ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1436/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1436/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1436/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1436 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1436/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Γ., 2)Σ. το γένος Ν., συζύγου Α. Μ., κατοίκων ..., 3)Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 4)Ε. Μ. του Α., 5)Ν. Μ. του Γ., μόνιμου κατοίκου εξωτερικού με αντίκλητο τον Α. Μ. (πρώτο ως άνω), ως κληρονόμων και διαδόχων του Γ. Μ. του Α. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπατσώρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Ι., χήρας Μ. Π., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαγιαννούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-6-2021 και με αριθ. κατ. 9/8-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 44/26-4-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-από αμοιβές διαφορών, επί της από 26-6-2020 και με αριθ. κατ. 92/29-6-2020 έφεσης κατά της με αριθ. 672/18-5-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 14-10- 2019 και με αριθ. κατ. 39/15-10-2019 αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, ως άνω, από 14-10-2019 αγωγή η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της, ως καθολική, λόγω κληρονομικής διαδοχής, διάδοχος του προαποβιώσαντος συζύγου της Μ. Π., δικηγόρου, στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγομένου και αποβιώσαντος μετά την άσκηση της αγωγής, Γ. Μ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, οι καθολικοί, λόγω κληρονομικής διαδοχής, διάδοχοι αυτού, ως εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν εντολής του υιού του εναγομένου Α. Μ., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος τούτου, ο σύζυγός της ανέλαβε, ως δικηγόρος, τη διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν την κληρονομιαία περιουσία (ακίνητα) που κατέλιπε στον Γ. Μ. η εξαδέλφη του Ε. Π., χωρίς να καταρτισθεί μεταξύ των, ως άνω, εντολέα και εντολοδόχου, ειδική συμφωνία για το ύψος της αμοιβής του τελευταίου. Ότι αν και αυτός, στα πλαίσια της εντολής, εκτέλεσε τις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες, ο αρχικώς εναγόμενος δεν του κατέβαλε την αμοιβή που εδικαιούτο, υπολογιζόμενη, με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια αμοιβής, σύμφωνα με την εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων, που ανερχόταν στο ποσό των 30.708.818 ευρώ, άλλως σύμφωνα με την αντικειμενική αξία αυτών, που ανερχόταν στο ποσό των 8.722.320 ευρώ, προσαυξημένη (η αμοιβή) κατά ποσοστό 15%,λόγω της ποιότητας της επιστημονικής εργασίας του εντολοδόχου, του μεγάλου αριθμού και της αξίας των ακινήτων και του χρόνου που αναλώθηκε για την εκτέλεση των απαιτουμένων δικαστικών ενεργειών. Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αρχικώς εναγομένου (και ήδη των κληρονόμων αυτού που συνεχίζουν τη δίκη) να της καταβάλουν, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 2.509.681 ευρώ, άλλως το ποσό των 719.844 ευρώ, πλέον του αναλογούντος (23%), σε κάθε περίπτωση, Φ.Π.Α. νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, με τη με αριθ. 672/2020 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατόπιν αποδοχής της ένστασης των εναγομένων περί πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και προηγηθείσας απόρριψης της αντένστασης της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής. Κατά της πρωτόδικης απόφασης η ηττηθείσα ενάγουσα άσκησε την από 26-6-2020 έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 44/2021 απόφαση έκρινε ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί με την ασκηθείσα προηγουμένως από την ίδια ενάγουσα κατά του ίδιου αρχικώς εναγομένου από 22-12-2015 αγωγή, η οποία είχε απορριφθεί τελεσίδικα με τη με αριθ. 62/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής, έχει δε την ίδια με αυτήν ιστορική και νομική αιτία. Ακολούθως, αφού κατ' αποδοχή της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, απέρριψε την ένσταση παραγραφής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την κρινόμενη αγωγή, ως ορισμένη, νόμω και ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 286.825 ευρώ, για αμοιβή και το ποσό των 65.969,75 ευρώ για τον αναλογούντα Φ.Π.Α. νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 εδ α' του ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ.1 και 221 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή, σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από το διάδοχο του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).

Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 113/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται, ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές από αμοιβές δικηγόρων, κατά το άρθρο 614 αρ. 5, του ιδίου κώδικα) "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, [...]". Με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) καθότι σύμφωνα με την παρ.2α' του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού (527), όπως τροποποιήθηκαν, εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα που θα κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων ( ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019).

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 388/2013).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Επί πλέον, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, καθώς και ότι είχε αυτός προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ1424/2023, ΑΠ 1257/2023, 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Όπως περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).

Εξάλλου, για το ορισμένο των, ως άνω, αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαιτείται η μνεία του αριθμού του άρθρου του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, αν δε το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών, οι οποίες δεν πρέπει να αναφέρονται αποσπασματικά, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συνεξεταζόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η κρινόμενη αγωγή: α) στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη από 22-12-2015 αγωγή, που άσκησε η ίδια ενάγουσα κατά του ίδιου αρχικού εναγομένου, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα, με τη με αριθ. 62/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, β) εφόσον ασκήθηκε (η κρινόμενη αγωγή) εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της, ως άνω, προηγούμενης αγωγής θεωρείται ότι με την τελευταία έχει διακοπεί η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων: παραβίασε: 1) ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΠ, "την οποία αν εφάρμοζε ορθά θα δεχόταν ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας του έτους 2012 που περιγράφονται στη δεύτερη αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε στις 17-10-2019 έχουν παραγραφεί λόγω πενταετίας", κατά την ακριβή διατύπωση των αναιρεσειόντων 2) εκ πλαγίου, την ίδια διάταξη, με αντιφατικές αιτιολογίες, συνεπεία των οποίων "δεν εφαρμόζεται ορθά η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ούτε εξετάζεται ορθά η ένσταση παραγραφής, σε κάθε δε περίπτωση δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου", ομοίως κατά την ακριβή διατύπωση των αναιρεσειόντων.
Από το περιεχόμενο των, ως άνω, αναιρετικών λόγων, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση παραβίασης (ευθείας και εκ πλαγίου) του άρθρου 263 ΑΚ, που οδήγησε στην αποδοχή της αντένστασης της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ένστασής τους περί παραγραφής αυτών, μετά την οποία (απόρριψη της ένστασης) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε περαιτέρω και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την εναντίον τους κρινόμενη αγωγή. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αόριστοι και, για το λόγο αυτό, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, αφού αυτός ο ισχυρισμός , με βάση τις προβαλλόμενες με τους ερευνώμενους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, έγινε δεκτός κατόπιν ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 263 ΑΚ, β) ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί παραγραφής των αξιώσεων, τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν και η παραδεκτή προβολή του ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, καθώς και η προβλέπουσα την επικαλούμενη παραγραφή διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που κατ' αποτέλεσμα φέρεται ότι παραβιάσθηκε, χωρίς να αρκεί η αναφορά στην αίτηση αναίρεσης ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση "δεν εξετάζεται ορθά η ένσταση παραγραφής". Τα παραπάνω στοιχεία είναι αναγκαία για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας της ένστασης παραγραφής, την αποδοχή της οποίας επιδιώκουν με τους, ως άνω, αναιρετικούς λόγους οι αναιρεσείοντες, γ) το περιεχόμενο των δύο αγωγών (της από 22-12-2015 αγωγής και της κρινόμενης αγωγής), από τη σύγκριση των οποίων προκύπτει ή ύπαρξη ή μη ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, χωρίς να αρκεί η παράθεση στην αίτηση αναίρεσης μέρους του περιεχομένου τους, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το απορρίψει τις ενστάσεις τους: α) περί ορισμού των ελαχίστων ορίων της αμοιβής, βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή και όχι εκείνου που ζητήθηκε, το οποίο ήταν προφανώς εξογκωμένο και β) περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, παραβίασαν εκ πλαγίου, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 102 του Κώδικα Δικηγόρων και 281 ΑΚ.

Ο λόγος αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης τα πραγματικά περιστατικά, που πρότειναν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση των εν λόγω ισχυρισμών τους, καθώς και η παραδεκτή προβολή αυτών, ούτε διαλαμβάνονται οι σχετικές κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν, ο μεν εκ του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, ο δε εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ως μη νόμιμος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, οι διαλαμβανόμενες δε στον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις αφορούν την ουσιαστική εκτίμηση του εν λόγω ισχυρισμού.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, από όπου απορρέει το δεδικασμένο.

Εξ άλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα επί μέρους πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 456/2018. ΑΠ 294/2016, ΑΠ 1419/2015).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ. β του ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά. Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Ειδικότερα, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την, κατά τα άνω, απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας, όμοιας, κατά περιεχόμενο αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης του ορισμένου αυτής, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της ως άνω δεύτερης αγωγής (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 190/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το δεχθεί ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη και κατά το ζήτημα που αφορά τα προσδιοριστικά στοιχεία της συμφωνίας περί της οφειλόμενης αμοιβής, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από τη με αριθ. 62/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η προηγούμενη από 22-12-2015 και με αριθ. κατ. 78/2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Πριν την άσκηση της κρινόμενης από 14-10-2019 αγωγής, η ενάγουσα , Α. Σ., υπό την ίδια, ως άνω ιδιότητά της, της κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Μ. Π., άσκησε κατά του Γ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας την από 22-12-2015 και με αριθ. κατ. 78/2015 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου του εναγομένου Α. Μ., ο, στη συνέχεια αποβιώσας, σύζυγος της ανέλαβε, ως δικηγόρος, τη διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων του, ως άνω, εντολέα που αφορούσαν την κληρονομιαία περιουσία (ακίνητα) που του κατέλιπε η αποβιώσασα εξαδέλφη του Ε. Π. και ότι μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου δεν καταρτίσθηκε ειδική έγγραφη συμφωνία σχετικά με την αμοιβή, συμφωνήθηκε όμως ρητά ότι θα καταβληθεί αμοιβή ανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τον όγκο της εργασίας, κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Επικαλούμενη δε, ότι ο σύζυγος της εκτέλεσε τις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως οφειλόμενη αμοιβή, τα αναφερόμενα, κυρίως και επικουρικώς, ποσά, με βάση την εμπορική, άλλως την αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή με τη με αριθ. 334/2018 οριστική απόφαση, η οποία κατόπιν άσκησης έφεσης από τον εναγόμενο, εξαφανίσθηκε με τη με αριθ. 62/22-4-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, το οποίο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη, την απέρριψε ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, με την, ως άνω, απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η κρινόμενη αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν, για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου, η πραγματική αξία (ή η αντικειμενική αξία), την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής, κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου προσδιορίζεται το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης επί της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων που θα κληρονομούσε ο εναγόμενος. Η συμπλήρωση δε ως προς τα ελλείποντα στοιχεία, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και με τις προτάσεις εκ μέρους της ενάγουσας είναι μη νόμιμη, διότι επιφέρει μεταβολή της βάσεως της αγωγής, εφόσον τα ελλείποντα ως άνω στοιχεία αποτελούν το αντικείμενο της δίκης της επίδικης έννομης σχέσης, της οποία η διάγνωση δεν θα ήταν δυνατή, χωρίς τη συμπλήρωση που έγινε.

Περαιτέρω ... είναι επίσης απαράδεκτη λόγω αοριστίας η κρινόμενη αγωγή, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν η συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής, ως εξής: ενώ αναφέρεται στην αγωγή αρχικά ότι, τόσο ο αποβιώσας δικηγόρος, όσο και ή ίδια η ενάγουσα δεν προέβησαν σε έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα εναγόμενο, σχετικά με την αμοιβή τους, στη συνέχεια αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ του εναγομένου εντολέα μέσω του πληρεξουσίου του Α. Μ., ότι θα καταβληθεί αμοιβή ανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τον όγκο ης εργασίας, κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις του κώδικα δικηγόρων. Εφόσον όμως αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε η άνω ανάλογη αμοιβή, θα έπρεπε να αναφέρεται στην αγωγή, επί ποίας αξίας επί του αντικειμένου της δοθείσης εντολής, τόσο ποσοτικής, όσο και κατ' είδος (αντικειμενική ή εμπορική αξία), θα προσδιοριζόταν η ελάχιστη αμοιβή του αποβιώσαντος δικηγόρου, ήτοι δεν αναφέρεται στην αγωγή επί ποιάς αξίας συμφωνήθηκε να καταβληθεί η ελάχιστη αμοιβή. Επιπλέον θα έπρεπε να αναφέρεται στην αγωγή εάν το ελάχιστο ποσό της δικηγορικής αμοιβής, που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον εναγόμενο, ανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, συμφωνήθηκε να καταβληθεί για όλες τις ενέργειες δικαστικές και εξώδικες, ήτοι επί του συνόλου των ενεργειών που έκανε ο αποβιώσας δικηγόρος ή εάν συμφωνήθηκε η ελάχιστη αμοιβή του να καταβληθεί για κάθε ενέργεια ξεχωριστά (αγωγές, προτάσεις καθ' εκάστη φορά) ... ". Εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη, ως αόριστης, της από 22-12-2015 αγωγής και συγκεκριμένα στις 17-10-2019, η ενάγουσα άσκησε κατά του αρχικώς εναγομένου την κρινόμενη από 14-10-2019 αγωγή, με το περιεχόμενο, που, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, προεκτέθηκε. Επικαλούμενη δε, ότι ο σύζυγος της δεν προέβη σε ειδική έγγραφη συμφωνία με τον εναγόμενο περί της αμοιβής, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος υποχρεούται να της καταβάλει, ως οφειλόμενη αμοιβή, τα αναφερόμενα, κυρίως και επικουρικώς, ποσά, σύμφωνα με την πραγματική, άλλως την αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα που δεδικασμένου που απορρέει από τη με αριθ. 62/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας και το συναφές με αυτό ζήτημα του ορισμένου της κρινόμενης αγωγής, τα ακόλουθα: "Η απόφαση που απέρριψε την πρώτη αγωγή για δικονομικό λόγο (αοριστία) αποτελεί δεδικασμένο. Η δε ένδικη δεύτερη αγωγή συμπληρώθηκε ως προς το πρώτο ζήτημα του επίμαχου χρόνου υπολογισμού της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, σύμφωνα με τους ορισμούς της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 62/2019, ορίζοντας την αξία τους κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως, ζήτημα το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο λόγω του δεδικασμένου που αυτή επάγεται, με συνέπεια η αγωγή να είναι κατά τούτο ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων περί αυτού ισχυρισμών των εφεσιβλήτων. Ως προς το δεύτερο ζήτημα που έθεσε η ίδια απορριπτική απόφαση, δηλαδή εκείνο των προσδριοριστικών στοιχείων της συμφωνίας επί της ένδικης αμοιβής, αυτό δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, εφόσον εν προκειμένω δεν συντρέχει η ίδια δικονομική έλλειψη, για την οποία η αγωγή απορρίφθηκε προηγουμένως. Ειδικότερα η νέα αγωγή, εξαιτίας του ότι σε αυτήν δεν γίνεται αναφορά σε ειδική συμφωνία περί αμοιβής, δεν είναι δέον και δεν μπορεί να περιλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που κρίθηκαν αναγκαία με την εν λόγω απορριπτική απόφαση, δηλαδή τα ειδικά στοιχεία της συμφωνίας αυτής, τα οποία σύμφωνα με την απόφαση αυτή είναι η αξία του αντικειμένου της εντολής επί της οποίας θα προσδιοριζόταν η ελάχιστη αμοιβή και το ζήτημα της βάσης του υπολογισμού της αμοιβής, δηλαδή του υπολογισμού της είτε επί συνόλου ενεργειών είτε επί κάθε ενέργειας ξεχωριστά ... Εξάλλου, στην ένδικη αγωγή εκτίθενται λεπτομερώς τα προσδιοριστικά στοιχεία υπολογισμού της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, επί τη βάσει των οποίων γίνεται ο υπολογισμός της ένδικης αμοιβής, ιδία η έκταση, οι γειτνιάζουσες ιδιοκτησίες, η επαφή με δρόμους, η απόσταση από τη θάλασσα, η ιδιότητά τους ως αρτίων και οικοδομήσιμων... ".

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, δεν παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από τη με αριθ. 62/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η προηγούμενη από 22-12-2015 αγωγή της ίδιας ενάγουσας κατά του ίδιου (αρχικώς) εναγομένου. Ειδικότερα: α) ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τον επίμαχο χρόνο, το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ορθά ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγει, κατά τούτο, η, ως άνω, απόφαση έκρινε ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον συμπληρώθηκε η υπάρχουσα στην προηγούμενη αγωγή δικονομική έλλειψη και συγκεκριμένα αναφέρεται η αξία των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής, γεγονός που προκύπτει από τη σύγκριση των σχετικών δικογράφων, που επισκοπήθηκαν, ενώ η σχετική παραδοχή δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης β) ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού των στοιχείων της συμφωνίας περί αμοιβής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι δεν δεσμεύεται από το αντίστοιχο δεδικασμένο που απορρέει από την εν λόγω απόφαση, διότι στην κρινόμενη αγωγή δεν συντρέχει η ίδια, με την προηγούμενη αγωγή, δικονομική έλλειψη, αφού, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των σχετικών δικογράφων δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, (όπως, αντιθέτως, αναφέρεται στο δικόγραφο της προηγούμενης από 22-12-2015 αγωγής) ότι καταρτίσθηκε ειδική συμφωνία για την αμοιβή, ώστε να παρίσταται αναγκαίος ο προσδιορισμός των επιμέρους στοιχείων αυτής. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίζοντας, όπως παραπάνω, την έκταση και τα αποτελέσματα του δεδικασμένου που απορρέει από τη με αριθ. 62/2019 απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί δεδικασμένου νομικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή δε, δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του με αρ. 37984801895108020079 παραβόλου που κατέθεσαν καθόσον στις διαφορές του άρθρου 614, αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., όπως η προκείμενη διαφορά, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495, παρ. 3 Γ' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 4-6-2021 και με αριθ. κατ. 9/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 44/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

-Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

-Διατάσσει την επιστροφή του ως άνω παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή