Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1438 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1438/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΤΕΞΑΒΕ" (πρώην με την επωνυμία "Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε."), που εδρεύει στην Λεπτοκαρυά Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπανικολάου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φουρνατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9393/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 817/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 817/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 9393/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως προς την κύρια βάση της, η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 129.566,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της αδικοπρακτικής τους ευθύνης από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών και απαγγέλθηκε σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου-αναιρεσείοντα προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται, με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές, εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, προκύπτει ότι η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής, η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρ. 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια. Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).
Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, με την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/ 2010). Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ.1 και 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 705/2007, ΑΠ 11/ 2007, ΑΠ 342/2005, ΑΠ 213/2003). Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής εν όψει (ΑΠ 263/2008).
Εξάλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003, ΑΠ 29/2006) και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρίας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους, ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 179/ 2019, AΠ 1051/2012). Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων.
Έτσι επί έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο, που υπέγραψε την επιταγή, όταν αυτός τελούσε σε δόλο υπό την προαναφερόμενη έννοια, ως προς τη μη ύπαρξη αντικρύσματος κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 559/2022, ΑΠ 1664/ 2022, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 219/2020, AΠ 1147/2014).
Επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη, ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή και επί έκδοσης ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής στο όνομα εταιρίας, δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, σε περίπτωση μεσολαβήσασας αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της, είναι ο εκδώσας την επιταγή, δηλαδή ο εκπρόσωπος της εταιρίας, που υπέγραψε αυτήν κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσής της και όχι εκείνος, που την εκπροσωπούσε κατά το χρόνο έκδοσης, που αναγράφεται στη μεταχρονολογημένη επιταγή ή και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή (ΑΠ 1035/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, μπορεί δε να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες.
Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", που καταρτίσθηκε μεταξύ των κρατών-μελών του Ο.Η.Ε. στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και έκτοτε έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ. Με το άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". 'Ετσι από την ίδια τη διατύπωση της διάταξης αυτής, προκύπτει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν ολοσχερώς την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν ως εξαίρεση, ειδικά για τις απαιτήσεις από σύμβαση, ότι ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να προσωποκρατηθεί όταν η μη πληρωμή των χρεών του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρo 11 του ως άνω Συμφώνου εισάγει διακωλυτικό κανόνα που αποκλείει γενικότερα την απαγγελία προσωπικής κράτησης για υποχρεώσεις από σύμβαση, επομένως και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη πληρωμή οφείλεται αποκλειστικά σε αντίστοιχη οικονομική αδυναμία, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρείται ανέπαφη η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Επανάληψη της ρύθμισης του άρθρου 11 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αποτελεί η διάταξη του άρθρου 1 του Τέταρτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που ορίζει, ως εξαίρεση και πάλι από τον κανόνα του επιτρεπτού της προσωπικής κράτησης, ότι κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του, ενώ η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ως μέτρο για την είσπραξη γενικώς απαιτήσεων προβλέπεται και από την ίδια την ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' της οποίας ορίζεται σχετικά ότι επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν το πρόσωπο υποβλήθηκε σε κανονική σύλληψη και κράτηση "εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως οριζομένης υπό του νόμου". Συνακόλουθα των ανωτέρω για τις εναντίον του νομίμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρίας απαιτήσεις από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του μπορεί ως μέσο εκτέλεσης να διαταχθεί κατά το άρθρ. 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ και η προσωποκράτησή του, αφού η εξαίρεση της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου εμποδίζει την προσωποκράτησή του για χρέη που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (Α.Ε. ή Ε.Π.Ε.) και όχι ατομικά το ίδιο το φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό αδικοπράκτησε στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (ΑΠ 785/2018).
Η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης στις παραπάνω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις επιταγές των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1-4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον η επερχόμενη μ' αυτή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προβλέπεται με νόμο και δεν έρχεται εξ ορισμού σε αντίθεση οπωσδήποτε με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 495/2010). Ειδικότερα, ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελούν ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η απαραβίαστη κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος προσωπική ελευθερία, όμως, όπως ρητά περαιτέρω ορίζεται στην ίδια συνταγματική παράγραφο, επιτρέπεται με νόμο και αυτή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, εφόσον βέβαια η στέρησή της είναι αναγκαία για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως ερμηνευτικά θα πρέπει να γίνει δεκτό. Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση, η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης, σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Έτσι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική θα είναι η απαγγελία προσωπικής κράτησης, όταν εξ αιτίας της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1138/ 2019, ΑΠ 271/2015, ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 1353/2011).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για απαιτήσεις από αδικοπραξία εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή μη την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον είναι αποδεδειγμένη η απαίτηση, αρκεί δε η υποβολή σχετικού αιτήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή με άλλα μέσα (ΑΠ 842/2011).
Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχετίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, πλην όμως συνιστά λόγο αναίρεσης η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων ή κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κράτησης. Επίσης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 81/2024, ΑΠ 1893/2023, ΑΠ 1604/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης. Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 121/ 2023, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/ 2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 71 ΑΚ, 79 του Ν. 5960/1933, 18 παρ. 1 και 2, 22α του Ν. 2190/1920, 68 του ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσείων, ο οποίος με την ιδιότητα του αντιπροέδρου του Δ.Σ., του διευθύνοντα συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης-αναιρεσείουσας εξέδωσε τις επίμαχες μεταχρονολογημένες επιταγές, νομιμοποιούνταν παθητικά για την άσκηση σε βάρος του της ένδικης αγωγής από αδικοπραξία, μολονότι κατά το χρόνο που οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν προς πληρωμή και δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, ο ίδιος δεν είχε την ανωτέρω ιδιότητα, αλλά, λόγω παραίτησής του, είχε αντικατασταθεί από την μητέρα του Σ. Κ., η οποία είχε εκλεγεί από το Δ.Σ. της εταιρίας ως διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη-ενάγουσα έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη βιομηχανία και εμπορία ζύθου και βύνης και όλων των προϊόντων και υποπροϊόντων αυτών. Η έδρα της βρίσκεται στην Αθήνα, διατηρεί όμως και υποκατάστημα στη ΒΙ.ΠΕ Σίνδου Θεσσαλονίκης, μέσω του οποίου, προέβη σε διαδοχικές εμπορικές συναλλαγές με την πρώτη εκκαλούσα-εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την άλλοτε επωνυμία "Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία, με την, από 03.11.2009, απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της (νομίμως καταχωρηθείσα στο Μ.Α.Ε. και δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. 13336/16.11.2009 τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε), τροποποιήθηκε σε "ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΙΕΡΙΑΣ Α.Τ.Ε.Ξ.Α.Β.Ε.". Την εν λόγω αντίδικό της προμήθευε με εμπορεύματα (μπύρες, εμφιαλωμένα νερά), τα οποία αυτή μεταπωλούσε, εν συνεχεία, σε τρίτους με σκοπό το κέρδος. Για τις εμπορικές συναλλαγές τους η πωλήτρια εταιρεία εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια πώλησης, η δε αγοράστρια της κατέβαλε το αντίστοιχο τίμημα με τραπεζικές επιταγές εκδόσεώς της. Αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν ο δεύτερος εκκαλών-εναγόμενος, ο οποίος, στο πλαίσιο των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεων που συνάφθηκαν μεταξύ των δύο αντιδίκων εταιρειών, κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2009, εξέδωσε υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές του, για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης εταιρείας, χάριν εξόφλησης του τιμήματος των άνω συμβάσεων, σε διαταγή της πωλήτριας, εφεσίβλητης- ενάγουσας τις κάτωθι τραπεζικές επιταγές, θέτοντας την ιδιόχειρη υπογραφή του κάτω από τη σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας, οι οποίες έφεραν όλες τη ρήτρα "μη μεταβιβάσιμη", ήτοι: 1) στις 25.08.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 20.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.10.2009, 2) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 15.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30.11.2009, 3) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 15.12.2009, 4) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 27.12.2009, 5) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.500€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 19.01.2010, 6) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.500€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 26.01.2010, 7) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 15.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 17.02.2010, 8) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.000€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 28.02.2010 και 9) στις 11.09.2009, την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 13.566,89€, πληρωτέα με χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εκδότριας στην τράπεζα αυτή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 20.03.2010. Ο πραγματικός χρόνος έκδοσης των επιταγών δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες - εναγομένους, ενώ, αποδείχθηκε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας απόδειξης (βλ. τα προαναφερόμενα πρωτόδικα πρακτικά), σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη-ενάγουσα αποδείξεις παραλαβής αξιογράφου που συνοδεύουν έκαστη επιταγή. Εν συνεχεία, στις 02.11.2009, 30.11.2009, 15.12.2009, 28.12.2009, 19.01.2010, 26.01.2010, 17.02.2010, 01.03.2010 και 22.03.2010, αντιστοίχως, η εφεσίβλητη-ενάγουσα οπισθογράφησε και κατέθεσε καθεμία από τις επιταγές αυτές σε πίστωση του λογαριασμού της στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., με τη ρήτρα "Αξία μόνο σε πίστωση λογαριασμού", δίνοντας την εντολή στην τελευταία να την εισπράξει για λογαριασμό της. Η εν λόγω τράπεζα, ως εντολοδόχος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, εμφάνισε τις ως άνω επιταγές και δη, την πρώτη, στις 04.11.2009, τη δεύτερη, στις 04.12.2009, την τρίτη, στις 21.12.2009, την τέταρτη, στις 28.12.2009, την πέμπτη, στις 19.01.2010, την έκτη, στις 26.01.2010, την έβδομη, στις 17.02.2010, την όγδοη, στις 01.03.2010 και την ένατη, στις 22.03.2010, προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως, αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμου υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας, όπως βεβαιώθηκε στις 06.11.2009, 08.12.2009, 23.12.2009, 30.12.2009, 21.01.2010, 28.01.2010, 19.02.2010, 03.03.2010 και 24.03.2010, αντιστοίχως, επί του σώματος εκάστης επιταγής, από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας, στην οποία τηρούνταν ο λογαριασμός της εκδότριας και σφραγίστηκαν νομότυπα. Τις προαναφερόμενες επιταγές εξέδωσε ο δεύτερος εκκαλών-εναγόμενος, υπό τις άνω ιδιότητές του, εν γνώσει του, ως εκ των ιδιοτήτων και της θέσης που κατείχε στην εκδότρια ανώνυμη εταιρεία (που του παρείχαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και ελέγχου των οικονομικών πόρων και στοιχείων αυτής, ανά πάσα στιγμή, δοθέντος ότι εξέδιδε και τις απαιτούμενες για τις συναλλαγές της επιταγές), ότι ο τραπεζικός λογαριασμός όψεως της νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ίδιο πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης, στερούνταν, κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης και κατά το χρόνο εμφάνισης των επιταγών, διαθεσίμων κεφαλαίων για την κάλυψή τους. Η γνώση του συγκεκριμένου διαδίκου αποδεικνύεται, πέραν όσων εκτέθηκαν στην προηγούμενη πρόταση και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, για την οποία ήδη έγινε σχετική αναφορά. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε παρομοίως ως προς την πρόθεση του δευτέρου εκκαλούντος- εναγομένου να εκδώσει τις επιταγές για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης εταιρείας, καίτοι γνώριζε την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό όψεως της εκδότριας για την ικανοποίηση της εφεσίβλητης-ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο αυτός παραπονείται κατά της εκκαλουμένης για τον αποδιδόμενο σε αυτόν δόλο έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Ομοίως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του δευτέρου εκκαλούντος-εναγομένου για την άσκηση και κατ' αυτού της αγωγής από αδικοπραξία, δοθέντος ότι, όπως ορθά έκρινε, επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη ότι αυτή είναι ακάλυπτη λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή και επί έκδοσης ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής στο όνομα εταιρείας, δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 §1 του Ν. 5960/1933 και συνεπώς, υποκείμενο τέλεσης της αδικοπραξίας, σε περίπτωση μεσολαβήσασας αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της, είναι ο εκδώσας την επιταγή, ήτοι, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, που υπέγραψε αυτήν κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσής της και όχι εκείνος που την εκπροσωπούσε κατά τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης επί της (μεταχρονολογημένης) επιταγής ή και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Επομένως, είναι αδιάφορο στην ένδικη περίπτωση, το γεγονός ότι με το 31/31.10.2009 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης, που καταχωρίστηκε στο Μ.Α.Ε. στις 05.11.2009 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 13350, τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε., στις 16.11.2009, δηλαδή, μετά το χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, εκλέχθηκαν νέα μέλη του Δ.Σ. σε αντικατάσταση των παραιτηθέντων Γ. Κ. και Σ. Μ. και ορίστηκε νόμιμη εκπρόσωπος και διευθύνουσα σύμβουλος της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η μητέρα του δευτέρου εκκαλούντος- εναγομένου, Σ. Κ. Δηλονότι, δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι, κατά το χρόνο που αναγράφεται σε όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες μεταχρονολογημένες επιταγές, πλην της πρώτης από αυτές, ήταν άλλη η νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εκκαλούσας- εναγομένης, αφού αυτή δεν ήταν και η εκδότρια των επιταγών. Κατά συνέπεια, ο αρνητικός ισχυρισμός του δευτέρου εκκαλούντος-εναγομένου περί της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του λόγω της αλλαγής, στο μεταξύ, του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης εταιρείας, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως, μετά ταύτα, και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο ο δεύτερος εκκαλών-εναγόμενος παραπονείται περί της άσκησης της αγωγής από αδικοπραξία και κατ' αυτού.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενεργώντας κατά τα προαναφερόμενα, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι προέβησαν σε έκδοση ακάλυπτων επιταγών, δηλαδή, τέλεσαν πράξη, η οποία είναι αξιόποινη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972 και την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 4 του Ν. 2408/1996). Συνακόλουθα, διέπραξαν σε βάρος της εφεσίβλητης- ενάγουσας και αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αφού, σε συνάρτηση και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 προστατεύουν το συμφέρον της τελευταίας ως λήπτριας επιταγών, την δε αδικοπρακτική ευθύνη του δευτέρου εκκαλούντος-εναγομένου δεν αποκλείει το γεγονός ότι υπέγραψε τις επίμαχες επιταγές ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας και κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του, αφού, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, όπως εν προκειμένω, από το νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας, στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει σωρευτικά (ήτοι, εκτός από το νομικό πρόσωπο) και το νόμιμο εκπρόσωπο (άρθρο 71 ΑΚ), που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει του, της ανυπαρξίας αντικρίσματος κατά το χρόνο της (πραγματικής επί μεταχρονολογημένης επιταγής) έκδοσης ή της πληρωμής. Από αυτή την παράνομη και υπαίτια πράξη των εκκαλούντων- εναγομένων προκλήθηκε σε βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας θετική περιουσιακή ζημία, ισόποση με το συνολικό ποσό των άνω ακάλυπτων επιταγών, από τις οποίες προήλθε και τις οποίες αυτοί, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους και κατά τα προαναφερόμενα, εξέδωσαν, δηλαδή, ζημία ύψους 124.566,89.-€. Η δε ζημία της εφεσίβλητης-ενάγουσας από τη μη πληρωμή των επιταγών είναι απότοκη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δευτέρου των εκκαλούντων - εναγόμενων ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου και για λογαριασμό της πρώτης τούτων και τελεί σε άμεση, πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή, ενώ, αντίστοιχη τούτης είναι και η αποζημίωση που εκείνη δικαιούται έναντι των τελευταίων, προς αποκατάστασή της, ανερχόμενη στο ίδιο ως άνω ποσό των 124.566,89€. Επιπροσθέτως, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, δια της αποδειχθείσης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους προκάλεσαν επίσης, ηθική βλάβη στην εφεσίβλητη-ενάγουσα, λόγω της προσβολής της εμπορικής της πίστης, της επαγγελματικής υπόληψής της και του κύρους της στις συναλλαγές, για την αποκατάσταση της οποίας αυτή δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση, το δίκαιο, εύλογο, ανάλογο των περιστάσεων, του μεγέθους της προσβολής, του βαθμού πταίσματος των εκκαλούντων-εναγομένων και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ποσό των 5.000.-€, κατά τις συναφείς παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης.
Εξάλλου, αφού ληφθούν υπόψη η τελεσθείσα αδικοπραξία, το ύψος της απαίτησης, η βαρύτητα της πράξης και οι συνέπειες της, το πταίσμα και η αφερεγγυότητα του δευτέρου εκκαλούντος-εναγομένου (η οποία αποδεικνύεται από την έλλειψη πρόθεσής του να ικανοποιήσει την εφεσίβλητη-ενάγουσα, προσέτι δε και από το γεγονός ότι μετά την έκδοση πληθώρας μεταχρονολογημένων επιταγών από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του έτους 2009, σε διαταγή τρίτων προσώπων, εν συνεχεία, παραιτήθηκε στις 31.10.2009, από το Δ.Σ. της πρώτης εκκαλούσας- εναγομένης και αντικαταστάθηκε από την ηλικίας εβδομήντα δύο (72) ετών μητέρα του, ενώ οι εκδοθείσες επιταγές δεν πληρώθηκαν, με συνέπεια την έκδοση πλήθους διαταγών πληρωμής σε βάρος των εναγομένων), οι ιδιαίτερες συνθήκες και οι συντρέχουσες περιστάσεις και, γενικώς, η όλη συμπεριφορά του τελευταίου, προσέτι δε και η οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να απαγγελθεί εναντίον του παραπάνω δευτέρου εκκαλούντος- εναγομένου προσωπική κράτηση, διάρκειας τριών (3) μηνών, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της αξίωσης της εφεσίβλητης-ενάγουσας. Η αναγκαιότητα δε της επιβολής του μέτρου της προσωπικής κράτησης σε βάρος του ανωτέρω διαδίκου, από την άποψη του χρόνου διάρκειάς της τελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και παρίσταται, όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά, απολύτως αναγκαίο για τη συμμόρφωσή του με την εκκαλούμενη απόφαση, υπό την έννοια ότι, με τον προσδιορισμό της χρονικής διάρκειας σε τρεις μήνες, εκτιμάται πως δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ως εκ τούτου, ο περιλαμβανόμενος ισχυρισμός του, στον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης, περί της, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιβολής σε βάρος του προσωπικής κράτησης ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό του, ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως, μετά ταύτα και ο άνω λόγος της άνω λόγος της έφεσης, καθόσον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε παρομοίως, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία, παραδεκτώς, συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεχόμενο, ως και ουσιαστικά βάσιμο (και) το εξεταζόμενο αίτημα της αγωγής και απαγγέλλοντας προσωπική κράτηση λόγω αδικοπραξίας, διάρκειας τριών (3) μηνών, σε βάρος του δευτέρου εκκαλούντος-εναγομένου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του, μετά τη στάθμιση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις, ενώπιον του, προσαχθείσες αποδείξεις.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόμενων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 71 ΑΚ, 79 του Ν. 5960/1933, 18 παρ. 1 και 2, 22α του Ν. 2190/1920, 68 του ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα ο δεύτερος αναιρεσείων, κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2009, με τις ιδιότητες του Αντιπροέδρου του ΔΣ, του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας εξέδωσε για λογαριασμό της τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές, χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος των συμβάσεων πωλήσεως, σε διαταγή της πωλήτριας αναιρεσίβλητης, θέτοντας την ιδιόχειρη υπογραφή του κάτω από την σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας, οι οποίες (επιταγές), όταν εμφανίστηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της εκδότριας πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας και σφραγίστηκαν, ο δε δεύτερος αναιρεσείων εξέδωσε τις επιταγές γνωρίζοντας ως εκ των προαναφερομένων ιδιοτήτων του και της θέσεως που κατείχε στην αναιρεσείουσα εταιρεία ότι ο τραπεζικός λογαριασμός όψεως της νομίμως εκπροσωπουμένης απ' αυτόν εταιρείας εστερείτο διαθεσίμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως των επιταγών (Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2009), όσο και κατά τον χρόνο εμφανίσεως αυτών προς πληρωμή.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρεσείων ευθύνεται από κοινού με την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης και νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος για την άσκηση της ένδικης αγωγής και κατ' αυτού, αφού, κατά τους πραγματικούς χρόνους εκδόσεως των επίδικων επιταγών, αυτός ήταν πράγματι ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας που τις υπέγραψε υπό την εταιρική επωνυμία, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή η μεταγενέστερη του ως άνω κρίσιμου χρόνου αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 914, 71 ΑΚ, 79 του Ν. 5960/1933, 18 παρ. 1 και 2 και 22α του Ν. 2190/1920, 68 του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Mε τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ότι ο δεύτερος αναιρεσείων τέλεσε ως φυσικό πρόσωπο το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, απαγγέλλοντας σε βάρος του προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ πρόκειται για χρέη που αφορούν αποκλειστικά την αναιρεσείουσα εταιρεία και απαγορεύεται η προσωπική κράτηση του εκπροσώπου αυτής και β) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η επιβολή του μέτρου της προσωπικής κράτησης στον δεύτερο αναιρεσείοντα και η διάρκειά της, δεν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και δεν αποτελεί μέτρο πρόσφορο ούτε απόλυτα αναγκαίο, αλλά επιβλήθηκε ως μέσον πίεσης για την είσπραξη της επίδικης απαίτησης. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ, την οποία και δεν εφάρμοσε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί τέλεσε το ποινικό αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, για το οποίο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, επιτρέπεται η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την τελεσθείσα αδικοπραξία, το ύψος της απαιτήσεως, την βαρύτητα της πράξεως και τις συνέπειές της, το πταίσμα και την αφερεγγυότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν έχει πρόθεση να ικανοποιήσει την αναιρεσίβλητη, αφού μετά την έκδοση πληθώρας μεταχρονολογημένων επιταγών από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2009 σε διαταγή τρίτων προσώπων, στη συνέχεια παραιτήθηκε από το Δ.Σ. της πρώτης αναιρεσείουσας και αντικαταστάθηκε, ενώ οι εκδοθείσες επιταγές δεν πληρώθηκαν, με συνέπεια την έκδοση σε βάρος των αναιρεσειόντων πλήθους διαταγών πληρωμής, τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις και την όλη συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος, καθώς και την οικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση, διάρκειας τριών μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης. Η αναγκαιότητα δε της επιβολής αυτού του μέτρου από την άποψη του χρόνου διάρκειάς της τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και παρίσταται απολύτως αναγκαίο μέτρο για τη συμμόρφωση του δεύτερου αναιρεσείοντος, με την έννοια ότι με τον προσδιορισμό της χρονικής διάρκειας σε 3 μήνες δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 93/2024, ΑΠ 586/2024, ΑΠ 1591/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, έκρινε μη νόμιμο τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η αποζημίωση και η χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, από την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία από τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες με έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: "Ειδικότερα, το φθινόπωρο του 2009 λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε η εταιρείας μας και της κρίσης που επικρατεί στην Ελληνική οικονομία, η αντίδικος εταιρεία προχώρησε σε σφράγιση των επιταγών έκδοσης μας. Στα πλαίσια των ανωτέρω συναλλαγών, ο δεύτερος από εμάς Κ. Γ. εγγυήθηκα την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους με την αποδοχή εκ μέρους μου λευκής συναλλαγματικής και παράλληλα συναίνεσα, προς εξασφάλιση μέρους του οφειλόμενου τιμήματος, με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας μου. Η ευθύνη μου λοιπόν απέναντι στην εφεσίβλητη- ενάγουσα εταιρεία είναι εγγυητική και παρακολουθηματική της κύριας οφειλής της εταιρείας. Όπως προκύπτει άλλωστε από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ ...-2009 και ...-2011 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε- ΕΠΕ ΚΑΙ Γ.Ε.ΜΗ.), πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας είναι η Σ. Κ. του Κ., ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ Α.Ε. -Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ.) καθώς βάσει της εξουσιοδότησης του Διοικητικού Συμβουλίου είναι η μοναδική αρμόδια να εκπροσωπεί και να δεσμεύει την εταιρεία σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της, με μόνη την υπογραφή της τιθεμένης κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας.". ΠΑΡΟΤΙ λοιπόν όπως προανέφερα η ευθύνη μου απέναντι στην εφεσίβλητη ήταν εγγυητική και γι' αυτό τον λόγο εγγυήθηκα για την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους με την αποδοχή εκ μέρους μου λευκής συναλλαγματικής, η αντίδικος για την ίδια ακριβώς απαίτηση εξέδωσε βάσει της ως άνω λευκής συναλλαγματικής που στη συνέχεια η ίδια συμπλήρωσε αναγράφοντας ως χρονολογίας έκδοσης την 19-11-2009, λήξης την 14-6-2011 και απαίτησης ύψους 121.421,69 ευρώ. Την 2.07.2011 κοινοποιήθηκε στον δεύτερο από εμάς η υπ' αριθμ .../2011 διαταγή πληρωμής με την από 1.07.2011 επιταγή προς εκτέλεση καθώς και η υπ' αριθμ ....2011 κατασχετήρια έκθεση της ακίνητης περιουσίας μου. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ ....2011, ....2011, ....2011 περιλήψεις πλειστηριασμού, η ενάγουσα μεθοδευμένα και καταχρηστικά και πρωτού να αναζητήσει την ικανοποίηση της απαίτησης της από την α' εκκαλούσα- εναγόμενη, προχώρησε σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του συνόλου της ατομικής μου ακίνητης περιουσίας μου, με σκοπό να ικανοποιηθεί από την περιουσία μου για το χρέος της α' εκκαλούσας εναγόμενης. Η εφεσίβλητη εταιρία με την ως άνω συμπεριφορά της, προβαίνει καταφανώς σε κατάχρηση του δικαιώματος της να αξιώσει την απαίτησή της από εμένα για δεύτερη μάλιστα φορά, που απορρέει από τις ανωτέρω επιταγές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, η εφεσίβλητη- ενάγουσα καίτοι έχει προχωρήσει σε κατάσχεση και σε πλειστηριασμό της ατομικής περιουσίας του β' ημών, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να προβαίνει σε ενέργειες προκειμένου να ικανοποιηθεί, δεσμεύοντας απεριόριστα τα δικαιώματα και των δυο από εμάς. Ενώ λοιπόν η αντίδικος ήδη έχει προβεί σε κατασχέσεις και προχωράει τις διαδικασίες πλειστηριασμού για την ικανοποίηση της απαίτησης της, για την ίδια ακριβώς απαίτηση άσκησε και την υπόκριση αγωγή επιδιώκοντας εκ νέου την ικανοποίηση των αξιώσεων της, αξιώσεις οι οποίες πλέον είναι εξασφαλισμένες λόγω κατασχέσεων.". Τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Τούτο διότι, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων από προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσίβλητης και την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, που δημιούργησαν σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της και ότι η άσκηση της αγωγής που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο να εξέρχεται των διαγραφόμενων στο άρθρο 281 ΑΚ ορίων και να συνεπάγεται γι' αυτούς επαχθείς συνέπειες. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ως εκ τούτου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 817/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης