ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1433/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1433/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1433/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1433 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1433/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ειδικού Διαχειριστή της καταργηθείσας δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΡΤ - Α.Ε.)", σύμφωνα με την με αρ. 2/11-6-2013 κοινή απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών - όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, και 3.Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (ΝΕΡΙΤ - Α.Ε.)", νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο συνεστάθη με τον ν. 4173/2013 και εδρεύει στην Αθήνα, ως υφίσταται σήμερα με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ." (Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε.)", σύμφωνα με το νόμο 4324/2015. Ο πρώτος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Καλαντζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κατσιρούμπα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1 1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1725/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4006/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ` αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Κ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 12-2-2024 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 4006/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-10-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ` ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 KΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α` και γ` KΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 KΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 KΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 KΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 KΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β` περ. β` KΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 KΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 247/2021). Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1422/2013). Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β` με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην του πρώτου και τρίτης εφεσιβλήτων-εναγομένων και ήδη πρώτου και τρίτης αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία του δευτέρου εφεσιβλήτου-εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου και δημοσιεύθηκε την 25-8-2023.

Όμως, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής εφετειακής απόφασης στους ερημοδικασθέντες πρώτο και τρίτη εφεσιβλήτους και ήδη πρώτο και τρίτη αναιρεσιβλήτους, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι τους έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι` αυτούς, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 KΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίσης προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για τους πρώτο και τρίτη αναιρεσιβλήτους η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 KΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτούς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτούς τελεσίδικη, σε αντίθεση με το δεύτερο αναιρεσίβλητο [Ελληνικό Δημόσιο], που συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας, ως προς το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.

Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η υπό κρίση από 12-2-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2365/221/5-3-2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4006/25-8-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών: α) ως προς τον πρώτο και τρίτη αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) κατ` άρθρο 577 παρ. 1 και 2 KΠολΔ και β) ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά του οποίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 KΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 KΠολΔ).

Με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 (Α' 145) ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία" [ΕΡΤ ΑΕ], ως δημόσια επιχείρηση, ανήκουσα στον δημόσιο τομέα κατά τον ν. 1256/1982 (Α' 65), ορίσθηκε δε ότι η δημόσια αυτή επιχείρηση ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, σκοπός της ΕΡΤ ΑΕ ήταν "η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της, με τα μέσα αυτά: α) στην ενημέρωση, β) στη μόρφωση και γ) στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού" (ΑΠ 844/2023, ΣτΕ 1901/2014 Ολομ). Με την παράγραφο 1 του άρθρου 66 του ν. 4002/2011 (Α' 180) προστέθηκε στον ν. 3429/2005 για τις δημόσιες επιχειρήσεις (Α' 314) άρθρο 14Β, σύμφωνα με το οποίο: "1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού: α) οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία ... 'Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ)... β) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ... και γ) άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος, εφόσον επιχορηγούνται τακτικά από κρατικούς πόρους και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριος του συνόλου του καταβεβλημένου μετοχικού τους κεφαλαίου, μπορεί, αν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό άμεσα ή έμμεσα ή αν επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό ή για τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας τους: αα) να καταργούνται, να συγχωνεύονται ή να διασπώνται με απορρόφηση ή με σύσταση νέων εταιρειών ή με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών ή/και ββ) να αποσπώνται από αυτά περιουσιακά στοιχεία ή επιχειρηματικές μονάδες ως κλάδος ή τμήμα και να εισφέρονται σε άλλη ανώνυμη εταιρεία ή/και να μεταφέρεται και να ανατίθεται η ασκούμενη δραστηριότητα ή ο επιδιωκόμενος σκοπός σε άλλο νομικό πρόσωπο, δ) ... 2. [όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [ΠΝΠ] της 31.12.2011 (Α' 268), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31), και τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο παρ. 2 του αυτού ν. 4047/2012 και με το άρθρο 1 της ΠΝΠ της 10/11.6.2013 (Α' 139)]. Με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου α) σε περίπτωση κατάργησης του φορέα, όπως και τυχόν θυγατρικών του, καθορίζεται η διακοπή της λειτουργίας του καθώς και των τυχόν θυγατρικών του, ως και ο χρόνος αυτής, η τύχη της περιουσίας του καταργούμενου νομικού προσώπου, όπως και των τυχόν θυγατρικών του, ρυθμίζονται όλα τα θέματα της διαδοχής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όπως και η τύχη των εκκρεμών δικών, της αυτοδίκαιης λύσης των πάσης φύσεως εργασιακών σχέσεων και των συμβάσεων έργου, της αυτοδίκαιης λήξης όλων των αποσπάσεων προσωπικού καθώς και κάθε σχετικό με αυτά θέμα, της αυτοδίκαιης λήξης της θητείας των οργάνων διοίκησης, των διαδικασιών και οργάνων που απαιτούνται για τη διαδοχή καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, β) σε περίπτωση συγχώνευσης του φορέα ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος τον καταργούμενο ή συγχωνευόμενο φορέα, καθορίζονται τα θέματα που αφορούν την διαφύλαξη της περιουσίας των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων φορέων, οι σχετικές διαδικασίες και όργανα και κάθε άλλο σχετικό θέμα ...". Κατ' επίκληση των ως άνω εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 εκδόθηκε η οικ. ....2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης 'Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ)'" (Β' 1414). Με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής καταργήθηκαν η ΕΡΤ ΑΕ και οι θυγατρικές της εταιρείες [παρ. 1] και ορίσθηκε ότι "Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11ης Ιουνίου 2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα ...". Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο Δημόσιο [παρ. 1], το οποίο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών [παρ. 2], σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2, "1. Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό, καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ΕΡΤ ΑΕ, και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας. Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής συμβάσεως εργασίας. 2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση". Με την οικ. 03/12.6.2013 (Β' 1423) κ.υ.α. τροποποιήθηκε η ανωτέρω οικ. ....2013 απόφαση, προστέθηκε δε σε αυτήν άρθρο 4 Α, για τον ορισμό Ειδικού Διαχειριστή, ο οποίος διαχειρίζεται, μέχρι τη σύσταση νέου φορέα, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και δύναται να συνάπτει, υπό προϋποθέσεις, συμβάσεις έργου ή εργασίας. Με την οικ. 6/8.7.2013 κοινή απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β' 1675) τροποποιήθηκε εκ νέου η ανωτέρω οικ. ....2013 απόφαση, ειδικότερα δε, με το άρθρο δεύτερο προστέθηκαν εδάφια στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της τροποποιούμενης κ.υ.α. ως εξής: "Για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του ν. 4024/2011 (Α' 226) και προκειμένου για δημοσιογράφους οι διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως 2/17805/0022/2013 (Β' 662), [με τον τίτλο 'Καθορισμός αποδοχών των δημοσιογράφων που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στους φορείς ... της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 (Α' 226)], όπως ισχύει. Η καταβολή των αποζημιώσεων αυτών γίνεται τμηματικά σε δόσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ...". Με τις διατάξεις του άρθρου 72 του επακολουθήσαντος ν. 4174/2013 (Α' 170) ρυθμίσθηκαν ζητήματα σχετικά με τη καταβολή αποζημιώσεων προς τους εργαζομένους της καταργηθείσης ΕΡΤ ΑΕ, συνεπεία της κατά τα ως άνω λύσεως των σχέσεων εργασίας τους δυνάμει της κ.υ.α. οικ. ....2013. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό [το οποίο στη συνέχεια αναριθμήθηκε σε 78, με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (Α' 129)], όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 παρ. 1 περ. α' και β' του ν. 4262/2014 (Α' 114), ορίσθηκαν τα εξής: "Για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λόγω λύσεως των συμβάσεων του προσωπικού ... εφαρμόζονται από 11.5.2013 οι διατάξεις του ν. 4024/2011 ... και προκειμένου για δημοσιογράφους οι διατάξεις της υ.α. 2/17805/002/2013. Η καταβολή των αποζημιώσεων αυτών θα γίνει τμηματικά σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για τον υπολογισμό των παραπάνω αποζημιώσεων εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (Α' 189) αποκλειστικά για εκείνο το προσωπικό που, μέσα σε διάστημα τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, θα απασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο ή με οποιουδήποτε είδους σύμβαση έργου ή εργασίας σε οποιονδήποτε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης με εξαίρεση το προσωπικό που θα απασχοληθεί ... από τον Ειδικό Διαχειριστή για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι τη σύσταση του νέου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα (ΝΕΡΙΤ ΑΕ). Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 δεν εφαρμόζεται για το προσωπικό που δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου. Σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθείσας αποζημίωσης, το ποσό αναζητείται εντόκως ... Με εξαίρεση τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο οι διατάξεις του ν. 4024/2011 (Α' 226) δεν εφαρμόζονται από τότε που ίσχυσαν για το σύνολο του προσωπικού και των εν γένει απασχολούμενων της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ". Στην αιτιολογική έκθεση για την ανωτέρω διάταξη του ν. 4262/2014 αναφέρεται ότι ορίζεται η 11.5.2013 ως ημερομηνία από την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4024/2011 για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω λύσεως των συμβάσεων του προσωπικού και αποσαφηνίζεται ότι οι διατάξεις του ν. 4024/2011 δεν εφαρμόζονται για το προσωπικό και τους εν γένει απασχολούμενους της καταργηθείσης ΕΡΤ από τότε που ο εν λόγω νόμος άρχισε να ισχύει.

Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν. 4093/2012 (Α' 222/12.11.2012) και συγκεκριμένα με την υποπαράγραφο Γ1 της παραγράφου Γ θεσπίσθηκαν και άλλες μισθολογικές ρυθμίσεις για τον δημόσιο τομέα, ορίσθηκε δε, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση 12, ότι "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 ... έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1.1.2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου [ΝΠΙΔ], που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ... σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους ... ή επιχορηγούνται τακτικά ... από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 ... Με κοινές [υπουργικές] αποφάσεις ... οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγουμένων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".

Περαιτέρω με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ' της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω νόμου επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ορισθέντος ειδικότερα ότι "Τα επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων, Πάσα και άδειας που προβλέπονται ... για λειτουργούς υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ, καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 01.01.2013". Η ως άνω διάταξη με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 7/2023, ΑΠ 1002/2023). Η ΕΡΤ Α.Ε. καίτοι είχε υποχρέωση να εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 δεν το έπραξε, κατά παράβαση των σχετικών νόμων (ΣτΕ 750/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Για το ορισμένο του από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε ( ΟλΑΠ 2/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019). Με την από 29-11-2013 με αριθμό κατάθεσης 165430/5567/9-12-2013 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα εκθέτοντας ότι από την 1-9-1989 που προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ Α.Ε.), εργάσθηκε σε αυτή ως ΔΕΔ1 διοικητικός-οικονομικός υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 11-6-2013, οπότε με την υπ' αριθμ. ΟΙΚ. 02/11-06-2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, αφού καταργήθηκε η δημόσια επιχείρηση ΕΡΤ Α.Ε., αποφασίσθηκε η αναστολή λειτουργίας της και μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως επίσης επήλθε καθολική διαδοχή του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της όπως και της λύσης όλων των συμβάσεων των εργαζομένων στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, στο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη ως μη νόμιμη και καταχρηστική η από 11.6.2013 απόλυσή της από την ΕΡΤ Α.Ε. για τους λόγους που ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή της, περαιτέρω δε, όπως το αίτημα αυτής μετατράπηκε παραδεκτά από καταψηφιστικό σε έντοκο εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο πρώτος εξ αυτών ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου, Ειδικός Διαχειριστής, της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ.-Α.Ε δυνάμει της αναφερόμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης, το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως ενδιάμεσος προσωρινός μεταβατικός διάδοχος της ΕΡΤ Α.Ε. σύμφωνα με την αναφερόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση και η τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "ΝΕΡΙΤ Α.Ε.", ως εν τέλει καθολικός διάδοχος της ΕΡΤ Α.Ε., να της καταβάλουν, ως υπόλοιπο οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής της, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι αυτοί οφείλουν να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, για την ίδια αιτία, το υπόλοιπο ποσό των 19.900 ευρώ καθώς και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της απόλυσής της, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 1725/2020 απόφασή του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, το αγωγικό αίτημα κήρυξης ως άκυρης της από 11-6-2013 απόλυσης της ενάγουσας από την ΕΡΤ Α.Ε. με την αιτιολογία ότι είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής την 10-12-2013 η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1995, απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι έχει ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα η πλήρης αποζημίωση απόλυσής της, κατ' αποδοχή της νομίμως προταθείσας από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ένστασης ολικής εξόφλησης.

Ακολούθως επί της ασκηθείσας εκ μέρους της ενάγουσας εφέσεως, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, για τους επικαλούμενους λόγους έφεσης, που συνίσταντο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μόνο όσον αφορά τα απορριφθέντα από την εκκαλουμένη απόφαση αγωγικά αιτήματα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω έφεση της ενάγουσας, όσον αφορά το ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα εργάσθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε.) στο εξής ΕΡΤ, ως εξωτερικός συνεργάτης με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου με διάφορες ειδικότητες (δημοσιογράφου, βοηθού παραγωγής, υπαλλήλου γραφείου, οργάνωση παραγωγής κλπ) από Αύγουστο του 1989 έως Αύγουστο του 1995 (όπως θα γίνει λόγος ειδικότερα παρακάτω) και την 1η-9-1995 προσλήφθηκε από την ΕΡΤ ως τακτική υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με ειδικότητα ΥΕΔ2: Επιμελητών μέχρι 27.5.1996 και από 28.5.1996 μετατάχθηκε στην ειδικότητα ΔΕΔ1 Διοικητικού Οικονομικού, σύμβαση η οποία διήρκεσε μέχρι την 11-6-2013, οπότε με την ΟΙΚ.....2013 Κ.ΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό το ως άνω νομικό πρόσωπο και οι θυγατρικές του καταργήθηκαν και ως καθολικός διάδοχος αυτών ορίστηκε το Ελληνικό Δημόσιο (2° εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο), ταυτόχρονα δε, από τη δημοσίευση της ως άνω ΚΥΑ, λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ΕΡΤ, μεταξύ των οποίων και της εκκαλούσας.

Στην τελευταία, καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, τμηματικά σε δόσεις, υπολογιζόμενη επί των μικτών αποδοχών του Μαΐου 2013, με τις αντίστοιχες όμως μειώσεις των διατάξεων του Ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου. Ειδικότερα σύμφωνα και με τις στην παρ. 4 της παρούσας νομικές σκέψεις, η εκκαλούσα δικαιούνταν αποζημίωση απόλυσης, η οποία σύμφωνα με την 6/8.7.2013 κοινή απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, που τροποποίησε την ανωτέρω ΟΙΚ. 2/11.6.2013 απόφαση, θα υπολογιζόταν βάσει των διατάξεων του Κεφαλαίου Β' του ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), ρύθμιση η οποία επαναλήφθηκε και με το Ν. 4174/2013, ενώ η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής ορίστηκε ότι θα γίνεται τμηματικά σε δόσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Με τα δεδομένα αυτά, στην εκκαλούσα έπρεπε να καταβληθεί βάσει των ετών προϋπηρεσίας της (17 χρόνια) αποζημίωση απόλυσης ίση με 13 μισθούς βάσει των μικτών αποδοχών του Μαίου 2013 μετά την εφαρμογή του ν. 4024/2011, ήτοι 1.560 ευρώ το μήνα.

Συνεπώς το συνολικό ποσό της αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν να λάβει η εκκαλούσα, ενόψει του χρόνου υπηρεσίας που έχει παρασχεθεί από την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (1.9.1995) έως την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (11.6.2013) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 20.280 ευρώ (1.560 ευρώ αποδοχές βάσει του ν. 4024/2011 χ 13 μήνες). Όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. ....2017 έγγραφο του Ειδικού Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε., έχει ήδη καταβληθεί στην εκκαλούσα η πλήρης αποζημίωση απόλυσης, όπως αυτή νομίμως υπολογίστηκε κατά τα ανωτέρω και συνεπώς η σχετική απαίτησή της έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι το ποσό της αποζημίωσης που της οφείλεται πρέπει να υπολογιστεί με βάση τις τελευταίες τακτικές αποδοχές της (μισθό), χωρίς τις μειώσεις που επιβλήθηκαν με τους νόμους 3845/2010 και 3899/2010, και την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας, πριν την κατάργηση αυτών με την παράγραφο Γ' του ν. 4093/2012, επί των μηνών που αντιστοιχεί στην συνολική προϋπηρεσία της στην ΕΡΤ ΑΕ από την αρχική της πρόσληψη, δηλαδή να συνυπολογιστεί ως προϋπηρεσία και ο χρόνος που αυτή είχε διανύσει με συμβάσεις έργου πριν την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς σύμφωνα με το Ν. 4093/2012 η εκκαλούσα υπάγονταν υποχρεωτικά στις ρυθμίσεις του προβλεπόμενου από το Ν. 4024/2011 ενιαίου μισθολογίου, ενώ επιπροσθέτως για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης δεν μπορούσε να προστεθεί το 1/6 επί των τακτικών αποδοχών τους για την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας, αφού τα εν λόγω επιδόματα καταργήθηκαν από 1-1-2013 με το Ν. 4093/2012. Δηλαδή, οι ανωτέρω νόμοι ήταν εφαρμοστέοι και προ της καταργήσεως της ΕΡΤ ΑΕ, ανεξαρτήτως του ότι η διοίκηση της τελευταίας, κατά παράβαση του νόμου, όπως αναφέρθηκε στο τέλος της προηγηθείσας μείζονας σκέψης, δεν τους είχε εφαρμόσει.". Ακολούθως το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του, αν ο χρόνος που απασχολήθηκε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα στην ΕΡΤ με συμβάσεις έργου, πριν την 1-9-1995, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως προϋπηρεσία για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης απόλυσής της, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης απόλυσής της, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως προϋπηρεσία της ο χρόνος που αυτή είχε διανύσει με συμβάσεις έργου, πριν την 1.9.1995 που προσλήφθηκε σε οργανική θέση της ΕΡΤ ΑΕ με σύμβαση αορίστου χρόνου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο για τους εξής λόγους : Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Γ.Κ.Π της ΕΡΤ και την παρ. 4,4 της από 2-7-97 ΣΣΕ, ΕΡΤ-ΠΡΟΣΠΕΡΤ, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού της ΕΡΤ καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας σε αυτήν και στους προκατόχους της. Ειδικά όσον αφορά το προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις έργου, συνυπολογίζεται και η διάρκεια αυτών, εφόσον επακολούθησε πρόσληψη ύστερα από διαγωνισμό. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα που συνήψε συμβάσεις έργου με την ΕΡΤ πριν την πρόσληψή της ως τακτικής υπαλλήλου δεν αποδεικνύεται ότι προσελήφθη στη συνέχεια μετά από επιτυχία της σε προκηρυχθέντα διαγωνισμό. Επομένως, για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσής της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ημερομηνία πρόσληψης η ημερομηνία σύναψης οποιοσδήποτε σύμβασης έργου, αλλά ο χρόνος σύναψης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, ως ημερομηνία πρόσληψης της εκκαλούσας λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος σύναψης της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλαδή η 1η-9-1995.

Εξάλλου αφού από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η εργοδότρια εταιρεία ΕΡΤ αναγνώρισε ως προϋπηρεσία το χρόνο που διένυσε η εκκαλούσα με συμβάσεις έργου για την καταβολή αποζημίωση απόλυσης, ούτε αποδείχθηκε ότι η ΕΡΤ είχε αναγνωρίσει με βάση τις διατάξεις και τη διαδικασία που προβλέπεται στο π.δ. 164/2004 [προϋπόθεση εφαρμογής του οποίου, εξάλλου, είναι, να πρόκειται για συμβάσεις που αφορούν σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες ανάγκες του εργοδότη, στην προκειμένη περίπτωση της ΕΡΤ Α.Ε. που δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση), ότι οι συμβάσεις έργου αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι από την αρχική της πρόσληψη απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε ότι υπήρξε σχετική συμφωνία να προσμετρηθεί ο χρόνος αυτός ως προϋπηρεσία για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Επισημαίνεται περαιτέρω, ότι από την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η εκκαλούσα δεν ζήτησε να ερευνηθεί από το δικαστήριο ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας της, αφού δεν αναφέρει στην αγωγή της τα αναγκαία, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, πραγματικά περιστατικά, οψίμως δε με την έφεσή της επικαλείται την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών της εργοδότριας εταιρείας κατά το χρόνο που διένυσε στην ΕΡΤ με συμβάσεις έργου ως ιδιαιτέρα γραμματέας του εκάστοτε διευθυντή ειδήσεων και προβαίνει στη διατύπωση νομικών συμπερασμάτων, καταλήγοντας στο ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις της από 1-9-1989 υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον καταρτίσθηκαν πριν την 18-4-2001, ήτοι πριν την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7-8 του Συντάγματος (17-4-2001). Από το περιεχόμενο όμως του προσκομισθέντος από την εκκαλούσα εγγράφου, ήτοι από τη με αρ. πρωτ. ...-2020 βεβαίωση του Ειδικού Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού ΕΡΤ Α.Ε. αποδείχθηκε ότι πριν την ως άνω πρόσληψή της ως τακτική υπάλληλος την 1-9-1995, η εκκαλούσα εργάστηκε στην ΕΡΤ ως εξωτερικός συνεργάτης με συμβάσεις μίσθωσης έργου που λειτούργησαν κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα και αμειβόταν με εργολαβικό αντάλλαγμα με διάφορες ειδικότητες και συγκεκριμένα από Αύγουστο του 1989 μέχρι Δεκέμβριο του 1989 ως δημοσιογράφος, τον Φεβρουάριο του 1990 ως βοηθός παραγωγής, από Απρίλιο έως Μάιο του 1990 ως βοηθός παραγωγής, από Ιούλιο έως Αύγουστο 1990 ως δημοσιογράφος/Βοηθός παραγωγής, τον Οκτώβριο του 1990 ως βοηθός παραγωγής, τον Νοέμβριο του 1990 ως υπάλληλος Γραφείου, τον Μάρτιο του 1991 ως βοηθός παραγωγής, τον Απρίλιο του 1991 ως υπάλληλος γραφείου, τον Ιούνιο του 1991 ως βοηθός παραγωγής, από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο 1991 ως βοηθός παραγωγής, τον Νοέμβριο του 1991 ως βοηθός παραγωγής, τον Δεκέμβριο του 1991 ως υπάλληλος γραφείου, από τον Ιανουάριο έως Μάρτιο του 1992 στην οργάνωση παραγωγής, από τον Απρίλιο έως και Φεβρουάριο του 1994 ως βοηθός παραγωγής και από Μάρτιο του 1994 έως Αύγουστο του 1995 ως δημοσιογράφος-συντελεστής. Η εκκαλούσα, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην ΕΡΤ Α.Ε. με τις συμβάσεις αυτές μίσθωσης έργου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., είχε αναλάβει να εκτελέσει προσωπικά το ειδικό και συγκεκριμένο έργο που αναφέρεται στις συμβάσεις που είχε συνάψει με την ΕΡΤ Α.Ε. έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος. Εκτελούσε δε το έργο της, ως εξωτερικός συνεργάτης - συμβασιούχος έργου, χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης για τη συνεργασία της με την ΕΡΤ Α.Ε. που προβλέπει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού για το τακτικό προσωπικό (άρθρο 5) και για τους δημοσιογράφους (άρθρο 7) της ΕΡΤ Α.Ε., δεν ελάμβανε επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, η δε ασφάλισή της στο ΙΚΑ ήταν υποχρεωτική για την ΕΡΤ Α.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 1305/1982 και αφορούσε μόνο τους κλάδους σύνταξης και ασθένειας και όχι άλλους κλάδους ανεργίας κλπ, όπως γίνεται για το τακτικό προσωπικό της ΕΡΤ Α.Ε. και αμειβόταν με εργολαβικό αντάλλαγμα το οποίο ήταν ανάλογο του έργου της. Προϋπόθεση είσπραξης του εργολαβικού ανταλλάγματος από την εκκαλούσα ήταν η έκδοση βεβαίωσης εκτέλεσης του έργου από την αρμόδια υπηρεσία της ΕΡΤ Α.Ε. και ακολούθως η έκδοση θεωρημένου από την εφορία παραστατικού, ήτοι δελτίου παροχής υπηρεσιών, το οποίο και εξέδιδε συνεχώς η εκκαλούσα μέχρι και τη λήξη των συμβάσεων της ως εξωτερικός συνεργάτης. Μπορούσε δε να παρέχει έργο οπουδήποτε, ακόμη και σε ανταγωνιστικό μέσο μαζικής ενημέρωσης, χωρίς, όπως απαιτείται για το τακτικό προσωπικό και τους δημοσιογράφους της ΕΡΤ Α.Ε. άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 19 παρ. 22 του Ν. 1730/1987), ενώ δεν υπόκειτο σε εποπτεία ούτε σε πειθαρχικό έλεγχο κατά την εκτέλεση του έργου της, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό της ΕΡΤ Α.Ε. Ενισχυτικό άλλωστε στοιχείο της κρίσης αυτής είναι και το γεγονός ότι με τις ανωτέρω ορισμένης διάρκειας συμβάσεις μίσθωσης έργου, η εκκαλούσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ΕΡΤ με διαφορετική για την κάθε σύμβαση ειδικότητα και αντικείμενο απασχόλησης με αποτέλεσμα, να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή μεταξύ των συμβάσεων αυτών και έτσι να μην δύνανται αυτές να προσλάβουν ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ. Σ. που προσκομίζει η εκκαλούσα, αφού το περιεχόμενο αυτής δεν αποδεικνύει την ύπαρξη εργασιακής σχέσης, ούτε την άσκηση διευθυντικού δικαιώματος της ΕΡΤ, για τα οποία εξάλλου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει η μάρτυρας αυτή ως απλή διοικητική υπάλληλος της ΕΡΤ για κάποια έτη από το 1989 στο Πρωτόκολλο και από το έτος 1994 στο Λογιστήριο, παρά μόνον αποδεικνύει την παροχή υπηρεσιών της εκκαλούσας στους χώρους της εργοδότριας ΕΡΤ, γεγονός όμως που ουδόλως αμφισβητείται. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η εργασία της εκκαλούσας δεν αποσκοπούσε κατά το χρονικό διάστημα πριν την πρόσληψή της ως τακτικής υπαλλήλου στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της ΕΡΤ αλλά συμφωνήθηκε για συγκεκριμένο κάθε φορά χρονικό διάστημα, γεγονός για το οποίο η εκκαλούσα τελούσε σε πλήρη γνώση, κατά τη σύναψη εκάστης σύμβασης, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτήν, κατά την εξέλιξη της σχέσης της με την ΕΡΤ, η πεποίθηση παροχής εργασίας σε μόνιμη βάση και για αόριστο χρονικό διάστημα". Στη συνέχεια δε το Εφετείο, ως προς το αγωγικό αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Παρεπόμενα, ούτε προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας υφίσταται με την απόλυσή της αφού η κατάργηση με την ΟΙΚ.02/11-6-2013 ΚΥΑ του υφιστάμενου φορέα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και η διακοπή λειτουργίας του μέχρι τη λειτουργία νέου, αλλά και η λύση των συμβάσεων των εργαζομένων της (ΕΡΤ ΑΕ) συνιστά επιλογή του νομοθέτη αρχικώς και της κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως τελικώς, η οποία ναι μεν επέφερε ανατροπή της κατάστασης, πλην όμως, παρίσταται πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού για εξορθολογισμό της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού-προτύπου, ο οποίος υπαγορεύθηκε από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, λαμβανομένου υπόψη ότι η ΕΡΤ ΑΕ κατέβαλε στις επιμέρους κατηγορίες του προσωπικού της ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές σε σχέση με τις ισχύουσες στο δημόσιο τομέα, λόγω της μη εφαρμογής των μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012 για το ενιαίο βαθμολόγιο - μισθολόγιο, που ούτως ή άλλως μόνη η επιλογή της ΕΡΤ να απολύσει την εκκαλούσα δεν συνιστά αδικοπραξία, ούτε επάγεται αυτή καθ' εαυτή προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται αξίωση αυτής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, εκτός εάν συνέτρεχαν επιπροσθέτως και άλλα περιστατικά, που να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της, τα οποία, όμως, δεν αποδείχθηκαν ούτε εξάλλου επικαλείται η εκκαλούσα αφού η απόλυσή της ουδόλως συνοδεύτηκε από περιστάσεις που πρόσβαλλαν την προσωπικότητα της στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπόληψής της ή την εξέθεσε στους συναδέλφους της ή στο κοινωνικό της περιβάλλον, ώστε να ανακύπτει το δικαίωμά της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 932 του ΑΚ, να αξιώσει την εν λόγω χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 161/1997, ΑΠ 282/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ως εξ τούτου το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της ως προς το αίτημα αυτής περί επιδίκασης οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έστω με εν μέρει ελλιπείς και εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, και ως εκ τούτου όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους 2° και 4° λόγους της έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν.". Ήδη η αναιρεσείουσα, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλει τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης: Α. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 και 3 [όπως η παράγραφος 3 προστέθηκε με το άρθρο 2 της ΚΥΑ 6/8-7-2013 (ΦΕΚ Α 1675)] της ΚΥΑ 2/11-6-2013, του Κεφαλαίου Β του ν. 4024/2011, 72 του ν.4174/2013, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 παρ. 1 περ. α και β του ν. 4262/2014 και ακολούθως αναριθμήθηκε σε 78 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 και άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 περίπτωση 12 του ν. 4093/2012, γιατί κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης αυτής δεν έλαβε υπόψη τις τακτικές αποδοχές που κατά τον χρόνο της απόλυσης λάμβανε, αλλά όπως αυτές προβλεπόταν σύμφωνα με το ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου, με αποτέλεσμα να μην συνυπολογίσει στις τακτικές της αποδοχές και την ποσοστιαία μηνιαία αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσείουσας, έθεσε ως βάση τις τακτικές αποδοχές αυτής κατά τον τελευταίο μήνα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, υπολογιζόμενες κατ' εφαρμογή του νόμου 4024/2011, μετά τις περικοπές των νόμων 3845/2010 και 3899/2010, όπως άλλωστε προβλέπεται και από το άρθρο 3 της ΚΥΑ 2/11-6-2013, χωρίς να προστίθεται το 1/6 των τακτικών αυτών αποδοχών για την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία είχαν καταργηθεί από 1-1-2013 με το ν. 4093/2012, που είχαν εφαρμογή εν προκειμένω και για την ΕΡΤ Α.Ε, η οποία αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ήδη του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (άρθρο πρώτο παρ. Γ υποπαράγραφος Γ1 του ν.4093/2012). Το γεγονός δε ότι η ΕΡΤ Α.Ε, αν και είχε εκ του νόμου υποχρέωση να εφαρμόσει στο προσωπικό της το νέο μισθολόγιο του ν. 4024/2011, δεν το έπραξε, ενόψει των προεκτεθέντων, ουδεμία έννομη επιρροή έχει επί του ζητήματος του υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσείουσας, για τον οποίο (υπολογισμό) ρητά ορίσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 78 (72) του ν. 4174/2013 όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4024/2011. Β. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσείουσας, με συνυπολογισμό, ως προϋπηρεσίας, και του χρόνου που η ίδια απασχολήθηκε στην ΕΡΤ Α.Ε με συμβάσεις έργου, από το έτος 1989 μέχρι την 1-9-1995, που συνήφθη η συνδέουσα αυτήν με την ΕΡΤ Α.Ε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τους αριθμούς 1 και 19) πλημμέλειες, εκθέτοντας, με αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έσφαλλε και αναιρετέα τυγχάνει καθόσον η κρίση της ότι οι προ της προσλήψεώς της ως τακτικής υπαλλήλου της ΕΡΤ ΑΕ (1-9-1995) αλλεπάλληλες (από 1-9-1989 έως 31-8-1995), κατ' όνομα συμβάσεις μίσθωσης έργου μεταξύ της ΕΡΤ ΑΕ και αυτής, δεν υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αυτή ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή της και δεν απαιτείτο, όπως εσφαλμένα και μη νόμιμα αναφέρεται στην προσβαλλομένη να διαλάβει ιδιαίτερο αγωγικό αίτημα, αφού η νομική φύση των συμβάσεων αυτών θα εξεταζόταν από το Δικαστήριο ως πρόκριμα και απαιτείτο να αποδείξει η ίδια τον ανωτέρω ισχυρισμό, όπως και έπραξε, προσκομίζοντας αποδεικτικά έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ, ερείδεται αποκλειστικά, μη νόμιμα και άνευ ουδεμίας αιτιολογίας στο κείμενο των προειρημένων αλλεπάλληλων συμβάσεων. Υπό το περιεχόμενο αυτό, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που, κατά την αναιρεσείουσα, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου από το Εφετείο και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή. Ειδικότερα δε ως προς την επικαλούμενη από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια του Δικαστηρίου της ουσίας, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Γ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκθέτοντας για τη θεμελίωσή του, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, υπό τις αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, έσφαλλε και κατέστησε αυτήν αναιρετέα καθόσον, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, η απόλυσή της είναι μη νόμιμη, λόγω μη καταβολής σ' αυτήν του νόμιμου ποσού αποζημίωσης, και επομένως το ένδικο αίτημά της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της ΕΡΤ Α.Ε, επί πλέον δε αβίαστα προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι η κατάργηση της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών αυτής και καταγγελία των ατομικών συμβάσεων απάντων των εργαζομένων της ΕΡΤ ΑΕ, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, με μια και μόνη διοικητική πράξη, ασφαλώς και αυτονοήτως προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπόληψής της και την εξέθεσε στους συναδέλφους και το κοινωνικό της περιβάλλον, καθόσον αποτέλεσε απόδειξη, ενώπιον όλης της χώρας, ότι το προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, στο οποίο και η ίδια ανήκε, επιβάρυνε με ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές τη λειτουργία της και στα πλαίσια εξορθολογισμού της λειτουργίας της έπρεπε να καταργηθεί και να απολυθεί το προσωπικό της. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητα του δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, κατά τρόπο σαφή και ούτε αναφέρεται και το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα αυτού. Οι αιτιάσεις δε που προβάλλονται με τον λόγο αυτό, σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το τελικό αποδεικτικό πόρισμα περί απόρριψης του ως άνω αγωγικού αιτήματος, ως αβάσιμου κατ' ουσία, που βρίσκεται σε αντίθεση με τις απόψεις της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, που να αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο (δεδομένου ότι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτο και τρίτη αναιρεσίβλητους) πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεση στο σύνολό της. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, λόγω της απουσίας του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής του δαπάνης, ως προς αυτόν, ενώ, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και της τρίτης αναιρεσίβλητης, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 12-2-2024 με αριθμό έκθεσης. κατάθεσης 2365/221/5-3-2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4006/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τους πρώτο και τρίτη αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δευτέρου και τρίτης αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για το δεύτερο αναιρεσίβλητο και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για την τρίτη αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή