεύμα και το σκοπό τους, αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους, συνάγονται τα ακόλουθα: Τόσο από την γραμματική ερμηνεία της διατάξεως της παρ. 1 άρθρου 4 του ν. 3670/2008, όσο και από την σχετική Εισηγητική Έκθεση επί του σχεδίου του νόμου αυτού, με την προαναφερόμενη διάταξη, υλοποιείται, από της ενάρξεως ισχύος της (1η Ιανουάριου 2008), εξομοίωση των δικαιωμάτων και ευεργετημάτων κατηγοριών αναπήρων, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 4 του Συντάγματος, περί ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και του άρθρου 21 (παρ. 2, 3, 6) αυτού, περί προστασίας των αναπήρων από το Κράτος, χωρίς διακρίσεις, ώστε όλες πλέον οι κατηγορίες αυτές να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και ευεργετήματα (βλπ. γνωμ. ΝΣΚ 16/2009, που έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και κοινοποιήθηκε προς εκτέλεση με την ΠΟΑ 1033/6-3-2009 του ανωτέρω Υπουργείου). Συγκεκριμένα, θεσπίζεται η εξομοίωση των εις αυτήν αναφερομένων περιπτώσεων (δηλαδή των στρατιωτικών αναπήρων ειρηνικής περιόδου του Ν. 1370/1944, των αναπήρων αγωνιστών Αντιδικτατορικού Αγώνα του Ν. 1543/1985, των αναπήρων αγωνιστών του Δημοκρατικού Στρατού του Ν. 1863/1989, των αναπήρων πολέμου αμάχου πληθυσμού του Ν. 812/1943, περιόδου 1940-1949, όπως ισχύει σήμερα και των αναπήρων αμάχου πληθυσμού του Ν. 1863/1989, καθώς και των ελκόντων δικαίωμα από τους ανωτέρω αναπήρους), ως προς κάθε δικαίωμα και ευεργέτημα που απολαμβάνουν οι ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι Εθνικής Αντίστασης και τα θύματα πολέμου 1940-1941, θύματα Εθνικής Αντίστασης αντιστοίχως, εκτός από τα θεσπισθέντα με συνταξιοδοτικές διατάξεις (με εξαίρεση αυτών που αφορούν στην χορήγηση του επιδόματος αεροθεραπείας) και υπό την μόνη θετική προϋπόθεση, για την εξομοίωση αυτή, τα καταλαμβανόμενα από την διάταξη πρόσωπα να λαμβάνουν πολεμική ή στρατιωτική σύνταξη. Τούτο, διότι, με τις αναφερόμενες στην παρ. II της παρούσας διατάξεις των Ν. 812/1943, ΝΔ 1044/1971, Ν. 490/1976, Ν. 1285/1982, Ν. 1543/1985, Ν. 1731/1987 και Ν. 1863/1989, όπως ήδη ισχύουν, δημιουργήθηκαν διάφορες κατηγορίες αναπήρων, στρατιωτικών, αγωνιστών και αμάχων, με διαφορετικές προϋποθέσεις εντάξεως προσώπων σ' αυτές, αλλά και με διαφορετικά δικαιώματα και ευεργετήματα, εξ αιτίας δε της καταστάσεως αυτής, ανέκυψε η ανάγκη θεσπίσεως της ανωτέρω διατάξεως, η οποία ρυθμίζει, όπως προκύπτει σαφώς, μόνον την εξομοίωση των δικαιωμάτων και ευεργετημάτων των διαφόρων κατηγοριών αναπήρων, στο δε ρυθμιστικό της πεδίο δεν περιλαμβάνονται οι προϋποθέσεις εντάξεως προσώπων σε μια από αυτές. Στα πρόσωπα που καταλαμβάνονται και ωφελούνται από την διάταξη συγκαταλέγονται και οι στρατιωτικοί ανάπηροι εν καιρώ ειρήνης του ν. 1370/1944.
Περαιτέρω, όπως ευθέως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης, αυτή δεν αφορά μόνο ευεργετήματα ή δικαιώματα που δεν έχουν χρηματικό χαρακτήρα (π.χ. επιδόματα), δηλαδή την τοποθέτηση αυτών και των τέκνων τους σε θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα και την παραχώρηση δικαιώματος εκμετάλλευσης περιπτέρου, δηλαδή κρατικές "διευκολύνσεις" απέναντι στους αναπήρους και στους έλκοντες απ' αυτούς δικαιώματα όσον αφορά την επαγγελματική τους αποκατάσταση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά αφορά και χρηματικές μισθολογικές παροχές, από τις οποίες ρητώς εξαιρεί μονό την περίπτωση των δικαιωμάτων που θεσπίστηκαν με συνταξιοδοτικές διατάξεις (με εξαίρεση αυτών που αφορούν στην χορήγηση του επιδόματος αεροθεραπείας) και υπό την μόνη θετική προϋπόθεση, για την εξομοίωση αυτή, τα καταλαμβανόμενα από την διάταξη πρόσωπα να λαμβάνουν πολεμική ή στρατιωτική σύνταξη.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος της εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Ομοίως οι εν λόγω παροχές, δικαιώματα και ευεργετήματα, είτε αυτά θεσπίστηκαν από τον νομοθέτη, είτε από Κανονισμούς Προσωπικού, είτε από Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, δεν εκλείπουν εκ του λόγου ότι ο φορέας του σχετικού δικαιώματος έχει συνταξιοδοτηθεί (αφού δύναται να αναζητήσει τις σχετικές αξιώσεις και μετά την συνταξιοδότησή του), όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών και ο περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως, ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 παρ. 20 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού - ΟΤΕ, που έχει ισχύ νόμου, καθώς εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ.στ του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568Β/08.09.1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ. 165/1973 (....), ορίζονται τα εξής : "Εις τους εκ του προσωπικού: α) Τιμηθέντες δι' αριστείου ανδρείας ή πολεμικού Στρατού ή προαχθέντες επ' ανδραγαθία, ασχέτως χρόνου στρατιωτικής των υπηρεσίας, β) Αναπήρους και τραυματίας πολέμου, ασχέτως χρόνου στρατιωτικής των υπηρεσίας, γ) Έχοντες την κατά το υπ' αριθ. 1799/1942 Ν.Δ. "περί μέτρων προστασίας των αναπήρων πολέμου οπλιτών εν γένει" ιδιότητα, δ) Έχοντες πολεμικήν υπηρεσίαν στις την ζώνην των πρόσω 6 τουλάχιστον μηνών ή 5 μηνών προκειμένου περί του πολέμου 1940 - 1941 (Αλβανικόν Μέτωπον, Κρήτη κλπ), ε) Έχοντας την ιδιότητα του αγωνιστού Εθνικής Αντιστάσεως κατά την έννοιαν και υπό τας προϋποθέσεις του ν.δ. 179/1969. Στ) Μετασχόντας των εκστρατευτικών Σωμάτων της Ελλάδος των εξελθόντων των ορίων της χώρας, χορηγείται μία προσαύξησις εκ 10% επί του βασικού μισθού του εκάστοτε κατεχομένου παρ' αυτών βαθμού". Ακολούθως ο μεταγενέστερος από 10.6.1999 ΓΚΠ-ΟΤΕ ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10.6.1999 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, όριζε ότι τα πάσης επιδόματα που είχαν χορηγηθεί στο προσωπικό με τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ - ΟΤΕ, ΕΣΣΕ, αποφάσεις ΔΣ κλπ και δεν καταργήθηκαν με την από 10.06.1999 ΕΣΣΕ ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν, υπολογιζόμενα όπως ορίζεται στην εν λόγω ΕΣΣΕ και στις εκάστοτε ισχύουσες μετά από αυτή. Περαιτέρω με την από 25.06.2001 Επιχειρησιακή Σύμβαση Εργασίας ορίστηκε στο άρθρο 10 ότι "Η προσαύξηση (10%) που προβλέπεται από το άρθρο 13 παρ. 20 του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, χορηγείται από 1.09.2001, και στο προσωπικό του Οργανισμού που υπηρετούσε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που ενεπλάκησαν με οποιονδήποτε τρόπο στα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη χρονική περίοδο από 20 Ιουλίου 1974 έως 20 Αυγούστου 1974 στην Κύπρο, καθώς επίσης και στα γεγονότα που έλαβαν χώρα το έτος 1964 στην Τυληρία της Λευκωσίας και το έτος 1967 στην Κοφίνου και τους Αγίους Θεοδώρους, περίοδοι που έχουν χαρακτηριστεί πολεμικές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2641/1998. Λεπτομέρειες για τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω όρου θα καθοριστούν με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού". Διευκρινίσεις για την παροχή του επιδόματος "πολεμιστή" δόθηκαν με την υπ' αριθ. πρωτ. 262/340 της 08.10.2001 ειδική εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού (βλ. προσκομισθείσα).
Περαιτέρω με τη του άρθρου 38 παρ. του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ 276/Α/22.12.2006) ορίζεται ότι: "3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. Α.Ε.' ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOΤΕ Α.Ε., ως ισχύει σήμερα, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας ή (επιχειρησιακής συλλογικής συμφωνίας, απόφασης της διοίκησης του Ο.Τ.Ε. ή εντεταλμένων οργάνων του και πρακτικής, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της COSMOTE, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων. Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου: α).... β) ...., γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε. Α..Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο. Ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού των προηγούμενων εδαφίων τροποποιείται περαιτέρω εν όλω ή εν μέρει, με επιχειρησιακή σ.σ.ε. σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι μ' αυτήν καταργήθηκε ο προϊσχύσας από 10/6/1999 ΓΚΠ-ΟΤΕ ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10/6/1999 Επιχειρησιακή ΣΣΕ. Με το ν. 3522/2006 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένα νέο μείγμα ρυθμίσεων λαμβάνοντας "υλικό" αφενός μεν από τον ΕΚΠ της Cosmote, αφετέρου δε από τον καταργηθέντα παλαιό ΓΚΠ/ΟΤΕ και από επιλεγμένους όρους προϋφισταμένων επιχειρησιακών σ.σ.ε. Η ως άνω διάταξη του ν. 3522/2006 εκδόθηκε κατόπιν των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 3429/2005, οι οποίες, αφού περιγράφουν τη διαδικασία και θέτουν προθεσμία για τη θέσπιση νέων Κανονισμών Προσωπικού για τις δημόσιες επιχειρήσεις, στο τέλος, ρητώς, αναφέρουν ότι: "Αν για οποιοσδήποτε λόγο η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, οι ως άνω αλλαγές γίνονται με νόμο". Ενόψει του ότι δεν κατέστη δυνατό να συνομολογηθεί επιχειρησιακή σ.σ.ε. με αντικείμενο το νέο κανονισμό εργασίας, με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 38 καταργήθηκε το προϋφιστάμενο περί γενικού κανονισμού εργασίας καθεστώς και εισήχθη ένας νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ με ισχύ τυπικού νόμου, ανεξαρτήτως από τις πηγές από τις οποίες ο νομοθέτης επέλεξε τις επί μέρους διατάξεις του. Ενόψει της επέμβασης του νομοθέτη με την ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3522/2006, ο ισχύων ΕΚΠ/ΟΤΕ που προέκυψε από τη συρραφή των όρων των δύο κανονισμών (της Cosmote και του ΓΚΠ/ΟΤΕ), οι όροι αυτοί δεν συνιστούν έκφραση συλλογικής συμβατικής επιλογής των μερών και κατά συνέπεια δεν διατηρούν το χαρακτήρα τους ως όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας. Η διατύπωση του νομοθέτη (άρθρο 38 § 3 Ν. 3522/2006) "εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη του παρόντος άρθρου : α) τα άρθρα 20 παράγραφοι 1 III IV, παρ. 2-10 και τα άρθρα 23-40 του καταργούμενού Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., που αφορούν στον πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών σ.σ.ε. που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο" δεν υπονοεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν υπό τον συλλογικό συμβατικό χαρακτήρα τους (ως όροι δηλαδή συλλογικής σύμβασης εργασίας) οι όροι αυτοί του καταργηθέντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, αλλά ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται το περιεχόμενό τους στις κατηγορίες που προβλέπει ο νόμος, ενσωματωμένο ως "υλικό" στην νέα κανονιστική κατασκευή του νομοθέτη. Σημειώνεται ότι για να έχει χαρακτήρα συλλογικής σύμβασης εργασίας ο νέος ΓΚΠ-ΟΤΕ θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτυπωμένο σε επιχειρησιακή σ.σ.ε., που όμως, δεν επιτεύχθηκε και γι' αυτό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3429/2005, η διαμόρφωση του εν λόγω Κανονισμού ανατέθηκε στον κρατικό νομοθέτη, γεγονός που έγινε με τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 § 3 του ν. 3522/2006 (ΑΠ 1358/2017). Ο προβλεπόμενος από τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 § 3 Ν. 3522/2006 νυν ισχύον Γενικός Κανονισμός Προσωπικού περιέχει ρύθμιση με την οποία, στο άρθρο 34 παρ. 5 που αφορά στα λοιπά επιδόματα ορίζεται ότι: "Τα πάσης φύσεως επιδόματα που είχαν χορηγηθεί στο προσωπικό με τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ - ΟΤΕ, ΕΣΣΕ, αποφάσεις ΔΣ κλπ και δεν καταργήθηκαν με την από 10.6.99 ΕΣΣΕ ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να ισχύουν, υπολογιζόμενα όπως ορίζεται στην εν λόγω ΕΣΣΕ και στις εκάστοτε ισχύουσες μετά από αυτή".
Περαιτέρω πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: (.....). Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, οι διαδοχικοί Κανονισμοί Προσωπικού Εργασίας του ΟΤΕ, ήταν έγκυρες και ισχυρές και ανέπτυσσαν πλήρη κανονιστική ισχύ, δηλαδή είχαν την ισχύ τυπικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, στις 13.05.1987 απονεμήθηκε στον ενάγοντα, δυνάμει της υπ' αριθ. 13201/1987 πράξης του Υπουργείου Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Διεύθυνση 11η, κανονισμού στρατιωτικών και πολεμικών συντάξεων, στρατιωτική σύνταξη ως αναπήρου ειρηνικής περιόδου. Στις 18.02.1988 προσλήφθηκε από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρεωτικά δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 1648/1986, ως στρατιωτικός ανάπηρος ειρηνικής περιόδου. Οι εργασιακές του σχέσεις διέπονταν από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του ΟΤΕ, που έχει ισχύ νόμου, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Με βάση τους προαναφερόμενους νόμους (ν. 1370/1944 και 3670/2008), ο ενάγων είναι στρατιωτικός ανάπηρος, ο οποίος υπέστη την αναπηρία εν καιρώ ειρήνης και απολαμβάνει κάθε δικαιώματος ή ευεργετήματος που απολαμβάνουν και οι ανάπηροι εν καιρώ πολέμου, δεδομένου ότι του απονεμήθηκε στρατιωτική σύνταξη, όπως αναφέρεται ανωτέρω.
Συνεπώς οι Γενικοί Κανονισμοί Προσωπικού του ΟΤΕ, που ίσχυσαν διαδοχικά, και δη ο πρώτος που προέβλεψε το πολεμικό επίδομα και οι λοιποί που τον διατήρησαν, οι οποίοι κατά τα προαναφερθέντα κυρώθηκαν με νόμο και συνεπώς απέκτησαν ισχύ τυπικού νόμου, γεγονός το οποίο παραλείπει η εκκαλούσα να αναφέρει στο εφετήριό της, οφείλει να περιλάβει και τους στρατιωτικούς αναπήρους ειρηνικής περιόδου και να χορηγήσει και σ' αυτούς το πολεμικό επίδομα, καθόσον οι τελευταίοι απολαμβάνουν των ίδιων δικαιωμάτων ή ευεργετημάτων που απολαμβάνουν και οι ανάπηροι πολέμου, όπως ρητά ορίζει ο νεότερος των ως άνω Κανονισμών Εργασίας Προσωπικού (που έχουν ισχύ νόμου) νόμος, δηλαδή ο ν. 3670/2008, με αποτέλεσμα να είναι δικαιούχος του εν λόγω επιδόματος και ο ενάγων.".
Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απορρίπτοντας κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 1370/1944 και 4 παρ. 1 του ν. 3670/2008 καθώς και τις κανονιστικής ισχύος διατάξεις των προαναφερόμενων ΓΚΠ-ΟΤΕ και Επιχ.ΣΣΕ, υπάγοντας σ' αυτές τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, καθόσον, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, εργαζόμενος στην επιχείρηση της εναγομένης-αναιρεσείουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάσει το άρθρο 1 του ν. 1648/1986, ως στρατιωτικός ανάπηρος ειρηνικής περιόδου, δεν δικαιούνταν το αιτούμενο με την ιδιότητά του αυτή "επίδομα πολεμιστή", μη προβλεπόμενο από τις διατάξεις των ΓΚΠ-ΟΤΕ και Επιχ.ΣΣΕ και ως μη μετασχόν στα πολεμικά γεγονότα που αναφέρονται στις ως άνω διατάξεις, με συνέπεια η ένδικη αγωγή να είναι μη νόμιμη. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και οι ερευνώμενοι ενιαίως μοναδικοί δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 16/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 23-11-2018 με αριθμό κατάθεσης 100793/4190/23-11-2018 έφεση της εναγόμενης-αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η με αριθμό 222/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να κρατηθεί και δικασθεί η ένδικη από 14-12-2015 με αριθμό κατάθεσης 2142/2015 αγωγή κατά της εναγόμενης και να απορριφθεί η αγωγή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη. Τέλος, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθ. 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, εάν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 512/2024, 1790/2023, 675/2023). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 512/2024, 675/2023, 1453/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι συμμορφούμενη εκουσίως προς το διατακτικό της πρωτόδικης με αριθμό 222/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, μετά την αφαίρεση εκ του επιδικασθέντος συνολικού ποσού των 5.321,4 ευρώ με το νόμιμο τόκο, των νόμιμων ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικών κρατήσεων και της πληρωμής στον πληρεξούσιο δικηγόρο της δικαστικής δαπάνης, το συνολικό μετά των τόκων καθαρό ποσό των 4.528,97 ευρώ, ζητεί, με την παραδεκτά υποβληθείσα με την αίτηση αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς, όπως υποχρεωθεί ο ενάγων-αναιρεσίβλητος να καταβάλει σε αυτήν το άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 579 ΚΠολΔ, και βάσιμη κατ' ουσία, όπως αποδεικνύεται από τις τρεις από Οκτώβριο 2022 αποδείξεις πληρωμής ποσών 3.748,20 ευρώ, 140,52 ευρώ και 640,25 ευρώ και την επισυναπτόμενη σ' αυτές κατάσταση εμβάσματος της αναιρεσείουσας ποσού 4.528,97 ευρώ στον τηρούμενο από τον αναιρεσίβλητο λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως και κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αιτούσα- αναιρεσείουσα το άνω ποσό που εισέπραξε σε εκούσια εκτέλεση διάταξης της με αριθμό 222/2018 πρωτόδικης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 991/2-2-2022 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσία την από 23-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 100793/4190/23-11-2018 έφεση της αναιρεσείουσας.
Δέχεται κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την με αριθμό 222/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 14-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης 2142/2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Απορρίπτει την αγωγή.
Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (4.528,97 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ