Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1432 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1432/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πλήρεξουσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. χήρας Ν. Α., και 2. Π. Α. του Ν., κατοίκων ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1998 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 729/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7153/2004 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10-2-2005 αίτησή του και τους από 12-3-2024 προσθέτους λόγους.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης ανέγνωσε α)την από 8-9-2023 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικόλαου Πουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β)την από 27-9-2024 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του προσθέτου λόγου, σε συνδυασμό με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη συζήτηση διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1387/2019). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 468/2024).
Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει : α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.". Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 1473/2022, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 405/2016).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ` και δ` του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 483/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, που έλαβε χώρα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-10-2024), δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητες. Ωστόσο, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αριθμούς ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Α. Γ., ακριβές αντίγραφο α) της ένδικης από 10-2-2005 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 26-9-2023, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-5-2024, καθώς και της συγκοινοποιούμενης με αυτή με αριθμ. πρωτ. ...-2023 βεβαίωσης της Γραμματέως του ως άνω Τμήματος (Β2) του παρόντος Δικαστηρίου για την αναβολή της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο αυτή, και β) των από 12-3-2024 προσθέτων λόγων αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αυτή δικάσιμο της 21-5-2024, οπότε η συζήτησή τους, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8.10.2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 499 και 568 του ΚΠολΔ και το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δικηγόρο Δημήτριο Λυκοκάπη, ο οποίος και εκπροσώπησε τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 2-10-2003 και με αριθμό κατάθεσης 8760/10-10-2003, έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 7153/2004 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ ο ως άνω Δικηγόρος των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχει αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης. Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητες είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για την ορισθείσα δικάσιμο της 21-5-2024, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μετ` αναβολή δικασίμου, ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Μετά από αυτά και τα γενόμενα δεκτά στην ως άνω νομική σκέψη, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτές παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 10-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 153/11-2-2005 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-3-2024 με αριθ. κατάθεσης 53/15-3-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 7153/29-10-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 2-10-2003 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκκαλουμένης 729/29-3-2002 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία η από 28-12-1998 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 569, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και ουσία βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 732/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 8 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρονο, " Επιτρέπεται στα Α.Ε.Ι. η σύναψη συμβάσεων έργου με φυσικά ή νομικά πρόσωπα οποιασδήποτε μορφής προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες καθαριότητας και φυλάξεως των κτιρίων και εν γένει εγκαταστάσεων, ιδιόκτητων ή μη, των ιδρυμάτων, καθώς και συντήρησης των κτιριακών τους εγκαταστάσεων και των εξωτερικών χώρων που περιβάλλουν τα ακίνητα και τις εγκαταστάσεις των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.). Οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον τακτικό προϋπολογισμό του ιδρύματος.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 (συμβάσεις μίσθωσης έργου) παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 1735/1987, με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού καθορίζεται κάθε φορά ο αριθμός των προσώπων, τα οποία μπορεί να απασχολούνται στο δημόσιο τομέα με σύμβαση μισθώσεως έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, στην απόφαση δε αυτή προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, τα προσόντα που απαιτούνται κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό αμοιβής του ανάδοχου κ.λπ. Η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μισθώσεως έργου, ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται. Τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μισθώσεως έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και άδεια και επίδομα αδείας. Στη συνέχεια μεταβλήθηκε το παραπάνω νομικό καθεστώς και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 (συμβάσεις μίσθωσης έργου) του Ν. 2527/1997, με την παράγραφο 7 του οποίου (άρθρου 6) καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 15 του άνω Ν. 1735/1987, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Σύμβαση μισθώσεως έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου, απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, (Ολ ΑΠ 13/2017) κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του KΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 3/2021, 13/2017, 7-8/2011, 18/2006).
Περαιτέρω, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 13/2017, 18/2006).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 3/2021, 13/2017, 7-8/2011).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 1029/2023, 378/2022, 139/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αρχικός ενάγων Ν. Α., επικαλούμενος, α) ότι προσελήφθη από το εναγόμενο για να εργαστεί ως φύλακας των κτιριακών του εγκαταστάσεων, αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που συνήφθη την 19-10-1992 και ανανεωνόταν στη συνέχεια κατ' έτος μέχρι το έτος 1998, που αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως, β) ότι κατά την παροχή της εργασίας, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και τελούσε υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο αυτού, το οποίο και καθόριζε τον τόπο, χρόνο και έκταση αυτής κατά τρόπο δεσμευτικό, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, γ) ότι οι συμβάσεις αυτές έφεραν τον ψευδεπίγραφο τίτλο "σύμβαση παροχής έργου" ή "ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου", ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δ) ότι λόγω του ως άνω χαρακτηρισμού των συμβάσεών του ως συμβάσεων έργου, που έγινε από το εναγόμενο για την καταστρατήγηση των εργασιακών του δικαιωμάτων, στερηθείς κατά τη διετία 1-1-1996 έως 31-12-1998 τα αντίστοιχα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, επιδόματα αδείας, αποζημιώσεις μη ληφθείσης αδείας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει με βάση την σύμβαση εργασίας το συνολικό ποσό των 4.353.264 δραχμών, με το νόμιμο τόκο και επικουρικά με βάση τις διατάξεις της αδικοπραξίας ή βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την 729/29-3-2002 απόφασή του, αφού απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στις καθολικούς διαδόχους του αρχικώς ενάγοντος, που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 7.545 ευρώ, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας του αιτηθέντος χρονικού διαστήματος, κατά τον λόγο της εξ αδιαθέτου μερίδος τους με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο-αναιρεσείον ΝΠΔΔ, άσκησε την με από 2-10-2003 με αρ. εκθ. καταθ. 8760/10-10-2003 έφεσή του. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Α. Ειδικότερα, το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων έχει ως εξής : α. Ο αρχικώς ενάγων, Ν. Α., προσλήφθηκε την 19.10.1992 από το εναγόμενο Α.Ε.Ι. για τη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεων της Πολυτεχνειούπολης Ζωγράφου καθώς και εκείνων της οδού ... με σύμβαση έργου ορισμένου χρόνου, όπως αναγράφεται στις διαρκώς ανανεούμενες σχετικές συμβάσεις μεταξύ του πρώτου (αρχικώς ενάγοντος) και του εκάστοτε αντιπρυτάνεως ως νόμιμου εκπροσώπου του δευτέρου (εναγομένου) για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.1996-31.12.1998 (βλ. τις από 6.2.1996, 9.4.1996, 28.1.1997, 17.12.1997 και 3.7.1998 συμβάσεις παροχής έργου), αντί μηνιαίου μισθού 285.645 δρχ. (βλ. σχετικές αποδείξεις). Οι επίμαχες συμβάσεις χαρακτηρίζονται ρητώς από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ως συμβάσεις έργου, όμως ο οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους τους στη συνδέουσα αυτά σχέση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο (βλ. ΑΠ 1618/2003 ο.π.). β. Σύμφωνα με πανομοιότυπο όρο (αριθμ. 2) στις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ο αρχικώς ενάγων "θα προσέφερε τις υπηρεσίες του για την εκτέλεση του έργου που αναλαμβάνει έξι ημέρες εβδομαδιαίως σε απογευματινό (14.00 μ.μ. έως 22.00 μ.μ.) και σε νυκτερινό (22.00 μ.μ. έως 06.00 π.μ.) ωράριο, καθώς επίσης και τις αργίες και εξαιρέσιμες ημέρες του έτους και γενικά ο τρόπος εκτέλεσης των καθηκόντων του θα είναι ο ίδιος με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων των με την ειδικότητα "Νυκτοφύλακα" υπηρετούντων μονίμων υπαλλήλων του ιδρύματος". Ακόμη, στις ίδιες συμβάσεις ορίζεται ότι "η αμοιβή για την παροχή του πιο πάνω έργου...διέπεται από τα καθοριζόμενα κάθε φορά από τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις της αντίστοιχης ειδικότητας ...". γ. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των μερών, πρόκειται για σύμβαση εργασίας, διότι ο αρχικώς ενάγων-μισθωτός, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο της συμβάσεως υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες του εναγομένου-εργοδότη ως προς τον τρόπο, τόπο, χρόνο καθώς και το είδος παροχής εργασίας {φύλαξη εγκαταστάσεων εναγόμενου σε συγκεκριμένους χώρους με την τήρηση ωραρίου), υπόκειτο δε σε έλεγχο από το τελευταίο ως προς την τήρηση των παραπάνω οδηγιών (κατά τον υπ' αριθμ. 5 όρο των διαδοχικών συμβάσεων, "η πιστοποίηση για την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών θα γίνεται από τον Αντιπρύτανη..."). Επομένως, από τα προπαρατεθέντα συνάγεται σαφώς ότι τα μέρη δεν απέβλεπαν στην επίτευξη οποιοσδήποτε αποτελέσματος. Β. α. Κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση : αα. Οι επίμαχες συμβάσεις έργου, καίτοι υποκρύπτουν συμβάσεις εργασίας και ως εκ τούτου εκ του νόμου είναι άκυρες (αρθρ. 21 § 17 του Ν. 2190/1994), δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου λόγω συνταγματικής απαγορεύσεως ούτε σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι στερούνται τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εργασίας. ββ. Οι ίδιες συμβάσεις έργου, έστω και κατ' επιταγή του άρθρου 1 § 8 του Ν. 2083/1992, είναι άκυρες, εφόσον δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία των άρθρων 16 επ. του Ν. 2190/1994. β. Στην ένδικη περίπτωση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ούτε σύμβαση έργου, συνακόλουθα δε βάσει των ανωτέρω ο αρχικώς ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με άκυρη σχέση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. γ. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τα αιτήματα της αγωγής, ο αρχικώς ενάγων για την επίδικη χρονική περίοδο από 1.1.1996 μέχρι 31.5.1998 και από 1.7.1998 μέχρι 31.7.1998 (λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αρχικώς ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την 31.5.1998, οπότε λόγω ασθένειας έπαυσε να προσφέρει της υπηρεσίες του, σύμφωνα με τις σχετικές καταστάσεις του ΙΚΑ και τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που καλύπτουν τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, κατά παραδοχή ως εν μέρει ουσία βάσιμου σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου) δικαιούται μόνον, αα) τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, ββ) το επίδομα αδείας......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίμαχες συμβάσεις έργου του αρχικώς ενάγοντος, δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, α) είναι άκυρες εφόσον δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία του ν. 2190/1994, β) υπέκρυπταν συμβάσεις εργασίας, εκ του νόμου άκυρες και δεν μπορούν να μετατραπούν σε μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω συνταγματικής απαγόρευσης, ούτε σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι στερούνται τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εργασίας.
Συνεπώς, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο με άκυρη σχέση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, και, ως εκ τούτου, εδικαιούτο ευθέως εκ του νόμου να λάβει επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα άδειας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-5-1998 και από 1-7-1998 έως 31-7-1998, ανάλογα με την χρονική διάρκεια της απασχολήσεώς του, δεχόμενο δε ακολούθως, ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου-αναιρεσείοντος και μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στις εφεσίβλητες ήδη αναιρεσίβλητες, κατά ποσοστό 1/4 στην πρώτη και 3/4 στη δεύτερη, το συνολικό ποσό των 4.200,45 ευρώ. Κρίνοντας το Εφετείο, ότι οι συμβάσεις εργασίας που στην πραγματικότητα είχε συνάψει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων (αρχικώς ενάγων) με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (εναγόμενο) ήταν άκυρες και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω συνταγματικής απαγόρευσης, παραβίασε μεν τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, αφού οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες καταρτίσθηκαν κατά τα έτη 1996,1997, 1998, ως διαδοχικές της αρχικώς καταρτισθείσας το έτος 1992 και εντεύθεν κατά τα επόμενα έτη 1993,1994,1995 συμβάσεων εργασίας, πριν δηλαδή από την ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 το Συντάγματος, και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, είχαν αποκτήσει ήδη τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, έστω και αν οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας του άρθρου 1 παρ. 8 του ν. 2083/1992 και 21 του ν. 2190/1994 απαγόρευαν τη σύναψή τους ως τέτοιων, πλην όμως, εφαρμόζοντας τελικά το δικαστήριο της ουσίας τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/1981, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, σύμφωνα με τις οποίες επιδόματα εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται και οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι - βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας - με απλή σχέση εργασίας, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και, επομένως, όλες οι αντίθετες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ, είναι αβάσιμες. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τέτοιος κανόνας είναι και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", στην οποία ορίζεται ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή με ειδικό νόμο, και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 KΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.
Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αντέφεσης (άρθρο 523 ΚΠολΔ)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 KΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 132/2004). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 περ. β` KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.
Εν προκειμένω, από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιλήτων και, συνεπώς, και ως προς το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ` αυτής τόκων, καθόσον ζητείται η απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων στο σύνολό της. Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος - εναγομένου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους. Το τελευταίο ωστόσο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή, επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες, το ποσό των 4.200,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αντί του επιτοκίου 6% που ισχύει για τα ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον, όπως ορίζει το ως άνω άρθρο 7 § 2 ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου".
Επομένως, συντρεχούσης της περιπτώσεως του άρθρου 562 παρ. 2 περ. β` KΠολΔ, γιατί πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η Εφετειακή απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 KΠολΔ για παραβίαση του άνω άρθρου 7 παρ. 2 ΝΔ 496/1974 να κριθεί παραδεκτός, αν και στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και περαιτέρω να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος, που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τη διάταξή της περί τόκων, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο κατά το προαναφερθέν μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά τη διάταξή της που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ), καθώς και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 469/2018) και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσό των 4.200,45 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής. Τέλος η δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατ' ίσα μέρη νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 7153/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη κατά τη διάταξή της που αφορά το περί τόκων της κυρίας απαίτησης κεφάλαιο, καθώς και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά τα μέρη αυτά.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες κατά ποσοστό 1/4 στην πρώτη και κατά ποσοστό 3/4 στη δεύτερη το επιδικασθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό κεφαλαίου των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (4.200,45 ευρώ) με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ