ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1440/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1440 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1440/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "HELLAS POWER A.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάρδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Αννωνιάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2012 ανακοπή της ήδη αναιρείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6275/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1854/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1854/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 6275/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την ακύρωση του από 21-12-2011 (υπ' αριθμ. 1/11-1-2012) πρακτικού συμβιβασμού, ως εκτελεστού τίτλου και του από 8-6-2012 κατασχετηρίου εγγράφου, με το οποίο η αναιρεσίβλητη επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", ως τρίτης, επί οποιασδήποτε οφειλής της τελευταίας προς την οφειλέτρια εταιρία μέχρι του ποσού των 34.388.744,15 ευρώ για την ικανοποίηση της απαίτησής της, δυνάμει του άνω πρακτικού συμβιβασμού και ακυρώθηκαν ο άνω εκτελεστός τίτλος και το κατασχετήριο ως προς το ποσό των 33.093.279 ευρώ και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του ν. 4335/ 2015, με την οποία εισήχθη για πρώτη φορά στο δικονομικό μας δίκαιο το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή (α) όσον αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης μέσα σε δέκα πέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, (β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτησή της ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και (γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικής ικανοποίησης μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (ΚΠολΔ 934 παρ. 2).

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μορφές της κατάσχεσης και κατά συνέπεια εφαρμόζονται σ' αυτήν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 904-940 ΚΠολΔ, οι ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση των άρθρων 951-952 ΚΠολΔ και για τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ. Επί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, για την έγκυρη ολοκλήρωσή της απαιτείται, κατά το άρθρο 983 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο και τον καθού η εκτέλεση. Έτσι η δομή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιβολή της με την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο και στον καθού η εκτέλεση αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης και έκτοτε αρχίζει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά του τίτλου και των πράξεων της προδικασίας (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ). Η τελείωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, η οποία συνεχίζεται με την αποτελούσα πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δήλωση του τρίτου και ακολούθως είτε με την κατά το άρθρο 989 εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, είτε με την κατά το άρθρο 986 ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου και την αγωγή αποζημίωσης. Το πέρας της αναγκαστικής εκτέλεσης εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, εάν π.χ. επακολουθήσει εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για κατασχεμένο στα χέρια του πράγμα, ο πλειστηριασμός αποτελεί την τελευταία πράξη της εκτέλεσης.

Σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης και ανακοπής, η διαδικασία περατώνεται αναλόγως. Συνέπεια αυτών είναι ότι η ανακοπή κατά της απαίτησης του κατασχόντος, καθώς και των από την κατά τα άνω κατάσχεση (πρώτης μετά την επιταγή πράξης της εκτέλεσης) και των μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης, στα χέρια τρίτου, πράξεων, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την τελευταία πράξη, η οποία ποικίλει κατά τις περιστάσεις (ΑΠ 384/2023, ΑΠ 1937/2017, ΑΠ 1195/2009, ΑΠ 1183/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β, 953, 985, 988 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/ 2015, λόγω του χρόνου διενεργείας της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης, δύναται να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998). Αν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1β ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους που αφορούν στο έγκυρο της κατάσχεσης ή την απαίτηση. Το απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπομένης από το άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο εις βάρος του τρίτου. Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής, υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμίας, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ (ΑΠ 360/2017). Επομένως, η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (ΟλΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται αυτός να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση. Κατά ταύτα, ο προσδιορισμός της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της καταφατικής δήλωσης τρίτου συναρτάται με τη νομική φύση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ως έμμεσης εκτέλεσης (άρθρα 951 παρ. 1 εδαφ. α' και 982 επ. ΚΠολΔ) και με την εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα δανειστή, η οποία συντελείται με την υποβολή της καταφατικής δήλωσης του τρίτου. Το κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους εκτέλεσης είναι η εκχώρηση της απαίτησης στο δανειστή, ενώ κρίσιμο για τον υπολογισμό των προθεσμιών του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν είναι η προσβαλλομένη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά το προβαλλόμενο ελάττωμα αυτής.

Επομένως, λόγω της λειτουργίας αυτής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου και αντιθέτως προς όλες τις λοιπές περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής δεν εξαρτάται από την πρώτη ή τελευταία πράξη εκτέλεσης. Εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνο από το χρόνο κατά τον οποίο συντελείται η εκχώρηση της απαίτησης. Αν υποβληθεί καταφατική δήλωση τότε η ανακοπή θα πρέπει να ασκηθεί εντός της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ.

Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985 ΚΠολΔ, δήλωσης, ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. α` αυτού, με δήλωση αρνητική, επειδή η εκχώρηση της απαίτησης συντελείται με την άσκηση ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ' αυτής, τότε δύναται να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της, κατά το επόμενο άρθρο 986, ανακοπής (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/ 2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ "Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας". Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ, εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (151 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1469/2005, ΑΠ 372/2004).

Επίσης, εκφεύγουν της εξουσίας των ορίων διάθεσης εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν την ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων (ΑΠ 322/ 2024, ΑΠ 384/2023, ΑΠ 1052/2022, ΑΠ 954/ 2019, ΑΠ 1937/2017, ΑΠ 360/2017). Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα αφού σύμφωνα με τα έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία προκύπτει ότι: Η καθ' ης η ανακοπή επέδωσε το από 8.6.2012 κατασχετήριο (κατάσχεση εις χείρας τρίτου) στη μεν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", ως τρίτης, στις 8.6.2012, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α. Ζ., στη δε ανακόπτουσα - οφειλέτιδα, ομοίως το επέδωσε στις 8.6.2012, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2012 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας. Εν συνεχεία η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", κατέθεσε εμπρόθεσμα, εντός της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, στις 18.6.2012 (καθόσον η 16.6.2012 που ήταν η 8η ημέρα από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου, ήταν ημέρα Σάββατο, δηλαδή εξαιρετέα), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος, καταφατική δήλωση, ότι υπάρχει (εις χείρας της) μέρος της απαίτησης που κατασχέθηκε ανερχόμενη στο ποσό των 540.279,78 ευρώ. Βάσει συνεπώς των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η προθεσμία της ανακόπτουσας - οφειλέτιδας, για να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης που αφορούν την απαίτηση, ήταν οκταήμερη, αρχόμενη από την επομένη της επίδοσης του προαναφερόμενου κατασχετηρίου στην ίδια την ανακόπτουσα - οφειλέτιδα, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.6.2012 έως τις 18.6.2012 (λόγω του ότι η 16.6.2012 ήταν ημέρα Σάββατο δηλαδή εξαιρετέα). Πλην όμως η κρινόμενη ανακοπή, της οποίας οι διαλαμβανόμενοι λόγοι, αφορούν τον εκτελεστό τίτλο, την απαίτηση και τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας της εκτέλεσης, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 25.6.2012 και επιδόθηκε στην καθ' ής η ανακοπή στις 25.6.2012 (βλ. την σχετική επισημείωση του διενεργούντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή στο σώμα της ανακοπής που προσκομίζει η καθής), ήτοι μετά την εκπνοή της προαναφερόμενης οκταήμερης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρησή της κατασχεθείσας απαίτησης προς την καθ' ης η ανακοπή, η οποία επέβαλε την κατάσχεση, σύμφωνα με τους όρους του κατασχετηρίου, η οποία (εκχώρηση) ενεργεί έναντι τόσο των υποκειμένων της αναγκαστικής εκτέλεσης, όσο και κατά των τρίτων, η δε καθ' ης ανακοπή απέκτησε τον κατ' άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, που προέβη σε θετική δήλωση ως τρίτης ενώ, από το χρόνο αυτό, απεκδύθηκε η καθής η κατάσχεση-ανακόπτουσα των δικαιωμάτων της πάνω στη δεσμευθείσα απαίτηση.

Συνεπώς, εφόσον υπήρξε εμπρόθεσμη θετική δήλωση εκ μέρους της τρίτης και η ανακοπή ασκήθηκε στις 25.6.2012, δηλαδή μετά την οριζόμενη στο άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ, οκταήμερη προθεσμία, η οποία, κατά τα ως άνω, έληγε στις 18.6.2012, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε την υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη, σφάλοντας περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της...". Στη συνέχεια, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη κατά τον αμέσως ανωτέρω λόγο, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας την ένδικη ανακοπή, κατά το μέρος που αφορά στην εγκυρότητα της από 8-6-2012 κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αν και είχε επιδοθεί το κατασχετήριο έγγραφο στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα στις 8-6-2012, η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε στις 25-6-2012, δηλαδή μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας (που έληξε στις 18-6-2012) για την υποβληθείσα στις 18-6-2012 καταφατική δήλωση της ως άνω εταιρείας, εις χείρας της οποίας κατασχέθηκε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό της ανακόπτουσας για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της καθής η ανακοπή, οπότε περατούται η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος κατά το οικείο μέρος του είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο απορρίπτοντας την ένδικη ανακοπή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα κατά το μέρος που αφορά στην εγκυρότητα του από 21-12-2011 πρακτικού συμβιβασμού, ως εκτελεστού τίτλου, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στις 8-6-2012 έλαβε χώρα η κατάσχεση εις χείρας της ανώνυμης εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", ως τρίτης, με την επίδοση του από 8-6-2012 κατασχετηρίου στην τελευταία και στην ανακόπτουσα, το δικόγραφο της ανακοπής επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη στις 25-6-2012, δηλαδή πριν την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ, η οποία αφετηριάζεται από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, τόσο στην ανακόπτουσα όσο και στην τρίτη ανώνυμη εταιρία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", που αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, ήτοι από την 9η-6-2012 και επειδή η τελευταία ημέρα της δεκαπενθήμερης αυτής προθεσμίας ήταν η 23η-6-2012, ημέρα Σάββατο, δηλαδή εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, έληξε την 25η-6-2012 ημέρα Δευτέρα, επομένη και μη εξαιρετέα ημέρα και συνεπώς η ανακοπή κατά το μέρος που βάλλει κατά του εκτελεστού τίτλου ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που με αυτήν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναι-ρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αί-τημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ό-πως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 1854/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή