ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1446/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1446/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1446/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1446 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1446/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΕΟΤ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαζήση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Λ. του Γ. και 2) Σ. - Γ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατερινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5523/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 19-12-2019 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1916/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2362/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 5.7.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5601/5.7.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2362/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), μετά από αναίρεση και παραπομπή στο άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1916/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (22 παρ. 1 του ν. 2882/2001), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου στις 9.6.2023, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αριστείδη Στεφανή επί του επιδοθέντος επισήμου αντιγράφου αυτής, που προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσείον. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 557 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση", από δε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ`αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής. Επί απόρριψης του λόγου αναίρεσης ως απαραδέκτου, το δικαστήριο της παραπομπής υποχρεούται να ερευνήσει το σχετικό ισχυρισμό, αν επαναφερθεί νομίμως ενώπιόν του.

Περαιτέρω, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 1319/2023, ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει η σχετική ένσταση, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να έχει προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, στο οποίο πρέπει να παρατίθεται και το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης, που, επίσης, πρέπει να παρατίθενται, ώστε να είναι εφικτή η διαπίστωση του τυχόν σφάλματος της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 83/2019, Α.Π. 822/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 12 παρ. 6 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ): "εάν, μέχρι να ανακληθεί η συντελεσμένη απαλλοτρίωση, έγιναν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο μεταβολές, από τις οποίες γεννώνται απαιτήσεις του υπέρ ου ή του καθ' ου η απαλλοτρίωση, οι σχετικές διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του εφετείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής και δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 19. Η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 22".

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με την από 26.7.2018 αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε." (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δικόγραφο της οποίας επιτρεπτά επισκοπείται κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Ι. Λ. και Σ. - Γ. Λ. ισχυρίστηκαν, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ότι το λεπτομερώς αναφερόμενο σε αυτήν ακίνητο, που ανήκε στην δικαιοπάροχό τους Α. Φ., απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και με δαπάνες του, ότι η απαλλοτρίωση, που συντελέστηκε με την παρακατάθεση του συνόλου της ορισθείσας αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την 7.10.1971, ανακλήθηκε με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών στις 19.9.2012, ότι από την ως άνω δικαιοπάροχό τους μεταβιβάστηκε νομοτύπως σε αυτούς (ενάγοντες) το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, καθώς και κάθε ενοχική της αξίωση για αποζημίωση συνεπεία των μεταβολών, που είχαν προκληθεί στο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα από το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης μέχρι την ανάκλησή της, ότι, κατά το διάστημα που το ακίνητο παρέμενε δεσμευμένο από το αναιρεσείον, όλα τα επικείμενα, είχαν υποστεί τις ζημιές, τις οποίες διεξοδικά αναφέρουν, καθώς και το απαιτούμενο κόστος αποκατάστασης αυτών, σε συνημμένο πίνακα, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος ή κατ' αποκοπή, ζήτησαν δε, έχοντας καταστεί συγκύριοι του επιδίκου κατ' ισομοιρία μετά την μεταγραφή της ανακλητικής πράξης της απαλλοτρίωσης στις 30.7.2013 και αφού είχαν εξοφλήσει το ορισθέν επιστρεπτέο συνολικό ποσό της αποζημίωσης από 378.693,82 ευρώ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου, υπό την ιδιότητα του υπέρ ου η απαλλοτρίωση, δικαιούχου και λήπτη της επιστρεπτέας αποζημίωσης, να τους καταβάλει, διαιρετώς και ισομερώς, το ποσό των 218.600 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2362/2023 απόφασή του, έκρινε επαρκώς ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

'Ηδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, (αληθώς από τον αριθμό 14) υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη και παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτο το δικόγραφο αυτής, μολονότι οι ενάγοντες δεν εξέθεταν την κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των επικειμένων του κατά το χρόνο απαλλοτριώσεως, τον χρόνο και τις συγκεκριμένες αιτίες επελεύσεως των μεταβολών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος είχε προβληθεί από το αναιρεσείον με την πρώτη από 19.12.2019 αίτηση αναίρεσης και είχε απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας με την υπ' αριθμόν 1916/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, είναι, ομοίως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που κρίθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη.

Σε κάθε περίπτωση δε, είναι και αβάσιμος, καθόσον έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, γιατί εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περιστατικά, τα οποία συνιστούν την επελθούσα πραγματική μεταβολή επί του ακινήτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και πληρούν το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων, επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα αυτής περί αποζημιώσεως (αναφέρονται οι επιγενόμενες της απαλλοτρίωσης μεταβολές - ζημίες στα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που επήλθαν έως την ανάκληση της απαλλοτρίωσης και την περιέλευση του ακινήτου αυτού στη συνιδιοκτησία των τελευταίων), ενώ δεν απαιτούνται επί πλέον ειδικότερες αναφορές για το ορισμένο της αγωγής και τη θεμελίωση του ως άνω αιτήματος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AP 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019).

Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014).

Ακόμη, πρέπει να αναφέρεται ποιά ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πώς, δηλαδή, συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού (ΑΠ 841/2014, 155/2010), προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 235/2019, 34/2015). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

Τέλος, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., που έχει χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, στον οποίο πρέπει να έχει δημιουργηθεί ευλόγως στον υπόχρεο, σε συνάρτηση με την συμπεριφορά του δικαιούχου, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων αλλά και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 6/2016). Το δε ζήτημα, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Α.Π. 321/2002).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Α.Π. 19/2024, Α.Π. 1316/2021, Α.Π. 626/2020).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.), τα ακόλουθα:

".....Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος των εναγομένων "Ε.Ο.Τ." με προφορική δήλωσή του καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, την οποία επανέλαβε με τις επί της έδρας κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά, κατά παράβαση των ορισμών της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή εκτός των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπό τους ασκούμενου από τους ενάγοντος δικαιώματος. Και τούτο διότι τόσο η δικαιοπάροχος των εναγόντων ήδη από το έτος 1994, οπότε άσκησε την αίτηση περί ανάκλησης της απαλλοτρίωσης γνώριζε την κατάσταση του επιδίκου και των επικειμένων του, όπως και εν συνεχεία οι ίδιοι οι ενάγοντες ως ειδικοί διάδοχοι αυτής, λόγω επί μακρόν χρόνο μη εκμετάλλευσής του, παρά ταύτα όμως επεδίωξαν άρση της απαλλοτρίωσης, διότι απέβλεψαν στην αύξηση της επελθούσας εντωμεταξύ και με ενέργειες του ίδιου του EOT αξίας του εδάφους αυτού, λόγω των συντελεσθέντων με δαπάνες του ιδίου σημαντικής έκτασης έργων στην περιοχή του επιδίκου, η οποία αναβαθμίστηκε εκ βάθρων συνεπεία αυτών, ενώ προηγουμένως ήταν μία απαξιωμένη τελείως περιοχή, κατά τον υπολογισμό δε της επιστρεπτέας αποζημίωσης στην οποία σημειωτέον δεν συνυπολογίστηκε, αλλά αφαιρέθηκε η αποζημίωση που είχε καταβληθεί στην Α. Φ. για τα επικείμενα της οικίας της, κατόπιν δικού της αιτήματος διότι κρίθηκε εύλογο να αφαιρεθεί αυτό, λόγω της απαξίωσής τους εκ του μακρού χρόνου της εγκατάλειψης και αχρησίας τους, ουδέποτε αντιτάχθηκαν αυτοί, αλλά θεώρησαν αυτή εύλογη και συμφέρουσα, καθ' όλο δε αυτό το διάστημα της διαδικασίας άρσης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης ουδέποτε διατύπωσαν αυτοί ή η δικαιοπάροχός τους αξίωση για αποζημίωσή τους λόγω μεταβολών στο ακίνητο που τους επιστρεφόταν, ούτε ποτέ προέβαλαν ενστάσεις και αντιρρήσεις σχετικά με το ποσό που καθορίστηκε ως επιστρεπτέα από αυτούς αποζημίωση, δημιουργώντας εύλογα την πεποίθηση στον EOT ότι δεν διατηρούσαν απαίτηση εναντίον του για αποζημίωση, κατά τρόπο ώστε με το αιτούμενο από αυτόν με την αγωγή ποσό που είναι υπέρογκο και μεγαλύτερο του ποσού που όφειλαν οι ενάγοντες να του επιστρέψουν για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης, να καθίσταται προφανής η πρόθεση αυτών για κερδοσκοπία και αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος του. Διατείνεται δε ότι αδράνησαν οι ενάγοντες και συγκεκριμένα άσκησαν την ένδικη αγωγή μετά την πάροδο πέντε περίπου ετών από τότε που απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και δη καταβάλλοντας μικρό τίμημα σε σχέση με το ύψος της επιστρεπτέας αποζημίωσης (647.885,53 ευρώ), που είχε καθορισθεί αρχικά με την με αριθμό ....2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον ακόμα και αν τα ανωτέρω εκτιθέμενα σε αυτόν περιστατικά θεωρηθούν αληθή, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετηθεί κατάχρηση δικαιώματος από πλευράς εναγόντων, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως η έννοια αυτού αναπτύχθηκε στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, δηλαδή δεν καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση της αγωγής, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως λόγω της προηγηθείσας συμπεριφοράς των εναγόντων ούτε λόγω της προγενεστέρως διαμορφωθείσας κατάστασης. Ειδικότερα, κατά πρώτον το δικαίωμα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, αρχικής ιδιοκτήτριας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της, Α. Φ. και στη συνέχεια των ειδικών διαδόχων της, εναγόντων, να ζητήσουν την ανάκληση της συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης, σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την εκ των υστέρων αναζήτηση αποζημίωσης για τις φερόμενες ως επελθούσες μεταβολές στο απαλλοτριωθέν ακίνητό της καταχρηστική, κατά παράβαση των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά νόμιμη άσκηση αυτού, παρεχόμενου ρητά από το νόμο, έστω και αν αυτοί, ενδεχομένως, προτίθενται να εκμεταλλευθούν την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία μετά την ανάκληση της απαλλοτρίωσης αυτής και η οικονομική αξία της εν λόγω ιδιοκτησίας κατά το χρόνο της ανάκλησης υπερβαίνει την αξία, την οποία είχε αυτή κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσής της....., και με ενέργειες του ίδιου του υπέρ ου η απαλλοτρίωση, όπως ισχυρίζεται ότι συνέβη εν προκειμένω ο EOT για την αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής όπου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο. Ούτε το ότι οι ενάγοντες δεν αντέλεξαν στον ύψος της τελικώς καθορισθείσας ως επιστρεπτέας αποζημίωσης, την οποία επέστρεψαν χωρίς επιφύλαξη, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά προηγούμενη συμπεριφορά τους τέτοια που από μόνη της να εδραίωσε στον EOT ως υπέρ ου η απαλλοτρίωση την εύλογη πεποίθηση, ότι αυτοί δεν θα είχαν καμία άλλη απαίτηση εναντίον του μετά την ανάκλησή της, όταν μάλιστα κατά τη μεταβίβαση σε αυτούς του δικαιώματος προσδοκίας της αρχικής ιδιοκτήτριας Α. Φ. για ανάκτηση της κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, φέρεται να τους έχει μεταβιβαστεί ρητά και το δικαίωμα αυτής για αποζημίωσή της εκ του άρθρου 12 παρ. 6 ΚΑΑΑ λόγω τυχόν ζημιογόνων μεταβολών στο απαλλοτριούμενο. Αντίθετα, τόσο οι ενάγοντες όσο και η ειδική διάδοχός τους, με τις ανωτέρω ενέργειες τους και γνωρίζοντας φυσικά την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το απαλλοτριούμενο λόγω ακριβώς της απραξίας του EOT αναφορικά με το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε αυτό και της εγκατάλειψής του επί σειρά ετών, φέρονται να έπραξαν με τις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες τους ό,τι προβλεπόταν κατά νόμο για την επιστροφή σε αυτούς της ανωτέρω ιδιοκτησίας, ανάλογα με το κάθε φορά στάδιο της διαδικασίας της ανάκλησης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, μέρος της οποίας ήταν και ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης, το ύψος του οποίου μάλιστα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, φέρεται να περιλάμβανε και την αξία των επικειμένων του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Σημειωτέον δε ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παρατιθέμενη στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες δεν θα νομιμοποιούνταν ενεργητικά να ασκήσουν την ένδικη αγωγή, παρά μόνο από το χρόνο που αυτοί κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή απέκτησαν το ένδικο ακίνητο, δηλαδή από τις 30.7.2013 και μετά. Ο καθορισμός δε του ύψους της αιτούμενης από αυτούς αποζημίωσης για τις φερόμενες μεταβολές στο ακίνητό τους, εναπόκειται τελικώς στην κυριαρχική κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου και είναι θέμα αποδείξεως από τους ενάγοντες της ύπαρξης και της έκτασης των φερομένων ζημιογόνων μεταβολών στο επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο του και ανταπόδειξης από πλευράς EOT και δεν μπορεί να συγκριθεί, για να εδραιωθεί κατάχρηση δικαιώματος προς απόκρουση αγωγής, με το ποσό της ήδη επιστραφείσας στον EOT από τους ενάγοντες αποζημίωσης για την ανάκληση της συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης. Άλλωστε, το ζήτημα του καθορισμού του ύψους της επιστρεπτέας αποζημίωσης αφορά στο δημοσίου δικαίου δικαίωμα της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ως άνω ότι, δηλαδή, τα εκτιθέμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, τέτοιες ώστε, σε συνδυασμό με την πάροδο μακρού χρόνου, να επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτό από τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός τους, κατά προφανή υπέρβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο το αναιρεσείον αιτιάται την πληττόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό του, που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι διέλαβε ως δεδομένο τον συνυπολογισμό της αξίας των επικείμενων πραγμάτων της επίδικης κατοικίας, στην επιστρεπτέα αποζημίωση, ενώ, όπως υποστηρίζει, η αξία αυτών δεν περιλαμβανόταν στο ανωτέρω ποσό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το επικαλούμενο γεγονός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά περιστατικό στο οποίο, μεταξύ άλλων, επιχείρησε το αναιρεσείον να θεμελιώσει την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι εν προκειμένω το Εφετείο δεν εξέτασε κατ' ουσίαν τον περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο, όπως προελέχθη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, ο δε αναιρετικός έλεγχος αφορά στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο, που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 575/2015, 485/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, "η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε", προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, η οποία πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε για όσα γεγονότα ομολογήθηκαν από αυτόν και κρίνεται αντικειμενικά, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 530/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία η άρνηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγομένης έμμεσης δικαστικής ομολογίας των διαδίκων σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνον ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, (με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ΑΠ 498/2019, ΑΠ 530/2015) το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία. (ΑΠ 1453/2003, 885/2002) Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί αυτού, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 653/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αίτησής της, μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, όλως εσφαλμένως και κατά κακή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων ως προς το βάρος απόδειξης, συνήγαγε σιωπηρή ομολογία, διαλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς των αντιδίκων ομολογημένους, με το σκεπτικό ότι ο EOT δεν προσκόμισε δική του τεχνική έκθεση για την καταγραφή των τυχόν μεταβολών επί του ακινήτου, .....παρερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 224, 237, 242 παρ. 1, 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1, καθότι εξέλαβε την απλή άρνηση της ένδικης αγωγής, ως σιωπηρή ομολογία των πραγματικών περιστατικών. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα, δέχθηκε, τα εξής. ".......Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος Ε.Ο.Τ., ο οποίος δεν αρνείται ειδικώς ότι έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες στην αγωγή μεταβολές, συναγόμενης έτσι σιωπηρής ομολογίας του ως προς αυτές, αμφισβητεί όμως το κόστος αποκατάστασής τους, σε αντίκρουση των ανωτέρω αποδειχθέντων κονδυλίων, δεν προσκόμισε σχετικώς δική του έκθεση περί καταγραφής των μεταβολών επί του ανωτέρω ακινήτου των εναγόμενων, ούτε δική του εκτίμηση περί της αξίας αποκατάστασης αυτών....". Κρίνοντας ανελέγκτως το Εφετείο, ότι από τη μη ειδική αμφισβήτηση των επικαλούμενων με την αγωγή μεταβολών εκ μέρους του εναγομένου συνάγεται σιωπηρή ομολογία ως προς αυτές, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 338 και 352 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όχι όμως και όταν τα εκτιθέμενα δεν αναλύονται ιδιαιτέρως και διεξοδικά. Ακόμη, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και καθίσταται έτσι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς. Τέλος, τα σχετιζόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρήματα του δικαστηρίου δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και άρα δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης (ΑΠ 810/2020, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1630/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος, προϋποτίθεται λογικά, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς. Ο λόγος, συνεπώς, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη (ΑΠ 289/2017, ΑΠ 376, 380, 381/2008, ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 2031/2007). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια α) από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπάρκειας αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της επέλευσης των επικαλουμένων στην κρινόμενη αίτηση μεταβολών και των εξ αυτών απαιτουμένων δαπανών, προς αποκατάστασή τους και β) από το άρθ. 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε, χωρίς απόδειξη, στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ίδιο, ως άνω, ζήτημα.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του με αριθμό ....1957 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ποτέ Σ/φου Κερατέας, Σ. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας, η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Φ., είχε αποκτήσει στην αποκλειστική της κυριότητα ένα παραθαλάσσιο ακίνητο, έκτασης 5.594 μ2, ευρισκόμενο στη θέση "Άγιος Νικόλαος" της κοινότητας Αναβύσσου Ν. Αττικής, το οποίο συνόρευε νότια επί πλευράς ΔΓ μήκους μέτρων 53,00 με αιγιαλό και παραλία του κόλπου Αγίου Νικολάου Αναβύσσου. Στο ακίνητο αυτό η ανωτέρω αρχική ιδιοκτήτρια είχε ανεγείρει δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 4130/53348 και 16433/18.4.1962 οικοδομικής αδείας του τότε Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, μία πολυτελή ισόγεια κατοικία, εμβαδού 163,152 αποτελούμενη από πέντε κύρια δωμάτια, συνολικού όγκου αυτής 575,12 μ3, έφερε δε αυτό δρόμο πρόσβασης, περίφραξη και πολλά επικείμενα (κτίσματα δεξαμενές, δένδρα οπωροφόρα και καλλωπιστικά, όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα κατωτέρω). Δυνάμει της υπ' αριθ. Α1046/289/22.1.1971 Κοινής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (ΦΕΚ Δ'23/28.1.1971), το ανωτέρω ακίνητο απαλλοτριώθηκε εξ ολοκλήρου με όλα τα επικείμενό του, υπέρ και με δαπάνες του πρώτου εναγόμενου "Ε.Ο.Τ.", ως μέρος ευρύτερης απαλλοτριωθείσας έκτασης, συνολικής επιφάνειας 338.530 μ2, ευρισκόμενης στη χερσόνησο του Αγίου Νικολάου περιοχής Αναβύσσου Ν. Αττικής, εμφαινόμενης στα συνοδεύοντα την απαλλοτρίωση υπ' αριθ. 404/4/23843/19.9.1970 τοπογραφικό διάγραμμα του EOT και τους συνοδεύοντες αυτό 2499/6.10.1970 κτηματολογικούς πίνακες του μηχανικού Α. Ζ., στους οποίους έφερε τον κτηματολογικό αριθμό 49. Η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε τελικώς στις 7.10.1971 με την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της προσωρινής αποζημίωσης που προσδιορίστηκε με την υπ' αριθ. 779/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέρ των προσώπων που επρόκειτο να αναγνωριστούν δικαιούχοι και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ 7232/7.10.1971, ενώ η ιδιοκτήτρια αυτού, Α. Φ., με την υπ' αριθ. 1359/1972 απόφαση του ΜΠΑ αναγνωρίστηκε δικαιούχος και έλαβε το σύνολο της καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης, ύψους τότε (2.453.590) δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθ. 19014/19.12.1972 χρηματικού εντάλματος, καθώς εν συνεχεία και τη διαφορά μεταξύ προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, ύψους τότε (2.809.680) δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθ. 13864/19.9.1977 χρηματικού εντάλματος, δηλαδή έλαβε αυτή ως οριστική αποζημίωση για το ανωτέρω απαλλοτριωθέν ακίνητό της το συνολικό ποσό των (5.263.270) δραχμών ...... Στο ποσό δε αυτό της αποζημίωσης περιλαμβανόταν εκτός από την αξία του εδάφους του ακινήτου της ανωτέρω Α. Φ., επιφάνειας αυτού 5.594 τ.μ, η οποία ανήλθε στο ποσό των (3.915.800) δραχμών και την αξία όλων των σε αυτό επικειμένων, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των (1.347.470) δραχμών. Συγκεκριμένα, τα επικείμενα που υπήρχαν κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και για τα οποία ορίστηκε αποζημίωση λόγω της ένδικης απαλλοτρίωσης δυνάμει της υπ' αριθ. 1084/1977 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήταν σύμφωνα με τον οικείο κτηματολογικό πίνακα, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις περί προσδιορισμού προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης, καθώς και με βάση το υπ' αριθ. πρωτ. ....1972 έγγραφο του Ε.Ο.Τ. προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων περί καταβολής σε αυτήν ως δικαιούχου της προσωρινώς ορισθείσας αποζημίωσης, τα εξής: Μία έπαυλη όγκου 828μ2, ένα ναΐδριο όγκου 48 μ3, μία υπόγεια δεξαμενή όγκου 121 μ3, εσωτερική διακόσμηση, μία επίγεια δεξαμενή όγκου 11μ3, αποθήκη όγκου 23 μ3, περίφραξη 340 μέτρων, εξήντα (60) μεσαίες ελιές, εξήντα μία (61) μικρές ελιές, οκτώ (8) μεσαίες συκιές, δέκα (10) μικρές συκιές, δέκα (10) αμυγδαλιές, μία (1) ροδιά, δεκαέξι (16) φυστικιές, εκατόν εξήντα δύο (162) καλλωπιστικά δέντρα και δασικά δέντρα, ενενήντα επτά καλλωπιστικοί θάμνοι, 3 σιδερένιες πόρτες και οδός μήκους 105 μέτρων. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε από τα αυτά αποδεικτικά μέσα, η αρχική ιδιοκτήτρια Α. Φ., με την από 2.2.1994 αίτησή της προς τους αρμόδιους τότε Υπουργούς, ζήτησε την ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε σιωπηρά από τη Διοίκηση. Κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης αυτή άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, το οποίο με την υπ' αριθ. 1982/2005 απόφαση του σε Ολομέλεια, έκανε αυτή δεκτή, κρίνοντας κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν ότι "από την κήρυξη της επίμαχης απαλλοτρίωσης (22.1.1971) μέχρι και την σιωπηρά απόρριψη του αιτήματος της αιτούσης περί ανακλήσεως υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Διοικήσεως προς εκπλήρωση του σκοπού της απαλλοτριώσεως, υπερβαίνουσα τον μακρόν πέραν του ευλόγου χρόνο" και αφού έκανε δεκτή την αίτηση, ακύρωσε την ανωτέρω σιωπηρή απόρριψη του από 2.2.1994 αιτήματος της περί ανακλήσεως της συντελεσμένης απαλλοτριώσεως του ακινήτου της. Μετά δε την έκδοση της ανωτέρω ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ η δικαιοπάροχος των εναγόντων, μεταβίβασε σε αυτούς δυνάμει του υπ' αριθ, ....2007 συμβολαίου δωρεάς της Σ/φου Αθηνών, Σ. Τ., λόγοι δωρεάς, κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα σε καθέναν από τους ενάγοντες, την προσδοκία κτήσης της κυριότητας του παραπάνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου της, μετά της εντός αυτού εγκαταλελειμμένης οικίας του και με όλα τα παραρτήματα, συστατικά και παρακολουθήματά του, ενώ τους εκχώρησε κατά το ίδιο ποσοστό, εν δεύτερον (1/2) αδιαίρετα, όλα τα δικαιώματα και τις αξιώσεις της στο ακίνητο και από το ακίνητο, κατά οποιουδήποτε προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της αξίωσης από μεταβολές με βάση το άρθρο 12 παρ. 6 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΛΑ). Ακολούθως, σε εκτέλεση της ανωτέρω υπ' αριθ. 1982/2005 απόφασης του (Ολ)ΣτΕ, ο Υπουργός Οικονομικών εξέδωσε στις 19.9.2012 την Α.Π.:Δ10Δ 1130004/2737ΕΞ012 απόφαση, με την οποία καθόρισε την υπέρ EOT επιστρεπτέα αποζημίωση, η οποία καθορίστηκε με βάση το καθεστώς της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής σε ποσό (378.693,82) ευρώ, από το οποίο αφού αφαιρέθηκε το ήδη καταβληθέν ποσό των (161.871,34) ευρώ, το οποίο είχε καθοριστεί με την υπ' αριθ. ....2006 απόφαση καθορισμού επιστρεπτέας αποζημίωσης ως η πρώτη δόση αυτής, καθορίστηκε ως εναπομένον επιστρεπτέο ποσό αυτό των (216.822,46) ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί διαιρετά από τους ενάγοντες και σε ίσα μέρη κατά το μερίδιο συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο (50% έκαστος). Το ποσό αυτό τελικώς καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τους ενάγοντες υπέρ του EOT στον τηρούμενο από αυτόν στην Τράπεζα της Ελλάδος υπ' αριθ. 0024-261800 λογαριασμό ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. Δ10Δ1060473/5836πεΕΞ2013 Κ.Υ.Α. Οικονομικών-Τουρισμού (ΦΕΚ τεύχος ΑΑΠ/134/ 18.4.2013), με την οποία ανακλήθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Στη συνέχεια οι ενάγοντες μετέγραψαν την ανακλητική απόφαση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο 542 και με αριθμό 236 στις 30.7.2013 και έτσι έκτοτε αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό Vi αδιαίρετα έκαστος. Ωστόσο, όπως προέκυψε από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα και δεν αντικρούστηκε από κάποιο από τα προσκομιζόμενα από τον πρώτο των εναγομένων αποδεικτικά στοιχεία, από το έτος 1971, οπότε συντελέστηκε η ανωτέρω ανακληθείσα απαλλοτρίωση και μέχρι το έτος 2013, που τελικώς περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο στην συγκυριότητα των εναγόντων, επήλθαν σημαντικές μεταβολές στα επικείμενα αυτού, συνεπεία της επί μακρόν χρόνο εγκατάλειψής του, της έκθεσης του χωρίς συντήρηση στις καιρικές συνθήκες, καθώς και στις επεμβάσεις καταπατητών, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι προφανώς το γεγονός της εγκατάλειψής του, αφαίρεσαν όλα τα επικείμενα της οικίας, που μπορούσαν να αφαιρεθούν, όπως πόρτες, παράθυρα, κουφώματα, πατώματα, αντικείμενα από τα μπάνια και την κουζίνα, αλλά και πολλά από τα τούβλα, τα οποία χρησιμοποίησαν ως βάσεις για τροχόσπιτα που τοποθετούνταν κατά καιρούς στο επίδικο, ενώ καταστράφηκε ολοσχερώς η υδραυλική και η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του ακινήτου. Για τις ζημίες αυτές είχε ήδη πριν την επιγενόμενη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στους αιτούντες και μετά τη συντέλεση της κατά τα άνω ανάκλησης της ένδικης απαλλοτρίωσης, ασκηθεί από την αρχική ιδιοκτήτρια αυτού, Α. Φ., ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1434/1474/2006 αγωγή εναντίον των νυν εναγομένων, με ίδιο περιεχόμενο με αυτό της υπό κρίση αγωγής, που είχε επιδοθεί σε αυτούς, η οποία όμως δεν ευδοκίμησε, διότι αφορούσε αξίωση από δικαίωμα προσδοκίας της ενάγουσας, καθόσον δεν είχε ακόμα περιέλθει το απαλλοτριωθέν ακίνητο στην κυριότητά της, αξίωση την οποία μπορούσαν κατά νόμο και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας να ασκήσουν μόνο οι νυν ενάγοντες μετά την απόκτηση της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου από αυτούς, ήτοι μετά τον Ιούλιο του 2013.

Εξάλλου, λίγο πριν την απόκτηση του ακινήτου αυτού από τους ενάγοντες, αυτοί απέστειλαν στις 29.3.2013 στους νυν εναγόμενους εξώδικη δήλωση - πρόσκληση με την οποία διαμαρτύρονταν για την παράνομη κατάληψη του μελλοντικού ακινήτου τους από τρίτα πρόσωπα - καταπατητές, που είχαν εγκαταστήσει εντός του ακινήτου τροχόσπιτο και στην εμφάνισή τους τους πετούσαν πέτρες και ξύλα και στην οποία επιφυλάχθηκαν για αξιώσεις τους από τις μέχρι τότε επελθούσες σε αυτήν ζημίες από την αδράνεια των εναγομένων. Η εικόνα εγκατάλειψης και λεηλασίας ουσιαστικά της οικίας αυτής, από την οποία έχουν αποξηλωθεί όλα τα προσαρτήματα αυτής, αλλά και του περιβάλλοντος χώρου της, προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ενάγοντες σημερινές φωτογραφίες του επιδίκου, σε συνδυασμό με πολύ παλαιότερες φωτογραφίες της οικίας, που ανάγονται στο χρόνο κατασκευής της, όσο και από την σχετική από ....2018 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Ρ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες. Σε αυτήν γίνονται μετά από αυτοψία της στο επίδικο ακίνητο οι εξής διαπιστώσεις, σχετικές με τις επελθούσες μεταβολές στην οικία των εναγόντων. Α. Ότι έχουν αποξηλωθεί, κλαπεί και καταστραφεί από το ένδικο ακίνητο τα κάτωθι: Ο δρόμος πρόσβασης στο κτήμα (ο οποίος σημειωτέον με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και τα έγγραφα της απαλλοτρίωσης προκύπτει ότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ήταν μήκους 105 και όχι 185 μέτρων, όπως αναγράφεται στην έκθεση και στο αγωγικό δικόγραφο), η περίφραξη και οι 3 σιδερένιες πόρτες εισόδου σε αυτό, τα εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα, η υδραυλική εγκατάσταση, τα είδη υγιεινής, οι βρύσες, η ηλεκτρική εγκατάσταση (καλωδίωση και διακόπτες-πρίζες), τα εσωτερικά και εξωτερικά δάπεδα, όλες οι ντουλάπες των υπνοδωματίων, τα ερμάρια της κουζίνας, οι επενδύσεις πλακιδίων των λουτρών, φωτιστικά, καθρέπτες κλπ. εξοπλισμοί λουτρών, η παροχή της ΔΕΗ στο ακίνητο, η παροχή ύδρευσης, και τα 259 φυτά (καλλωπιστικά δέντρα, θάμνοι, φυτά) και Β. Έχουν προκληθεί σοβαρές ζημιές: 1. Στα επιχρίσματα των οροφών με αποκαλύψεις του οπλισμού λόγω υγρασίας από την αποξήλωση των δαπέδων και των εξωτερικών κουφωμάτων, κατά τρόπο ώστε θα πρέπει να καθαιρεθούν τα επιχρίσματα όλων των οροφών, να επισκευαστεί ο εμφανής οπλισμός και να επανεπιχριστούν, 2. Σε σημαντική επιφάνεια επιχρισμάτων των τοίχων, από τις αποξηλώσεις ηλεκτρικού εξοπλισμού και εσωτερικών θυρών, 3. στην εξωτερική εκ σκυροδέματος σκάλα της αυλής και την επικάλυψή της, 4. στο κάγκελο του εξώστη, 5. Από τις εσωτερικές υγρασίες των οροφών προκύπτει ότι η έλλειψη συντήρησης του ακινήτου προκάλεσε την καταστροφή της μόνωσης του δώματος και ότι θα πρέπει να καθαριστεί το δώμα και τα υπολείμματα της παλαιάς και να γίνει νέα θερμο-υγρομόνωση και τέλος 6. Σε όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χρωματισμούς πέραν της συνήθους φθοράς του χρόνου. Προκειμένου δε να επανέλθει το ακίνητο στην κατάσταση που βρισκόταν αυτό, όταν παραλήφθηκε από τον EOT κατά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, θα πρέπει κατά την ίδια τεχνική έκθεση να επισκευαστούν οι ζημίες της παραγράφου Β και να κατασκευαστούν εκ νέου τα αποξηλωθέντα και κλαπέντα της παραγράφου Α.

Εξάλλου, αναφορικά με την αξία αποκατάστασης των ανωτέρω ζημιών μεταβολών στο επίδικο θα απαιτηθεί να δαπανηθούν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου τα ακόλουθα ποσά, όπως αυτά προκύπτουν ιδίως με βάση τον προϋπολογισμό κόστους των εργασιών αποκατάστασης της αρχιτέκτονα Γ. Ρ., που ενσωματώνεται στην υπό κρίση αγωγή: 1) Για καθαιρέσεις, καθαρισμό και απομάκρυνση αχρήστων, θα απαιτηθεί κατ' αποκοπήν ποσό (700) ευρώ, 2) για καθαίρεση επιχρισμάτων οροφών, επιφάνειας 160μ2, θα απαιτηθεί δαπάνη 800 ευρώ (16 ημέρες εργασίας X 50 ευρώ ημερησίως), 3) για καθαρισμό και μινιάρισμα αποκαλυμμένων σιδηρών οροφών, θα απαιτηθεί δαπάνη κατ' αποκοπήν (1.500 ευρώ, 4) για επισκευή σκάλας μπετόν αυλής και εκ νέου επένδυσης με πλάκες, θα απαιτηθεί δαπάνη (1.500) ευρώ, 5) για εξομάλυνση υποστρώματος δαπεδόστρωσης αυλών, επιφάνειας 96μ2 προς 7 ευρώ το τ.μ., θα απαιτηθεί συνολική δαπάνη ποσού (672) ευρώ, 6) για επισκευές επιχρισμάτων και νέα επιχρίσματα, α. για τα υλικά θα απαιτηθεί δαπάνη 600 ευρώ και β. για εργασία 20 ημερών προς 60 ευρώ το ημερομίσθιο ενός τεχνίτη και προς 50 ευρώ το ημερομίσθιο ενός εργάτη, θα απαιτηθεί δαπάνη 2.200 ευρώ και συνολικά ποσό (2.800) ευρώ, 7) για υδραυλική εγκατάσταση, θα απαιτηθεί δαπάνη κατ' αποκοπήν ποσού (4.200) ευρώ, 8) για ηλεκτρική εγκατάσταση, θα απαιτηθεί δαπάνη κατ' αποκοπήν (4.500) ευρώ, 9) για εξωτερικά ξύλινα κουφώματα με σκούρα και τα εξαρτήματά τους επιφάνειας 25,50 τ.μ. προς 350 ευρώ ανά τ.μ., θα απαιτηθεί συνολική δαπάνη ποσού (8.925) ευρώ, 10) για εξωτερικά ξύλινα κουφώματα επιφάνειας 3 μ2 προς 190 ευρώ ανά τ.μ., θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (570) ευρώ, 11) για μία εξώπορτα θα απαιτηθεί κατ' αποκοπήν δαπάνη ποσού (1.200) ευρώ, 12) για δώδεκα εσωτερικές πόρτες πρεσσαριστές προς 250 ευρώ ανά τεμάχιο, θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (3.000) ευρώ, 13) για εσωτερικά δάπεδα ισογείου και υπογείου επιφάνειας 202μ2 θα απαιτηθούν για υλικά (40) ευρώ ανά τ.μ. ήτοι 8.080 ευρώ, και για την εργασία τοποθέτησης 13 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι 2.626 ευρώ και συνολικά (10.706) ευρώ, 14) για τοποθέτηση ειδών υγιεινής θα απαιτηθεί δαπάνη κατ' αποκοπήν (600) ευρώ, 15) για τρεις λεκάνες (420) ευρώ, 16) για είδη υγιεινής και συγκεκριμένα, για 3 νιπτήρες (120) ευρώ, για μία ντουζιέρα (120) ευρώ, για μία μπανιέρα (450) ευρώ, για ένα νεροχύτη (120) ευρώ, για 2 βρύσες λουτρού (150) ευρώ, για 3 βρύσες νιπτήρων (120) ευρώ και για μία βρύση κουζίνας (250) ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό (1.330) ευρώ, 17) για ντουλάπες υπνοδωματίων επιφάνειας 22 τ.μ. προς 250 ανά τ.μ. συνολικό ποσό (5.500) ευρώ, 18) για έπιπλα κουζίνας (6.000) ευρώ κατ' αποκοπήν, 19) για επισκευή και επένδυση τζακιού (500) ευρώ κατ' αποκοπήν, 20) για πλακίδια λουτρών για επιφάνεια (43) τ.μ., ποσό (35) ευρώ ανά τμ. για τα υλικά και (13) ευρώ) για την τοποθέτηση και συνολικά ποσό (2.064) ευρώ, 21) για ξύλινο κάγκελο βεράντας μήκους 5,5 μμ προς 150 ευρώ ανά μμ, συνολικό ποσό (825) ευρώ, 22) για θερμοϋγρομόνωση δώματος επιφάνειας 200 τ.μ., προς (20) ευρώ ανά τ.μ., συνολικό ποσό (4.000) ευρώ, 23) για υαλοπίνακες εξωτερικών κουφωμάτων επιφάνειας 28,50 τ.μ. προς 40 ευρώ ανά τ.μ., συνολικό ποσό (1.140) ευρώ, 24) για δάπεδο εξωτερικού χώρου (αυλές) επιφάνειας 96 τ.μ. θα απαιτηθεί συνολικό για υλικά και εργασία ποσό (5.088) ευρώ, που αναλύεται σε ποσό (40) ευρώ ανά τ.μ. για υλικά ήτοι συνολικά (3.840) ευρώ και ποσό (13) ευρώ ανά τ.μ. για εργασία, ήτοι συνολικό ποσό (1.248) ευρώ, 25) για χρωματισμούς σπατουλαριστούς εσωτερικών χώρων (τρίψιμο, στόκος, αστάρι, χρώμα), θα απαιτηθεί συνολική δαπάνη για εργασία και υλικά ποσού (4.000) ευρώ, 26) για χρωματισμούς εξωτερικών τοίχων, θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (1.500) ευρώ, 27) για περίφραξη συρματοπλέγματος μήκους (320,62) μ.μ. προς 15 ευρώ το μ.μ., θα απαιτηθεί συνολική δαπάνη ποσού (4.809) ευρώ, 28) για τρεις σιδερένιες πόρτες εισόδου στο κτήμα, θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (500) ευρώ για την καθεμία, ήτοι συνολική δαπάνη ποσού (1.500) ευρώ, 29) για δρόμο πρόσβασης στο κτήμα μήκους μέτρων (108) μμ, 0α απαιτηθεί τσιμεντόστρωση με σκυρόδεμα (όχι οπλισμένο) όγκου 135 μ3, προς 74 ευρώ το μ3, ήτοι συνολική δαπάνη ποσού (9.990) ευρώ, 30) για (259) συνολικά δέντρα, θάμνους και (ρυτά προς (20) ευρώ το τεμάχιο, θα απαιτηθεί δαπάνη ύψους (5.180) ευρώ, 31) για σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (15.000) ευρώ, 32) για σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης, θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού (8.000) ευρώ και, τέλος, 33) για έκδοση οικοδομικής αδείας, για τις ανωτέρω εργασίες, κατ' αποκοπήν δαπάνη (1.200) ευρώ. Επομένως, το συνολικό κόστος αποκατάστασης των επελθουσών μεταβολών στο απαλλοτριωθέν ακίνητο των νυν εναγόντων, για το οποίο και είναι υπόχρεος καταβολής ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση, πρώτος εναγόμενος Ε.Ο.Τ., θα ανέλθει με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα στο ποσό των (119.719) ευρώ.....". Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου - αναιρεσείοντος να καταβάλει στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους διαιρετά και κατ' ισομοιρία το ποσό των 119.719 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής τους μέχρις εξοφλήσεως. Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις), χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, ακολούθως διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας της αποζημίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς όλα τα επί μέρους κονδύλια και το κόστος αποκατάστασης των ζημιών, τις επελθούσες μεταβολές και τους λόγους, εξαιτίας των οποίων επήλθαν αυτές, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, ουδόλως στερείται αυτή νόμιμης βάσης, όπως αβάσιμα το αναιρεσείον ισχυρίζεται.

Ειδικότερα, περιγράφεται με πληρότητα η εικόνα του ενδίκου ακινήτου και οι φθορές που έχει υποστεί αυτό, κατά τη διάρκεια του διαδραμόντος διαστήματος από την απαλλοτρίωση, το έτος 1971, έως τη συντέλεση της ανακληθείσας απολλοτρίωσης, το έτος 2013, οπότε περιήλθε το εν λόγω ακίνητο στη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων, καθώς και τα γεγονότα, στα οποία οφείλονται οι φθορές αυτές (κλοπή, καταστροφές κλπ), αλλά και οι λόγοι για τους οποίους παρήλθε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, ώστε αιτιολογείται πλήρως το αποδεικτό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, πέραν του ότι υπό την επίφαση αυτών των αναιρετικών πλημμελειών απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Επομένως, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, όχι όμως μειωμένων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, καθ' όσον ελλείπει εν προκειμένω, η απαιτούμενη για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής ως άνω αναφερόμενη προϋπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.7.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5601/5.7.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2362/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή