ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1434/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1434/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1434/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1434 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1434/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Πολυγύρου", που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Αϊβαζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Α., 2)Κ. Β. του Γ., 3)Ε. Γ. του Δ., 4)Μ. Π. του Μ., 5)Σ. Χ. του Δ., 6)Τ. Λ. του Θ., 7)Α. Χ. του Φ., και 8)Ε. Δ. του Ι., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Έντον Ταμπάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2078/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον δήμος με την από 29-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 29-11-2022 και με αριθμό κατάθεσης 3548/343/30-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 2078/31-10-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι ασκηθείσες από αμφοτέρους τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, κατά της με αριθμό 81/27-4-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία η ασκηθείσα από τις ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες κατά του εναγομένου Δήμου Πολυγύρου ήδη αναιρεσείοντος, από 23-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 1326/262/23-10-2017 αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό δε της άσκησης αναίρεσης και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου του δικηγόρου ο αναιρεσείων ΟΤΑ προσκομίζει κατ'άρθρο 72 παρ.1 του ν.3852/2010 αντίγραφα των υπ'αριθ. 122/2024 και 239/2024 αποφάσεων της Οικονομικής Επιτροπής αυτού (αναιρεσείοντος).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής την 23-10-2017, ορίζεται ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι περιουσιακές-εργατικές διαφορές, κατά το άρθρο 614 αρ. 3, του ιδίου κώδικα) "οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση" (στοιχ. γ), "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα" (στοιχ. δ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]". Με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της έφεσης την 26-5-2021, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190/13-10-2021) καθότι σύμφωνα με την παρ.2α του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού (527) όπως τροποποιήθηκαν εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα που θα κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 721/2022, ΑΠ 447/2020), με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι. (ΑΠ 914/2024, ΑΠ 907/2022) Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 914/2024, ΑΠ 907/2022).

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 914/2024, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, AΠ 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 914/2024, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες, άσκησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 23.10.2017 αγωγή με την οποία είχαν εκθέσει ότι προσλήφθηκαν από τον ΟΑΕΔ προκειμένου να απασχοληθούν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, κατά τους αναφερόμενους ειδικότερα χρόνους (με χρόνο έναρξης απασχόλησης για την 1η την 21-1-2008, για τη 2η την 2-2-2008, για την 3η και την 4η την 6-2-2008, για την 5η την 18-2-2008, για την 6η την 1-12-2007, για την 7η την 14-12-2007 και για την 8η την 11-2-2008), στο πλαίσιο της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (stage), στην πραγματικότητα ωστόσο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως και το τακτικό προσωπικό του εναγόμενου.

Ότι, δυνάμει των 3182/2013 και 1737/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστησαν τελεσίδικες με τις 182/2016 και 186/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα και ήδη αμετάκλητων, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το τελευταίο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, να τις απασχολεί στην αντίστοιχη με την ειδικότητα θέση με τις νόμιμες αποδοχές. Ότι, ακολούθως, σε εκτέλεση των άνω αποφάσεων κατατάχθηκαν με τις ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...-2017 αποφάσεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, δημοσιευθείσες στο ΦΕΚ Γ' τεύχος 391/03-05-2017, σε συσταθείσες προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταργούμενες αμέσως με την με οποιονδήποτε τρόπο κένωση αυτών. Ότι ο βασικός μισθός της καθεμίας εξ αυτών (εναγουσών), βάσει των διατάξεων των ν. 4024/2011 και 4354/2016, ανέρχονταν στα ειδικότερα αναλυόμενα στην αγωγή ποσά (βασικός μισθός αντίστοιχου μισθολογικού κλιμακίου και επιδομάτων). Ότι με την 155/28-02- 2014 διαπιστωτική πράξη κατάταξης των υπαλλήλων που εξέδωσε ο Δήμαρχος Πολυγύρου, ως αρμόδιο για τον διορισμό τους όργανο, κατ' εφαρμογή του ν. 4024/2011, αναγνωρίσθηκε η προϋπηρεσία τους και κατατάχθηκαν σε βαθμό και μισθολογικά κλιμάκια, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα, δοθέντος ότι τα ίδια βαθμολογικά (μισθολογικά) κλιμάκια αναφέρονταν και στις άνω αποφάσεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης. Ότι, λόγω της κατάταξης αυτών σε χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια, καταβλήθηκαν σε αυτές μικρότερες αποδοχές των νομίμων. Ότι εσφαλμένα τις κατέταξε στο εισαγωγικό μισθολογικά Κλιμάκιο ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, με εισαγωγικό βαθμό Δ', ενώ εάν είχε ληφθεί υπόψη η προγενέστερη προϋπηρεσία τους θα έπρεπε να τις κατατάξει κατά τα ειδικότερα στην αγωγή μισθολογικά κλιμάκια. Ότι, ως εκ τούτου, δικαιούνται από 1-1-2015 μέχρι τις 31-12-2018 διαφορές δεδουλευμένων μεταξύ νόμιμων και καταβληθέντων μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες ανέρχονται για την 1η από αυτές στο συνολικό ποσό των 19.690,59 ευρώ, για τη 2η στο συνολικό ποσό των 19.426,70 ευρώ, για την 3η στο συνολικό ποσό των 17.990,097 ευρώ, για την 4η στο συνολικό ποσό των 29.355,06 ευρώ, για την 5η στο συνολικό ποσό των 19.791,66 ευρώ, για την 6η στο συνολικό ποσό των 26.393,21 ευρώ, για την 7η στο συνολικό ποσό των 31.830,04 ευρώ και για την 8η στο συνολικό ποσό των 18.497,67 ευρώ. Ότι η 1η και 7η εξ αυτών δικαιούνταν υπολειπόμενη άδεια ανατροφής, την οποία δεν τους χορήγησε το εναγόμενο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αναλύονταν διεξοδικά στην αγωγή τους, ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης που θα εκδοθεί, να καταβάλει στην καθεμία εξ αυτών τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους από αυτά κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δηλαδή από το τέλος κάθε μήνα που είναι απαιτητός ο μηνιαίος μισθός, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία της καθεμίας και η υποχρέωση του εναγόμενου να τις κατατάξει στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) και συγκεκριμένα την 1η εξ αυτών στο ΜΚ 4 ΔΕ, τη 2η στο ΜΚ 4 ΔΕ, την 3η στο ΜΚ 3 ΔΕ, την 4η στο ΜΚ 5 ΤΕ, την 5η στο ΜΚ 4 ΔΕ, την 6η στο ΜΚ 5 ΤΕ, την 7η στο ΜΚ 5 ΠΕ και την 8η στο ΜΚ 3 ΔΕ, γ) να χορηγηθεί άδεια μητρότητας στην 1η εξ αυτών 6 μηνών για το 2ο τέκνο της και στην 7η εξ αυτών 3 μηνών, δ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και ε) να καταδικαστεί το εναγόμενο στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 81/2020 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αφού απέρριψε την άνω αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε τις διαφορές δεδουλευμένων μεταξύ νόμιμων και καταβληθέντων μηνιαίων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 01-01- 2015 έως 11-04-2017, ως μη νόμιμη και ως προώρως ασκηθείσα για το χρονικό διάστημα από 24-10-2017 έως 31-12-2017 και περαιτέρω ως μη νόμιμο το αίτημα περί χορήγησης της άδειας μητρότητας, δέχτηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και α) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να εντάξει τις ενάγουσες, με βάση την προϋπηρεσία εκάστης, από 12-4-2017, στα αιτούμενα μισθολογικά κλιμάκια και β) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτές τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για την κάθε μία ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 12-4-2017 έως 23-10-2017 με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, α) οι ενάγουσες, την από 3-6-2021 με αριθμό κατάθεσης 76/7-6-2021 έφεσή τους και β) το εναγόμενο, την από 14-4-2021 με αριθμό κατάθεσης 35/14-4-2021 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, οι μεν πρώτοι, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της, το δε δεύτερο, την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων ως αβάσιμες κατ' ουσία. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την απόρριψη της έφεσης του εναγομένου, και κατά το οποίο προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας τον μοναδικό λόγο της έφεσής του αβάσιμο κατ' ουσία, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών ήδη αναιρεσιβλήτων, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίσης Α' έφεσης, το εκκαλούν - εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι εφεσίβλητες - ενάγουσες, έχοντας δηλώσει επανειλημμένως, ήδη από την απασχόληση τους με το καθεστώς ειδικού προγράμματος απασχόλησης του ΟΑΕΔ, πως μόνη τους επιδίωξη αποτελούσε η απασχόληση τους με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι πάντως δεν είχαν σε καμία περίπτωση την πρόθεση να διεκδικήσουν μελλοντικά οποιαδήποτε μισθολογική αξίωση, σε συνδυασμό με την μετέπειτα συμπεριφορά τους, του είχαν ευλόγως δημιουργήσει την πεποίθηση, ότι δεν θα προβούν σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια. Ότι η εύλογη αυτή εμπιστοσύνη του εκκαλούντος στη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, αλλά και στην διαμορφωμένη κατάσταση, δικαιολογείται από τις περιστάσεις και ιδίως από την ένταση της αντίφασης που είχε δημιουργηθεί. Ότι η δικαστική διεκδίκηση των όποιων αξιώσεων εκ μέρους των εφεσίβλητων, ουδόλως συνάδει με την επί χρόνια καθησυχαστική στάση τους, με την εκπεφρασμένη πρόθεση περί της μη διεκδίκησης των μισθολογικών τους αξιώσεων, καθώς και με την κατάσταση που, συνακόλουθα, υπαίτια είχαν συντηρήσει και παγιώσει.

Περαιτέρω, ισχυρίζονταν ότι οι εφεσίβλητες με τον τρόπο αυτό διέψευσαν την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του (εκκαλούντος) και φέρθηκαν με τρόπο αντίθετο των όσων επιτάσσει η συναλλακτική καλή πίστη και κατέστησαν έτσι την συμπεριφορά τους καταχρηστική, ως αντιφατική, και άρα αντίθετη στη διάταξη 281 ΑΚ. Ο άνω ισχυρισμός της εναγόμενου-εκκαλούντος της Α' έφεσης συνιστά ένσταση και είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ένσταση αυτή έπρεπε να είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ειδικότερα κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έπρεπε να είχε προταθεί με τις κατατεθείσες προτάσεις του και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, μη αρκούσης μόνο της σημείωσης στα πρακτικά (άρθρο 591 § 1 στοιχ. γ και δ ΚΠολΔ). 'Οπως όμως προκύπτει από τις από 16-01- 2019 κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του εκαλλούντος-εναγομένου σε συνδυασμό με τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ως άνω ένσταση δεν προτάθηκε παραδεκτά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας γιατί, αν και σημειώθηκε στα ως άνω πρακτικά, δεν αναφέρονταν στις προτάσεις. Η βραδεία προβολή της ενστάσεως αυτής, χωρίς καμία αναφορά των περιστατικών που τη θεμελιώνουν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από το εναγόμενο - εκκαλούν, με την υπό κρίση Α' έφεσή του ως λόγος έφεσης, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ούτε περαιτέρω το εναγόμενο - εκκαλούν της Α' έφεσης επικαλείται, όπως όφειλε, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου, ούτε άλλωστε σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού (527 ΚΠολΔ).

Επομένως ο άνω μοναδικός λόγος της υπό κρίση Α' έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.". Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ερειδόμενο στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την υπ' αυτού προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, ως προς τις αγωγικές τους αξιώσεις για διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 12-4-2017 έως 23-10-2017, την οποία είχε προβάλλει προφορικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, καταχωρηθείσα στα πρακτικά της ενώπιόν του συζήτησης στο ακροατήριο και επανέφερε ενώπιόν του με τον μοναδικό λόγο της έφεσής του, τον οποίο και εσφαλμένα απέρριψε ακολούθως ως αβάσιμο κατ' ουσία. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των από 16-1-2019 πρωτόδικων προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των με αριθ. 81/16-1-2019 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είχε προβάλει προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών-αναισιβλήτων, χωρίς, όμως, να περιέχεται στις κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις του η ένσταση αυτή, με τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και αντίστοιχο αίτημα απόρριψης της αγωγής (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό (άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠολΔ) δεδομένου ότι η ένδικη υπόθεση υπαγόταν στις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι η προταθείσα από αυτό, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προφορικά στο ακροατήριο με καταχώριση της στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγουσών για καταβολή διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 12-4-2017 έως 23-10-2017, χωρίς να περιέχεται η ένσταση αυτή και στις κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις του, δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον αυτού (πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ορθά έκρινε σύμφωνα με τις προτεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1, 614 παρ. 3 και 256 παρ.1 περ. δ του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο λόγο αναίρεσης ότι ο ως άνω ισχυρισμός του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων του, που δεν είχε προταθεί παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, είτε ως εκκαλούν, είτε ως εφεσίβλητο, ούτε άλλωστε, από την επισκόπηση της από 14-4-2021 έφεσής του και των από 31-1-2023 προτάσεών του, που κατέθεσε στο Εφετείο ως εφεσίβλητο προς απόκρουση της έφεσης των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι με την έφεση έγινε επίκληση κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την παραδεκτή προβολή του ως άνω ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός με τις προτάσεις του (ως εφεσίβλητου) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου (527 ΚΠολΔ) που επιτρέπουν το παραδεκτό της προβολής νέων αυτοτελών ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στη πρωτοβάθμια δίκη, ενώπιον του Εφετείου. (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1119/2020, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 1064/2018, ΑΠ 417/2018, ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 574/2015).

Επομένως ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση αυτή στο σύνολό της. Το αναιρεσείον που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/3006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2022 και με αριθμό κατάθεσης 3548/343/30-11-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθ.2078/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή