ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1448/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1448/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1448/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1448 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1448/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Δ. του Α., 2) Α. Μ. του Ι., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 2-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Του αναιρεσιβλήτου: Αυστριακού Δημοσίου (Republik Osterreich), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών της Αυστριακής Δημοκρατίας, που κατοικοεδρεύει στην Βιέννη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 595/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3107/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23.3.2022 (αρ. εκθ. κατ. 2292/216/23.3.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ), η με αριθ. 3107/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο με την από 15.9.2018 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξέθεσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων προκάλεσε κατά την οδήγηση τον τραυματισμό του ασφαλισμένου του A. H., καθηγητή Πανεπιστημίου του Ίνσμπουργκ Αυστρίας και ζήτησε, για τους εκεί αναφερόμενους λόγους, να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών (αναιρεσειόντων) να του καταβάλλουν εις ολόκληρον: α) το ποσό των 154.241,15 ευρώ, που κατέβαλε στον παθόντα στον ασφαλισμένο του (A. H.), λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης αυτού συνεπεία του τραυματισμού του, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2018, β) το ποσό των 9.312,87 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του έτους 2018 και το ποσό των 329,21 ευρώ λόγω συνταξιοδοτικών/εργοδοτικών εισφορών ιδίου διαστήματος (συνολικά 9.642,08 ευρώ) και γ) τα ποσά, τα οποία το ίδιο (ενάγον- αναιρεσίβλητο) θα καταβάλει στον ασφαλισμένο του A. H. και στο ασφαλιστικό ίδρυμα δημοσίων υπαλλήλων, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2019 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2020, μετά των νομίμων τόκων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 595/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (λόγω παραγραφής) κατά της τρίτης εναγόμενης, ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", και έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον - αναιρεσίβλητο και ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεείοντες άσκησαν την από 15.6.2020 με αρ. κατ. 35912/2419/2020 και την από 24.6.2020 (με αρ. κατ. 377771/2654/2020), αντίστοιχα, εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκαση αυτών, η υπ' αριθμόν 3107/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Αυστριακού Δημοσίου, ακολούθως δε το Εφετείο εξαφάνισε εν όλω την εκκαλουμένη για την ενότητα της εκτελέσεως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επ' αυτής αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρον στο ενάγον, κατόπιν μειώσεως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση των σωματικών βλαβών αυτού, από 30%, τα ποσά των 107.968,81 και των 6.749,46 ευρώ, καθώς και όποιο ποσό υποχρεώθηκε να καταβάλει το ενάγον στον παθόντα ως σύνταξη ανικανότητας με τις αναλογούσες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 μέχρι την 30.1.2020, με τους νόμιμους τόκους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεως, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχάς, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως αυτής είναι δυνατή [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υποχρέου προς αποζημίωση (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 247/2019, Α.Π. 1158/2017, Α.Π. 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής, νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Α.Π. 401/2020, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 674/2013, Α.Π. 666/2010). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις εξ αρχής προβλεπτές μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται, όμως, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, ισχύει νέα, αυτοτελής, πενταετής παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (Α.Π. 1205/2023, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 747/2018, Α.Π. 52/2018).

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του (κωδικοποιηθέντος με το π.δ. 237/1986) ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, ορίζεται ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής. Μέσα στο χρόνο αυτής, πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 του Κ.Πολ.Δ.), με κατάθεσή της στην γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο. Για την έναρξη της παραπάνω παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ο οποίος ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 732/2019, ΑΠ 204/2019). Η παραπάνω παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις εξαρχής προβλεπτές μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (Α.Π. 750/2018, Α.Π. 747/2018, Α.Π. 52/2018). Και στην παραγραφή αυτή ισχύουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του Α.Κ. γενικές ρυθμίσεις περί αναστολής και διακοπής (Α.Π. 1174/2022, Α.Π. 546/2021, Α.Π. 1158/2017, Α.Π. 33/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 401/2020, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 637/2017, Α.Π. 790/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 παρ. 1 εδάφ. α' του Α.Κ. και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντίστοιχα, εκκρεμοδικία (Α.Π. 1508/2021, Α.Π. 524/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 204/2019). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, όπως π.χ. για διαφυγόντα κέρδη ορισμένης χρονικής περιόδου, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξιώσεως. Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή προσθέτου ποσού αποζημιώσεως ή διαφυγόντων κερδών για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει, για την αξίωση αυτή, η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση, για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή. Έτσι, αν παρήλθε πενταετία από το χρόνο γνώσεως από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας (αναφορικά με τον υπόχρεο προς αποζημίωση) ή από την επομένη του ατυχήματος (αναφορικά με τον ασφαλιστή), η αξίωση αποζημιώσεως, που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή, έχει υποκύψει σε παραγραφή (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1357/2021, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020). Όπως έχει προεκτεθεί, μόνο αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν, όταν καθορίστηκε το ποσό της αρχικής αποζημιώσεως, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκουμένης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται, τόσο ως προς το υπόχρεο προς αποζημίωση φυσικό πρόσωπο, όσο και ως προς τον ασφαλιστή, από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (Α.Π. 1205/2023, Α.Π. 1357/2021, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 747/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1214/2023, ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3107/2021 απόφασή του, δέχθηκε, τα ακόλουθα σε σχέση με το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης:

".......Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός Α. Χ., μετά το ατύχημα, διακομίσθηκε αρχικά στο Κέντρο Υγείας Αγίου Νικολάου Χαλκιδικής και στη συνέχεια, ....οπότε και εξήλθε, μεταφέρθηκε δε, την ίδια ημέρα (3-4-2011) με αεροπορικό ασθενοφόρο στην Πανεπιστημιακή Κλινική Τραυματολογίας του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας, όπου υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι στο ένδικο ατύχημα είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλικό τραύμα, βλάβες οδόντων, κάταγμα πλευρών στην αριστερή πλευρά με πνευμονική συστολή, κλειστή ρήξη της ουροδόχου κύστεως και οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, πρόσθιο κάταγμα πυελικού δακτυλίου και κάταγμα του ιερού οστού (κάταγμα τύπου C), κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης σπονδύλου οσφυϊκής μοίρας βαθμού I έως V και υποτροχαντήριο κάταγμα μηριαίου οστού. Αυθημερόν (3-4-2011) εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της ως άνω Κλινικής, όπου αρχικά πραγματοποιήθηκε η ανοικτή επανατοποθέτηση και σταθεροποίηση του κατάγματος του άνω μηρού αριστερά μέσω ενδομυελικής σταθεροποίησης καρφιών PFNA και με χειρουργική επέμβαση cerclage και αργότερα ακολούθησε το βίδωμα της ιερολαγόνιας άρθρωσης αριστερά, ενώ πραγματοποιήθηκε τεχνητή αναπνοή βάσει της μεθόδου του Bulau, παρέμεινε δε, νοσηλευόμενος στη ΜΕΘ μέχρι τις 21-4-2011. Μετά τη βελτίωση της γενικής κατάστασής του, ο παθών Α. Χ. νοσηλεύτηκε αρχικά από 21-4-2011 έως 24-4-2011 στην Επιμελητεία (Observation) και στη συνέχεια από 24-4-2011 έως 4-5-2011 στην κανονική Μονάδα Τραυματολογίας της ως άνω Κλινικής, ...... Ακολούθως, από 4.5.2011 έως 8.7.2011 νοσηλεύτηκε στο πλαίσιο της αποκατάστασής του στο Νοσοκομείο του Hochzirl της Αυστρίας, όπου στο πλαίσιο της εντατικής νευρολογικής διαλεύκανσης έγινε διάγνωση έντονης έλλειψης προσοχής και συγκέντρωσης, σοβαρού οργανικού ψυχοσυνδρόμου, καθώς και επιβεβαίωση της βλάβης του ισχιακού νεύρου κυρίως σε συσχέτιση με το περονιαίο νεύρο και μερικώς με το κνημιαίο νεύρο. Μετά την έξοδό του από την ως άνω μονάδα αποκατάστασης στις 8-7-2011, ο παθών ήταν σε θέση να περπατάει με πλήρη επιβάρυνση αριστερά, με περιορισμένο όμως το βάδισμα και περιορισμένη την κίνηση του αριστερού κάτω άκρου, ενώ κατά το προσεχές χρονικό διάστημα ο ίδιος ακολούθησε μακρά φυσιοθεραπευτική κινησιοθεραπεία, χωρίς να υποβληθεί σε περαιτέρω χειρουργικές επεμβάσεις (....). Ο παθών Α. Χ., ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 56 ετών ήταν Καθηγητής Γενικής Ανόργανης και Θεωρητικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Λέοπολντ Φράντσενς του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας. Από το Σεπτέμβριο του έτους 2005 έως και το τέλος Σεπτεμβρίου του έτους 2013 βρισκόταν σε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών. Αφού σταδιακά αποκαταστάθηκαν σε σημαντικό βαθμό τα προβλήματα υγείας, που προκλήθηκαν από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, τον Οκτώβριο του 2013, επέστρεψε στα διδακτικά του καθήκοντα στο ανωτέρω Πανεπιστήμιο, από το οποίο λάμβανε και την αμοιβή του για την προσφορά της εργασίας του. Άσκησε τα καθήκοντά του αυτά μέχρι το Μάρτιο του 2014, οπότε η κατάσταση της υγείας του εμφάνισε απρόβλεπτη επιδείνωση, που εκδηλώθηκε με δυσκολία στην ικανότητα συγκέντρωσης, προσοχής και αντίληψης, οπότε αναγκάστηκε να απόσχει εκ νέου από την εργασία του, λαμβάνοντας αναρρωτική άδεια. Στις 13-5-2014, επισκέφθηκε το ιατρείο του εξειδικευμένου ιατρού ψυχιατρικής και νευρολογίας H. H., ο οποίος αφού μελέτησε το ιατρικό ιστορικό του εν λόγω ασθενούς και τον υπέβαλε σε κλινική εξέταση, διέγνωσε ότι ο ασθενής εμφάνιζε σαφώς μειωμένο κίνητρο, επιβαρυμένη απόδοση προσοχής, σαφώς περιορισμένη μνήμη και αντίληψη, ιδίως προς το τέλος της εξέτασης, μειωμένη αποφασιστικότητα, πειστικά μειωμένη ικανότητα διδασκαλίας και περιορισμένη προνοητική και προγραμματισμένη ικανότητα σκέψης, γρήγορη κόπωση, νοητική συνοχή, επιβραδυνόμενο σκοπό σκέψης και ελαφρώς επιφανειακή συναισθηματικότητα. Κατέληξε δε, ο ανωτέρω ιατρός, ότι ο παθών Α. Χ. παρουσίαζε έντονες νοητικές ενοχλήσεις ως απόρροια του σοβαρού κρανιοεγκεφαλικού τραυματισμού του και ότι οι νοητικές αυτές βλάβες, σε συνδυασμό με το χρόνιο σύνδρομο πόνου, οδηγούν σε μια καθαρή καταθλιπτική προσαρμοστική διαταραχή, με συνέπεια ο ανωτέρω παθών να μη δύναται πλέον, να επιστρέψει στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα, αφού δεν αναμένεται μετά από τρία έτη χρόνιας αποκατάστασης, βελτίωση στο βαθμό που θα είναι πάλι δεδομένη η ικανότητά του προς εργασία (βλ. ...). Στη συνέχεια, στις 24.6.2014 ο παθών υποβλήθηκε σε ψυχιατρική-νευρολογική πραγματογνωμοσύνη από τον ειδικευμένο ψυχίατρο-παθολόγο K. T., για λογαριασμό του Ασφαλιστικού Ιδρύματος Δημοσίων Υπαλλήλων της Αυστρίας, ο οποίος ύστερα από κλινική εξέταση του ασθενούς κατέληξε ότι, δεδομένης της παρόδου περισσοτέρων από δύο χρόνων μετά το κρανιοεγκεφαλικό τραύμα, μία πιθανή ύφεση ή ουσιαστική βελτίωση του ασθενούς είναι πλέον, σύμφωνα με την εμπειρία, μόνο απίθανη, το οργανικό ψυχοσύνδρομο θα παραμείνει μάλλον μόνιμο, καθώς και ότι από ψυχιατρική άποψη ο εν λόγω ασθενής δεν είναι πλέον σε θέση να συνεχίσει το επάγγελμά του, καθώς η ικανότητα προς εργασία είναι μηδαμινή και συνιστάται η συνταξιοδότησή του ( ....). Ο Α. Χ., που γεννήθηκε στις 30.1.1955, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα θα εξακολουθούσε να εργάζεται, ήτοι να ασκεί τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο Λέοπολντ Φράντσενς του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας και να αμείβεται από το ως άνω Πανεπιστήμιο μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ήτοι μέχρι την 30η Ιανουάριου 2020, οπότε και θα αποχωρούσε από την ενεργό υπηρεσία, λόγω της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας για λήψη σύνταξης γήρατος κατά τον Αυστριακό νόμο (.....). Κατόπιν των ανωτέρω, ...., το Πανεπιστήμιο Λέοπολντ Φράντσενς του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας, αποδεχόμενο την από 26-5-2014 αίτησή του, με την από 7-7-2014 απόφασή του, τον έκρινε μονίμως ανίκανο να εκτελέσει την υπηρεσία του από 3-7-2014 και τον έθεσε σε καθεστώς συνταξιοδότησης, παύοντας παράλληλα να καταβάλει σ' αυτόν τους μισθούς του μετά το τέλος Αυγούστου 2014. Έτσι, από την 1η Σεπτεμβρίου 2014, μέχρι την ανωτέρω καταληκτική ημερομηνία (30-1-2020) της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του, το ενάγον Αυστριακό Δημόσιο, μέσω του Ασφαλιστικού Φορέα Δημοσίων Υπαλλήλων, ως εντολοδόχου υπηρεσίας συντάξεων της Ομοσπονδίας της Δημοκρατίας της Αυστρίας (BVA, Τμήμα Συντάξεων), κατέβαλε στον Α. Χ., όπως υποχρεούτο βάσει του Αυστριακού νόμου, την οφειλόμενη σ' αυτόν πρόωρη μηνιαία σύνταξη, μετά των αναλογουσών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, που ήταν συνέπεια, του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα. Μέχρι το χρόνο σύνταξης της ένδικης αγωγής (15-9-2018), το ενάγον είχε καταβάλει στον ανωτέρω παθόντα Α. Χ. το ποσό των 149.240,45 ευρώ για μηνιαία σύνταξη καθώς και το ποσό των 5.000,70 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι συνολικά το ποσό των 154.241,15 ευρώ. Κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2018, υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 9.312,87 ευρώ για μηνιαία σύνταξη καθώς και το ποσό των 329,21 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι συνολικά το ποσό των 9.642,08 ευρώ (.....). Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-1-2020 το ενάγον υποχρεώθηκε να καταβάλει στον παθόντα μη προσδιορισθέν επακριβώς ποσό για μηνιαία σύνταξη, καθώς και αντίστοιχο μη προσδιορισθέν επακριβώς ποσό για ασφαλιστικές εισφορές (καθόσον τα ποσά αυτά αυξάνονται κατ' έτος, κατά ποσοστό ίσο προς τον ετήσιο πληθωρισμό του προηγούμενου έτους). Όλα τα παραπάνω ποσά, δικαιούται να απαιτήσει το ενάγον Αυστριακό Δημόσιο από τους εναγομένους - υπόχρεους προς αποζημίωση του ζημιωθέντος Α. Χ., αφού για τα ποσά αυτά έχει υποκατασταθεί σύμφωνα με τον Αυστριακό νόμο (άρθρο 332 του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Γενικού Νόμου περί Κοινωνικής Ασφάλισης), ..... στην αντίστοιχη αξίωση του ως άνω ζημιωθέντος για απολεσθέντα εισοδήματα ........ Εξάλλου, το ενάγον Αυστριακό Δημόσιο με την από 19.10.2016 εξώδικη δήλωσή του την οποία κοινοποίησε στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στις 20.10.2016 (ενώ δεν αποδεικνύεται κοινοποίηση της ίδιας δήλωσης και στους λοιπούς εναγομένους), δήλωσε προς αυτήν ότι ήδη μέχρι τότε είχε καταβάλει στον Α. Χ. για πρόωρη μηνιαία σύνταξη και αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, το συνολικό ποσό των 77.952,78 ευρώ, καλούσε δε, την ανωτέρω εναγόμενη, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης να του καταβάλει, αφενός μεν το ανωτέρω καταβληθέν ποσό των 77.952,78 ευρώ, αφετέρου οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί το ίδιο να καταβάλει κάθε μήνα στον παθόντα για την ίδια αιτία, μέχρι τις 30-1-2020. Ωστόσο, η τρίτη εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκληση του ενάγοντος, αρνούμενη μέχρι σήμερα να καταβάλει σ' αυτόν τα παραπάνω ποσά της αποζημίωσης. Οι εναγόμενοι πρωτοδίκως προέβαλαν και στην παρούσα δίκη επαναφέρουν την ένσταση πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος Αυστριακού Δημοσίου, ισχυριζόμενοι ότι ο χρόνος της παραγραφής αυτής άρχισε από την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (31-3-2011), οπότε ο παθών Α. Χ. έλαβε γνώση της ζημίας του και των υποχρέων προς αποζημίωση, καταλαμβάνει δε, ο χρόνος αυτός όλες ενιαίως της ζημίες του ανωτέρω παθόντος, ακόμα και την επελθούσα μεταγενεστέρως ανικανότητα αυτού προς εργασία, εφόσον η τελευταία αυτή δυσμενής συνέπεια ήταν όλως αναμενόμενη εξαρχής λόγω του σοβαρού τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και δεν οφείλεται σε απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, από την έναρξη δε του χρόνου της παραγραφής στις 31.3.2011, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τον Οκτώβριο του έτους 2018 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Σχετικά με την ένσταση αυτή πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο παθών, μετά τη λήξη της εκπαιδευτικής του άδειας το Σεπτέμβριο του 2013, επανήλθε στα εκπαιδευτικά του καθήκοντα τον Οκτώβριο του 2013 και τα άσκησε μέχρι το Μάρτιο του 2014. Η μόνιμη ανικανότητα του προς εργασία, από το Σεπτέμβριο του 2014 και εφεξής, με βάση τα ιατρικά δεδομένα κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν μπορούσε αντικειμενικά να προβλεφθεί εξαρχής. Ουδείς εκ των θεραπόντων ιατρών του είχε προβλέψει τη δυσμενή αυτή εξέλιξη, ούτε άλλωστε θα ήταν δυνατό να προβλεφθεί η μετά από την πάροδο τριών ετών μη ικανότητά του προς εργασία. Σε καμία ιατρική βεβαίωση δεν αναφέρεται ούτε απλώς ως ενδεχόμενο η μόνιμη ανικανότητα του παθόντος προς εργασία, δεν παραπέμπεται ο παθών σε εξετάσεις ούτε επιλαμβάνεται κάποια επιτροπή για την εκτίμηση ή διαπίστωση του ενδεχομένου αυτού. Αυτό γίνεται για πρώτη φορά τον Μάιο του 2014. Από το γεγονός ότι μέχρι τότε ελλείπει οποιαδήποτε σχετική γνωμάτευση ή πρόβλεψη, συνάγεται η αδυναμία σχετικής ιατρικής πιστοποίησης-πρόβλεψης της ανικανότητας που προέκυψε το Μάρτιο του 2014. Στις από 19-5-2014 και 24-6-2014 ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών H. H. K. T., αντίστοιχα, γίνεται αναφορά, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του Α. Χ., σε "χρόνιο σύνδρομο πόνου" και σε "χρόνιες ενοχλήσεις από τον πόνο", ακριβώς, επειδή είχαν παρέλθει τρία (3) έτη μετά το ατύχημα. Όμως, η κατάσταση αυτή που διαπιστώθηκε τρία έτη μεταγενέστερα και η εξ αυτής ανικανότητα του παθόντος προς εργασία από το Σεπτέμβριο του 2014 και εφεξής, δεν διαπιστώθηκε ούτε ήταν εφικτό αντικειμενικά να προβλεφθεί μετά το ένδικο ατύχημα. Επίσης, στην από 8-1-2014 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού Κ.Ρ. B., ενώ αναφέρεται ότι το οργανικό ψυχοσύνδρομο του ασθενούς Α. Χ. είχε διαγνωσθεί στο πρόσωπό του, ήδη κατά την περίοδο της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο του Hochzirl, το έτος 2011, όμως, δεν σημειώνεται αν έστω ως ενδεχόμενο είχε αναφανεί από τότε η ανικανότητά του προς εργασία. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η μόνιμη ανικανότητα του Α. Χ. προς εργασία ήταν απρόβλεπτη δυσμενής συνέπεια του τραυματισμού του, κατά το ένδικο ατύχημα, που εκδηλώθηκε τρία έτη μετά από αυτό και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα ιατρικά δεδομένα δεν μπορούσε εξαρχής να προβλεφθεί. Άλλωστε, αν η ανικανότητα προς εργασία του παθόντος μπορούσε να προβλεφθεί εξαρχής, έστω ως ενδεχόμενη, αυτός θα προέκρινε την πρόωρη συνταξιοδότησή του, ώστε να λαμβάνει επί τρία και πλέον έτη, μετά το ατύχημα, τη σύνταξή του, αντί να βρίσκεται μέχρι το Σεπτέμβριο του 2013 σε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτή δέχθηκε ότι η ανικανότητα προς εργασία του Α. Χ. ήταν προβλεπτή συνέπεια του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο .... Ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι η ανικανότητα προς εργασία του παθόντος συνιστούσε απρόβλεπτη δυσμενή συνέπεια του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, το ενάγον Αυστριακό Δημόσιο, που υποκαταστάθηκε στην αξίωση αποζημίωσης του αρχικού δανειστή, έλαβε γνώση των κρίσιμων περιστατικών, ήτοι της ανικανότητας προς εργασία του Α. Χ., συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και της απόφασης περί πρόωρης συνταξιοδότησής του, λόγω της ως άνω ανικανότητάς του. στις 11.8.2014, οπότε η ανωτέρω εντολοδόχος υπηρεσία του Ασφαλιστικός Φορέας Δημοσίων Υπαλλήλων της Αυστρίας, έλαβε την από 7-7-2014 ενημερωτική επιστολή του Πανεπιστημίου Λέοπολντι Φράντσενς του Ίνσμπρουκ της Αυστρίας. Επομένως, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος άρχισε να τρέχει από τις 12-8-2014 και για τους τρεις εναγομένους και μέχρι τις 25-10-2018, οπότε επιδόθηκε στον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων η υπό κρίση αγωγή και τις 11.10.2018 που επιδόθηκε η ίδια αγωγή στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας και κατά συνέπεια, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος κατ' αυτών..., δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και πρέπει η σχετική ένσταση που προέβαλαν οι εναγόμενοι να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον καταλυτικό της αγωγής περί παραγραφής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσιβλήτου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς όλες τις διατάξεις της για το ενιαίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε επ' αυτής, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, όπως προελέχθη, με βάση την κατά 30% συνυπαιτιότητα του παθόντος Α. Χ. στην πρόκληση των σωματικών βλαβών του και την υποκατάσταση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου στις αξιώσεις αυτού (κεφάλαια τα οποία δεν προσεβλήθησαν) και επιδίκασε στο ενάγον - αναιρεσίβλητο τα προαναφερθέντα ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261 εδ. 1, 298, 914 και 937 παρ. 1 του Α.Κ. και 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να καταλήξει χωρίς αμφιβολία στην ανωτέρω κρίση του. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις ότι, η πενταετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, που επιδόθηκε στις 25.10.2018, είναι αβάσιμες. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ο χρόνος γνώσεως της ζημίας εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι η 11η.8.2014, κατά τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι, η κατάσταση της υγείας του παθόντος παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη πριν από το χρονικό αυτό σημείο, η εκ των ανωτέρω άρθρων πενταετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση της αγωγής στον πρώτο και στη δεύτερη εκ των αναιρεσειόντων στις 25.10.2018 και στην τρίτη αναιρεσείουσα στις 11.10.2018. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε: Α) ότι τη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του παθόντος δεν είχε προβλέψει κανένας από τους θεράποντες ιατρούς του, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η μετά την πάροδο τριών ετών από το ατύχημα μόνιμη ανικανότητά του προς εργασία, διότι τούτο σε καμία ιατρική βεβαίωση δεν αναφέρεται ούτε ως ενδεχόμενο, ούτε παραπέμφθηκε αυτός σε ειδικότερες εξετάσεις ούτε επελήφθη κάποια επιτροπή για την εκτίμηση ή διαπίστωση του ενδεχομένου αυτού, Β) ότι για πρώτη φορά τον Μάιο του 2014, και δη στις από 19-5-2014 και 24-6-2014 ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών H. H. και K. T., αντίστοιχα, γίνεται αναφορά, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του Α. Χ., για "χρόνιο σύνδρομο πόνου" και για "χρόνιες ενοχλήσεις από τον πόνο", ακριβώς, επειδή είχαν παρέλθει τρία (3) έτη μετά το ατύχημα, και ως εκ τούτου η κατάσταση αυτή διαπιστώθηκε τρία έτη μετά το ατύχημα, ώστε η εξ αυτής ανικανότητα προς εργασία από το Σεπτέμβριο του 2014 και εφεξής, δεν ήταν εφικτό αντικειμενικά να προβλεφθεί εξαρχής με βάση τα ιατρικά δεδομένα, Γ) ότι, στην από 8.1.2014 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού Κ.Ρ. B., αναφέρεται μεν ότι το οργανικό ψυχοσύνδρομο του ασθενούς Α. Χ. είχε διαγνωσθεί κατά την περίοδο της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο του Hochzirl, το έτος 2011, πλην όμως δεν γίνεται καμιά αναφορά, έστω ως ενδεχόμενο, αν είχε αναφανεί ή μπορούσε να προβλεφθεί από τότε η ανικανότητά του προς εργασία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και Δ) ότι, αυτός δεν προέκρινε την πρόωρη συνταξιοδότησή του, όπως θα αναμενόταν, αν η ανικανότητά του προς εργασία μπορούσε να προβλεφθεί εξαρχής, έστω ως ενδεχόμενη, ώστε να λαμβάνει επί τρία και πλέον έτη, μετά το ατύχημα, τη σύνταξή του, αλλά αντίθετα μέχρι το Σεπτέμβριο του 2013 βρισκόταν σε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών. Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καλύπτουν πλήρως, χωρίς λογικά κενά και με επαρκείς αιτιολογίες το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι δε αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλείψεων και αντιφάσεων της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, η οποία, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά, και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει, λόγω της ήττας τους, να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2022 και με αρ. εκθ. κατ. 2292/216/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3107/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή