Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1437 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1437/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Αλεξοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΚΑ - ΔΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βακαλόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 676/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2250/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/9/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2250/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 6761/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και είχαν υποχρεωθεί οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ), για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε, με αυτήν, την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής αξίωσης εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος, εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει με πρόθεση την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, διαπράττει το έγκλημα της εξύβρισης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 1698/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 239/2023, ΑΠ 1046/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 474/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 360/2012).
Συνεπώς, η αγωγή θεωρείται ορισμένη, όταν η ιστορική της βάση τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα, δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις, από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια. Αντίθετα, όσα γεγονότα δεν θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα, δεν ανήκουν στην ιστορική βάση της αγωγής, ούτε φέρει ο ενάγων το βάρος της επίκλησής τους. Η αγωγή είναι αόριστη μόνον, όταν ο ενάγων δεν επικαλεσθεί, στο εισαγωγικό δικόγραφο, τα ουσιώδη γεγονότα της επίδικης έννομης σχέσης. Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο ενάγων υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτή, καθώς και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα. Ειδικότεροι όμως προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντα (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 239/2023, ΑΠ 511/2022, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 829/2021, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 284/2012).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας, μολονότι εκτίθενται σ' αυτήν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι πολιτικός μηχανικός και ασχολείται, εκτός των άλλων, με τη σύνταξη εκθέσεων επί πολεοδομικών και συναφών ζητημάτων. Ότι τον Μάρτιο του 2000 οι Ι. Ζ. και Π. Π., που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη, οι οποίοι ενεργούσαν για λογαριασμό της εταιρίας "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε", που, επίσης δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, του ανέθεσαν την έρευνα και τη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την καταλληλότητα εξαώροφου κτιρίου στην οδό ... στη Καλλιθέα, το οποίο η "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε", δυνάμει του από 6-7-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, μίσθωσε από την δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να λειτουργήσει ως κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων (ισόγειο), πλυντηρίου αυτοκινήτων (δώμα δευτέρου ορόφου) και θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων. Ότι ο ενάγων, στο πλαίσιο της άνω εντολής, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη του (μισθωτήριο, οικοδομική άδεια, σχεδιαγράμματα), συνέταξε την από 7-6-2000 τεχνική έκθεση, την οποία παρέδωσε στους άνω εντολείς του και ότι έκτοτε ουδεμία άλλη ανάμιξη είχε με την υπόθεση. Ότι ακολούθησε έντονη αντιδικία και δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο εταιριών (δεύτερης εναγόμενης και "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε"), στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκαν αντίθετες αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, που υποχρέωναν την δεύτερη εναγόμενη-εκμισθώτρια να αποζημιώσει την μισθώτρια εταιρία "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε". Ότι κατά τη συζήτηση των εν λόγω αγωγών η "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε", μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, προσκόμισε και την από 7-6-2000 τεχνική έκθεση. Ότι, μολονότι οι αστικής και ποινικής φύσης διαφορές των άνω εταιριών λύθηκαν αμετάκλητα, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, υπέβαλε εναντίον του (ενάγοντα), καθώς και εναντίον των Ι. Ζ. και Π. Π., την από 4-2-2010 μηνυτήρια αναφορά και τα από 15-2-2011 και 10-3-2011 συμπληρωματικά υπομνήματα, με τα οποία εν γνώσει του ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι ο ενάγων, ενεργώντας με πρόθεση σε συνεννόηση με τους ανωτέρω εντολείς του, συνέταξε την άνω έκθεση, στην οποία συμπεριέλαβε αναληθή στοιχεία, με σκοπό να εξαπατήσει τα πολιτικά δικαστήρια προκειμένου να εκδώσουν ευνοϊκές αποφάσεις υπέρ της εταιρίας "Ε.Ε.Κ.Α. Ε.Π.Ε", όπως και συνέβη. Ότι ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι, μολονότι ο ενάγων γνώριζε ότι στο μίσθιο ακίνητο ουδεμία πολεοδομική παράβαση ή άλλη πλημμέλεια υπήρχε, εν τούτοις συνέταξε την άνω αναληθή τεχνική έκθεση, η οποία στηρίζεται σε συμπεράσματα αναρμοδίων τεχνολόγων μηχανικών και αναφέρει ελαττώματα του μισθίου ακινήτου που συνιστούν αναληθή εφευρήματα, επινοήσεις και μεθοδεύσεις με σκοπό παραπλάνησης των δικαστηρίων και ικανοποίησης των παράνομων εναντίον της εκμισθώτριας εταιρίας επιδιώξεων.
Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι διαλαμβανόμενοι στην εν λόγω μήνυση και τα συμπληρωματικά υπομνήματα ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, επιδίωκε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την άδικη ποινική του δίωξη, αλλά και να πλήξει την τιμή και την υπόληψή του, αφού, με τους ανωτέρω ισχυρισμούς προσέβαλε βάναυσα την τιμή και την επαγγελματική του επάρκεια, αντικειμενικότητα και εντιμότητα, εμφανίζοντάς τον ως επαγγελματία πολιτικό μηχανικό που διαπράττει απάτες, προκειμένου να παραπλανήσει τα δικαστήρια. Ότι συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγόμενων, της δεύτερης εξ αυτών ενεργούσας δια του νομίμου εκπροσώπου της, πρώτου εναγόμενου, που τέλεσαν σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά του, αφού τέθηκε σε κίνδυνο η αξιοπιστία και το επάγγελμά του και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, το ποσό των 50.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 229 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, καταμήνυσε ψευδώς τον ενάγοντα ότι συνέταξε την από 7-6-2000 έκθεσή του με σκοπό να εξαπατήσει τα πολιτικά δικαστήρια και να υφαρπάξει ψευδείς βεβαιώσεις από τις δημόσιες υπηρεσίες περί υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στο μίσθιο, ότι ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, γνώριζε την αναλήθεια των όσων διέλαβε στην μήνυση και στα υπομνήματά του και απέβλεπε με αυτά να ασκηθεί σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αόριστη την αγωγή, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που φέρονται ότι συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 2250/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσασα αυτό αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης